Ποιός Σκότωσε τις Τηλεπικοινωνίες;

Μαι 4th, 2007 | | Κατηγορία: Μεταφράσεις, Οικονομικά, Πολιτική, Τεχνολογία | Email This Post Email This Post | Print This Post Print This Post |

Γιατί η επίσημη ιστορία είναι εσφαλμένη.

του Lawrence Gasman1

Εισαγωγή

Όταν ο Bill Clinton υπέγραψε τον Νόμο περί Τηλεπικοινωνιών του 1996, επικρατούσε ευρεία συναίνεση πως ο νόμος εκείνος θα έδιωχνε το πεθαμένο χέρι του κρατικού έλεγχου και θα έδινε στο αόρατο χέρι του ανταγωνισμού την δυνατότητα να χτίσει μια τηλεπικοινωνιακή υποδομή που άρμοζει στην εποχή της πληροφορίας.

Οι μόνοι διαφωνούντες ήταν ορισμένοι αναλυτές — ίσως ακόμα και ένας ή δύο νομοθέτες — φιλελεύθερων πεποιθήσεων που πίστευαν πως ο νόμος δεν έκανε αρκετά — για παράδειγμα ήθελαν να καταργηθεί η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών (FCC)2 — και μερικοί της αριστεράς που αισθάνονταν πως η κυβέρνηση εγκατέλειπε με αυτόν τον νόμο τον ρόλο εκείνο που κατά την γνώμη τους θα έπρεπε να έχει, στην παροχή προσιτών και καθολικά διαθέσιμων υπηρεσιών τηλεφωνίας και δεδομένων.

η άνοδος των τηλεπικοινωνιών ξεκίνησε μερικά χρόνια πριν από τον νόμο του 1996, προφανώς γιατί έγινε εμφανές ότι μια μεγάλη πλειονότητα του Κονγκρέσσου τάσσοταν υπέρ του να «γίνει κάτι με τις τηλεπικοινωνίες»

Αυτές οι αντίθετες φωνές σταδιακά σιωπήσαν καθώς τα χρόνια που ακολούθησαν έγιναν μάρτυρες μιας τεράστιας ανόδου της τηλεπικοινωνιακής βιομηχανίας. Όπως φαίνεται στο σχήμα 1, οι προμήθειες τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού από τα εργοστάσια των ΗΠΑ σημείωσαν άνοδο δίχως προηγούμενο κατά την δεκαετία του 1990. Για την ακρίβεια, η άνοδος της τηλεπικοινωνιακής αγοράς ξεκίνησε μερικά χρόνια πριν από τον νόμο του 1996, προφανώς γιατί είχε γίνει εμφανές ότι μια μεγάλη πλειονότητα του Κονγκρέσσου τάσσονταν υπέρ του να «γίνει κάτι με τις τηλεπικοινωνίες». Ένα περιεκτικο νομοθετήμα που θα απορρύθμιζε την αγορά ήταν στην ουσία βέβαιo και η αγορά συμπεριφέρθηκε αναλόγως.

Προμήθειες Τηλεπικοινωνιακού Εξοπλισμού στις ΗΠΑ
Σχήμα 1: Προμήθειες Τηλεπικοινωνιακού Εξοπλισμού στις ΗΠΑ.
Πηγή: U.S. Department of Commerce

Όταν και κυρώθηκε ο νόμος, οι πολιτικοί και οι δημόσιοι ελεγκτές γρήγορα συνεχάρησαν εαυτούς για την επιτυχία τους. Ο αντιπρόεδρος Al Gore, που, παρ’ότι δεν εφεύρεσε το διαδίκτυο, σίγουρα το κατέστησε προσωπική σταυροφορία κατά την θητεία του ως γερουσιαστής και αντιπρόεδρος, είπε:

Είμαστε στο χείλος μιας επανάστασης που είναι το ίδιο σημαντική με τις αλλαγές στην οικονομία που συνόδευσαν την Βιομηχανική Επανάσταση. Σύντομα τα ηλεκτρονικά δίκτυα θα επιτρέπουν στους ανθρώπους να υπερβαίνουν τα εμπόδια του χρόνου και της απόστασης και να επωφελούνται παγκοσμίων αγορών και επιχειρηματικών ευκαιριών που σήμερα ούτε να φανταστούμε δεν μπορούμε, ανοίγοντας έτσι έναν νέο κόσμο οικονομικών δυνατοτήτων και προόδου3.

Ο Reed Hundt — που προέδρευσε στην Ομοσπονδιακή Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών κατά την υλοποίηση του αμερικανικού νόμου περί τηλεπικοινωνιών του 19964 — είχε τα εξής να πει για τον αντίκτυπο της θητείας του στην Ομοσπονδιακή Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών:

Η τηλεπικοινωνιακή επανάσταση έχει τεχνολογικές, οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις που κάθε μία και όλες μαζί είναι χωρίς προηγούμενο και προσδοκία. Αυτή η πολύπλευρη επανάσταση δεν θα ήταν τόσο μεγάλης κλίμακας και εύρους χωρίς τους νέους νόμους . . . που θεσπίστηκαν κατά την πρώτη θητεία της κυβέρνησης Clinton-Gore . . . Τώρα μερικά χρόνια μετά από τα γεγονότα . . . φαίνεται πως χάρη σε έναν συνδιασμό σχεδιασμού και τύχης, οι οικονομικές και κοινωνικές αποφάσεις της Επιτροπής . . . βοήθησαν όχι μόνο στην ανάπτυξη της Νέας Οικονομίας, αλλά και στην ανάπτυξη της Κοινωνίας του Διαδικτύου. Αυτά τα δίδυμα φαινόμενα έχουν δημιουργήσει περισσότερο πλούτο και ευκαιρίες για βελτίωση της ποιότητας ζωής όλων των πολιτών απ’ότι έχει ποτέ ξανά απολαύσει κάποιο κράτος.5

Κατά τρόπο ειρωνικό, και τα δύο αυτά σχόλια έγιναν ακριβώς πριν αρχίσει η ραγδαία πτώση της τηλεπικοινωνιακής βιομηχανίας κατά το έτος 2000. Φτάνοντας στο 2002, ο Michael Powell, που διαδέχθηκε τον Hundt ως πρόεδρος της Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών, έκανε την εξής σύνοψη της πραγματικής κατάστασης της τηλεπικοινωνιακής αγοράς:

Η βιομηχανία αυτή υποφέρει — έχουν χαθεί σχεδόν 500.000 θέσεις εργασίας, 2 τρισεκατομμύρια δολλάρια αξιών αναφέρεται ότι έχουν εξαφανιστεί και σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις οι επιχειρήσεις εργάζονται επιβαρυμένες με χρέη σχεδόν ενός τρισεκατομμυρίου. Δυστυχώς την εποχή αυτή χαρακτηρίζουν τα εταιρικά σκάνδαλα, ο υπερκορεσμός, ο υπερανταγωνισμός σε κάποιες αγορές, η περιστολή του κεφαλαίου, οι συνεχιζόμενες υποβαθμίσεις των αξιολογήσεων φερεγγυότητας, οι συνεχιζόμενες περικοπές σε εργατική δύναμη και σε πάγιες δαπάνες, καθώς και οι χρεωκοπίες. Λίγοι ευημερούν. Λίγοι αναπτύσσονται. Λίγοι ξοδεύουν. Λίγοι επενδύουν. Ο σίγουρος θάνατος αποτελεί το status quo.6

Τηλεποικοινωνιακές εταιρίες γκρεμίστηκαν. Προμηθευτές εξοπλισμών εξανεμίστηκαν. Εταιρίες εξαρτημάτων κατέρρευσαν. Και η εικόνα του Διευθύνοντος Σύμβουλου στην τηλεπικοινωνιακή βιομηχανία υποβαθμίστηκε από αυτή ενός υπερήρωα της Ράντ σε αυτή ενός καθάρματος του Dickens. Στα μέσα του 2002, σε ένα άρθρο με τίτλο «Η Μεγάλη Τηλεπικοινωνιακή Κατάρρευση» που εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του Economist, χρησιμοποιήθηκε ένα σκίτσο για να περιγράψει τα βάσανα της βιομηχανίας. Το σκίτσο έδειχνε έναν μεγάλο κρατήρα που περιστοιχιζόταν από συντετριμμένους θεατές — προφανώς επενδυτές και υπαλλήλους μεγάλων τηλεπικοινωνιακών εταιριών. Το ίδιο το άρθρο ξεκινούσε σημειώνοντας πως «όσο μεγαλύτερες είναι, τόσο πιο σκληρά πέφτουν.» Και το γράμμα του εκδότη στο ίδιο τεύχος έκανε την υπόθεση ότι «η άνοδος και η πτώση των τηλεπικοινωνιακών εταιριών μπορεί όντως να δικαιούται τον τίτλο της μεγαλύτερης φούσκας στην ιστορία.».7

Η Επίσημη Ιστορία

Η τηλεπικοινωνιακή βιομηχανία ήταν πάντοτε κυκλική όσον αφορά τις πάγιες δαπάνες, αλλά κυκλικός δεν σημαίνει «εκτοξεύομαι και μετά καταρρέω».

Τι ήταν που προκάλεσε τόσο ορμητική πτώση; Η τηλεπικοινωνιακή βιομηχανία ήταν πάντοτε κυκλική όσον αφορά τις πάγιες δαπάνες, αλλά κυκλικός δεν σημαίνει «εκτοξεύομαι και μετά καταρρέω». Κατά αυτό τον τρόπο κανείς μπορούσε να περιμένει μια ελάτωση των τεράστιων επενδύσεων που ξεκίνησαν στην δεκαετία του 1980, επενδύσεις που είχαν ως σκοπό την μετατροπή του παλιού αναλογικού δικτύου φωνής σε ένα ψηφιακό δίκτυο που ήταν εξίσου ικανό να μεταφέρει φωνή, δεδομένα και εικόνα. Όμως γιατί να συμβεί τόσο απότομα; Η συμβατική άποψη — αυτό που θα ονομάσουμε «επίσημη ιστορία» — είναι ότι ένα μάτσο άπληστοι κερδοσκόποι, παρατηρώντας ότι κάτι υπήρχε πίσω από αυτό το διαδίκτυο και τα περί «εποχής της πληροφορίας», μπήκαν στην τηλεπικοινωνιακή αγορά, υπερέβαλλαν τις δυνατότητες της και παρασύραν τους επενδυτές έτσι ώστε να μεγαλώσουν τις τιμές των μετοχών τους. Τότε, την τελευταία στιγμή, όπως η αγορά άρχιζε να αναγνωρίζει την υπερβολή και την απάτη, αυτοί οι εγκληματίες βγήκαν από την αγορά με άθικτες τις μεγάλες προσωπικές τους περιουσίες. Σύμφωνα με αυτή την εξήγηση, το φταίξιμο για την κατάρρευση των τηλεπικοινωνιακών εταιριών βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια των άπληστων επιχειρηματιών και το γεγονός αυτό μας υποδεικνύει ακριβώς τι συμβαίνει όταν επιχειρείται η απορρύθμιση της αγοράς. Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της άποψης, δείτε τα παρακάτω παραθέματα:

  • «Αυτό που έγινε στην παγκόσμια τηλεπικοινωνιακή αγορά… είναι ένα καλό μάθημα σε όλους όσους προσυπογράφουν την απλή πρόταση ότι το δημόσιο είναι κακό και το ιδιωτικό είναι καλό.» (Will Hutton, «Η Τιτάνια Απληστεία των Γιγάντων των Τηλεπικοινωνιών,» Observer [UK], Απρίλιος 2001)
  • «Τα χαλασμένα επιχειρηματικά μοντέλα και το βαρύτατο χρέος είναι το αποτέλεσμα της απληστίας, του επιχειρηματικού εγκλήματος και της άκριτης ρύθμισης.» (Peter A. Bernstein, «Τι φταίει στις ΤηλεπικοινωνίεςIEEE Spectrum Online, Ιανουάριος 2003)
  • «Τα οικονομικά προβλήματα της [WorldCom] έγιναν σύμβολο όχι μόνο της κατάρρευσης της κερδοσκοπικής φούσκας υψηλών τεχνολογιών της δεκαετίας του 1990, αλλά και της απληστίας και του επιχειρηματικού εγκλήματος που είναι συνώνυμα με αυτή την εποχή.» (Christopher Stern, «Δικαστής επιτρέπει στην WorldCom την έξοδο από την χρεωκοπία,» Washington Post, 1 Νοέμβριου, 2003, σελ. A1)

Όπως όλες οι καλές ημιαλήθειες, η επίσημη ιστορία είναι πράγματι μόνο η μισή αλήθεια. Από τα μεγάλοστελέχη των τηλεπικοινωνιακών επιχειρήσεων στα χρόνια της φούσκας, κάποιοι ήταν ανόητοι και κάποιοι ήταν εγκληματίες.8 Δεν υπήρχε John Galt9 ανάμεσα τους. Ήταν κάθε άλλο παρά ενάρετα στελέχη που προσπαθούσαν να πείσουν τον οποιονδήποτε δεχόταν να τους ακούσει — τους επενδυτές, τον τύπο, τους αναλυτές και την γενικό κοινό — ότι το μέλλον των τηλεπικοινωνιών προδιέγραφε μόνο καλά πράγματα. Μήπως όμως η τηλεπικοινωνιακή κατάρρευση προκλήθηκε όχι από τον απορρυθμιστικό ζήλο εκείνου του νόμου του 1996 αλλά από το γεγονός ότι αυτός ο νόμος δεν προχώρησε αρκετά στην κατεύθυνση της απορρύθμισης;

Τηλεπικοινωνιακοί Διοικητές με Κακή Συμπεριφορά;

Μήπως όμως η τηλεπικοινωνιακή κατάρρευση προκλήθηκε όχι από τον απορρυθμιστικό ζήλο εκείνου του νόμου του 1996 αλλά από το γεγονός ότι αυτός ο νόμος δεν προχώρησε αρκετά στην κατεύθυνση της απορρύθμισης;

Ας εξετάσουμε πρώτα τα μειονεκτήματα της επίσημης ιστορίας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι να εξηγηθεί πως οι υποτιθέμενοι κακοί αποκτήσαν τόση δύναμη. Πολλοί από τους διάσημους διευθύνοντες σύμβουλους που κατηγορούνται ότι ποδηγέτησαν την βιομηχανία την περίοδο της φούσκας ήταν, εξάλλου, «πρωτάρηδες». Πάρτε για παράδειγμα το ιστορικό του Bernie Ebbers, που ήταν διευθύνων σύμβουλος της WorldCom εκείνη την περίοδο. Πριν ξεκινήσει την WorldCom, ο Ebbers διαχειριζόταν ξενοδοχεία. Ο Winnick, που ήταν συνιδρυτής της Global Crossing, είχε στο παρελθόν ασχοληθεί με ομόλογα υψηλής απόδοσης10 και πριν από αυτό με την βιομηχανία επίπλων. Τέτοια βιογραφικά ήταν κοινός τόπος εκείνη την εποχή. Όμως μοιάζει απίθανο ότι μια χούφτα στελέχη με τέτοιο ιστορικό θα μπορούσαν πράγματι να κοροϊδέψουν τόσους ανθρώπους σε μια βιομηχανία που είναι 130 χρονών με ώριμη και συντηρητική διοικητική δομή και με εξελιγμένη κατανόηση του ποιά πράγματα πετυχαίνουν και ποιά όχι — και από τεχνολογική αλλά και από επιχειρηματική άποψη. Η τηλεπικοινωνιακή βιομηχανία ούτε είναι ουτε ήταν η βιομηχανία dot com για να την διαχειρίζονται νέοι άντρες και γυναίκες με ελάχιστη διοικητική εμπειρία, ή κλίση προς την διοίκηση, και με μια ακόρεστη όρεξη για την υπερβολή.

Το δεύτερο μεγάλο ερώτημα είναι πως ακριβώς οι άνθρωποι στην κορυφή μπορούσαν να κάμπτουν την βιομηχανία όπως θέλαν. Σχεδόν κανείς δεν πιστεύει ότι η τηλεπικοινωνιακή φούσκα προκλήθηκε από ανώτερα στελέχη που έκλεβαν χρήματα κατευθείαν από τις ίδιες τις εταιρίες τους. Υπήρχαν μερικές περιπτώσεις τέτοιων εγκλημάτων, αλλά όχι αρκετές ώστε να καταρρεύσει η βιομηχανία. Υπήρχαν πάρα πολλά παραδείγματα κακής διοίκησης και κακής κρίσης.11 Αλλά και πάλι, είναι δύσκολο να βρεθεί μια ισχυρή αιτιακή σχέση μεταξύ αυτού και της καταστροφικής παρακμής της τηλεπικοινωνιακής βιομηχανίας. Έπειτα, υπήρχαν οι πρακτικές «δημιουργικής λογιστικής» που χρησιμοποιήθηκαν για να καλυφθούν οι απώλειες των μεγάλων τηλεπικοινωνιακών εταιριών κατά την περίοδο που η αγορά των τηλεπικοινωνιών έπαιρνε την κάτω βόλτα. Η αναγνώριση της χρήσης αυτών των πρακτικών σίγουρα βοήθησε την κατάρρευση. Όμως αυτές οι πρακτικές θα μπορούσαν εξίσου εύκολα να ερμηνευτούν ως οι πράξεις πανικόβλητων διοικήσεων αντί να ερμηνευτούν ως έξυπνοι χειρισμοί των ίδιων διοικήσεων. Πράγματι, στις περιπτώσεις όπου οι υποτιθέμενοι κακούργοι ήταν νεαροί σε αυτή την βιομηχανία, η ανοησία και ο πανικός μοιάζουν περισσότερο πιθανές εξηγήσεις από ότι η μοχθηρία.

Αν και σε μερικές περιπτώσεις, κάποια στελέχη πραγματικά προσπάθησαν να παρασύρουν τους επενδυτές και γενικότερα τον κόσμο ως προς το πόσο καλά πήγαιναν οι ίδιες οι εταιρίες τους, ένας από τους μεγάλους μύθους για αυτά τα κεφάτα χρόνια των τηλεπικοινωνιών είναι ότι οι υψηλά ιστάμενοι της βιομηχανίας κατάφεραν να συγκαλύψουν το γεγονός ότι το διαδίκτιο μεγάλωνε με πολύ πιο αργούς ρυθμούς απ’ότι ήταν κοινά αποδεκτό. Ο κακούργος σε αυτή την περίπτωση ήταν υποτίθεται η WorldCom που, για ιστορικούς λόγους, έλεγχε μεγάλο μέρος της ραχοκοκκαλιάς του διαδικτίου και συνεπώς είχε καλύτερη εποπτεία της κίνησης που πραγματικά κυκλοφορούσε στο δίκτυο.

