Μεγάλες Επιχειρήσεις και Μεγάλο Κράτος

Ιούν 15th, 2007 | | Κατηγορία: Μεταφράσεις, Οικονομικά, Πολιτική | Email This Post Email This Post | Print This Post Print This Post |


του Timothy P. Carney1

Οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν υπερβολικά μεγάλη επιρροή στην Ουάσινγκτον, σύμφωνα με το 90% των Αμερικανών σε μια δημοσκόπηση του Δεκεμβρίου 2005.

Κάθε εβδομάδα, οι ειδήσεις αποκαλύπτουν κάποιο σκάνδαλο με πολιτικούς, λομπίστες, εταιρικό χρήμα και κατηγορίες διαφθοράς. Οι διευθύνοντες σύμβουλοι έχουν συναντήσεις με γερουσιαστές, γραμματείς υπουργείων, και προέδρους. Οι συντάκτες νόμων και οι γραφειοκράτες περνούν και ξαναπερνούν την περιστρεφόμενη πόρτα μεταξύ κυβέρνησης και εταιρικών λόμπι. Ό,τι κι αν συμβαίνει πίσω από κλειστές πόρτες μεταξύ των διευθύνοντων συμβούλων και των γερουσιαστών, δεν μπορεί να είναι κάτι καλό, διαφορετικά οι πόρτες δε θα ήταν κλειστές.

Λοιπόν, τι κάνουν οι μεγάλες εταιρίες με όλη αυτήν την επιρροή; Υπάρχουν πολλές υποθέσεις για τη δραστηριότητα των μεγάλων επιχειρήσεων στην Ουάσινγκτον. Το 2003, ένας συγγραφέας δήλωνε κατηγορηματικά ότι “Όταν οι επιχειρήσεις ασκούν πίεση στις κυβερνήσεις, ο συνήθης τους στόχος είναι να αποφύγουν κάποιες ρυθμίσεις”.

Αυτή η δήλωση αντικατοπτρίζει τη συμβατική αντίληψη ότι η κρατική δραστηριότητα προστατεύει τους απλούς ανθρώπους με το να θέτει περιορισμούς στις μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες, με τη σειρά τους, θέλουν να τους αποφύγουν. Ο ιστορικός Arthur Schlesinger διατύπωσε μια παρόμοια θέση: “Η αριστερά2 στην Αμερική [η επέκταση του κράτους πρόνοιας και της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία] είναι παραδοσιακά το κίνημα εκ μέρους των άλλων τομέων της κοινωνίας να περιορίσουν τη δύναμη της επιχειρηματικής κοινότητας”. Τα γεγονότα δείχνουν όμως σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση:

– Η Enron ήταν ένας ακούραστος συνήγορος των αυστηρών ενεργειακών ρυθμίσεων που υποστηρίζονταν από τους οικολόγους. Η Enron, επίσης, χρησιμοποίησε την επιρροή της στην Ουάσινγκτον ώστε κάποιοι laisser-faires γραφειοκράτες να μείνουν εκτός των ομοσπονδιακών επιτροπών που ρυθμίζουν τη βιομηχανία ενέργειας.

– Η Philip Morris έχει υποστηρίξει σθεναρά τις αυξημένες ομοσπονδιακές ρύθμισεις για τον καπνό και τη διαφήμιση του καπνού. Εν τω μεταξύ, οι πολιτειακές κυβερνήσεις που μήνυσαν τη Big Tobacco εργάζονται τώρα για να προστατεύσουν τις ίδιες τις μεγάλες καπνοβιομηχανίες από τον ανταγωνισμό και τις μηνύσεις.

– Μια πρόσφατη φορολογική αύξηση πέρασε στη Βιρτζίνια χάρη στην ακούραστη υποστήριξη της τοπικής επιχειρηματικής ηγεσίας και οι μεγάλες εταιρίες έχουν μακρά ιστορία στην υποστήριξη φορολογικών αυξήσεων.