Ο συνήθης ισχυρισμός που γινόταν την εποχή εκείνη ήταν πως η κυκλοφορία στο διαδίκτυο διπλασιαζόταν κάθε 100 μέρες. Στο βιβλίο του «Broadbandits», ο Om Malik συνδέει αυτόν τον ισχυρισμό, που αποκαλεί «αστικό μύθο», με την WorldCom με διάφορους τρόπους12 , αλλά αυτό που λεγόταν περιγράφεται καλά από ένα απόφθευγμα του μακαρίτη John Sidgemore: «Βλέπουμε αύξηση δίχως προηγούμενο. Η ραχοκοκαλλια του δικτύου διπλασιάζεται κάθε 3,7 μήνες, που σημαίνει ότι μεγαλώνει 10 φορές τον χρόνο. Έτσι αναμένουμε σε τρία χρόνια από τώρα το δίκτυο μας να είναι 1.000 φορές μεγαλύτερο απ’ότι είναι σήμερα . . . Η μεγάλη πρόκληση είναι να αναπτύξουμε τις υποδομές αρκετά γρήγορα ώστε να εξυπηρετηθεί αυτή η αύξηση. Στην τηλεπικοινωνιακή βιομηχανία βρισκόμαστε για πρώτη φορά σε μια οικονομία περιορισμένη από την προσφορά.»13 Με τέτοιου είδους σχόλια από ένα από τα πιο αξιοσεβαστά στελέχη της βιομηχανίας, δεν εκπλήσσει καθόλου πως οι τραπεζίτες, οι χρηματοδότες και οι επενδυτές μετοχών έριξαν άνετα χρήματα στις τηλεπικοινωνίες.

Υπήρχαν εναλλακτικές πηγές στατιστικών κυκλοφορίας, από την AT&T και άλλους, που παρήχαν ισχυρές ενδείξεις ότι το διαδίκτυο δεν μεγάλωνε τόσο γρήγορα όσο υποστήριζαν οι υπερβολικές ανακοινώσεις.

Εάν τώρα το παράπονο είναι απλά πως τα στελέχη της WorldCom ηθελημένα παραπλανήσαν το κοινό για τον ρυθμό αύξησης του διαδικτύου, τότε αυτό μπορεί πράγματι να έχει κάποια βάση. Το «Broadbandits» αναφέρει ότι παρά τις συχνές ενθαρρυντικές ανακοινώσεις περί της αύξησης του διαδικτύου, τα πραγματικά στατιστικά κυκλοφορίας της WorldCom ήταν «επτασφράγιστο μυστικό»14 και είναι αδιαμφισβήτητο ότι η ανώτερη διοίκηση της WorldCom δεν αποτελούνταν και από τους πιο ειλικρινείς άνθρωπους, όπως απέδειξαν αργότερα οι λογιστικές απάτες.15 Ωστόσο, εάν το παράπονο είναι ότι δεν υπήρχαν αντίθετες ενδείξεις από αξιοσεβαστές πηγές και ότι οι επενδυτές, οι αναλυτές κ.ο.κ. αναγκάστηκαν να βασιστούν στις ύποπτες ανακοινώσεις της WorldCom, τότε αυτό είναι απλά ανόητο. Υπήρχαν εναλλακτικές πηγές στατιστικών κυκλοφορίας από την AT&T και άλλους που παρήχαν ισχυρές ενδείξεις ότι το διαδίκτυο δεν μεγάλωνε τόσο γρήγορα όσο υποστήριζαν οι υπερβολικές ανακοινώσεις. Ήδη από τον Οκτώβριο του 1998, ο Andrew Odlyzko, τότε επιστημονικός ερευνητής για τα AT&T Labs, δημοσίευσε ένα άρθρο χρησιμοποιώντας δεδομένα που έδειχναν ότι το Διαδίκτυο μεγάλωνε κάθε έτος με ρυθμό μεταξύ 70 και 150 τα εκατό.16

Ήταν επίσης δυνατό να εκτιμηθεί η μελλοντική αύξηση του διαδικτύου βάση της πιθανής συμπεριφοράς των καταναλωτών. Στα μέγιστα επίπεδα της αγοράς, ο σύμβουλος της βιομηχανίας Peter Sevcik εξέτασε την ανάπτυξη του Internet βάση των εξείς τριών συνόλων δεδομένων: (1) αριθμός χρηστών — ένας αριθμός που είναι σχετικά εύκολος να ανακτηθεί, (2) χρόνος σύνδεσης, και (3) το προφίλ των χρηστών — η καινοτομία του Sevcik. Το αποτέλεσμα του ήταν ρυθμοί ανάπτυξης πολύ πιο μέτριοι από οτιδήποτε θα ομολογούσε εκείνο τον καιρό η βιομηχανία — είτε μιλάμε για την Worldcom είτε για οποιονδήποτε άλλο.17 Η ίδια μου η εταιρία εξέδωσε δύο μελέτες την ίδια περίοδο που εξέταζαν την πιθανή μελλοντική ανάπτυξη της διαδικτυακής υποδομής βασιζόμενες στην τυπικό ρυθμό ανάληψης προϊόντων πληροφοριακής τεχνολογίας και καταναλωτικών ηλεκτρονικών. Το ενδιαφέρον ήταν ότι φάνηκε πως τα έξοδα σε διαδικτυακούς μεταγωγείς, δρομολογητές και εξοπλισμούς πρόσβασης από τους βορειοαμερικανικούς παρόχους υπερδιπλασιάστηκαν μεταξύ του 1998 και του 2003 και μετά έπεσαν πάλι μέχρι το τέλος της περιόδου πρόβλεψης, που ήταν το 2007.18

Με αυτά και αυτά, η επίσημη ιστορία όπως περιγράφηκε παραπάνω μοιάζει αδύναμη και γεμάτη άλματα. Το ότι μερικοί από τους υψηλότερους αξιωματούχους των τηλεπικοινωνιών ξέφυγαν από την κατάρρευση της βιομηχανίας με τις περιουσίες τους σχετικά ανέπαφες είναι κάτι που ευρέως αντιμετωπίζεται με βδελυγμό. Για αυτούς που τα τελευταία χρόνια έχασαν πολλά λεφτά — ή τις δουλειές τους — στις τηλεπικοινωνίες, η αγανάκτηση είναι κατανοητή. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τα μεγάλα κεφάλια των τηλεπικοινωνιών ήταν υπεύθυνα για την κατάρρευση. Και ακόμα και αν ήταν — εάν θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι η τηλεπικοινωνιακή βιομηχανία προσεβλήθει την δεκαετία του 1990 από άντρες και γυναίκες χωρίς κανένα ηθικό κριτήριο που τελικά καταστρέψαν την βιομηχανία — αυτό θα μετέθετε αμέσως την ανάγκη για μια εξήγηση ένα βήμα πιο πίσω. Γιατί, θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε, σε αυτήν ακριβώς την χρονική στιγμή, και γιατί στην τηλεπικοινωνιακή βιομηχανία; Ως προς τα στοιχεία που δείχνουν ότι τα επιχειρηματικά σχέδια χτίζονταν πάνω σε φανταστικά αναπτυξιακά μοντέλα για το διαδίκτυο, αυτό ήταν αρκετά γνωστό εκείνη την εποχή. Απλά αγνοήθηκε. Ο Om Malik στο Broadbandits αναφέρει για την υποδοχή του άρθρου του Odlyzko πως «Κάθε φορά που ο Odlyzko έθετε ένα επιχείρημα, ήταν σαν να ούρλιαζε κόντρα σε έναν θυελλώδη άνεμο 100 μιλίων την ώρα.» Οι δικές μου εμπειρίες ως σύμβουλος ήταν παρόμοιες. Το να καταδύκνειες το επιχειρηματικό σχέδιο ενός πελάτη ως μη ρεαλιστικό συχνά είχε ως αποτέλεσμα αποσβολωμένα μάτια και αντιρρήσεις ότι είναι αδύνατον να ίσχυε κάτι τέτοιο, αφού κάποιος άλλος αναλυτής της βιομηχανίας είχε προβλέψει ότι μέσα σε ένα ή δύο χρόνια η αγορά θα άξιζε δισεκατομμύρια δολλάρια. Γενικά η αντιμετώπιση των προβλέψεων της εταιρίας μου για το διαδίκτυο ήταν ως υπερβολικά απαισιόδοξες. Δεν ήταν όμως καθόλου έτσι — αφού αυτές οι προβλέψεις το 1998 ούτε μπόρεσαν να σκιαγραφήσουν την διάλυση που έμελε να έρθει στις τηλεπικοινωνίες. Οπότε στην ουσία ήμασταν ανοιχτόμυαλα αισιόδοξοι.

Οι Ομοσπονδιακοί το έκαναν!

Είναι πιθανό πως ολόκληρη η βιομηχανία βρισκόταν σε μια κατάσταση άρνησης και μαζικής υστερίας. Αλλά μπορεί να υπάρχει και μια λιγότερο ψυχολογική εξήγηση. Όπως έχουμε δει, υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις πως οι άνθρωποι που βρίσκονταν επικεφαλείς των τηλεπικοινωνιών είχαν από μόνοι τους την δύναμη να δημιουργήσουν την τηλεπικοινωνιακή φούσκα ή το σπάσιμο της. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ελεγκτές και οι πολιτικοί την έχουν αυτή την δύναμη. Μεγάλο μέρος της ενισχυτικής προπαγάνδας που εξέπεμπε ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να κατηγορηθεί ως υπερενθουσιώδες (ή ακόμα και ανήθικο) marketing. Όμως το αντίστοιχο μήνυμα από τον δημόσιο τομέα ήταν συχνά πολύ πιο μεγαλειώδες, όπως δείχνουν τα προαναφερθέντα σχόλια του Gore και του Hundt.

Ο πραγματικός κακούργος της τηλεπικοινωνιακής φούσκας των ΗΠΑ ήταν ο νόμος περί των τηλεπικοινωνιών του 1996 — όπως τον ερμήνευσε η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών του Reed Hundt.

Τα χαρμόσυνα μηνύματα για τις τηλεπικοινωνίες από αξιωματούχους του δημόσιου τομέα — διατυπωμένες συνήθως με όρους κοινωνικής επανάστασης — πρέπει να συνεισφέραν το ίδιο όσο οτιδήποτε άλλο στο να πειστεί το κοινό ότι μία νέα εποχή ανέτειλε και ότι εκεί, στις τηλεπικοινωνίες, έπρεπε να έχουν τις καρδιές, τα μυαλά και τα λεφτά τους. Αυτό φαίνεται ακόμα πιο πιθανό, δεδομένου ότι ο δημόσιος τομέας ξεκίνησε την προπαγάνδιστική εκστρατεία του για τις τηλεπικοινωνίες πολύ νωρίτερα απ’ότι η ίδια η τηλεπικοινωνιακή βιομηχανία. Παραδείγματος χάρη, ο Al Gore, ως γερουσιαστής, έκανε εκστρατεία για κρατικά επιχορηγούμενες τηλεπικοινωνιακές υποδομές και εισήγαγε νομοθεσία που επέκτεινε και στα νηπιαγωγεία την χρήση των ερευνητικών δικτύων που είχε χρηματοδοτήσει ο φορολογούμενος.19 Τελικά, οι πολιτικοί και οι ελεγκτές έθεσαν τους στόχους πολύ υψηλά και ήταν αυτοί, όχι οι διοικήσεις του ιδιωτικού τομέα, που είχαν την δύναμη να αναδιαρθρώσουν την τηλεπικοινωνιακή βιομηχανία με μαζικό τρόπο.

Γίνεται συχνά η υπόθεση πως ο νόμος περί τηλεπικοινωνιών του 1996 άνοιξε τους κρούνους μιας ορμητικής πηγής νέων πρωτοεμφανιζόμενων τηλεπικοινωνιακών εταιριών που πλημμύρισαν την βιομηχανία με αγαθά και υπηρεσίες, ώστε τελικά η φούσκα έσπασε. Όπως αναφέρει το άρθρο στο περιοδικό Spectrum του IEEE στο οποίο προαναφερθήκαμε, «Υπερβολικά λίγες εταιρίες κυνήγησαν υπερβολικά λίγους πελάτες και – ακόμα χειρότερα – πολλοί χρησιμοποιούσαν παρόμοιες τεχνολογίες.»20 Ενδιαφέρον είναι πως αυτός ο αρθρογράφος πιστεύει ότι είναι διαισθητικά προφανές πως μία τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να είναι μόνο το αποτέλεσμα «απληστίας». Προχωρεί και ισχυρίζεται πως ένας άλλος παράγοντας στην πτώση των τηλεπικοινωνιών ήταν η «άκριτη ρύθμιση,» που την ορίζει ως «πολιτικές που προστατεύαν τις εδραιωμένες τηλεφωνικές εταιρίες αλλά που ήταν μεταμφιεσμένες ως μεταρρυθμίσεις υπέρ της ανταγωνιστικότητας, όπως ο νόμος περί τηλεπικοινωνιών του 1996 στις ΗΠΑ.»

Οι συζητήσεις μου στην βιομηχανία υποδεικνύουν έντονα πως αυτές οι απόψεις έχουν ευρεία αποδοχή. Αλλά ξανά είναι μόνο μισές αλήθειες. Ναι, τα προβλήματα προκλήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από «άκριτες ρυθμίσεις» και «υπερβολικά πολλές εταιρίες να κυνηγάνε υπερβολικά λίγους πελάτες.» Όμως οι άκριτες ρυθμίσεις σαφώς και δεν ευνόησαν τις εδραιωμένες τηλεφωνικές εταιρίες — στην πραγματικότητα ακριβώς το αντίθετο συνέβει. Και ήταν αυτές οι άκριτες ρυθμίσεις μόνες τους — όχι η απληστεία — που οδήγησαν σε αυτόν τον κορεσμό τηλεπικοινωνιακών προϊόντων, υπηρεσιών και χωρητικότητας. Ο πραγματικός κακούργος της τηλεπικοινωνιακής φούσκας στις ΗΠΑ ήταν ο νόμος περί τηλεπικοινωνιών του 1996 — όπως τον ερμήνευσε η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών του Reed Hundt.

Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα των Τηλεπικοινωνιών Ρυθμίσεων

Ο νόμος του 1996 ανακατασκεύαζε και δεν καταργούσε τους ελέγχους.

Ίσως ήταν απλά ένα λάθος, αλλά η αναφορά περί άκριτων ελεγκτικών ρυθμίσεων από το άρθρο του Spectrum — αντί περί άκριτων απορρυθμίσεων — πετυχαίνει ακριβώς την ουσία του προβλήματος. Αν και η λέξη απορρύθμιση επαναλαμβανόταν σαν θρησκευτική επωδός από όλους στην κυβέρνηση και την βιομηχανία όταν περιγράφαν τον νόμο περί τηλεπικοινωνιών του 1996, ο νόμος ήταν απορρυθμιστικός μόνο με την έννοια του ότι καταργούσε πολλές από τις παλιές ελεγκτικές δομές που είχαν εξελιχθεί βάση του τελευταίου περιεκτικόυ νομοθετήματος για τις τηλεπικοινωνίες, που ήταν το 1934. Υπήρχε σαφής συναίνεση μεταξύ και των ελεγκτών και των νομοθετών πως στις ΗΠΑ το ελεγκτικό περιβάλλον για τις τηλεπικοινωνίες ήταν παρωχημένο. Δυστυχώς, αν το δει κανείς από μια ιστορική απόσταση, η συναίνεση επίσης περιείχε και μια αποφασιστικότητα ότι οι τηλεπικοινωνίες θα πρέπει να διοικούνται όχι χωρίς κανόνες, αλλά από νέους κανόνες. Αν και η απορρύθμιση των διαπολιτειακων φορτηγών μεταφορών είχε στον πυρήνα της την κατάργηση της ρυθμιστικής αρχής που διοικούσε τις μεταφορές με φορτηγά, ποτέ δεν εξετάστηκε σοβαρά το ενδεχόμενο κατάργησης της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών.21 Ο νόμος του 1996 ανακατασκεύαζε και δεν καταργούσε τους ελέγχους. Μερικοί από εμάς το σημειώσαμε εκείνο τον καιρό, αν και ακόμα ελπίζαμε για το καλύτερο. Σε ένα άρθρο στο περιοδικό Regulation, που εκδόθηκε αμέσως μετά την υπογραφή του νόμου του 1996 από τον Πρόεδρο Clinton, σημείωσα πως ο νόμος παρουσιαζόταν

ως ριζική απορρύθμιση βάση της οποίας η χώρα θα μπορούσε να προχωρήσει σε έναν θαυμαστό νέο κόσμο τηλειατρικής, μάθησης εξ’αποστάσεως και ταινιών κατ’απαίτηση. Σύμφωνα με τις υπερβολές, αυτά τα θαύματα θα τα δημιουργήσουν οι ανταγωνιστικές δυνάμεις που θα ελευθερωθούν μέσω του νέου νόμου. Αλλά η αλήθεια ήταν ότι ο νόμος περί τηλεπικοινωνιών του 1996 είναι ένα δειλό νομοθέτημα που ελάχιστα αναγνωρίζει τον ανταγωνισμό που αναδύεται ως αποτέλεσμα των νέων τηλεπικοινωνιακών τεχνολογιών. Και αντί να ελλατώσει τον ρόλο της κυβέρνησης στην καθοδήγηση της τηλεπικοινωνιακής βιομηχανίας, ο νόμος τον έχει μεγαλώσει . . . Φυσικά ο νόμος του 1996 δεν είναι πραγματικά ένα κομμάτι απορρυθμιστικής νομοθεσίας ούτε στο ελάχιστο. Από τις περισσότερες απόψεις προσθέτει πάνω από 80 νέα στοιχεία στην λίστα αρμοδιοτήτων του FCC.22

Ένα συμπέρασμα που θα μπορούσα να είχα βγάλει από αυτή την ανάλυση είναι ότι η περισσότερη ρύθμιση πιθανώς θα έβλαπτε αντί να προήγαγε τις προοπτικές των τηλεπικοινωνιών — εξάλλου, η περισσότερη ρύθμιση γενικά τείνει να είναι κακή για τις επιχειρήσεις. Βλέπωντας προς τα πίσω, θα ευχόμουν να είχα γίνει πιο ξεκάθαρος σε αυτό το σημείο. Σημείωσα ωστόσο πως ο νόμος έδινε πολλές επιλογές στο FCC και πως ρητά διέταζε την επιτροπή

να αποφεύγει να εφαρμόζει ρυθμίσεις ή διατάξεις του νόμου . . . εάν η επιτροπή καθορίσει πως η εφαρμογή τέτοιων ρυθμίσεων ή διατάξεων δεν είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί πως οι ευθύνες, οι πρακτικές, οι κατηγοριοποιήσεις ή και οι ρυθμίσεις είναι δίκαιες και λογικές [ή] δεν είναι αναγκαία για την προστασία των καταναλωτών.23

Μεσω αυτής της απαίσια ασαφούς διατύπωσης, πίστευα πως ίσως λυτρώνωνταν οι τηλεπικοινιακοί έλεγχοι. Την δεκαετία του 1980, υπό του Προέδρου Mark Fowler, το FCC ήταν εξαιρετικά συγκρατημένο στην άσκηση της δύναμης του. Αυτό βοήθησε στο να γίνει η δεκατία του 1980 μια δεκαετία ανάπτυξης για την αγορά ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών. Οι ρεπουμπλικάνοι επικεφαλείς του FCC που τον διαδεχτήκαν είχαν παρόμοια, αν και όχι το ίδιο αισθητή, αντιμετώπιση, και έλπιζα ότι ο επικεφαλής του FCC που επέλεξε η κυβέρνηση Clinton, ο Reed Hundt, θα ακολουθούσε την ίδια στρατηγική.

Μέχρι το 1996 ήταν πια εμφανές ότι το FCC του Hundt έπαιζε γρήγορα και ελεύθερα με την Πρώτη και Πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος όσον αφορά τις καθολικές τηλεφωνικές υπηρεσίες και την παιδική τηλεόραση. Ο όρος «Καθολικές Τηλεφωνικές Υπηρεσίες» αρχικά αναφέρονταν στην υπόσχεση του συστήματος Bell περί παροχής πανεθνικών τηλεφωνικών υπηρεσιών σε αντάλλαγμα του κυβερνητικού προνομίου της. Στον νόμο του 1996 ο όρος έγινε το σύνθημα για ένα μεγάλο εύρος αναδιανεμητικών πολιτικών που έφερναν επιδοτούμενες υπηρεσίες όλων των ειδών σε σχολεία, επαρχιώτες, τους ηλικιωμένους, τους αρρώστους, ακόμα και στους αστέγους. Αυτοί ήταν στόχοι που ένθερμα ενέκρινε το FCC του Hundt.24 Στην περίπτωση της παιδικής τηλεόρασης, το θέμα ήταν να γραφτούν νέοι κανόνες εκπομπής για το «δημόσιο συμφέρον» — ένα αγαπητό θέμα του προέδρου Hundt. Και στις δύο περιπτώσεις έγινε γρήγορα αντιληπτό ότι, σε ότι αφορούσε τον Hundt και τους υποστηρικτές του, τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και η ελευθερία του λόγου ήταν σαφώς χαμηλότερου ενδιαφέροντος από τους κοινωνικούς στόχους. Παρ’όλα αυτά, το FCC της πρώιμης περιόδου Clinton ταυτόχρονα έδειξε και τάσεις εγκράτειας στα διοικητικά θέματα. Για παράδειγμα, ο πρόεδρος Hundt αμφέβαλλε επισήμως για την σοφία επιβολής προτύπων προηγμένης τηλεόρασης από την κυβέρνηση. Επίσης, η υπόσχεση των «Νέων Δημοκρατικών» ότι θα έκαναν το κράτος πιο αποδοτικό υποννοούσε ότι θα στραφούν προς την κατεύθυνση της ελεγκτικής εγκράτειας. Εξάλλου, όπως έχω σημειώσει αλλού, «Το να απέχεις από το να εφαρμόζεις κανόνες δεν κοστίζει τίποτα».25

Στήνοντας τα Ζάρια

Αν και ο νόμος του 1996 αφαίρεσε μερικά από τα ελεγκτικά παράδοξα που είχαν γλυστρίσει στους τηλεπικοινωνιακούς νόμους από την δεκαετία του 30, έδινε επίσης στην ουσία εντολή στο FCC να ορίσει τους κανόνες και να επιβλέψει την δημιουργία της νέας υποδομής του Internet.

Όπως αποδείχτηκε, ήμουν αφελής. Είναι πράγματι λίγο ειρωνικό ότι ένας ελεγκτικός μηχανισμός που δημιουργήθηκε τόσο σύντομα μετά από την επανάσταση του Reagan κατέληξε να είναι από μερικές απόψεις πιο κεντρικοποιημένος από τον νόμο του 1934, ενός νόμου δηλαδή που είχε δημιουργηθεί σε μια περίοδο όπου τα καλύτερα μυαλά είχαν στην καλύτερη περίπτωση τάσεις σοσιαλιστικές.26 Αν και ο νόμος του 1996 αφαίρεσε μερικά από τα ελεγκτικά παράδοξα που είχαν γλυστρίσει στους τηλεπικοινωνιακούς νόμους από την δεκαετία του 30, έδινε επίσης στην ουσία εντολή στο FCC να ορίσει τους κανόνες και να επιβλέψει την δημιουργία της νέας υποδομής του Internet.

Αυτό ίσως δεν θα ήταν τόσο άσχημο εάν το FCC του Hundt δεν ήταν τόσο αποφασισμένο να εκτελέσει αυτή την αποστολή με τέτοιο ζήλο. Επιπλέον, όποιες και αν ήταν οι γνήσιες προθέσεις των ελεγκτών περί ελλάτωσης της γραφειοκρατίας και του ελεγκτικού βάρους, φαίνεται να απέτυχαν και σε αυτό. Μία πρόσφατη μελέτη από τον Greg Sidak του American Enterprise Institute δείχνει ότι ο αριθμός των δικηγόρων με ειδίκευση στις τηλεπικοινωνίες, όπως μετριέται από τον αριθμό μελών του Ομοσπονδιακού Τηλεπικοινωνιακού Δικηγορικού Συλλόγου, μεγάλωσε κατά 73 τα εκατό στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Σε αυτή την περίοδο, υπήρχε επίσης και μια άνοδος του 37 τα εκατό στα έξοδα του FCC και ένας τριπλασιασμός του αριθμού σελίδων των ελεγκτικών ρυθμίσεων στο Καταχωρητήριο του FCC στην περίδο μετά τον νόμο περί τηλεπικοινωνιών.27

Ακόμα χειρότερα, ο ίδιος κίβδηλος μεσσιανισμός που οδήγησε το FCC του Hundt να επιβάλει στις ΗΠΑ το πατερναλιστικό οραμά του περί παιδικής τηλεόρασης και καθολικής πρόσβασης επίσης το οδήγησε να πασάρει και ένα στρεβλωτικό για τις αγορές όραμα περί ανταγωνισμού στην τηλεπικοινωνιακή βιομηχανία. Ήταν αυτό πάνω από όλα που έθεσε τις προϋποθέσεις για την εφήμερη απότομη άνοδο και την απόκρυμνη πτώση της τηλεπικοινωνιακής βιομηχανίας. Ειδικότερα, η κυβέρνηση Clinton, το FCC της και πάνω από όλους ο ίδιος ο πρόεδρος Hundt είχαν ένα όραμα περί ανταγωνισμού που φαινόταν να τονίζει την ποσότητα πάνω από την ποιότητα. Έτσι στο βιβλίο του, ο Hundt αυτοσυγχαίρεται για την επιτυχία του στην ερμηνεία και διαχείρηση του νόμου του 1996: «Μέσα σε τρία χρόνια [ προσπαθειών από το FCC για την προώθηση του ‘ανταγωνισμού’] υπήρχαν 6,000 πάροχοι υπηρεσιών Internet, 250 νέες ανταγωνιστριες τοπικές τηλεφωνικές εταιρίες, 6 νέες εταιρίες μακρινών αποστάσεων, [και] δεκάδες νέοι παραγωγοί εξοπλισμού.»28

Αλλά σε τόσα ζητήματα — δημόσια και ιδιωτικά — το να υπερτονίζεις την ποσότητα πάνω από την ποιότητα δεν είναι πάντα σκόπιμο και μπορεί να αποτελεί δείγμα αφέλειας. Όπως σημείωσα σε ένα άλλο άρθρο στο περιορικό Regulation το 1997: «Το FCC υποθέτει ότι περισσότεροι ανταγωνιστές σημαίνει περισσότερος ανταγωνισμός και ότι οποιοσδήποτε ανταγωνιστής είναι το ίδιο κατάλληλος με οποιονδήποτε άλλο. Όμως αυτή η εξισωτική υπόθεση αγνοεί το γεγονός ότι ένα μίγμα μεγάλων και μικρών προμηθευτών μπορεί να είναι η καλύτερη διαρύθμιση για την παροχή υπηρεσιών . . . Το FCC έχει ξανά αναλάβει τον ρόλο του κεντρικού σχεδιαστή, κάτι που σχεδόν εγγυάται ένα αναποδοτικό αποτέλεσμα. Ο καταναλωτής είναι ο τελικός χαμένος.».29 Αυτό αποδείχτηκε σωστό, αν όχι ότι υποτιμούσε την κατάσταση. Ήταν η φιλοσοφία περισσότερο=καλύτερο του FCC του Hundt που μπορεί να έχει συνεισφέρει περισσότερο από οτιδήποτε στην δημιουργία της σπασμένης τηλεπικοινωνιακής φούσκας των ΗΠΑ.

Ορίστε πως έγινε. Οι συζητήσεις περί τηλεπικοινωνιακού ελέγχου κατά την περίοδο πριν και πρόσφατα μετά την υπογραφή του νόμου του 1996 ήταν διαποτισμένες από την υπόθεση ότι τα τεμαχισμένα τμήματα της AT&T ήταν ακόμα υπερβολικά δυνατά, είτε ως αποτέλεσμα της ιστορίας τους ως μέρη του μονοπώλιου του συστήματος Bell είτε επειδή ήταν κατά κάποιο τρόπο φυσικά μονοπώλια. Σε ένα επίπεδο, ήταν δύσκολο να αντεπιχειρηματολογήσεις με αυτόν τον ισχυρισμό. Οι θυγατρικές της Bell ελέγχαν το μεγαλύτερο μέρος των φυσικών εγκαταστάσεων που παρείχαν τοπικά τηλεφωνήματα και πρόσβαση σε δίκτυα μακρινών αποστάσεων. Επιπλέον, είχαν ένα καλό brand, ένα σύνολο τεχνικής κατάρτισης, πολιτικών ικανοτήτων και συνδέσμων που καμμία νέα επιχείρηση δε θα μπορούσε να φτάσει.30

Ως αποτέλεσμα, υπήρχε συναίνεση ότι κάτι έπρεπε να γίνει για να δοθεί στους νέους παρόχους ένα προβάδισμα. Ακόμα και κάποιοι βαμμένοι φιλελεύθεροι σκέφτηκαν πως, πρακτικά μιλώντας, ήταν απαραίτητο. Κατευνάσαμε τις συνειδήσεις μας λέγοντας στους εαυτούς μας ότι μια κάποια ελάχιστη κυβερνητική καταστολή ήταν απαραίτητη για να επανορθωθούν οι κυβερνητικές αδικίες του παρελθόντος που είχαν εξαρχής καταστήσει την AT&T μονοπώλιο31 , και που με την σειρά τους δημιούργησαν ένα ανυπόφορο ανταγωνιστικό περιβάλλον.

Το συγκεκριμένο θέμα που απασχολούσε περισσότερο ήταν ο βαθμός στον οποίο οι θυγατρικές Bell θα έπρεπε να υποχρεωθούν να δώσουν πρόσβαση στα δίκτυα τους στις νέες ανερχόμενες ανταγωνίστριες εταιρίες. Ήταν κατανοητό ότι εάν οι εταιρίες Bell απλά αρνούνταν να επιτρέψουν στους νεοφερμένους να μεταδίδουν την κίνηση τους πάνω από τα εδραιωμένα δίκτυα Bell, οι τοπικοί πάροχοι που ξεκινούσαν θα έπρεπε να υποφέρουν ένα τεράστιο αρχικό κόστος για να χτίσουν εξολοκλήρου νέα δίκτυα από το μηδέν προτού θα μπορούσαν να αποκτήσουν πελάτες. Στην καλύτερη περίπτωση αυτό θα σήμαινε σημαντικές καθυστερήσεις στην έλευση σοβαρού ανταγωνισμού στην τοπική τηλεφωνία. Στην χειρότερη περίπτωση, οι επενδυτές θα βρίσκαν σύντομα καλύτερους τρόπους να χρησιμοποιήσουν τα χρήματα τους από το να στοιχηματίσουν σε νέες οντότητες με εντελώς ασαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα επί των εταιριών Bell.32 Στο χειρότερο αυτό ενδεχόμενο, δεν θα εμφανίζονταν καθόλου ανταγωνισμός.

Πρέπει να πούμε ότι η σχεδόν οικουμενική υπόθεση — ότι, αφημένες μόνες τους, οι εταιρίες Bell θα αρνούνταν να συνεργαστούν με ανταγωνιστές σε περιπτώσεις αμοιβαίου συμφέροντος — είναι εσφαλμένη.

Σαν υποσημείωση, πρέπει να πούμε ότι η σχεδόν οικουμενική υπόθεση — ότι, αφημένες μόνες τους, οι εταιρίες Bell θα αρνούνταν να συνεργαστούν με ανταγωνιστές σε περιπτώσεις αμοιβαίου συμφέροντος — είναι εσφαλμένη. Οι εταιρίες μακρινών αποστάσεων συχνά νοικιάζουν ή ανταλλάσουν τις εγκαταστάσεις τους όπου αυτό έχει νόημα και για τους δύο συμβαλλόμενους. Το ίδιο κάνουν και οι Τοπικές Εταιρίες Λειτουργείας Bell και οι πολλές ανεξάρτητες (ως επι των πλείστων επαρχιακές) τηλεφωνικές εταιρίες που ήταν πάντα έξω από το σύστημα της Bell. Αυτού του είδους η συμπεριφορά συνέβαινε πάντα, ακόμα και στα μελανά χρόνια της κυριαρχίας της AT&T. Επιπλέον, πριν από την διάλυση της, η AT&T πωλούσε τις υπηρεσίες της μέσω πρακτόρων, όπου η τοπική παρουσία αυτών των πρακτόρων σε μικρές κοινότητες ή σε μια βιομηχανία έκανε αυτή την στρατηγική εμπορικά βιώσιμη και για τις δύο μεριές. Πράγματι, αν και υπό την ηγεσία του Theodore Vail στα πρώτα χρόνια του συστήματος Bell η AT&T οδήγησε επίτηδες σε κλείσιμο πολλές μικρές τηλεφωνικές εταιρίες με το να αρνηθεί να τους συνδέσει στο δίκτυο της AT&T, αυτό τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν μάλλον μια κοντοπρόθεσμη λύση. Τελικά, ο Vail έπρεπε να απευθυνθεί στην κυβέρνηση για να προστατέψει την κυριαρχία του συστήματος Bell.33

Αλλά για να είμαστε δίκαιοι, η προθυμία των εδραιωμένων τοπικών τηλεπικοινωνιακών εταιριών στο να ανταλλάσουν ή να νοικιάζουν τις εγκαταστάσεις τους ή στο να χρησιμοποιούν εξωτερικούς πράκτορες σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είναι το ίδιο πράγμα με την προθυμία στο να ανοίξουν τα δίκτυα τους σε ανταγωνιστές που έχουν σαν πρωταρχικό στόχο της ύπαρξης τους να πάρουν όσο περισσότερο μπορούν από την δουλειά της Bell. Με αυτά δεδομένα, φαίνεται ευνόητο ότι οι Bells θα έπρεπε να ανοίξουν τα δίκτυα τους στους ανταγωνιστές, αν και η παράγραφος περί απαλλωτριώσεων της πέμπτης τροποποίησης του συντάγματος κάνει τέτοιες πράξεις ύποπτες, ακόμα και όταν κανείς λάβει υπόψη τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα Bell απέκτησε την δύναμη του.34 Έτσι το 1994 το τοπικό δικαστήριο της Washington DC κατέρριψε τους κανόνες συνεγκατάστασεις του FCC που έδιναν στους ανταγωνιστές πρόσβαση στα κεντρικά γραφεία των Bell και μίλησε ανυποχώρητα στην απόφαση του, σημειώνοντας ότι οι κανόνες παραβιάζαν την Πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος αφού μία «μόνιμη φυσική κατάληψη που εξουσιοδοτεί το κράτος είναι μία απαλλωτρίωση άσχετα με το δημόσιο συμφέρον που μπορεί αυτή να εξυπηρετεί.» 31.35

Είναι δύσκολο για έναν φιλελεύθερα προσανατολισμένο αναλυτή να μην είναι φιλικά διακείμενος προς αυτού του είδους το σκεπτικό. Αλλά καμμιά φορά τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα μπορεί να είναι περίπλοκη υπόθεση και, για λόγους πρακτικούς, ελάχιστοι άνθρωποι έχουν πραγματικά αμφιβισβητήσει την ιδέα ότι ένα είδος υποχρεωτικής κοινοχρησίας είναι προαπαιτούμενο για την ανάδυση ανταγωνισμού σε ευρεία βάση στην τοπική τηλεφωνική αγορά. Ωστόσο, είναι επίσης αληθές ότι εξίσου λίγοι άνθρωποι θα αμφισβητούσαν ότι τέτοιος ανταγωνισμός θα πρέπει τελικά να βασιστεί σε εγκαταστάσεις που ανήκουν στους ανταγωνιστές της Bell και όχι σε διαμοιραζόμενες εγκαταστάσεις. Μπορούμε να φανταστούμε μινιμαλιστικές αποφάσεις του FCC που θα έδιναν στους ανταγωνιστές πρόσβαση στις εγκαταστάσεις της Bell σαν μία κοντοπρόθεσμη ευκαιρία, με ρητούς όρους λήξης.36 Αυτό (1) θα βοηθούσε τους ανταγωνιστές της Bell να ξεπεράσουν κάποια εμπόδια στην είσοδο τους στην αγορά που πιθανώς δεν θα είχαν εξαρχής ανακύψει σε μια πραγματικά ελεύθερη αγορά, (2) θα υποχρέωνε αυτούς τους ανταγωνιστές να συμπεριλάβουν εξ’αρχής την κατασκευή των δικών τους εγκαταστάσεων στους οικονομικούς τους υπολογισμούς και (3) πιθανά να ξεπεράσουν μία από τις αντιρρήσεις — έμμεσα παρούσα στην απόφαση του τοπικού δικαστηρίου της DC που προαναφέρθηκε — ότι η υποχρεωτική πρόσβαση δεν θα ήταν μόνιμη.

Αυτή η μινιμαλιστική αντιμετώπιση όμως είναι ασύμβατη με τις απόψεις του Hundt και των Νέων Δημοκρατικών ότι ο ανταγωνισμός πρέπει να ορίζεται κυρίως βάση της ποσότητας των ανταγωνιστών. Εάν σε ενδιαφέρει περισσότερο η ποσότητα τότε αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να ορίσεις την υποχρεωτική πρόσβαση με τέτοιο τρόπο ώστε να έχεις όσους περισσότερους μπορείς να ορμήσουν στην αγορά και να μην τους έχεις να ανησυχούν για το μελλοντικό κόστος κατασκευής ενός δικτύου. Αυτή η αντιμετώπιση είναι ακόμα πιο ελκυστική εάν κανείς είναι, όπως ο Hundt, ένας βιαστικός άνθρωπος, που θέλει να δέιξει ότι μπορεί να μεταρρυθμίσει τις τηλεπικοινωνίες και μετά να μεταφερθεί σε μια πιο δυνατή και προσοδοφόρα θέση.

Και όλα αυτά ήταν πολύ εύκολα να επιτευχθούν. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ο Hundt ήταν να εφεύρει τους επιθετικούς ρυθμιστικούς κανόνες που θα εγγυώνταν φθηνή πρόσβαση σε σχεδόν κάθε μέρος των δικτύων των Bell. Και ας πάνε στο διάολο οι συνέπειες. Ο Adam Thierer του Cato σημειώνει πως το «όραμα διαχειρισμένου ανταγωνισμού για τον τηλεπικοινωνιακό τομέα μπορούσε να κατηγοριοποιηθεί κάτω από την πολιτική φιλοσοφία του ‘κάψε το χωριό έτσι ώστε να το σώσεις'»37 Ο Thierer συνεχίζει σημειώνοντας: «Σε αρκετά κεφάλαια του βιβλίου του, ο Hundt κομπάζει για τις προσπάθειες της επιτροπής να φέρει επίτηδες σε μειονεκτική θέση την Bell και να δώσει πλεονεκτήματα στους ανταγωνιστές. Οποιεσδήποτε ανησυχίες περί μελλοντικών καινοτομιών και επενδύσεων έλαβαν δεύτερη θέση κόντρα στον κοντοπρόθεσμο στόχο του να αυξηθεί γρήγορα ο αριθμός των νεοεισαχθέντων στην αγορά.»38

Η Μεγάλη Περιπέτεια Αδεσμοποίησης του Reed

Ο συγκεκριμένος μηχανισμός για την υλοποίηση των πολιτικών του Hundt ήταν κάτι που ονομαζόταν, αρκετά ανώδυνα, «αδεσμοποίηση»39. Αυτό σήμαινε ότι ορισμένα μέρη του δικτύου ορίζονταν από την FCC ως τα μέρη που έπρεπε να γίνουν διαθέσιμα στους ανταγωνιστές σε τιμές χονδρικής. Αυτή η μεθοδολογία δεν ήταν η επιλογή του FCC· αποτελούσε εντολή του νόμου του 1996, και ήταν δύσκολο να δει κανείς πως ακόμα και το πιο μινιμαλιστικό σχήμα υποχρεωτικής πρόσβασης θα μπορούσε να προχωρήσει χωρίς κάτι σαν την αδεσμοποίηση. Ωστόσο, όπως και με άλλες απαιτήσεις του νόμου του 1996, πολλά πράγματα ήταν ανοικτά προς ερμηνεία από τις δυνάμεις που διοικούσαν το FCC. Συγκεκριμένα, ο νόμος του 1996 δεν έλεγε τίποτα περί του πως το FCC θα όριζε τις τιμές για τα αδεσμοποιημένα στοιχεία — απλά απαιτούσε ότι θα βασίζονταν στο «κόστος,» που άφηνε αρκετό χώρο ελιγμών για τον Hundt και τους συνεργάτες του.