– Η General Motors παρείχε κρίσιμη υποστήριξη σε νέους αυστηρούς κανονισμούς για την καθαρότητα του αέρα, οι οποίοι εκτόξευσαν τα καθαρά κέρδη της εταιρίας.

Ο Μεγάλος Μύθος

Ο μύθος ότι οι μεγάλες εταιρίες και το μεγάλο κράτος είναι αντίπαλοι, ότι οι μεγάλες εταιρίες θέλουν μικρό κράτος, είναι ευρέως διαδεδομένος και καλά ριζωμένος.

Το 1935, μια στήλη από τη Chicago Daily Tribune διατύπωσε τη θέση ότι η ψήφος κατά του Franklin D. Roosevelt ήταν ψήφος υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων. “Υπό την καθοδήγηση του Προέδρου”, έγραφε η στήλη, “οι New Dealers έχουν αποδεχτεί την πρόκληση, σίγουροι ότι ο λαός θα απορρίψει τις οργανωμένες εταιρίες και θα ταχθεί εκ νέου υπέρ του προγράμματος του Roosevelt”. Όμως, τρεις μέρες νωρίτερα, ο πρόεδρος του Εμπορικού Συνδέσμου και ένα σύνολο άλλων εταιρικών ηγεσιών συναντήθηκε με τον Roosevelt για να υποστηρίξει την επέκταση του New Deal.

Ο μύθος ότι οι μεγάλες εταιρίες και το μεγάλο κράτος είναι αντίπαλοι, ότι οι μεγάλες εταιρίες θέλουν μικρό κράτος, είναι ευρέως διαδεδομένος και καλά ριζωμένος

Σχεδόν 70 χρόνια αργότερα, ο αρθρογράφος των New York Times Paul Krugman επιτέθηκε στην κυβέρνηση του George W. Bush: “Οι καινούριοι (ενν. η νέα κυβέρνηση) είναι παραδοσιακοί συντηρητικοί: θεωρούν το πολύ μεγάλο κράτος ρίζα όλων των δεινών, πιστεύουν πως ό,τι είναι καλό για τις μεγάλες εταιρίες είναι πάντα καλό για την Αμερική και νομίζουν ότι η απάντηση σε κάθε πρόβλημα είναι να κόβεις φόρους και να επιτρέπεις περισσότερη ρύπανση”. Την ίδια ώρα, οι “μεγάλες εταιρίες” απέναντι, στη Virginia, κλιμάκωναν την καμπάνια τους για αύξηση φόρων και η Enron ασκούσε πιέσεις μέσω λόμπι στους στενότερους συμβούλους του Bush ώστε να υποστηρίξει το πρωτόκολλο του Κυότο για την κλιματική αλλαγή.

Μήνες μετά, όταν η Enron κατέρρευσε, κάποιοι αρθρογράφοι απέδωσαν τη διαφθορά της εταιρίας στον “άναρχο καπιταλισμό” και βεβαίωσαν ότι “το σκάνδαλο της Enron δείχνει καθαρά πως η απεριόριστη ελεύθερη αγορά δε δουλεύει”. Στην πραγματικότητα, η Enron αναπτύχθηκε σε έναν κόσμο γεμάτο κανονισμούς και παρακαλούσε για κρατικές απαλλαγές σε κάθε στροφή.

Όταν οι σχολιαστές προσέχουν ότι οι επιχειρήσεις επιδιώκουν περισσότερες ομοσπονδιακές ρυθμίσεις, το καταγράφουν ως εξαίρεση.