Ο Hundt έβλεπε τον εαυτό του ως επαναστάτη, και η «συγκράτηση» απλά δεν βρίσκονταν στο λεξιλόγιο του.

Έχοντας κατά νου τις ελεγκτικά εγκρατείς παραδόσεις των προκατόχων του, το FCC του Hundt μπορούσε να είναι αρκετά συντηρητικό στην ερμηνεία της αδεσμοποίησης. Μπορούσε ακόμα και να είχε βρει και αιτιολόγηση στον ίδιο τον νόμο του 1996 για μια συντηρητική προσέγγιση, αφού ο νόμος απαιτούσε από το FCC να λάβει υπόψη εάν ο ανταγωνισμός θα «δυσχαιρενόταν» πρωτού ορίσει ένα «αδεσμοποιημένο δικτυακό στοιχείο». Αλλά όπως ο υποδυκνείουν ο τίτλος του βιβλίου του και ο κάπως μανιακός τόνος του, ο Hundt έβλεπε τον εαυτό του ως επαναστάτη, και η «συγκράτηση» απλά δεν βρίσκονταν στο λεξιλόγιο του.

Αναγνωρίζοντας ότι η αδεσμοποίηση ήταν το κλειδί για να φέρει νέες επιχειρήσεις στην αγορά με γρήγορο ρυθμό, που ήταν, όπως έχουμε δει, ο ορισμός που έδινε ο Hundt στον ανταγωνισμό, το FCC του Hundt είχε έτοιμες τις λεπτομέρειες της αδεσμοποίησης μέσα σε τέσσερις μήνες από την κύρωση του νόμου του 1996. Με τα λόγια του μελετητή των τηλεπικοινωνιών και δικηγόρου Peter Huber,

τα αδεσμοποιήσαν όλα. Το ηλεκτρολογικό κουτί των 25 δολλαρίων στον εξωτερικό τοίχο των περισσοτέρων σπιτιών, όπου οι γραμμές της τηλεφωνικής εταιρίας συνδέονται στην εσωτερική τηλεφωνική καλωδίωση. Τον βρόγχο που πηγαίνει μέχρι το αστικό κέντρο. Τον μεταγωγικό εξοπλισμό και το λογισμικό που βρίσκονταν σε αυτό το κέντρο. Τις γραμμές οπτικών ινών μεγάλης χωρητικότητας που συνδέαν τα αστικά κέντρα στο δίκτυο μεγάλων αποστάσεων, μαζί με τις υπηρεσίες υποβοήθησης και καταλόγου. Και πολλά, πολλά άλλα.40

Επιπλέον, «οι νέοι κανόνες απαιτούσαν επίσης από τις εδραιωμένες εταιρίες να προσφέρουν όλα τα αδεσμοποίητα στοιχεία ως ένα ενιαίο ξαναδεσμοποιημένο πακέτο — στην νέα χονδρική τιμή.»41

Αυτό σήμαινε ότι αντί να δώσουν στους νεοφερμένους μια μικρή βοήθεια για να εισέρθουν σε μια αγορά από την οποία το κράτος τους είχε αποκλήσει στο παρελθόν, το FCC επανόρθωνε για τις κρατικές αμαρτίες του παρελθόντως με το να δώσει στους νεοφερμένους το δικαίωμα να λεηλατήσουν τα δίκτυα Bell. Η βιασύνη του Hundt αγνόησε εντελώς το μόνο πράγμα για το οποίο όλοι έμοιαζαν να συμφωνούν — ότι ο τελικός στόχος της ανταγωνιστικής πολιτικής στις τοπικές τηλεπικοινωνίες ήταν να χτίσουν οι νέοι τα δικά τους δίκτυα. Αλλά όπως σημειώνει ο Huber, υπό τους κανόνες του Hundt: «Οι νεοεισαχθένες . . . δεν χρειάζονταν να χτίσουν μόνοι τους ούτε ένα νέο στοιχείο ή ένα νέο εκατοστό δικτύου αν δεν τους ένοιαζε. Θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν, έναν πελάτη την φορά, απλώς με το να βάλουν μία νέα ετικέτα στις εγκαταστάσεις που είχαν επιτάξει από την παλιά τηλεφωνική εταιρία.»42

Πιθανώς ακόμα πιο καταστροφικός ήταν ο τρόπος με τον οποίο ετέθησαν οι «τιμές χονδρικής» για τα αδεσμοποίητα στοιχεία. Εξάλλου, εάν το μόνο που είχε κάνει το FCC ήταν να δώσει στους ανταγωνιστές πρόσβαση στα αδεσμοποίητα στοιχεία αλλά είχε θέσει τις τιμές πολύ ψηλά, τίποτα σημαντικό δεν θα είχε συμβεί. Όπως έχουμε πει, ο νόμος του 1996 όριζε μονάχα ότι το FCC θα βάσιζε τις τιμές χονδρικής στο «κόστος». Μία λογική προσέγγιση ίσως θα ήταν να θεωρηθεί ως «κόστος» αυτό που είχαν πληρώσει οι εταιρίες Bell. Αυτό επίσης θα είχε ατονήσει και το επιχείρημα περί απαλλοτρίωσης, αφού θα μπορούσε λογικά να θεωρηθεί ότι οι εταιρίες Bell θα είχαν αποζημιωθεί δίκαια. Αντίθετα, όπως ήταν φουτουριστές , ο Hundt και οι υποστηρικτές του στο FCC προώθησαν έναν ορισμό του κόστους βάση αυτού που θεωρητικά θα κόστιζε σε έναν ανταγωνιστή να κτίσει εγκαταστάσεις με βάση την τρέχουσα τεχνολογία, ξεκινώντας από το μηδέν. Αυτός ο ορισμός και η διαδικασίες που τον περιβάλλαν αναφέρεται γενικά ως TELRIC, που σημαίνει Συνολικό Μακροπρόθεσμο Αυξητικό Κόστος Στοιχείου (Total Element Long-Run Incremental Cost). Λόγω των ταχύτατα πτωτικών λόγων τιμής/απόδοσης για οποιονδήποτε εξοπλισμό που βασίζεται στην μικροηλεκτρονική, αυτό είχε ως αποτέλεσμα τιμές χονδρικής που ήταν πολύ χαμηλότερες από αυτές που θα μπορούσαν να είχαν συναχθεί από το ιστορικό κόστος.

η βιασύνη του Hundt να κάνει την αγορά πιο «αποτελεσματική» ήταν ουσιαστικά ένα χάρισμα στους νεοεισαχθέντες.

Επίσης, επειδή το πραγματικό κόστος της τοποθέτησης εξοπλισμού είναι συχνά σημαντικά υψηλότερο από το θεωρητικό κόστος (λόγω αναποδοτικοτήτων όπως καθυστερήσεις εξοπλισμών και σφαλμάτων στα συστήματα), οι νεοφερμένοι έμελαν να λάβουν πολύ καλύτερη απόδοση με το να χρησιμοποιήσουν τις γραμμές της Bell απ’ότι με το να κτίσουν τις δικές τους. Αφού οι χονδρικές τιμές όπως τις υπολογίζαν οι ελεγκτές δεν μπορούσαν να λάβουν υπόψη όλα αυτά τα προβλήματα, οι εταιρίες Bell όχι μόνο έπρεπε να δώσουν στους ανταγωνιστές τους πρόσβαση χαμηλού κόστους στα δίκτυα τους, αλλά αναγκαστήκαν στην ουσία να δώσουν επίσης και ένα μέρος της υπηρεσίας δωρεάν. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παράμετρους, η βιασύνη του Hundt να κάνει την αγορά πιο «αποτελεσματική» ήταν ουσιαστικά ένα χάρισμα στους νεοεισαχθέντες. Εδώ έχουμε ξανά τον Huber, να περιγράφει τις «προσφορές» που μπορούσε να βρει κανείς στο ξεπούλημα του Hundt:

Μία ανταγωνίστρια εταιρία μπορεί τώρα να νοικιάσει από την Verizon, επί μονίμου βάσεως, μια αδεσμοποίητη χάλκινη τηλεφωνική γραμμή από ένα διαμέρισμα στην οδό East 87th μέχρι το υπόγειο της 98th και Lexington για περίπου 15,50 δολλάρια τον μήνα. Μπορεί επίσης να νοικίασει, σε ελεγχόμενες τιμές και για όσο καιρό επιθυμεί, ένα κλουβί στο υπόγειο της Verizon για να στεγάσει οποιονδήποτε εξοπλισμό θέλει να συνδέσει στην γραμμή. Η μεταγωγή θα κοστίσει στην νέα εταιρία 5 δολλάρια το μήνα. Η αναγνώρηση καλούμενου – που η ίδια η Verizon θα προσφέρει στους κανονικούς πελάτες της για 8 δολλάρια τον μήνα– θα κοστίσει μόλις 20 λεπτά τιμή χονδρική.43

Και οι ανταγωνίστριες τοπικές τηλεφωνικές εταιρίες ήταν πολύ χαρούμενες, για να μην αναφέρουμε όσους επένδυσαν σε αυτές.

Πώς ο Reed Hundt Δημιούργησε την Απληστεία

Δεν είναι περίεργο λοιπόν γιατί η αγορά είδε έκρηξη ανάπτυξης. Το FCC του Hundt χάριζε το δίκτυο των εταιριών Bell, και πολλοί νεοεισαχθέντες άρπαξαν την ευκαιρία. Όσο εμφανίζονταν πληθώρα νέων τοπικών παρόχων, τόσο εμφανίζονταν επενδύσεις στις μακρινές αποστάσεις όπως και νέες εταιρίες κατασκευής εξοπλισμών και ανταλλακτικών που ήταν σχεδιασμένες να υποστηρίξουν τα νέα τοπικά και μακρινών αποστάσεων δίκτυα που χτίζονταν. Υπήρχε η ευρεία πεποίθηση — ορθή σε κάποιο βαθμό — ότι οι νέοι παρόχοι θα προτιμούσαν να συναλλάσονται με προμηθευτές εξοπλισμού με τους οποίους μοιραζόντουσαν το ίδιο επιχειρηματικό πνεύμα και ότι οι νέοι παρόχοι μπορεί να μην ελάμβαναν την ίδια προσοχή από τις εδραιωμένες εταιρίες εξοπλισμών όπως η Nortel ή η Lucent που είχαν οι εταιρίες Bell. Επιπλέον υπήρχε η διαδεδωμένη άποψη ότι οι νέοι πάροχοι θα χρειάζονταν διαφορετικά είδη εξοπλισμού από τους παλιούς παρόχους. Παραδείγματος χάρη λεγόταν ότι οι νέοι παίκτες θα έπρεπε να εστιάσουν σε υπηρεσίες αιχμής για να ανταγωνιστούν καλύτερα τις εταιρίες Bell και ότι θα έπρεπε να κάνουν ευρεία χρήση συστημάτων πολυπλεξίας διαχωρισμού μήκους κύματος ώστε να βελτιστοποιήσουν το κόστος των ινών που θα προμηθεύονταν από τις εταιρίες Bell.44

ο Gore και ο Hundt θέλαν οι άνθρωποι να βιαστούν να μπουν στην αγορά έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια ανταγωνιστική αγορά, την οποία ορίσαν ως ένα εντελώς αριθμητικό παιχνίδι.

Ωστόσο, είναι απίθανο ότι έγινε ποτέ αρκετή σοβαρή οικονομική ανάλυση για να υποστηριχθούν τέτοιες θέσεις ή, επίσης, για πολλές από τις άλλες συμβατικές σοφίες των ημερών. Το FCC του Hundt δεν θα μπορούσε να είχε εφεύρει κάποιο καλύτερο σύστημα για την προσέλκυση των ριψοκίνδυνων και για την εκδίωξη των επιχειρηματιών με στόχο την ανάπτυξη πραγματικών επιχειρήσεων. Αρχικά, οι ομοσπονδιακοί ελεγκτές όχι μόνο κατέβασαν τα εμπόδια εισόδου στην αγορά τοπικών τηλεφώνων· κατέληξαν να επιδοτούν την είσοδο στην αγορά. Τότε οι ελεγκτές, οι πολιτικοί και οι ηγέτες της βιομηχανίας περιτριγύρισαν την χώρα εκφέροντας λόγους περί του πόσο γρήγορα η αγορά θα αναπτυσσόταν και πόσα λεφτά θα μπορούσαν να κερδηθούν. Έτσι ανόητοι και άπληστοι έτρεξαν εκεί όπου οι οικονομικά συνετοί φοβούνταν να πατήσουν. Παρ’όλο που και οι προοδευτικοί και οι συντηρητικοί δημοσιογράφοι αφιέρωναν πολύ χρόνο στο να παραπονιούνται για τους άπληστους που σκοτώσαν τις τηλεπικοινωνίες, ας θυμηθούμε όλοι ότι ήταν ο Gore και ο Hundt που θέλαν οι άνθρωποι να βιαστούν να μπουν στην αγορά έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια ανταγωνιστική αγορά, την οποία ορίσαν εντελώς ως ένα αριθμητικό παιχνίδι.

Αυτό που έκανε το σύστημα αδεσμοποίησης του Hundt ήταν να δημιουργήσει μια αχρείαστη σπατάλη. Οι ανόητοι μπορούσαν να μπουν στην αγορά χρησιμοποιώντας τα δίκτυα των Bell σε τιμές λαϊκού παζαριού. Νομίζαν ότι μπορούσαν κοντοπρόθεσμα να βγάλουν πολλά χρήματα, γιατί οι τηλεπικοινωνίες ήταν η τελευταία μόδα και το Διαδίκτυο ήταν «όλα τα λεφτά.» Μπορούσαν να ξεχάσουν εντελώς ότι θα έπρεπε να φτιάξουν τα δικά τους δίκτυα. Θα τα παρείχαν οι ανταγωνιστές τους. Σε αντίθεση με αυτό, οι νηφάλιοι επιχειρηματίες συνειδητοποίησαν ότι δεν θα υπήρχαν ποτέ αρκετά χρήματα στην αγορά για να δικαιολογηθεί η κατασκευή ιδιόκτητων δικτύων, πρωταρχικά γιατί θα ανταγωνίζονταν εξ’αρχής κόντρα σε νέους ανταγωνιστές που επιδοτούνταν από το σύστημα αδεσμοποίησης.

Στο μεταξύ, το σύστημα αδεσμοποίησης έκανε δύσκολα τα πράγματα για τις εταιρίες Bell σε παραπάνω από ένα επίπεδα. Ένα κυβερνητικό σύστημα που ουσιαστικά κατάσχει μεγάλα τμήματα των στρατηγικών κτημάτων μιας καταχωρημένης στο χρηματιστήριο εταιρίας δεν είναι μια πολιτική που έχει σχεδιαστεί για να διατηρήσει ψηλά την τιμή της μετοχής της. Όσο σταδιακά εφαρμοζόταν το σύστημα αδεσμοποίησης, οι τιμές των μετοχών των Bell έπεσαν, υποχρεώνοντας τις εταιρίες να αναλάβουν περισσότερο χρέος και να τις κάνουν να σκεφτούν πιο προσεκτικά περί επενδύσεων στο δίκτυο τους. Δεν ήταν μονάχα θέμα γενικά κεφαλαιακών εξόδων. Όταν οι εταιρίες Bell δημιουργούσαν μια νέα καινοτόμα υπηρεσία, συχνά υποχρεώνονταν να βοηθήσουν τους ανταγωνιστές τους να μπουν ακριβώς στην ίδια υπηρεσία. Παραδείγματος χάρη, σε ένα άρθρο του 2001 του Cato σημείωσα:

ήταν ελεγκτικός εφιάλτης όταν μια εταιρία Bell ήθελε να παρέχει υπηρεσίες μήκους κύματος. Αμέσως μετά την κύρωση του νόμου του 1996, μερικές πολιτειακές επιτροπές κοινωφελών οργανισμών αποφάσισαν ότι εάν μια εταιρία Bell εγκαθιστούσε οποιοδήποτε εξοπλισμό πολυπλεξίας διαχωρισμού μήκους κύμματος [WDM] . . . θα υποχρεόνωνταν να πουλήσουν μερικά κανάλια στους ανταγωνιστές τους. Το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο. Το 1997, η U.S. West σταμάτησε την τοποθέτηση συστημάτων WDM, ακόμα και εάν το WDM ήταν πολύ φθηνότερο από το να τοποθετούνταν επιπλέον οπτικές ίνες . . . Τελικά το FCC ανέτρεψε αυτές τις αποφάσεις. Σήμερα, εφόσον μία Bell μπορεί να δείξει ότι τοποθετεί κανάλια WDM μόνο για την δική της εμπορική χρήση, δεν θα υποχρεώνεται να δίνει πρόσβαση στους ανταγωνιστές της. Αλλά αυτό είναι μονάχα μια μικρή βελτίωση, αφού εάν μια εταιρία Bell πουλήσει έστω και ένα κανάλι σε κάποιον ανταγωνιστή για σωστούς εμπορικούς λόγους, ανοίγει το πεδίο για την κατηγορία ότι εγκατέστησε WDM για άλλους λόγους από την δική της χρήση, και θα υποχρεωθεί κατά πάσα πιθανότητα να κάνει όλα τα μήκη κύματος της διαθέσιμα στους ανταγωνιστές.45

η αδεσμοποίηση, όπως την όρισε το FCC, έκανε τους νέους παρόχους να μπουν στην τηλεπικοινωνιακή αγορά χωρίς καμμία ανησυχία και χωρίς να δίνουν δεκάρα για την κατασκευή φυσικών δικτύων στο μέλλον.

Οπότε η αδεσμοποίηση, όπως την όρισε το FCC, έκανε τους νέους παρόχους να μπουν στην τηλεπικοινωνιακή αγορά χωρίς καμμία ανησυχία και χωρίς να δίνουν δεκάρα για την κατασκευή φυσικών δικτύων στο μέλλον. Την ίδια στιγμή, η αδεσμοποίηση αποθάρρυνε πιο συντηρητικούς επιχειρηματίες που θέλαν να μπουν στην αγορά με μακροπρόθεσμους στόχους μέσω της σταδιακής κατασκευής των δικών τους υποδομών. Στο τέλος, αποθάρυνε ακόμα και τις ίδιες τις Bell από το να επενδύσουν για το μέλλον.