Στην πραγματικότητα, η Enron αναπτύχθηκε σε έναν κόσμο γεμάτο κανονισμούς και παρακαλούσε για κρατικές απαλλαγές σε κάθε στροφή

Όταν μια ρεπόρτερ της Washington Post έγραψε το 1987 πως οι αερογραμμές ζητούσαν βοήθεια από το Κογκρέσσο, σχολίασε: “Τον τελευταίο μήνα, όταν η αεροπορική βιομηχανία βρέθηκε να καταδιώκεται από πολιτειακούς ελεγκτές που προσπαθούσαν να αστυνομεύσουν την αεροπορική διαφήμιση, έψαξε για βοήθεια σε ένα απίθανο μέρος – την Ουάσινγκτον”.

Στην πραγματικότητα, τον περασμένο αιώνα όλο και περισσότερες επιχειρήσεις έχουν βασιστεί στο μεγάλο κράτος για υποστήριξη.

Η Ιστορία των Μεγάλων Επιχειρήσεων είναι η Ιστορία του Μεγάλου Κράτους

Καθώς η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει μεγενθυνθεί σταδιακά τις τελευταίες δεκαετίες, κάθε σημαντική εισαγωγή κυβενητικής ρύθμισης, φορολογίας και δαπανών έχει γίνει προς όφελος μεγάλων επιχειρήσεων. Ας αρχίσουμε με την ίσως περισσότερο παρεξηγημένη περίοδο της κρατικής παρέμβασης, την Προοδευτική Εποχή από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι το ξεκίνημα του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο Πρόεδρος Theodore Roosevelt απεικονίζεται συνήθως ως ένας ήρωας αυτού του επεισοδίου της Αμερικανικής ιστορίας και της διάλυσης των μονοπωλίων ως βασικού σημείου του σχεδίου. Τα βιβλία ιστορίας διδάσκουν ότι ο Teddy ενδυνάμωσε την ομοσπονδική κυβέρνηση και το Λευκό Οίκο σε μια σταυροφορία για να κάμψει τις καταχρήσεις των μεγάλων επιχειρήσεων της Χρυσής Εποχής.

Μια προσεκτική μελέτη της κληρονομιάς του Roosevelt και της Προοδευτικής νομοθεσίας και των ρυθμίσεων της, παράγει μια πολύ διαφορετική αντίληψη και δείχνει πως η εμπειρία με το κρέας – οι μεγάλες επιχειρήσεις να αναζητούν προστασία από το μεγάλο κράτος – ήταν ένα επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Ο Roosevelt επέκτεινε την εξουσία της Washington, συχνά με το στόχο και το αποτέλεσμα να βοηθάει τους χοντρότερους από τους χοντρούς γάτους.

Τα σημερινά βιβλία ιστορίας αποδίδουν τα εύσημα στον αποκαλυπτικό δημοσιογράφο Upton Sinclair για τις μεταρρυθμίσεις στη συσκευασία κρέατος. Ο Sinclair, όμως, απέρριψε τον έπαινο. “Ο Ομοσπονδιακός έλεγχος του κρέατος εγκαθιδρύθηκε, ιστορικά, ως αίτημα των συσκευαστών”, έγραψε το 1906 σε ένα περιοδικό. “Διατηρείται και πληρώνεται από το λαό των ΗΠΑ για χάρη των συσκευαστών”.

Ο Gabriel Kolko, ιστορικός της εποχής, συμφωνεί. “Η πραγματικότητα, φυσικά, είναι ότι οι μεγάλοι συσκευαστές ήταν ένθερμοι φίλοι των ελέγχων, ειδικά όταν αυτοί επηρέαζαν τους αναρίθμητους μικρούς ανταγωνιστές”. Όπως κι έγινε, ο Thomas E. Wilson, μιλώντας εκ μέρους των ίδιων μεγάλων συσκευαστών που είχε κατηγορήσει ο Sinclair, κατέθεσε σε μια επιτροπή του Κογκρέσσου εκείνο το καλοκαίρι “Είμαστε και πάντα ήμαστε υπέρ της επέκτασης του ελέγχου, καθώς και της υιοθέτησης υγιονομικών κανονισμών που θα εξασφαλίσουν τις καλύτερες δυνατές συνθήκες”. Οι μικροί συσκευαστές, όπως φάνηκε, θα ένιωθαν τα ρυθμιστικά εμπόδια περισσότερο από τους μεγάλους.