Και σταδιακά το σχέδιο του Hundt αποκαλύφθηκε. Αν και ο πρόεδρος Hundt ο ίδιος μπορούσε να αφήσει το πόστο του κραυγάζοντας την νίκη των πολιτικών του, έγινε σύντομα προφανές ότι το όραμα του ήταν τουλάχιστον απρόσεκτο. Γιατί στην απελπισμένη βιασύνη του να εγγυηθεί ότι οποιοσδήποτε επιθυμούσε θα μπορούσε να μπει στην τηλεπικοινωνιακή αγορά, δώθηκε λίγη σκέψη στο πως αυτοί οι νεοφερμένοι θα μπορούσαν να βγάλουν πραγματικά χρήματα χωρίς ιδιόκτητα δίκτυα. Και ουσιαστικά υπήρχε ένας μόνος τρόπος — να συναρμολογηθούν τα αδεσμοποίητα στοιχεία των δικτύων των Bell με καινοτόμους τρόπους και να βάλουν μια νέα ετικέτα με το δικό τους όνομα. Είναι δυνατό να φανταστούμε κάποιον που δημιουργεί μια μακροπρόθεσμη επιχείρηση με αυτόν τον τρόπο να εξυπηρετεί κάποια εξειδικευμένη αγορά χρηστών. Η επιπρόσθετη αξία — το περιθώριο — σε μια τέτοια επιχείρηση θα μπορούσε να προέλθει από την γνώση του νεοφερμένου επιχειρηματία για αυτή την εξειδικευμένη αγορά, όχι από το κόστος του δικτύου. Αλλά το να περιμένει κανείς από μία επιχείρηση να χρησιμοποιήσει απλά το δίκτυο των Bell, με άλλη ετικέτα, και να εξυπηρετήσει ένα ευρύ κοινό είναι υπερβολικό, ειδικά αν λάβει εξ’αρχής υπόψη κανείς την δύναμη της μάρκας των Bell. Ίσως ένας ή δύο νέοι πάροχοι μπορούσαν να σταθούν τυχεροί με αυτό το μοντέλο, αλλά δεν είναι πιθανό. Πιο πιθανά, το καλύτερο που θα μπορούσαμε να ελπίζουμε είναι ότι κάποιοι νεοφερμένοι θα μπορούσαν να αντλήσουν από την ευαισθησία των τιμών της τηλεφωνικής αγοράς, να προσελκύσουν κάποιους πελάτες από τις Bells, να αφαιμάξουν λίγα χρήματα για λίγο καιρό και μετά να πουλήσουν την πελατειακή βάση τους πίσως στην Bell από την οποία την πήραν εξ’αρχής.

Για όλους αυτούς τους λόγους, το είδος ανταγωνισμού (εάν μπορούμε να το αποκαλούμε έτσι) που δημιουργήθηκε από το σύστημα του Hundt ήταν ουσιαστικά σίγουρο πως θα παρέπαιε. Και πράγματι αυτό έκανε. Η νέα «αλυσίδα αξιών» που είχε δημιουργηθεί από την ριζική αδεσμοποίηση απεδείχθη ότι ήταν ένας πύργος από τραπουλόχαρτα. Δεν ήταν μόνο οι νέες τηλεπικοινωνιακές εταιρίες που αποτύχαν. Σχεδόν όλες οι εταιρίες εξοπλισμού που δημιουργήθηκαν κατά την έκρηξη των τηλεπικοινωνιών έχουν τώρα εξαφανιστεί, είτε έχοντας εξαγοραστεί είτε έχοντας απλά φαλιρήσει.46

Γιατί κατάρρευσε η αγορά εκείνη την χρονιά — το έτος 2000; Μπορεί να μην υπάρχει μία μόνο αιτία. Πιθανώς οι ομοσπονδιακές πολιτικές για τις τηλεπικοινωνίες είχαν ελλατώσει τα εμπόδια εισόδου στο σημείο που ο αριθμός των ανταγωνιστών σε κάθε τμήμα της τηλεπικοινωνιακής αγοράς είχαν φτάσει κάποιου είδους «σημείου καμπής,» στο οποίο η κατάρρευση ήταν αναπόφευκτη. Πρόσφατες εργασίες στην θεωρία του χάους έχουν κάνει ευρέως αποδεκτό το γεγονός ότι σχετικά μικρά γεγονότα σε μια οικονομία μπορούν να έχουν καταστροφικά αποτελέσματα εάν οι συνθήκες είναι κατάλληλα ασταθείς. Θα μπορούσε να είχε συμβεί κάτι διαφορετικό; Ή μήπως η εφεύρεση του Παγκόσμιου Ιστού και η παράλογη ευφορία που εκπορευόταν από αυτόν ήταν προορισμένες να παράγουν μια χρυσοθηρική νοοτροπία; Οι τελικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα θα δωθούν από μελλοντικούς τεχνολογικούς ιστορικούς που θα γράφουν σε εποχές που τα πνεύματα έχουν καταλαγιάσει και οι κατεστραμμένες καριέρες και τα επενδυτικά χαρτοφυλάκια έχουν επιδιορθωθεί.

Αλλά γράφωντας από την προοπτική του 2004, είναι δύσκολο να μην συμπεράνει κανείς ότι το FCC θα μπορούσε να είχε κάνει πολύ καλύτερη δουλειά. Σίγουρα υπήρχε κάποιος τρόπος να αποφευχθούν οι εκατοντάδες σελίδες νέων κανονισμών και, πράγματι, το να γινόταν μια προσπάθεια να αποφευχθει η γραφειοκρατική τροχοπέδη είναι ακριβώς αυτό που θα περίμενε κανείς από Νέους Δημοκρατικούς που αγαπούσαν την κυβερνητική αποδοτικότητα. Δυστυχώς, αυτό που έπρεπε να περιμένουμε είναι ακριβώς αυτό που λάβαμε — μία προσπάθεια να διαχειριστεί ένα περίπλοκο κοινωνικοοικονομικό πειρβάλλον έτσι ώστε όλοι να έχουν «δίκαιη» πρόσβαση στο δίκτυο47 με τις μεγάλες επιχειρήσεις να θεωρούνται ο εχθρός που με κάποιο τρόπο πρέπει να τιμωρηθεί. Εάν όλα αυτά απλά ακούγονται σαν σκέψεις από την δεκαετία του 1960, θυμηθείτε ότι ο Reed Hundt πήρε το όνομα για το βιβλίο του από τον τίτλο ενός τραγουδιού των Beatles και ότι οι Δημοκρατικοί μιας νέας γενιάς έχουν σταθεί εξαιρετικά κριτικά απέναντι στους τρόπους του Hundt. Έτσι, ο Alfred Kahn, που προέδρεψε στην επιτροπή πολιτικής αεροναυπηγικής όπως αυτή καταργούνταν, αποκάλεσε τους κανόνες τιμολόγησης του Hundt TELRIC-BS. Όπως λέει o Kahn το «BS» σημαίνει «blank slate.» Αλλά όλοι ξέρουμε τι εννοεί πραγματικά. Αν και δεν ανήκει σε διαφορετική γενιά, ο Eli Noam, καθηγητής οικονομικών και λογιστικών στο Columbia Business School (και κάποτε επονομαζόμενος ως ο πιθανός μελλοντικός δημοκρατικός επίτροπος για το FCC), είχε γράψει για το TELRIC ότι «το κόστος συχνά υπολογιζόταν στην βάση αδιάτρητων μηχανικών μοντέλων που θα είχαν αρέσει στον Lenin εάν αυτός είχε υπολογιστές.»48.

Αν και οι κανόνες αδεσμοποίησης του Hundt του επέτρεψαν να κυρήξει πρώιμη νίκη και να προοδεύσει προσωπικά, αμφιβάλω αν υπήρχε ποτέ μια κυνική και ηθελημένη συνομωσία για την προώθηση των συμφερόντων του Hundt, του Gore και των φίλων τους περισσότερο απ’ότι υπήρχε συνομωσία για την προώθηση των συμφερόντων των ηγετών της WorldCom, Global Crossing, κ.λπ. Είναι πολύ πιο πιθανό ότι απλά περιορίστηκαν μέσα στα όρια των κοσμοθεωριών τους. Στην περίπτωση του Reed Hundt, το παρελθόν του στην νομοθεσία περί αθέμιτου ανταγωνισμού σήμαινε ότι ήταν αδύνατο για αυτόν να συλλάβει τον ανταγωνισμό με πιο ρεαλιστικούς όρους.

Ένας πιο οικονομικά μαθεμένος και λιγότερο ιδεολογικοποιημένος πρόεδρος του FCC ίσως απλά θα προωθούσε την κατάργηση νομοθετικών εμπόδιων στην είσοδο στην τηλεφωνική αγορά και την παροχή βοήθειας χρονικά περιορισμένης στις επίδοξες νέες επιχειρήσεις, με το να εξασφαλίσει ότι οι Bells δεν θα μπορούσαν να σκοτώσουν τον ανταγωνισμό πρωτού ξεκινήσει. Αλλά εάν ο Hundt και οι φίλοι του στην κυβέρνηση και στο FCC είχαν πάρει αυτό το μονοπάτι, θα είχαν επίσης αποδεχτεί και ένα τελικό παιχνίδι στο οποίο οι Bells θα ανταγωνίζονταν για τα μεγάλα τμήματα της τοπικής τηλεφωνικής αγοράς49 με ένα μικρό αριθμό άλλων μεγάλων και δυνατών οντοτήτων. Αυτή είναι πάνω-κάτω η δομή που ορίζουν οι ελεύθερες αγορές για βιομηχανίες υψηλού κεφαλαίου. Αλλά αυτού του είδους η ολιγοπωλιακή κατάσταση θα ήταν ανάθεμα για έναν Κλιντονιανό Νέο Δημοκρατικό με μία εγγενή δυσπιστία για μεγάλες εδραιωμένες επιχειρήσεις και μια ρομαντική ιδέα για του πως μοίαζει ο ανταγωνισμός στον πραγματικό κόσμο.

Γιατί φαίνεται, πως στην δυσαρέσκεια τους με τις μεγάλες επιχειρήσεις, οι Νέοι Δημοκρατικοί διαφέρουν από αυτούς εκ των αριστερών τους μόνο υπό την έννοια ότι οι Νέοι Δημοκρατικοί υποφέρουν από την μοιραία έπαρση ότι ο ανταγωνισμός στις ιδιωτικές βιομηχανίες, όπως στην τηλεπικοινωνιακή βιομηχανία, μπορεί εύκολα να διαχειριστεί ώστε να επιτευχθούν ορισμένοι κοινωνική στόχοι, ενώ οι αριστεριστές θέλουν άμεσο κρατικό έλεγχο — δηλαδή ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα. To FCC του Reed Hundt ήταν μία κλασσική περίπτωση του Νέου Δημοκρατικού σκεπτικού.

Το μέλλον έχει αρχίσει να μοιάζει πιο φωτεινό, και για λόγους ελεγκτικούς και για τεχνολογικούς λόγους.

Τώρα που η ζημιά έχει γίνει, πως μπορεί να διορθωθεί; Το μέλλον έχει αρχίσει να μοιάζει πιο φωτεινό, και για λόγους ελεγκτικούς και για λόγους τεχνολογικούς. Στο ελεγκτικό μέτωπο, η πρόσφατη τριετής έκθεση του FCC για την αδεσμοποίηση έκανε αρκετά προς την επίλυση μερικών από των προβλημάτων της αδεσμοποίησης στον τομέα νέων υπηρεσιών. Στο μεταξύ, οι δικαστικές αμφισβητήσεις των κανόνων διαμοιρασμού εγκαταστάσεων έχουν αποδειχθεί επιτυχημένες. Τον Μάρτιο 2004, το Αμερικανικό Εφετείο της Επαρχίας της Columbia είπε ότι οι κανόνες αδεσμοποίησης δεν ήταν αιτολογημένοι, και τρεις μήνες αργότερα το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε να παρέμβει.

Ο κίνδυνος δεν έχει τελειώσει όμως. Η Τριετής Έκθεση άφησε πολλά πράγματα μη διορθωμένα, ενώ πρόσθεσε στην γραφειοκρατία και ενίσχυσε τους μισθούς των δικηγόρων αντί να αυξήσει τα κέρδη των καταναλωτών.50 Και το FCC επιχειρεί τώρα να ξαναγράψει τους κανόνες ώστε να τους κάνει πιο αρεστούς στα δικαστήρια. Επιπλέον, οι κανόνες αδεσμοποίησης και οι κανόνες καθολικών υπηρεσιών που πηγάζουν από τον νόμο του 1996 όπως ερμηνεύτηκε από το FCC του Hundt γίνονται πια θεσμοί. Η τελευταία γεννιά ελεγκτών και δικηγόρων τηλεπικοινωνιών τώρα πια θα δυσκολεύεται να φανταστεί ότι υπάρχουν και άλλοι τρόπο για να γίνουν κάποια πράγματα. Οι καριέρες τώρα εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από το να μείνουν τα πράγματα όπως τα έφτιαξε το FCC μετά τον νόμο του 1996 και οποιοαδήποτε προσπάθεια να αντιστραφούν οι νόμοι θα μπορούσει να καθυστερήσει για χρόνια λόγω μηνύσεων και μαχών μεταξύ των επιτρόπων του FCC.

Επιπλέον, υπάρχουν και εκκλήσεις για περισσότερο έλεγχο από αυτούς που δεν τους είχε αρέσει η ιδέα της απορρύθμισης εξ’αρχής. Ο Paul Star, γράφοντας στο American Prospect για αυτό που ονομάζει «Η Μεγάλη Τηλεπικοινωνιακή Ενδόρρηξη», ισχυρίστηκε τα εξής:

Πριν από έναν αιώνα . . . οι Προοδευτικοί ήταν διαιρεμένοι γύρω από την απάντηση τους στην άνοδο των μεγάλων εταιριών. Μερικοί ψάχναν να αναστηλώσουν τον προηγούμενο επιχειρηματικό κοσμο . . . άλλοι δεχτήκαν την μεγάλη επιχείρηση και ζητήσαν ελέγχους για την επίτευξη προοδευτικών στόχων. Όμως μέχρι το New Deal, η δεύτερη οπτική είχε κερδίσει ξεκάθαρα. Παρά την ρομαντική ιδέα του ανταγωνισμού και των ατελειών του κρατικού ελέγχου ο σκληρά επιτευγμένος ρεαλισμός θα πρέπει να κερδίσει και πάλι.51

Αυτό είναι μια τρομακτική προοπτική για την Αμερική, αλλά παραμένουν δύο μεγάλες ελπίδες για την μακροπρόθεσμη μεταρρύθμιση των τηλεπικοινωνιών. Πρώτα, η τρέχουσα κυρίαρχη ελεγκτική ιδεολογία — ότι ο διαχειρισμένος ανταγωνισμός είναι ο μόνος τρόπος να προχωρήσει κανείς στις τηλεπικοινωνίες — θα δώσει την θέση της σε μια πιο laissez-faire αντιμετώπιση. Όσο μεγαλώνουν τα προβλήματα με τον νόμο του 1996, σίγουρα θα αναδυθεί μια νέα γενιά «Νεότουρκων» που θα θέλουν να αντιμετωπίσουν αυτά τα προβλήματα με λύσεις ελεύθερης αγοράς. Ο υπότιτλος ενός βιβλίου του Peter Huber κάνει μια περίληψη του τι θα χρειαστεί: Καταργήστε το FCC και αφήστε τον Κοινό Νόμο να ελέγχει τον κόσμο των τηλεπικοινωνιών.52

οι τεχνολογικές αλλαγές θα κάνουν τις τρέχουσες ελεγκτικές δομές απαρχαιωμένες όσο οι τηλεπικοινωνιακές αγορές γίνονται περισσότερο συναγωνίσιμες.

Η άλλη μεγάλη ελπίδα για τις τηλεπικοινωνίες είναι ότι οι τεχνολογικές αλλαγές θα κάνουν τις τρέχουσες ελεγκτικές δομές απαρχαιωμένες όσο οι τηλεπικοινωνιακές αγορές γίνονται περισσότερο συναγωνίσιμες. Αν και το σπάσιμο της τηλεπικοινωνιακής φούσκας έχει οδηγήσει σε μια έλλειψη επενδύσεων σε νέες τηλεπικοινωνιακές τεχνολογίες, οι κακές μνήμες θα σβήσουν στο τέλος και οι τηλεπικοινωνίες θα επιστρέψουν στο ιστορικό μοτίβο μιας συντηριτικής βιομηχανίας που παρ’όολα αυτά κάνει τακτικά μεγάλα τεχνολογικά άλματα. Υπάρχουν δύο μεγάλες ελπίδες για τεχνολογίες που θα φέρουν ρήξη. Η μία είναι τα ασύρματα, που θα έχουν δύο πιθανά αποτελέσματα στις παραδοσιακές τηλεπικοινωνίες. Πρώτα, οι καταναλωτές — ειδικά οι νεαρότεροι καταναλωτές — μετακινούνται στα κινητά τηλέφωνα ως το πρωταρχικό τους μέσο τηλεφωνικής επικοινωνίας. Αυτό ξεκινά να έχει πάρει σημαντικό μερίδιο από τα ενσύρματα έσοδα των εδραιωμένων παρόχων. Ο λόγος για αυτή την τάση είναι ότι η κινητή τηλεφωνία τυπικά έρχεται με πολλές παραπάνω επιπρόσθετα στοιχεία απ’ότι η παραδοσιακή τηλεφωνική υπηρεσία. Και συνήθως προσφέρει και δωρεάν επικοινωνίες μακρινών αποστάσεων. Σε αντίθεση με πριν από μερικά χρόνια, η διαφορά στην ποιότητα μεταξύ ενσύρματες και ασύρματες τηλεπικοινωνίες είναι σχετικά μικρή.

Η άλλη ελπίδα από τις ασύρματες επικοινωνίες είναι ότι τα σταθερά ασύρματα μπορούν να προσφέρουν μια εναλλακτική σε χάλκινα καλώδια και οπτικές ίνες στα δίκτυα πρόσβασης. Αυτό συζητείται εδώ και δύο δεκαετίες και μέχρι πρόσφατα δεν έβλεπε κανείς πολλά σταθερά ασύρματα στην υποδομή πρόσβασης εκτός από σε μερικά ανερχόμενα κράτη, όπου η τοποθέτηση τους κινητροδοτούνταν κυρίως από το πόσο γρήγορα μπορούσες να εγκαταστήσεις ένα δίκτυο, αντί για το σχετικό με τις ενσύρματες κόστος της (είναι προφανώς πιο γρήγορο να εγκαταστήσεις ένα δίκτυο ασύρματων πομπών από το να καλωδιώσεις μια αστική περιοχή με οπτικές ίνες.) Ωστόσο η επιτυχία των δικτύων «WiFi» για κινητούς υπολογιστές στο σπίτι, στο γραφείο και σε δημόσια κτήρια έχει δώσει μια νέα ώθηση στην σταθερή ασύρματη επικοινωνία. Αν και το WiFi μάλλον δεν θα παρέχει μια πανταχού παρούσα πλατφόρμα δημόσιας πρόσβασης, είναι ωστόσο μέρος της λύσης. Παρόμοιες τεχνολογίες — ειδικά το «WiMax» — μπορεί να δώσουν την δυνατότητα στα σταθερά ασύρματα δίκτυα να αναδυθούν ως ένα κύριο μέρος του τμήματος πρόσβασης του δημόσιου δικτύου για την επόμενη δεκαετία.