Σκεφτείτε την ιστορία ενός από τα πιο διάσημα μονοπώλια στην αμερικάνικη παράδοση: US Steel (Αμερικάνικος Χάλυβας).

Κατά τις δεκαετίες του 1880 και 1890, ταχείες συγχωνεύσεις δημιούργησαν το εταιρικό μαμούθ US Steel στη θέση 138 χαλυβουργικών. Τα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα, όμως, η US Steel είδε τα κέρδη της να πέφτουν. Η ανασφάλειά της έφερε μία σημαντικότατη συνάντηση.

Στις 21 Νοεμβρίου 1907, στο πολυτελές Waldorf-Astoria της Νέας Υόρκης, 49 ηγετικά στελέχη των μεγαλύτερων χαλυβουργικών συναντήθηκαν για δείπνο. Οικοδεσπότης ήταν ο πρόεδρος της US Steel, δικαστής Elbert Gary. Η συνάντηση, το πρώτο από τα “δείπνα του Gary”, γινόταν με την ελπίδα να φέρει τη “συμφωνία κυρίων” ενάντια στη μείωση των τιμών του χάλυβα. Στη δεύτερη συνάντηση, μερικές εβδομάδες αργότερα, “κάθε παρών κατασκευαστής είχε την άποψη ότι καμιά ανάγκη ή αιτία δεν υπάρχει γα τη μείωση των τιμών προς το παρόν”, ανέφερε ο Gary.

Οι μεγάλοι συναντιόταν ανοικτά – με τους υπεύθυνους του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Teddy Roosevelt παρόντες – για να καθορίσουν τις τιμές.

Αλλά το σχέδιο δε δούλεψε. “Το Μάη του 1908”, γράφει ο Kolko, “εμφανίστηκαν πάλι ρωγμές στο ενωμένο μέτωπο των χαλυβουργικών”. Κάποιοι κατασκευαστές υπέσκαπταν τη συμφωνία ρίχνοντας τις τιμές. “Μετά τον Ιούνιο του 1908, η συμφωνία του Gary ίσχυε πιο πολύ τυπικά παρά στην πράξη. Οι μικρότερες χαλυβουργικές άρχισαν να μειώνουν τις τιμές”. H US Steel έχασε μερίδιο της αγοράς κατά αυτό το διάστημα, που ο Kolko αποδίδει στον “τεχνολογικό της συντηρητισμό και την έλλειψη ευέλικτης ηγεσίας”. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Kolko, “η US Steel δεν είχε ποτέ κάποιο τεχνολογικό πλεονέκτημα, όπως συνέβαινε συχνά με τη μεγαλύτερη εταιρία σε άλλες βιομηχανίες”.

Ενώ οι οικονομίες μεγάλου μεγέθους επιτρέπουν στους εταιρικούς γίγαντες να έχουν πιο ευέλικτα οικονομικά και να μπορούν να ρίχνουν τα κόστη τους, το μεγάλο μέγεθος επίσης συνήθως δημιουργεί εσωστρέφεια και δυσκινησία

Με αυτόν τον τρόπο, η ελεύθερη αγορά δρα ως εξισορροπιστής. Ενώ οι οικονομίες μεγάλου μεγέθους επιτρέπουν στους εταιρικούς γίγαντες να έχουν πιο ευέλικτα οικονομικά και να μπορούν να ρίχνουν τα κόστη τους, το μεγάλο μέγεθος επίσης συνήθως δημιουργεί εσωστρέφεια και δυσκινησία. Η US Steel είδε τον εαυτό της ως ευπαθή γίγαντα, απειλούμενο από την “άγρια” ελεύθερη αγορά και οι αποτυχημένες προσπάθειες του Gary να αναδιοργανώσει τη βιομηχανία άφησαν μόνο μια γραμμή άμυνας. “Έχοντας αποτύχει στον τομέα των οικονομικών”, γράφει ο Kolko, “οι προσπάθειες της ομάδας US Steel θα μεταφέρονταν στην πολιτική”.