Το WiFi και το WiMax είναι βιομηχανικά πρότυπα που προέκυψαν από το Project 802 του Ινστιτούτου Ηλεκτρολόγων και Ηλεκτρονικών Μηχανικών (IEEE) που κυρίως εστιάζει στην προτυποποίηση των τοπικών δικτύων δεδομένων. Ως τέτοια, η φωνή δεν είναι το κύριο μέλημα αυτών των προτύπων. Ωστόσο, στην δεκαετία που μας πέρασε έχει γίνει ολοένα και περισσότερο πρακτικό να μετατρέπεται η κίνηση σε κίνηση πακέτων δεδομένων — πιο συγκεκριμένα, κίνηση πρωτοκόλου Internet (IP) — και να μεταφέρεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που μεταφέρονται και τα άλλα δεδομένα IP. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση του WiFI, είναι τώρα δυνατό να φανταστούμε ένα σπίτι που και οι υπολογιστές και τα τηλέφωνα συνδέονται στο σπιτικό δίκτυο WiFi και οι κινήσεις δεδομένων και φωνής μεταδίδονται και λαμβάνονται πάνω από το Internet.

Υπάρχει πιο πολύ ψωμί στο Voice-over-IP (VoIP)53 από απλά να μεταδίδονται δεδομένα πάνω από τα σπιτικά δίκτυα WiFi. Στο φυσικό επίπεδο η κίνηση VoIP μπορεί να μεταφέρεται και πάνω από ασύρματα και ενσύρματα δίκτυα, και φαίνεται να υπόσχεται ριζικά βελτιωμένα οικονομικά για την κίνηση φωνής. Και όπως η μετακινήση προς τις ασύρματες επικοινωνίες είναι μια σοβαρή απειλή για τους εδραιωμένους παρόχους υπηρεσιών φωνής που έχουν χτίσει τα δίκτυα τους σε εντελώς διαφορετικές τεχνολογίες — πολυπλεξία διαχωρισμού χρόνου (TDM) — και συνεπώς σε εντελώς διαφορετικά επιχειρηματικά μοντέλα. Η άνοδος και των ασύρματων και του VoIP παρουσιάζει συνεπώς προκλήσεις για τις Bells και τους άλλους εδραιωμένους παρόχους που, κατά την περίοδο του νόμου του 1996, φαίνονται σαν να κατείχαν τεράστια τεχνολογία και εδραιωμένα δικτυακά πλεονεκτήματα από οποιονδήποτε νεοφερμένο.

Και όπως και να εξελιχθεί η τηλεπικοινωνιακή απορρύθμιση στις αρχές του 21ου αιώνα, αυτό που συνέβει στις τηλεπικοινωνίες στα τέλη της δεκαετίας του 1990 παραμένει σαν επιφυλακτική προειδοποίηση για το πως η μεταρρύθμιση του ελέγχου αντί για την πραγματική απορρύθμιση μπορεί να προκαλέσει την καταστροφή.

Αυτό δεν είναι το μέρος για να μπούμε σε λεπτομέρειες ούτε για την τεχνολογία ούτε για τα οικονομικά των ασύρματων ή του VoIP. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι κοντοπρόθεσμα αποτελούν πρακτικούς τρόπους για να μπουν πιθανοί ανταγωνιστές των εταιριών Bell στην αγορά με φυσικά δίκτυα που είναι ξεχωριστά από τα δίκτυα Bell — και υπάρχει ευρεία συναίνεση ότι μόνο όταν συμβεί αυτό τότε θα έχει επέλθει αληθινός ανταγωνισμός. Όταν το Κονγκρέσσο συναρμολογούσε τον νόμο του 1996, το VoIP και οι ασύρματες δεν θεωρούνταν σοβαρές προκλήσεις για την κυριαρχία των Bell στην αγορά. Την εποχή εκείνη δεν φαίνονταν άλλες σοβαρές εναλλακτικές εκτός από την υποχρεωτική πρόσβαση στα δίκτυα Bell για τους νεοεισαχθέντες. Η μόνη συζήτηση γίνονταν για το εύρος και την διάρκεια που θα τους παρέχονταν αυτό.

Τώρα φαίνεται πως οι νέες τεχνολογίες μπορεί τελικά να παράσχουν μια γνήσια εναλλακτική πρόσβαση σε τηλεπικοινωνιακές πολιτικές που βασίζονται στην υποχρεωτική πρόσβαση και που υπάρχουν ακόμα περισσότεροι λόγοι να απορρυθμιστούν πραγματικά οι τηλεπικοινωνίες — δηλαδή να καταργήσουμε τους ελέγχους αντί απλά να τους μεταρρυθμίσουμε. Η τεχνολογική αλλαγή μπορεί τελικά να σημαίνει ότι πολλές από τις πιο αγαπητές υποθέσεις του νόμου του 1996 θα πάρουν τον δρόμο εκείνων του νόμου του 1934 στον κάλαθο των αχρήστων της τηλεπικοινωνιακής ιστορίας. Κανείς μπορεί μόνο να ελπίζει, αυτή την φορά, ότι δεν θα πάρει πάνω από 60 χρόνια για να συμβεί αυτό. Σε κάθε περίπτωση, όπως και να εξελιχθεί η τηλεπικοινωνιακή απορρύθμιση στις αρχές του 21ου αιώνα, αυτό που συνέβει στις τηλεπικοινωνίες στα τέλη της δεκαετίας του 1990 παραμένει σαν επιφυλακτική προειδοποίηση για το πως η μεταρρύθμιση του ελέγχου αντί για την πραγματική απορρύθμιση μπορεί να προκαλέσει την καταστροφή.

Σημειώσεις

  1. σ.μτφ. Αυτό το άρθρο εκδόθηκε αρχικά ως Policy Analysis 533, στις 7 Φεβρουαρίου 2005, από το Ινστιτούτο Cato. Η μετάφραση του πρωτότυπου, για λογαριασμό του e-Rooster, έγινε από τον Κωσταντίνο Κουκόπουλο <koukopoulos_at_gmail.com>[πίσω]
  2. σ.μτφ. το αντίστοιχο της ΕΕΤΤ στις ΗΠΑ[πίσω]
  3. Παρατέθηκε στο: Victor Rivero, Electronically Shaping a New World Order,Government Technology, August 1999. [πίσω]
  4. Σε αυτό το άρθρο μας απασχολούν κυρίως οι ΗΠΑ, αλλά ας σημειώσουμε πως (1) η πανωλεθρία της αμερικανικής τηλεπικοινωνιακής βιομηχανίας, που αναλογεί σε περίπου 40% της παγκόσμιας αγοράς, ήταν ένας από τους κύριους παράγοντες που οδήγησαν στην κατάρρευση της παγκόσμιας αγοράς και πως (2) πολλές από τις κακοσχεδιασμένες κανονιστικές ρυθμίσεις που οδήγησαν στην κατάρρευση στις ΗΠΑ έχει αντιγραφεί ευθέως από τους ελεγκτές στην Ευρώπη και αλλού.[πίσω]
  5. Reed E. Hundt, You Say You Want a Revolution: A Story of Information Age Politics (New Haven, CT: Yale University Press, 2000), pp. ix­x. [πίσω]
  6. Michael K. Powell, ομιλία (pdf) στο συνέδριο Goldman Sachs Communicopia XI, New York, October 2, 2002. Το συνέδριο μοιάζει να έχει ονομαστεί πολύ άσχημα ύπο τις συνθήκες. [πίσω]
  7. The Economist, July 20, 2002, pp. 9, 59­61. [πίσω]
  8. Η πιο καλά μελετημένη και διασκεδαστική βιβλιογραφική πηγή για τα τηλεπικοινωνιακά στελέχη την εποχή της φούσκας είναι το βιβλίο του Om Malik Broadbandits: Inside the $750 Billion Telecom Heist (Hoboken, NJ: Wiley, 2003). Σε ολόκληρο αυτό το άρθρο έχω αντλήσει πληροφορίες από αυτό το βιβλίο, παρ’ότι — όπως είναι ξεκάθαρο από το άρθρο — δεν μοιραζόμαστε την άποψη ότι το τηλεπικοινωνιακό φιάσκο ήταν «κομπίνα.» [πίσω]
  9. σ.μτφ. John Galt, ο άνδρας πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος της Ayn Rand Atlas Shruggedπου αντιδρά απέναντι στα μη-παραγωγικά μέλη της κοινωνίας, που χρησιμοποιούν νόμους και ενοχές για να απομυζήσουν την αξία των παραγωγικών μελών της κοινωνίας [πίσω]
  10. σ.μτφ. Junk Bonds [πίσω]
  11. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον Malik (σελ. viiviii), ο Ken Rice, πρώην διευθύνων σύμβουλος της Enron Broadband Services, «έδειχνε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την συλλογή του από Ferrari και μοτοσυκλέτες παρά για την διαχείρηση της Enron Broadband.» [πίσω]
  12. Δείτε Malik, σελ. 13­16. [πίσω]
  13. Daniel P. Dern, «Intranet Visionaries, Part II: An Interview with John Sidgemore,» Telecommunications, Αύγουστος 1997. Ο Sidgemore πήγε στην WorldCom όταν εξαγόρασε η τελευταία την UUNet, έναν μεγάλο διαδικτιακό πάροχο, και θεωρούνταν ένας από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους στην βιομηχανία την περίοδο μεγάλης δόξας της τηλεπικοινωνιακής έκρηξης. Τελικά, ο Sidgemore ηγήθηκε της Worldcom για ένα μικρό χρονικό διάστημα μετά από την πτώση του Bernie Ebbers. Πέθανε την περίοδο που γράφονταν αυτό το άρθρο και, όπως σημειώνεται στις νεκρολογίες, ήταν ένας από τα λίγα υψηλά ιστάμενα στελέχη που κράτησαν την φήμη τους άθικτη κατά την περίοδο της φούσκας των τηλεπικοινωνιών. [πίσω]
  14. Δείτε Malik, σελ. 13. [πίσω]
  15. Για την ιστορία της πτώσης της WorldCom, δείτε Lynne W. Jeter, Disconnected: Deceit and Betrayal at WorldCom (Hoboken, NJ: Wiley, 2003). [πίσω]
  16. Andrew Odlyzko και Kerry Coffman, «The Size and Growth of the Internet,» First Monday, 1998. [πίσω]
  17. Peter Sevcik, «The Myth of Internet Growth,» Business Communications Review, January 1999. [πίσω]
  18. «Internet Implications 2: What Building the Internet Will Mean for Service Providers and Their Suppliers,» Communications Industry Researchers, 1998. [πίσω]
  19. Δείτε Lawrence Gasman, Telecompetition: The Free Market Road to the Information Highway (Washington: Cato Institute, 1994), σελ. 107. [πίσω]
  20. Peter A. Bernstein, «What’s Wrong with Telecom,» IEEE Spectrum Online, January 2003. [πίσω]
  21. Εκτός από μια μικρή ομάδα αναλυτών και σχολιαστών από φιλελεύθερες και συντηρητικές δεξαμενές σκέψης και — για μικρό χρονικό διάστημα τέλος πάντων — από τον Πρόεδρο της Βουλής, Newt Gringrich. [πίσω]
  22. Lawrence Gasman, «The Telecommunications Act of 1996,» Regulation no. 3, 1996. [πίσω]
  23. 1996 Telecommunications Act, Section 160(a)(1). [πίσω]
  24. See Lawrence Gasman, «Universal Service: The New Telecommunications Entitlements and Taxes,» Cato Institute Policy Analysis no. 310, June 25, 1998. [πίσω]
  25. Gasman, «The Telecommunications Act of 1996.» [πίσω]
  26. Αυτό γίνεται φανερό στον μεγαλύτερο βαθμό στην μεταρρύθμιση των απαιτήσεων περί «Καθολικών Υπηρεσιών», που ενσωματώθηκαν για πρώτη φορά στον νόμο του 1996. Δείτε το άρθρο μου «Universal Service: The New Telecommunications Entitlements and Taxes.» [πίσω]
  27. Δείτε J. Gregory Sidak, «The WorldCom Fraud and the Collapse of American Telecommunications after Deregulation,» Yale Journal on Regulation 20 (2003): 207. [πίσω]
  28. Hundt, pp. 193­94. [πίσω]
  29. Για να μην είμαστε άδικοι, κανείς που ασχολούνταν με τα τηλεπικοινωνιακά δράματα των μέσων προς τα τέλη της δεκαετίας του 1990 δεν ενδιαφερόνταν πολύ στο να ορίσει ως τι εννοούσε τον ανταγωνισμό — αν και όλοι ξέραν ότι ήταν κάτι καλό! Αυτό είναι αρκετά κατανοητό, μιας και τα δημόσια πρόσωπα — είτε πολιτικοί, νομοθέτες ή ελεγκτές — είναι επιρρεπή σε ανώδυνες εκφράσεις. Οτιδήποτε πιο ακριβές θα μπορούσε να έχει σοβαρό πολιτικό κόστος. Όμως αυτό είναι κρίμα γιατί δίχως έναν ξεκάθαρο ορισμό του ανταγωνισμού στις τηλεπικοινωνίες είναι αδύνατον να καθοριστεί εάν υπάρχει περίπτωση να επιτευχθούν οι αναμενόμενοι στόχοι του ανταγωνισμού. [πίσω]
  30. Υπήρχε πάντα κάποιος ανταγωνισμός για τις εταιρίες Bell ή ακόμα για την προ της διάσπασης της AT&T, αφού, όπου ήταν σκόπιμο, οι μεγάλοι οργανισμοί μπορούσαν να χτίσουν τα δικά τους ιδιόκτητα δίκτυα, που μπορεί να περιελάμβαναν επίσης και ιδιόκτητες φυσικές εγκαταστάσεις. Από την δεκαετία του 1980, εναλλακτικοί πάροχοι είχαν αναδυθεί για να παράσχουν δικτυακές εγκαταστάσεις για αυτού του είδους ειδική εφαρμογή, και η AT&T ανταγωνίζονταν πραγματικά για αυτού του είδους την αγορά με τις πρώην «θυγατέρες» της όταν συνέβει ο διαχωρισμός. Ωστόσο, ολοι συμφωνούσαν ότι ο στόχος της μεταρρύθμισης των ελεγκτικών κανόνων ήταν να εξασφαλιστεί ότι οι καταναλωτές στα σπίτια τους, οι μικρές επιχειρήσεις, και γενικότερα οι μικρότεροι οργανισμοί θα είχαν ευρύτερες επιλογές τηλεπικοινωνιακών εναλλακτικών. Όπως σημειώσαμε ήδη, κανείς δεν όρισε πόσο ευρύτερες. [πίσω]
  31. Στην ιστορία του συστήματος Bell από τον νόμο περί τηλεπικοινωνιών του 1934 κυριάρχησε η συννενόηση ότι η κυβέρνηση θα παρείχε στην ΑΤ&Τ εγγυημένα κέρδη και θα κρατούσε εκτός όλο τον ανταγωνισμό σε αντάλλαγμα που η τελευταία θα παρείχε πανεθνικές υπηρεσίες — έναν από τους κεντρικούς στόχους του νόμου του 1934. Το σύστημα Bell επίσης έπρεπε να μείνει έξω από κάποιες αγορές και να κάνει την πνευματική ιδιοκτησία του καθολικά διαθέσιμη. Αυτό έμοιαζε να λειτουργεί αρκετά καλά μέχρι την τεχνολογική επανάσταση της μικροηλεκτρονικής που οδήγησε στο σημερινό πλούσιο τοπίο των υπάρχοντων και δυνητικών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Σε κάθε περίπτωση, αν και μοιάζει ότι σήμερα σχεδόν οποιοαδήποτε επιτυχημένη εταιρία κατηγορείται ως μονοπώλιο — το τελευταίο και πιο περίεργο παράδειγμα είναι η Google — κανείς δεν μπορεί να επιχειρηματολογήσει κατά παρόμοιων κατηγοριών προς την AT&T. Τον παλιό καιρό η ΑΤ&Τ ήταν ένα κλασσικό μονοπώλιο — ένα κυβερνητικά δωσμένο ιδιωτικό προνόμιο από το οποίο αποκλείονταν όλοι οι άλλοι μέσω της απειλής του νόμου. [πίσω]
  32. Στην δεκαετία του 1980 ο ανταγωνισμός στις μακρινές αποστάσεις αυξήθηκε με ραγδαίο και επιτυχημένο τρόπο. Ωστόσο τα οικονομικά του ήταν αρκετά διαφορετικά από τον τοπικό ανταγωνισμό. Στο παλιό σύστημα Bell, η AT&T Long Lines είχε αυξημένες τιμές ώστε να επιδοτεί τα τοπικά τηλεφωνικά συστήματα της AT&T — αυτό ήταν μέρος της τότε συμφωνίας καθολικής πρόσβασης με την κυβέρνηση. Ωστόσο ακόμα και μετά την διάσπαση του συστήματος Bell, η ΑΤ&Τ ήταν συνήθως η πιο ακριβή λύση, οπότε ήταν σχετικά εύκολο ακόμα και για εναλλακτικές χαμηλού κόστους να ανταγωνιστούν με την AT&T στην τιμή. Αν και για εξειδικευμένες επιχειρηματικές υπηρεσίες δημιουργήθηκαν επιτυχημένες εναλλακτικές του συστήματος Bell την δεκαετία του 1980, οποιοσδήποτε νεοφερμένος προσπαθούσε να ανταγωνιστεί με τις τοπικές υπηρεσίες της Bell αντιμετώπιζε σε γενικές γραμμές μία επίπονη μάχη επιβίωσης σε ένα ρυθμιστικό περιβάλλον όπου οι πολιτειακοί και ομοσπονδιακοί ελεγκτές επιμέναν — ακόμα και μετά την διάσπαση του συστήματος Bell — ότι οι χρεώσεις τοπικών τηλεφωνημάτων έπρεπε να είναι όσο το δυνατόν πιο χαμηλές. [πίσω]
  33. Για μια συζήτηση περί εθελοντικής διασύνδεσης στην αγορά ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών, δείτε το τμήμα «Competition and Interconnection» στο Gasman, Telecompetition, pp. 120­22. [πίσω]
  34. Για μία εξαίρετη συζήτηση της υποχρεωτικής πρόσβασης και «απαλλοτριώσεων» δείτε Adam Thierer και Clyde Wayne Crews, What’s Yours Is Mine: Open Access and the Rise of Infrastructure Socialism (Washington: Cato Institute, 2003), pp. 9­12. [πίσω]
  35. Bell Atlantic Corp v. FCC 24 F.3d, 1441, DC Circuit, 1994. [πίσω]
  36. ο Adam Thierer πρότεινε την 8η Φεβρουαρίου 2006, ως ημερομηνία λήξης. Αυτή θα ήταν η 10η επέτειος του νόμου περί τηλεπικοινωνιών του 1996. Μέχρι τότε, πιστεύει ότι θα ήταν δυνατή η δημιουργία νέων εγκαταστάσεων (ασύρματων ή οπτικών ινών) που θα μπορούσαν να ανταγνωνιστούν με τα δίκτυα Bell. Δείτε Adam Thierer, «UNE-P and the Future of Telecom `Competition,'» Cato Institute TechKnowledge no. 48, February 1, 2003. [πίσω]
  37. Ibid. [πίσω]
  38. Ibid. [πίσω]
  39. σ.μτφ. unbundling [πίσω]
  40. Peter Huber, «Telecom Undone,» January, 2003. [πίσω]
  41. Ibid. Αυτό το κομμάτι κάνει μια εξαίρετη, αν και θλιβερή, εξιστόρηση των πολλών κακών πραγμάτων που γεννήθκαν από το δόγμα αδεσμοποίησης του FCC του Hundt, συμπεριλαμβανομένου και της αυξημένης γραφειοκρατίας και νομοθεσίας. [πίσω]
  42. Ibid. [πίσω]
  43. Ibid. [πίσω]
  44. Η πολυπλεξία διαχωρισμού μήκους κύματος επιτρέπει πολλαπλές ροές πληροφορίες να σταλούν με μία μοναδική ίνα. [πίσω]
  45. Lawrence Gasman, «Why `Fair’ Competition Fails in the Telephone Industry: The Case of Wavelength Services,» Cato Institute TechKnowledge no. 27, November 26, 2001. [πίσω]
  46. Για παράδειγμα, το «Wave Division Multiplexing, Photonic Switching and the Coming of All Optical Networks,» Communications Industry Researchers, 1999, καταλογογράφησε 45 εταιρίες που πωλούσαν εξοπλισμό για οπτικά δίκτυα. Από αυτές οι 14 ακόμα πωλούνε τέτοιον εξοπλισμό. Και μόνο 3 από αυτές δημιουργήθηκαν κατά την άνοδο των οπτικών τηλεπικοινωνιών, αφού οι υπόλοιπες είναι οι τηλεπικοινωνιακοί γίγαντες και βιομηχανίες καλωδιακής τηλεόρασης όπως η Lucent, η General Instrument κ.ο.κ. που έχουν εξελιχθεί από το ξεκίνημα αυτής της βιομηχανίας. [πίσω]
  47. Αυτό είναι ακόμα πιο εμφανές όταν κανείς εξετάσει και τα θέματα καθολικής πρόσβασης. [πίσω]
  48. Eli Noam, «Regulating in Order to Deregulate,» FT.com, May 2002. [πίσω]
  49. Το «ζουμί» του νόμου του 1996 ήταν το άνοιγμα του ανταγωνισμού για τις μαζικές τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες που αγόραζαν οι οικιακοί χρήστες και οι μικρές επιχειρήσεις, και όχι το να φέρει και άλλες εταιρίες στην αγορά εξειδικευμένων επιχειρηματικών υπηρεσιών. Από πολλές απόψεις αυτές ήταν ανταγωνιστικές εδώ και αρκετό καιρό. [πίσω]
  50. Το κύριο ενδιαφέρον μου σε αυτό το άρθρο είναι να αναλύσω τις βασικές αιτίες της τηλεπικοινωνιακής φούσκας. Αν και το θέμα της αδεσμοποίησης βρίσκεται στην καρδιά αυτού του «μυστηρίου», το να εξηγήσω τις πιθανές συνέπειες της τελευταίες έκδοσης των κανόνων αδεσμοποίησης που περιέχονται στην τριετή έκθεση των 576 σελίδων και 2.447 υποσημειώσεων είναι πέραν των σκοπών του τρέχοντος άρθρου. Για μια εξαίρετη ανάλυση της έκθεσης, δείτε Adam Thierer, «Was the UNE Triennial Review Worth the Wait? Part 1: The Process,» Cato Institute TechKnowledge no. 57, και Adam Thierer, «Was the UNE Triennial Review Worth the Wait? Part 2: The Substance,» Cato Institute TechKnowledge no. 58. [πίσω]
  51. Paul Starr, «The Great Telecom Implosion,» the American Prospect, September 9, 2002, pp. 20­24. [πίσω]
  52. Peter Huber, Law and Disorder in Cyberspace: Abolish the FCC and Let Common Law Rule the Telecosm (New York: Oxford University Press, 1997). Πρέπει να σημειωθεί ότι, για τον Huber, οι νόμοι περί του αθέμιτου ανταγωνισμού είναι ένα de facto τμήμα του κοινού δικαίου (common law). Αυτή δεν θα ήταν η άποψη όλων των φιλελεύθερα-προσανατολισμένων αναλυτών και μερικοί από εμάς θα θέλαν να δουν τους νόμους περί αθέμιτου ανταγωνισμού να παίζουν λίγο ή καθόλου ρόλο στην μελλοντική τηλεπικοινωνιακή πολιτική. [πίσω]
  53. Ο αναγνώστης θα πρέπει να σημειώσει την διάκριση μεταξύ «voice-over-IP» και «voice-over-theInternet.» Το πρώτο περιγράφει την χρήση ενός συγκεκριμένου δικτυακού πρωτοκόλλου (π.χ. το IP) για την μετάδωση κίνησης φωνής. Αφήνει ανοικτό ποιό είδους δίκτυο θα χρησιμοποιηθεί για την μετάδωση. Παραδείγματος χάρη, το VoIP μπορεί να χρησιμοποιηθεί και χρησιμοποιείται αντί των κλασσικών PBX σε μερικά γραφεία. Το Voice-over-the-Internet σημαίνει ακριβώς αυτό που λέει. Έτσι το Voice-over-the-Internet είναι το VoIP αλλά όχι αντίστροφα. Αυτή είναι μια σημαντική διάκριση γιατί τα τεχνολογικά προβλήματα που έχουν προκύψει όπως αναπτυσσόταν το VoIP έχουν γενικά λυθεί, ενώ το να μεταδίδεις φωνή πάνω από το Internet ακόμα παρουσιάζει δικτυακές μηχανικές προκλήσεις λόγω της πολύπλοκης φύσης του ίδιου του Internet. Έτσι δεν είμαστε ακόμα στο σημείο όπου το voice-over-the-internet να αποτελεί εναλλακτική της κανονικής τηλεφωνικής υπηρεσίας, μιλώντας με όρους ποιότητας. Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι στις πρώτες ημέρες της απορρύθμισης των μακρινών αποστάσεων, το ίδιο περίπου θα μπορούσαμε να πούμε για τις υπηρεσίες που ήταν εναλλακτικές της AT&T. Αυτό άλλαξε πολύ γρήγορα όταν αυτές οι υπηρεσίες φτάσαν σε μια κρίσιμη μάζα και η ποιότητα έγινε σημαντικό ανταγωνιστικό θέμα. Σε μεγάλο βαθμό θα δούμε το ίδιο εξελικτικό μοτίβο με το voice-over-the-internet. [πίσω]

14 σχόλια
Leave a comment »

  1. Αλλος ένας πελαγωμένος libertarian, o Gasman, που κατόπιν εορτής και εκ του ασφαλούς, το bust στις Τηλεπικοινωνίες, το φόρτωσε στην απόφαση της FCC για το unbundling των δικτύων και για το πως αυτή μεθοδεύτηκε – χωρίς βέβαια να μπεί στον κόπο να μας πεί για το πως αυτή έπρεπε να μεθοδευτεί. Μάλλον, απ’ ό,τι κατάλαβα, η FCC φταίει κατά το ήμισυ ή κάτι τέτοιο. Ο Gasnam κράτησε και μια πισινή και, εν μέρει τουλάχιστον, το απέδωσε και στο corporate greed για revenue growths και profits, αλλά και στις ηλίθιες προβλέψεις επενδυτών και marketeers για αέναους ρυθμούς ανάπτυξης στη διακίνηση πληροφορίας μέσω του internet (με βάση κάποιο «μοντέλο» υποθέτω?). Πάλι καλά.

    Το 1996, κάθε δεύτερο libertarian κάποιος να ρωτούσε θα του έλεγε ότι το unbundling του δικτύου των Bells είναι καλό πράμα, γιατί ενθαρρύνει τον ανταγωνισμό στις τηλεπικοινωνίες και απελευθερώνει τις «δυνάμεις της αγοράς». Ασφαλώς! Γιατί η ανάπτυξη καινούργιων δικτύων απαιτεί τεράστιες επενδύσεις, με μακροχρόνιες αποδόσεις (κάτι αδιανόητο για το κεφάλαιο σήμερα) και η μη αποδέσμευση του δικτύου, που έχει τις ρίζες της στο μονοπώλιο της ΑΤ&Τ και των baby-Bells, σε επενδυτές θα οδηγούσε σε μονοπωλιακές καταστάσεις στην παροχή υπηρεσιών διαδικτύου και επικοινωνιών κάθε μορφής.

    Αυτά που παραβλέπει ή αποκρύβει (δεν γνωρίζω) ο Gasman είναι: πρώτον, ότι οι νέοι επενδυτές (ISP’s, business networks, κτλ.) πλήρωσαν και χρεώθηκαν τη χρήση του δικτύου στους κατόχους τους (δηλαδή στις Bells) σε τιμές αγοράς, δηλαδή σε τιμές που οι κάτοχοι του όρισαν με βάση έξοδα συντήρησης και την απόσβεση αυτών των δικτύων. Δεύτερον, αγνοεί τις άλλες όψεις της κρίσης στις τηλεπικοινωνίες, τις κινητές επικοινωνίες, οι οποίες λειτούργησαν ανταγωνιστικά και ελεύθερα, και οπου το unbundling της FCC δεν έπαιξε κανέναν απολύτως ρόλο, και τους διάφορους αεριτζήδες των dot.com που πουλούσαν τομάτες από το ιντερνετ.

    Συμπερασματικά, για το παραπάνω άρθρο του Gasman, όπως θα λέγαμε στην Αγγλία: rubbish!

  2. Στις ΗΠΑ την δεκαετία του ’90, βάφτισαν μεταρρύθμιση την τροποποίηση – και όπως καταδεικνύεται στο άρθρο στην «υπερ-ρύθμιση»- του τομέα των τηλεπικοινωνιών. Την ίδια δεκαετία και οι τηλεπικοινωνίες στην Ελλάδα βρίσκονταν στο στόχαστρο της κυβερνητικής παρέμβασης. Οι ιδιωτικοποιήσεις (βλέπε μετοχοποιήσεις) από πράξη εθνικής προδοσίας γινόταν στοιχείο επίδειξης της δυναμικής της ελληνικής οικονομίας. Μα στην πραγματικότητα ο κλάδος των επικοινωνιών και ο κρατικός έλεγχος που τον καταδυναστεύει καταδίκαζαν την Ελλάδα σε αδράνεια και στην τελευταία θέση στην ΕΕ στην διείσδυση του διαδικτύου και στις ευρυζωνικές επικοινωνίες.
    Μόνο ο κλάδος της κινητής τηλεφωνίας , με περιορισμένη και ελεγχόμενη είσοδο «παικτών», κατάφερε να μας φέρει στην πρώτη θέση , παγκόσμια , στην διάδοση του κινητού τηλεφώνου. Μαζί και μερικές δεκάδες θέσεις εργασίας.
    Στα χρόνια που μεσόλάβησαν ο κλάδος των τηλεπικοινωνιών και της τεχνολογίας άλλαξαν τον κόσμο, την Φινλανδία, την Ιρλανδία μα και την Ταϊβάν, την Κορέα.
    Κάποιο τραίνο σφυρίζει στο βάθος του ορίζοντα, εμείς στον σταθμό θα περιμένουμε το επόμενό;

  3. rebel, ομολογώ το άρθρο είναι μεγάλο οπότε ίσως είναι λογικό που δεν φαίνεται να το διάβασες ολόκληρο. Από την μία ο Gasman δεν κρατάει καμμία πισινή, γιατί δείχνει πως και την απληστεία των επιχειρηματιών που μπήκαν τότε στις τηλεπικοινωνίες την οφείλουμε σε έμμεση πλην σαφή πρόσκληση από το κράτος. Η ιδέα των πολιτικών ήταν ότι όσοι περισσότεροι ανταγωνιστές τόσο το καλύτερο, οπότε εξαφάνισαν όλους εκείνους τους μηχανισμούς της αγοράς που απέτρεπαν την είσοδο τέτοιων άπειρων, χαζών και κερδοσκόπων και το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς αυτό που λες: μπήκαν άπειροι, χαζοί και κερδοσκόποι στην αγορά.

    Για το unbundling, παρόλο που διαφωνεί επί της αρχής, o Gasman δέχεται ότι μπορούσε να έχει υλοποιηθεί με τρόπο ευεργετικό, ενθαρρύνοντας μια πιο γρήγορη έλευση του ανταγωνισμού αλλά και ταυτόχρονα ενθαρρύνοντας τους νέους ανταγωνιστές να επενδύσουν για το μέλλον. Όμως οι κυβερνώντες της εποχής αδιαφόρησαν και για το τι πραγματικά σημαίνει «ανταγωνισμός» αλλά και για το τι έμελε να συμβεί αφού δεν υπήρχε παντελώς κανένα κίνητρο να αναπτύξει μία νέα επιχείρηση τις δικές τις υποδομές αντί να εξαρτάται από την ληστεία των υποδομών της Bell. Έτσι το unbundling εκτός από προβληματικό επί της αρχής, ήταν σε τεράστιο βαθμό προβληματικό στην πράξη, δηλαδή όπως υλοποιήθηκε.

    Όσον αφορά την τιμή των αποδεσμοποιημένων στοιχείων, πάλι φαίνεται δεν διάβασες το άρθρο. Η χρέωση των στοιχείων έγινε σε τιμές πολύ χαμηλότερες του κόστους ακόμα και για νέα δικτυακά στοιχεία που οι Bells χτίσαν μετά το ’96. Συνέφερε λοιπόν τον οποιονδήποτε να περιμένει να φτιάξουν κάτι οι Bells και να το πάρει «τσάμπα» με τις πλάτες του κράτους.

    Τώρα όλα αυτά, και άλλα, τα λέει το κείμενο με πολύ περισσότερη λεπτομέρεια. Αν έχεις λίγο χρόνο παραπάνω απ’ότι χρειάζεται για να αφήσεις περιττά σχόλια σου συστήνω να το διαβάσεις.

  4. Το άρθρο του Gasman το διάβασα από το αγγλικό πρωτότυπο πολύ πριν παρουσιαστεί εδώ. Ούτε το 2005, αλλά ούτε και τώρα είναι επίκαιρο. Αλλά επί της ουσίας:

    Η FCC, κατά τον Gasman, «pushed for a cost definition based on
    what it would theoretically cost a competitor to build facilities on the basis of current technology, starting from scratch.»

    Γιατί, η βάση κόστους είναι «θεωρητική» όταν βασίζεται στο κόστος εγκατάστασης δικτύων με σύγχρονη τεχνολογία; Γιατί είναι λάθος να χρεώνεται ο χρήστης ενός δικτύου με βάση το κόστος και την απόσβεση του, αν το έφτιαχνε ο ίδιος από το μηδέν; Παραβλέποντας το «θεωρητική βάση» του Gasman, που για να’μαι ειλικρινής δεν το καταλαβαίνω, γιατί έπρεπε η χρέωση των νέων επενδυτών (που να σημειωθεί πολλοί από αυτούς είχαν εμπειρία με τις τηλεπικοινωνίες και πολλοί, πάραυτα, δεν επεβίωσαν την κρίση παρά τις «ευνοικές» γι’ αυτούς ρυθμίσεις του FCC) να βασιστεί σε «ιστορικό κόστος» και πως, άραγε, (αν όχι αυθαίρετα από τις ίδιες τις Bells) υπολογίζεται αυτό, όταν τα δίκτυα των Bells δημιουργήθηκαν και επεκτάθηκαν σε δεκαετίες και με διαφορετικές τεχνολογίες ανά φάση;

    Τέλος, υπογραμμίζω ξανά ότι η κρίση με τη διακίνηση πληροφορίας μέσα από τα δίκτυα των Βells ήταν μόνο η μια μόνο πλευρά της κρίσης των τηλεπικοινωνιών. Η άλλη, εξίσου σημαντική, αφορούσε στις ασύρματες και κινητές επικοινωνίες (τον κορεσμό στο GSM, τη φούσκα του 3G, το Wi-Fi, κτλ.) η οποία (υποθέτω θα συμφωνείς), όσο και να ψάξει ο Gasman, δεν μπορεί να αποδοθεί σε κανένα κρατικό παρεμβατισμό ή FCC δάκτυλο.

  5. Καταρχάς δεν νομίζω ότι ο «κορεσμός στο GSM, η φούσκα του 3G και το WiFi» μπορούν με οσοδήποτε μεγάλη φαντασία να αποκαλεστούν «κρίση». Κατά δεύτερον, το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά κράτη ξεκίνησαν αγώνα δρόμου για τις άδειες 3G ώστε να πλουτίσουν (110 δισεκατομμύρια ευρώ συνολικά) πουλώντας αέρα κοπανιστό δεν ξέρω πως να το ερμηνεύσω διαφορετικά απ’ότι ως κρατική παρέμβαση.

    Όσον αφορά το κόστος των αδεσμοποιημένων στοιχείων δεν είπαμε να πληρώσει κανείς το «ιστορικό κόστος» αλλά τουλάχιστον να πληρώσει το πραγματικό marginal opportunity cost της πραγματικής (δηλαδή της ιστορικής) υποδομής και όχι το incremental cost ενός σύγχρονου, ιδεατού, τέλειου και βέλτιστα κατασκευασμένου δίκτυου. Και σαφώς αυτή η τιμή «κόστους» να μην είναι διαθέσιμη επ’άπειρον αλλά για τον καιρό που χρειάζεται κάποιος να φτιάξει τις δικές του υποδομές για να μην παρασιτεί στις Bells.

  6. Κατά δεύτερον, το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά κράτη ξεκίνησαν αγώνα δρόμου για τις άδειες 3G ώστε να πλουτίσουν (110 δισεκατομμύρια ευρώ συνολικά) πουλώντας αέρα κοπανιστό δεν ξέρω πως να το ερμηνεύσω διαφορετικά απ’ότι ως κρατική παρέμβαση.

    Ηλιθιοτητα αυτων που τα εσκασαν, υπαρχει και το winner’s curse στα auctions theory. Που βλεπεις κρατικη παρεμβαση?

  7. Ε μα φυσικά ηλιθιότητα αυτών που τα έσκασαν, όπως ηλιθιότητα και αυτών που ακούσαν τον Al Gore και τρέξαν να βγάλουν γρήγορα λεφτά στις τηλεπικοινωνίες. Όμως αυτό δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι το κράτος ως μονοπώλιο επί του φάσματος αποφάσισε να εκχωρήσει μέσω δημοπρασίας δικαιώματα χρήσης του φάσματος χωρίς να νοιαστεί σε ποιόν θα το έδινε. Ουσιαστικά τα κράτη αποφάσισαν να πάρουν όσα περισσότερα χρήματα μπορούσαν χωρίς να νοιαστούν εάν το φάσμα θα αξιοποιούνταν προς όφελος της αγοράς. Η παρέμβαση συνίσταται ακριβώς στο ότι το κράτος ορίζει ποιός θα επιτραπεί να χρησιμοποιήσει το φάσμα και αυτή η παρέμβαση «τυχαίνει» κάκιστή όταν η επιλογή δεν γίνεται με βάση του ποιός μπαίνει στον κόπο να αξιοποιήσει ένα μέρος του φάσματος πρώτος αλλά με βάση του ποιός θα δώσει τα περισσότερα λεφτά στο κράτος. Αυτό όχι μόνο είναι κρατική παρέμβαση, αλλά είναι σχεδόν εκβιασμός.

  8. @Κωνσταντίνος Κουκόπουλος

    Εχω πλήρη επίγνωση του δεδομένου ότι ένας libertarian από θέση αρχής θα αντιδρούσε στην άποψη ότι οι δυνάμεις της αγοράς και η απελευθέρωση τους είναι εκείνες που κυρίως συνετέλεσαν στην κρίση των τηλεπικοινωνιών, γιατί κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε πλήρη αντίφαση με την κοσμοθεωρία του περί καπιταλιστικής αγοράς, των λεπτών ισορροπιών της, κτλ. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Επί ευτών που γράφετε:

    1. «Καταρχάς δεν νομίζω ότι ο “κορεσμός στο GSM, η φούσκα του 3G και το WiFi” μπορούν με οσοδήποτε μεγάλη φαντασία να αποκαλεστούν “κρίση”.»