Πράγματι, στις 15 Φεβρουαρίου 1909, ο Andrew Carnegie, μεγιστάνας της χαλυβουργικής βιομηχανίας, έγραψε ένα γράμμα στους New York Times τασσόμενος υπέρ του “κυβερνητικού ελέγχου” του χάλυβα. Δύο χρόνια αργότερα, ο Gary απάντησε σε αυτήν την άποψη σε μια επιτροπή του Κογκρέσσου: “Πιστεύω ότι πρέπει να φτάσουμε σε υποχρεωτική δημοσιότητα και κυβερνητικό έλεγχο… ακόμα και στις τιμές”.

Όταν έφτασε η σειρά του ελέγχου των σιδηρογραμμών από τη Διαπολιτειακή Αρχή Εμπορίου, οι σιδηροδρομικές εταιρίες ήταν ανάμεσα στους πρώτους υποστηρικτές. Οι συντάκτες της Wall Street Journal αναρωτιόταν για αυτήν την εξέλιξη και έγραψαν στο editorial του φύλλου της 28ης Δεκεμβρίου 1904:

Δεν υπάρχει τίποτα πιο αξιοσημείωτο από το γεγονός ότι η πρόταση του Προέδρου Roosevelt υπέρ των κυβερνητικών ρυθμίσεων των σιδηροδρομικών τιμών και η πρόταση του Εταιρικού Παρατηρητή [James R.] Garfield υπέρ του ομοσπονδιακού ελέγχου των διαπολιτειακών εταιριών έχουν γίνει δεκτές με τόση θέρμη από τους διοικητές των σιδηροδρομικών και βιομηχανικών εταιριών.

Για μια ακόμη φορά, οι μεγάλες εταιρίες ευνόησαν την εμπλοκή του κράτους στην επιχειρηματική δραστηριότητα και, για μια ακόμη φορά, οι δημοσιογράφοι ξαφνιάστηκαν.

Για να μεταφερθούμε στην αναλογία με τους Baptists και τους Bootleggers, οι σκανδαλοθηρικοί δημοσιογράφοι όπως ο Sinclair ήταν οι βαπτιστές, έχοντας αλτρουιστικά ηθικά αίτια για τον κρατικό έλεγχο, και οι μεγάλοι συσκευαστές κρέατος, σιδηροδρομικές εταιρίες και εταιρίες χάλυβα ήταν οι Bootleggers, που προσπαθούσαν να γίνουν πλούσιοι από τους κυβερνητικούς περιορισμούς στον επιχειρηματικό τους κλάδο. Ο Roosevelt είχε συμμαχήσει με τους Bootleggers, τους μεγάλους συσκευαστές κρέατος στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για να επιβάλλει ομοσπονδιακές ρυθμίσεις, βρήκε στο πρόσωπο του Sinclair έναν προσωρινό σύμμαχο. Ο Roosevelt δεν είχε πολλά καλά να πει για τον Sinclair και το συνάφι του – αποκαλούσε τον Sinclair “περίεργο”.

Αυτή η πληθώρα στοιχείων οδήγησε τον Kolko, που δεν ήταν εκ προοιμίου αντίθετος στην κυβερνητική παρέμβαση, να καταλήξει: “Το κυρίαρχο γεγονός της αμερικάνικης πολιτικής ζωής στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις οδηγούσαν τον αγώνα για ομοσπονδιακές ρυθμίσεις στην οικονομία”. Με τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο στην επόμενη γωνία, αυτό το “κυρίαρχο γεγονός” δε θα άλλαζε.