    Να σας υπενθυμίσω ότι εταιρίες όπως η Ericsson, η Lucent, η Μarconi, η Νortel, όχι μόνον ανακοίνωσαν την περίοδο εκείνη τεράστιες ζημιές και πτώση των πωλήσεων, με κυρίως προβληματικά τα τμήματα των ασύρματων επικοινωνιών τους, αλλά αναγκάστηκαν να απολύσουν μεγάλα ποσοστά του προσωπικού τους και να περιορίσουν δραστικά τις επενδύσεις τους. Μερικές από αυτές τις εταιρίες, όπως η Lucent και η Marconi, άγγιξαν τα όρια της χρεωκοπίας. Ενδεικτικά και μόνο, αντιγράφω από τον τύπο εκείνης της περιόδου – μπορούμε να γεμίσουμε σελίδες:

    «Swedish mobile phone and infrastructure company Ericsson yesterday shocked investors when it warned it will not make a profit this year and announced plans to cut a quarter of its workforce. The company, which is the world’s largest supplier of mobile phone networks, is also asking shareholders for £2.1bn to bolster its financial position in the face of the telecoms industry’s worst recession. Ericsson’s warning that it expects sales of equipment and phones to be lower. It added to the gloom spread by Finland’s Nokia, which last week said sales growth would be lower than expected. The sector was also unsettled by news of job losses at US networking group Lucent Technologies and Jabil Circuit, the company which makes equipment for Marconi. Ericsson said it expects sales of wireless networking equipment to fall more than 10% this year. Its initial expectation was that sales would be up to 10% lower. The company also trimmed its forecast for worldwide sales of mobile phones. It expects just over 400m phones to be sold in 2002 compared with its initial estimate of closer to 420m. Ericsson’s mobile networks business has suffered from a dramatic fall-off in orders for new systems as the world’s mobile phone operators conserve cash, while sales of new handsets have crashed as the market in parts of the world approaches saturation point.»

    Αν δείγματα από το τί συνέβη τότε, όπως τα παραπάνω, δεν στοιχειοθετούν κρίση, τότε μάλλον χρησιμοποιούμε διαφορετικές ερμηνείες του όρου.

    2. «Κατά δεύτερον, το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά κράτη ξεκίνησαν αγώνα δρόμου για τις άδειες 3G ώστε να πλουτίσουν (110 δισεκατομμύρια ευρώ συνολικά) πουλώντας αέρα κοπανιστό δεν ξέρω πως να το ερμηνεύσω διαφορετικά απ’ότι ως κρατική παρέμβαση.»

    Ο Martingale παράθεσε ορισμένα εύστοχα σχόλια επ΄ αυτού. Το φάσμα των συχνοτήτων δεν είναι αέρας κοπανιστός (εκτός αν πρόκειται για την ιδιωτική τηλεόραση και ραδιόφωνο στην Ελλάδα, που ίσως το εκλαμβάνει ώς έτσι και το καταπατά χωρίς άδειες και κανονισμούς), αλλά κοινωνική ιδιοχτησία, που το κράτος διαχειρίζεται και κατανέμει για εμπορική χρήση με βάση ορισμένους κοινά αποδεχτούς κανόνες και προδιαγραφές. Το αν οι Vodafone’s και οι BT’s αυτού του κόσμου, δηλαδή τηλεπικοινωνιακά μεγαθήρια με πολύχρονη εμπειρία στις επικοινωνίες, κατέβαλαν $δις για ένα κομμάτι αυτου του φάσματος, αυτό για μένα είναι ενδεικτικό της συμπεριφοράς του μεγάλου κεφάλαιου σε συνθήκες ταχείας ανάπτυξης της οικονομίας, οι οποίες ακολουθούν τεχνολογικά breakthroughs, και σύμπτωμα της άναρχης φύσης της καπιταλιστικής παραγωγής και αγοράς, αλλά σε καμιά περίπτωση αυτό που υπαινίσσεστε περί κρατικού παρεμβατισμού.

    3. «Όσον αφορά το κόστος των αδεσμοποιημένων στοιχείων δεν είπαμε να πληρώσει κανείς το “ιστορικό κόστος” αλλά τουλάχιστον να πληρώσει το πραγματικό marginal opportunity cost της πραγματικής (δηλαδή της ιστορικής) υποδομής και όχι το incremental cost ενός σύγχρονου, ιδεατού, τέλειου και βέλτιστα κατασκευασμένου δίκτυου.»

    Το κόστος που επωμίστηκε ο χρήστης σε καμιά περίπτωση δεν βασίστηκε στην απόσβεση ενός «σύγχρονου, ιδεατού, τέλειου και βέλτιστα κατασκευασμένου δίκτυου» αλλά ενός ρεαλιστικού δικτύου με εύκολα προσδιοριζόμενα Χ χρόνια απόσβεσης και Υ κόστος συντήρησης, που θα χτιζόταν με σύγχρονες, αλλά διαθέσιμες, τεχνολογίες. Αυτό που ισχυρίζεστε εσείς και o Gasman αποτελεί ουσιαστικά υπεκφυγή του θεμελιώδους ερωτήματος: «to unbundle or not to unbundle».

    Οι Bells (και η BT στην περίπτωση της Αγγλίας ή ο ΟΤΕ στης Ελλάδας), ως μονοπώλια, αντιδρούσαν στο παραπάνω ζητούμενο ή, αν επαφιόταν στις δικές τους ενέργειες (είναι, άραγε, η αυθόρμητη δράση τέτοιων μονοπωλίων οι δυνάμεις της αγοράς που υποδηλώνει ο Gasman και που θα τακτοποιούσαν τα πάντα στα μάτια του;), όχι μόνον απρόθυμα θα απελευθέρωναν το δίκτυο τους, αλλά και αν ήταν στο χέρι τους θα κοστολογούσαν τη χρήση του με τέτοιο τρόπο, ώστε να κατέπνιγαν οποιουσδήποτε νεοεισαχθέντες στην αγορά. Εκτός και αν κεφαλαιακός «ανταγωνισμός» δεν είναι η ουσία του συστήματος μας – και δεν το ξέρω. Το παράδειγμα της καθυστέρησης της διείσδησης του broadband internet στην Ελλάδα και ο αντιδραστικός ρόλος που έπαιξε ο ΟΤΕ νομίζω ότι είναι χαρακτηριστικό.

  9. Κουκ ξερεις κανενα να πουλαει οτιδηποτε προς «οφελος» της αγορας, γενικα προς οφελος καποιου? Ο καθενας πουλαει για το δικο του οφελος

    Η παρέμβαση συνίσταται ακριβώς στο ότι το κράτος ορίζει ποιός θα επιτραπεί να χρησιμοποιήσει το φάσμα και αυτή η παρέμβαση “τυχαίνει” κάκιστή όταν η επιλογή δεν γίνεται με βάση του ποιός μπαίνει στον κόπο να αξιοποιήσει ένα μέρος του φάσματος πρώτος αλλά με βάση του ποιός θα δώσει τα περισσότερα λεφτά στο κράτος.

    Με ποια βαση να γινεται ποιος ειναι ο πιο ομορφος? Οποιος εχει χρημα δινει ετσι ξερω οτι λειτουργουν οι αγορες.

    Αυτό όχι μόνο είναι κρατική παρέμβαση, αλλά είναι σχεδόν εκβιασμός.

    Τους ειχε κανεις κανα πολυβολο πανω απο το κεφαλι, οταν ανοητως τα εσκαγαμ. Γιατι δεν αναφερονται και παραδειγματα εταιρειων που δεν τα εσκασαν και βγηκαν κερδισμενες. Swiss telecom for instance

  10. Mα φυσικα και υπηρξε κριση στις τηλεπικοινωνιες χαρακτηριστικη ειναι η μειωση μεγεθων, η μειωση κεφαλαιοποιησης (σχετικο) και φυσικα μερικα μεγαλα σκασιματα τυπου Worldcom, Adelphia κλπ. Επισης σημαντικο γεγονος ειναι η απληστεια ουκ ολιγων CEO που φουσκωναν τα κερδη των εταιρειων τους για να τσεπωσουν απο τα στοκ οψιονς

  11. rebel: καταρχάς ο Gasman δεν λέει «to bundle or not to unbundle», μάλιστα αναγνωρίζει ότι ένα λογικό καθεστώς unbundling για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα (πρότεινε μέχρι το 2006) θα έκανε ακριβώς ότι χρειάζονταν για να ενθαρρύνει τον ανταγωνισμό χωρίς να αποθαρρύνει την κατασκευή νέων δικτύων από τους ανταγωνιστές. Όμως παρατηρεί ταυτόχρονα με πικρία ότι ενώ το unbundling (που για λόγους αρχής είναι ύποπτο) έγινε αναγκαίο λόγω των κρατικών «αμαρτιών» του παρελθόντος, το ίδιο κράτος χρησιμοποίησε αυτή την αναγκαιότητα για να διαπράξει και άλλες αμαρτίες το 1996, και αυτό είναι χαρακτηριστική κρατική και γραφειοκρατική συμπεριφορά.

    Συνεπώς εσύ είσαι που υπεκφεύγεις της κριτικής του Gasman και του Kahn για το TELRIC και τις άλλες πρακτικές του τότε FCC. Το TELRIC αγνοεί εντελώς όλες τις αναποδοτικότητες της αγοράς και καταλήγει να παράγει τις φθηνότερες τιμές «κόστους» από οποιοδήποτε παρόμοιο σύστημα παγκοσμίως. Συνδιασμένο με την απεριόριστη χρονική ισχύ αυτού του κανόνα το αποτέλεσμα είναι ολέθριο. Ίσως το TELRIC μόνο του να μην είχε τόσο άσχημα αποτελέσματα εάν ταυτόχρονα με την διάθεση στοιχείων σε αυτές τις τιμές δίνονταν και το κίνητρο στους νεοεισαχθέντες να χρησιμοποιήσουν την μεγάλη έκπτωση που θα τους παρέχονταν για περιορισμένο χρονικό διάστημα για να κτίσουν τα δικά τους δίκτυα.

    Επίσης η συμβολή του ΟΤΕ στην καθυστέρηση διείσδυσης του broadband στην Ελλάδα (αφενός λόγω της μονοπωλιακής του θέσης και αφετέρου διότι δεν έχει λόγο να βιάζεται να δώσει «τσάμπα» τον εξοπλισμό του στους ανταγωνιστές του) είναι μικρότερη απ’ότι συχνά υποθέτεται. Εξίσου σημαντικοί (ή και σημαντικότεροι) λόγοι είναι η κακή επιχειρηματική ποιότητα των ανταγωνίστριων εταιριών (θυμάστε την Intraconnect?) και το ηλίθιο ρυθμιστικό πλαίσιο της ΕΕΤΤ. Ελάχιστες από τις νέες εταιρίες δείχνουν ίχνος σοβαρότητας στην ανάπτυξη της επιχείρησης τους και βασίζονται ακόμα και σε παραθυράκια του ρυθμιστικού πλαίσιου για να γλιτώσουν δυο-τρία ευρώ με το να κάνουν «τράμπες» με τους πελάτες του ΟΤΕ που προκαλούν πολύ μεγαλύτερες καθυστερήσεις απ’ότι μπορεί ο ίδιος ο ΟΤΕ να κάνει.

    Για την κρίση με τα ασύρματα, δεν διαφωνώ ότι υπήρξαν λανθασμένες προβλέψεις και κατά συνέπεια απώλειες, όμως αυτά που περιγράφεται δεν είναι «κρίση» όπως ήταν κρίση το σπάσιμο της φούσκας στις ΗΠΑ. Καμμία μεγάλη εταιρία δεν χρεωκόπησε, κανείς μεγαλο-CEO δεν μπήκε στην φυλακή. Θα πρόσθετα ότι ήταν επίσης μια «κρίση» που επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την πραγματική κρίση της άλλης μεριάς του Ατλαντικού.

    Martingale, μάλλον δεν κατάλαβες τι συζητάμε, εγώ ισχυρίζομαι ότι δεν είχαμε κρίση στην περίπτωση των 3G (όπως λες και εσύ κάποιοι δεν τα πήγαν και άσχημα), ενώ δέχομαι φυσικά ότι υπήρχε κρίση στην Αμερική με WorldCom κ.λπ. όπου τα πράγματα πήγαν γενικώς στο διάολο.

    Επίσης αντιπαρέρχομαι την υπόννοια του rebel ότι επειδή είμαι libertarian τα βλέπω όλα όπως τα θέλω και λέω ότι και εσείς φαίνεται πεποισμένος στο να τα ρίχνετε όλα «στην άναρχη φύση της αγοράς» ενώ είναι φανερό ότι όταν πωλείται με δημοπρασία ένα αγαθό που είναι τεχνητά μονοπώλιο δεν μιλάμε ακριβώς για ελεύθερη αγορά. Εν πάση περίπτωση εγώ δεν αντιλέγω αυτή την στιγμή ότι είναι λάθος να διαχειρίζεται το κράτος το φάσμα, αλλά παρατηρώ ότι εφόσον το διαχειρίζεται α) έχουμε de facto κρατική παρέμβαση και β) ότι η πλειοδοσία χωρίς να δίνεται ο καιρός για να λάβει η αγορά τα απαραίτητα σήματα περί υποδομών και χωρητικότητας της αγοράς είναι μια περίπτωση κακής κρατικής παρέμβασης.

    Τι εναλλακτικές υπάρχουν; Δεν είμαι οικονομολόγος αλλά ξέρω ότι υπάρχουν και τα λεγόμενα beauty contests όπου η τιμή της άδειας είναι σταθερή και η αδειοδότηση εξαρτάται και από το τι υποδομές θα χτίσει ο αδειοδοτούμενος.

    Αλλά εν τέλη αυτό που θα προτιμούσα εγώ είναι η υπόσχεση από το κράτος ότι οποιαδήποτε νόμιμη χρήση του φάσματος είναι αποδεκτή εφόσον δηλαδή δεν καταπατάται κάποιος άλλος. Με λίγα λόγια θέλω το κράτος να υποσχεθεί ότι δεν θα εμποδίσει κανέναν που έχει βρεθεί στην θέση να αξιοποιήσει το φάσμα, να σταματήσει δηλαδή το κράτος να «αδειοδοτεί» την χρήση του φάσματος και απλά να «ποινικοποιεί» την αποδεδειγμένα βλαβερή (προς τρίτους) χρήση του. Έτσι θα μπορούσε να λειτουργήσει η αγορά του φάσματος πολύ πιο αποδοτικά από οτιδήποτε θα μπορούσε να υλοποιήσει οποιοσδήποτε γραφειοκράτης. Δεν βλέπω κανένα λόγος γιατί το φάσμα δεν μπορέι να κατανεμηθεί ελεύθερα στην βάση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων που προκύπτουν από τον κανόνα της πρώτης χρήσης.

  12. Δηλαδη να δινει τζαμπα δημοσιο αγαθο με την ελπιδα οτι καποιος ειναι καλος και αν τα κανει μανταρα να του δωσει ποινη? Μα ποιος γραφειοκρατης παρεμβαινει στην αδειοδοτηση εφοσον ειναι πλειοδοτικος διαγωνισμος?

  13. @Koukopoulos

    Θα ήθελα να σημειώσω ότι ακόμα και το 1996 υπήρχε overcapacity στο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο, δηλαδή η χωρητικότητα τουλάχιστον του backbone του δικτύου ήταν υπεραρκετή για να καλύψει μετάδοση πολλαπλάσιων όγκων πληροφορίας. Δεν φαντάζομαι ότι κανένας επενδυτής, όσο μεγάλα κεφάλαια και να διέθετε, θα επιχειρούσε κατασκευή του κορμού νέων δικτύων, αλλά μόνον ανάπτυξη δικτύων χαμηλότερου επιπέδου, δηλαδή επιπέδου LAN, WLL, κτλ, πράγμα που σε ένα μεγάλο βαθμό συνέβη. Συνεπώς, αυτό που λέτε «χωρίς να αποθαρρύνει την κατασκευή νέων δικτύων από τους ανταγωνιστές» και αν εννοείτε τον κορμό του τηλεπικοινωνιακού δικτύου (και ο οποίος κορμός ουσιαστικά ενοικιάστηκε), δεν είχε οικονομική βάση στη συγκεκριμένη πραγματικότητα και δεν απευθύνεται σε σώους στο νου «ανταγωνιστές».

    Εν πάσει περιπτώσει, οι απόψεις μας δεν συγκλίνουν. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι πίσω από την πραγματική και παγκόσμια κρίση των τηλεπικοινωνιών (όσο για το «κρίση», ο ίδιος ο Gasman αφήνει να εννοηθεί το μέγεθος της από τον τίτλο και μόνο του άρθρου του) οι κύριες αιτίες ήταν η περαιτέρω αλόγιστη αύξηση της capacity, με βάση παράλογα σενάρια ανάπτυξης του ιντερνετ και των κινητών επικοινωνιών και τη συναφή μυθολογία των cash flows και present values, και η υπερπαραγωγή αγαθών και υπηρεσιών από παλιούς και νέους κεφαλαιοκράτες στις επικοινωνίες. Αλλά η λογική, δυστυχώς, δεν είναι από τα κύρια χαρακτηριστικά του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, και μάλλον παραβλέπεται ή θυσιάζεται στο βωμό του κέρδους και της συσσώρευσης.

  14. rebel, κάνεις λάθος. Δεν είναι ο κορμός που ήταν ο στόχος της αποδεσμοποίησης αλλά το local loop. Έχοντας ήδη διαχωριστεί η AT&T σε εταιρίες long distance και local service υπήρχε ήδη ανταγωνισμός στα long distance αλλά η εξάρτηση του πελάτη από το local loop ήταν αυτή που προκαλούσε τα περισσότερα προβλήματα στον ανταγωνισμό.

    Επίσης, επιμένεις να υποννοείς ότι θεωρώ την κρίση στις ΗΠΑ ελλάσωνος σημασίας, ενώ στην πραγματικότητα δεν είπα ποτέ τέτοιο πράγμα. Εάν αναφέρθηκα σε κρίση με εισαγωγικά το έκανα αφού έφερες τα 3G δίκτυα στην Ευρώπη σαν παράδειγμα αυτοφυούς «κρίσης», το οποίο επιμένω ότι δεν είναι στα ίδια επίπεδα και ίδιας σημασίας με αυτό που συνέβει στις ΗΠΑ.

    Τέλος, δεν αρνούμαι α) ότι τα παράλογα σενάρια ανάπτυξης υπήρξαν και αυτά αιτία της κρίσης αλλά επισημαίνω ότι αυτά τα παράλογα σενάρια ανάπτυξης ξεκίνησαν από το κράτος και όχι από την αγορά και β) είναι εντελώς παράλογο (αφού κόπτεσαι για την λογική) να πιστεύεις ότι μια απλή μυθολογία μπορούσε να αποτελέσει από μόνη της ικανή αιτία ώστε να συμβεί μια τέτοια οικονομική αλλαγή. Είναι προφανές ότι υπήρξε μυθολογία (σπονσοραρισμένη από τον Al Gore και τους φίλους του) αλλά επίσης είναι προφανές ότι υπήρξε και πολιτική πράξη (επίσης σπονσοραρισμένη) που εμπνεύστηκε από την μυθολογία και που αποτέλεσε την πραγματική και ουσιώδη αιτία της κρίσης.

Σχολιαστε