Οι άνθρωποι που συγκεντρώθηκαν στο Υπουργείο Πολέμου στις 6 Δεκεμβρίου 1916, συνέθεταν μια καταπληκτική αντίθεση. Ο ηγέτης των εργατών Samuel Gompers καθόταν στο ίδιο τραπέζι με τον Πρόεδρο Woodrow Wilson και πέντε μέλη της κυβέρνησής του.

Μαζί με τον Gompers και εκείνους τους Δημοκρατικούς πολιτικούς ήταν ο Daniel Willard, πρόεδρος των σιδηροδρόμων της Βαλτιμόρης και του Οχάιο, ο Howard Coffin, πρόεδρος της Hudson Motor Corporation, ο Bernard Baruch, οικονομολόγος της Wall Street, ο Julius Rosenwald, πρόεδρος της Sears, Roebuck και μερικοί άλλοι. Αυτή η περίεργη συγκέντρωση ήταν η πρώτη συνάντηση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (CND) , που σχηματίστηκε από τον Πρόεδρο Wilson και το Κογκρέσσο ως μέσο για την οργάνωση “όλου του βιομηχανικού μηχανισμού… κατά τον πιο αποτελεσματικό τρόπο”.

Οι επιχειρηματίες σε αυτή τη συνάντηση του 1916 είχαν όνειρα για το CND που πήγαιναν πιο μακριά από την επικείμενη εμπλοκή της Αμερικής στο Μεγάλο Πόλεμο, τόσο σε εύρος όσο και σε διάρκεια. “Ελπίζουμε”, είχε γράψει ο Coffin σε ένα γράμμα στους DuPonts μέρες πριν τη συνάντηση, “ότι μπορεί να βάλουμε τα θεμέλια για αυτή τη σφιχτή βιομηχανική, πολιτική και στρατιωτική δομή, που κάθε σκεπτόμενος Αμερικανός συνειδητοποιεί πως είναι ζωτική για το μέλλον αυτής της χώρας, για την ειρήνη και το εμπόριο, όχι λιγότερο απ’ όσο για έναν πιθανό πόλεμο”.

Το CND, αφότου άρχισε το έργο του κυβερνητικού ελέγχου στη βιομηχανία, παρέδωσε πολλές από τις αρμοδιότητές του στο νέο Επιτελείο Βιομηχανιών Πολέμου (WIB) τον Ιούλιο του 1917. Αυτή η συμμαχία βιομηχανίας και κρατικής ηγεσίας πήρε σταδιακά τον έλεγχο όλων των τομέων της οικονομίας. Το WIB και ο ιστορικός Grosvenor Clarkson δήλωσαν ότι το WIB μαχόταν για “τη συγκέντρωση του εμπορίου, της βιομηχανίας και όλων των κυβερνητικών δυνάμεων”. O Clarkson πανηγύριζε ότι “ το WIB εξέτεινε τις κεραίες του στα ενδότερα της βιομηχανίας… Δεν έχει υπάρξει ποτέ τέτοια προσέγγιση προς τη συνολική γνώση των επιχειρηματικών δρώμενων μιας ηπείρου”.

Οι στόχοι των επιχειρήσεων στο WIB ήταν πολύ υψηλότερες από κυβερνητικά συμβόλαια και σίγουρα οι επιχειρήσεις δεν έκαναν λόμπι για laissez-faire. Όπως το θέτει ο Clarkson, “ο επιχειρηματικός κόσμος θέλησε την ίδια του την παράδοση, έφτιαξε τις αλυσίδες, και αστυνόμευσε την ίδια του την ύπαρξη”. Ο εταιρικός κόσμος, πρακτικά, φώναζε στην Washington, “Ελέγξτε μας!”. Οι εταιρίες κάλεσαν την κυβέρνηση να ελέγξει τα ωράρια των εργατών και τους μισθούς καθώς και τις λεπτομέρειες της παραγωγής.

Μια δεκαετία αργότερα ο Herbert Hoover εφάρμοσε και πάλι την ίδια πολιτική. Στο ενεργητικό του Hoover καταγράφτηκε το να μην αφήνει τις επιχειρήσεις να λειτουργήσουν μόνες και το να κάνει την κυβέρνηση μέρος του παιχνιδιού. Ως υπουργός εμπορίου τη δεκαετία του 1920, συνέβαλε στη δημιουργία καρτέλ σε πολλές αμερικάνικες βιομηχανίες, μεταξύ των οποίων στον καφέ και τα ελαστικά. Στο όνομα της οικονομίας σε ενέργεια, ο Hoover “συνεργάστηκε με μια αυξανόμενη πλειονότητα της βιομηχανίας πετρελαίου για περιορισμούς στην παραγωγή πετρελαίου”, σύμφωνα με τον ιστορικό της οικονομίας Murray Rothbard.

Στο Λευκό Οίκο (όπου τα βιβλία οικονομίας τον απεικονίζουν ως σκληρό και άκομψο εφαρμογέα του laissez-faire), ο Hoover αντέδρασε στην εμφάνιση της Μεγάλης Ύφεσης πιέζοντας τις μεγάλες επιχειρήσεις να ηγηθούν στο πάγωμα των μισθών, αποτρέποντας την πτώση που άλλες υφέσεις είχαν φέρει. Ο Henry Ford, ο Pierre DuPont, ο Julius Rosenwald, ο πρόεδρος της General Motors Alfred Sloan, ο πρόεδρος της Standard Oil και πρόεδρος της General Electric Owen D. Young αγκάλιασαν την πολιτική συγκράτησης των μισθών καθώς η οικονομία έπεφτε.

Ο Hoover παίνεψε τη συνεργασία τους ως “πρόοδο στην όλη ιδέα της σχέσης των επιχειρήσεων με τη δημόσια πρόνοια […] κάτι που απείχε μακράν από την ανεξέλεγκτη και κανιβαλιστική συμπεριφορά του […] επιχειρηματικού κόσμου τριάντα ή σαράντα χρόνια πριν.”

Πριν τον FDR, ο Hoover έθεσε της βάσεις για το New Deal με την Εταιρία Διαχείρησης για την Επανοικοδόμηση (Reconstruction Finance Corporation – RFC). Η RFC επέκτεινε τα κυβερνητικά δάνεια στις τράπεζες και τους σιδηροδρόμους. Ο πρόεδρος της RFC ήταν ο Eugene Meyer, επίσης πρόεδρος της Federal Reserve. Ο κουνιάδος του Meyer ήταν ο George Blumenthal, ένας διευθυντής της J.P. Morgan & Co., που είχε μεγάλα μερίδια σε σιδηροδρoμικές εταιρίες.

Από το New Deal και έπειτα

Πάνω στα θεμέλια που έθεσαν οι Προοδευτικοί, Wilson και Hoover, η συμμαχία των μεγάλων εταιρειών και του μεγάλου κράτους συνεχίστηκε για όλον τον 20ό αιώνα.

– Ο Franklin D. Roosevelt υλοποίησε το ίδιο είδος κρατικών ελέγχων στην οικονομία κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου που είχε εφαρμόσει και ο Wilson κατά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, μαζί με περιορισμούς στην ιδιοκτησία αγαθών και ελέγχους τιμών. Οι μεγάλες εταιρείες κέρδισαν από την ελεγχόμενη οικονομία με τον ίδιο περίπου τρόπο που το είχαν κάνει και υπό την προεδρία του Wilson.

– Ο Πρόεδρος Harry Truman ήθελε η ομιλία του Υπουργού Εξωτερικών, στις 5 Ιουνίου 1947, στην τελετή αποφοίτησης στο Harvard, να μη θίξει το θέμα για την ανοικοδόμηση της Ευρώπης. Η επιθυμία του δεν ικανοποιήθηκε. Τόσο οι New York Times όσο και η Washington Post ανέφεραν την είδηση στην πρώτη σελίδα. Μέσα σε μια μέρα, ολόκληρη η υφήλιος γνώριζε για το Σχέδιο Marshall. Αλλά ελάχιστοι γνώριζαν ότι μια κλίκα, αποτελούμενη κυρίως από επιχειρηματίες, με το όνομα “Προεδρική Επιτροπή για Εξωτερική Βοήθεια” κατέστρωσε την ιδέα. Ο Υπουργός Εμπορίου W. Averell Harriman, γιος του μεγιστάνα των σιδηροδρόμων E. H. Harriman και πρώην διευθυντής τόσο της Union Pacific Railroad όσο και της Illinois Central Railroad, προέδρευε της επιτροπής. Εννέα άλλοι επιχειρηματίες ήταν στο πλευρό του. “Σε όλη τη διάρκεια, μέλη της επιχειρηματικής κοινότητας – και ιδιαίτερα ο Harriman – έθεταν την ατζέντα και τον τόνο για το έργο της ομάδας”, γράφει ο ιστορικός Kim McQuaid. “Χωρίς τους εταιρικούς πολιτικούς, η προσπάθεια του Truman θα είχε αποτύχει. Άνθρωποι όπως [ο βαρώνος του βαμβακιού] Will Clayton και ο Harriman έντυσαν την εξωτερική βοήθεια με καπιταλιστικό, αντικομμουνιστικό μανδύα”.

– Το βράδυ της Κυριακής, 15 Αυγούστου 1971, εκατομμύρια Αμερικανών παρακολούθησαν τον Πρόεδρο Richard Nixon να ξεδιπλώνει τη Νέα Οικονομική Πολιτική του. Ο Nixon είχε τη φήμη ενός αφοσιωμένου συντηρητικού, αλλά η Νέα Οικονομική Πολιτική (μια φράση δανεισμένη, περιέργως, από τον Vladimir Lenin), έδειχνε ότι ο Nixon είχε αλλάξει. Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση θα απαγόρευε κάθε αύξηση σε μισθούς, τιμές, ή δάνεια για 90 μέρες. Μετά από αυτό, ένα “συμβούλιο μισθών και τιμών” θα αποφάσιζε και θα ενημέρωνε τις επιχειρήσεις πότε και πόσο θα μπορούσαν να αυξήσουν τους μισθούς και τις τιμές. Την επόμενη μέρα, ο W. P. Gullander, πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Κατασκευαστών, δήλωσε ότι “η γενναία πρωτοβουλία που πάρθηκε από τον Πρόεδρο για να ενδυναμώσει την αμερικάνικη οικονομία αξίζει την υποστήριξη και τη συνεργασία όλων των ομάδων”. Αυτή η αντίδραση ήταν χαρακτηριστική ανάμεσα στους μεγάλους επιχειρηματίες. Οι New York Times ανέφεραν στις 17 Αυγούστου 1971, “οι ηγέτες της επιχειρηματικής κοινότητας χειροκρότησαν χθες, με κυμαινόμενους βαθμούς ενθουσιασμού, τις σαρωτικές προτάσεις που ανακοινώθηκαν από τον Πρόεδρο Nixon το βράδυ της Κυριακής”.

Όταν οι εταιρίες παίζουν με τους στρεβλούς κανόνες της πολιτικής, κλέβονται χρήματα από το μέσο πολίτη. Το φταίξιμο είναι σε αυτούς που γράφουν τους κανόνες

– Ο George W. Bush, στο όνομα του «συμπάσχοντος συντηρητισμού”, έδωσε σε μεγάλες εταιρίες μεγάλα δώρα, σε μορφή φαρμακευτικής κάλυψης από τη Medicare, έναν ενεργειακό νόμο γεμάτο νέες επιστροφές φόρων και χρηματικές ενισχύσεις για ενεργειακές εταιρίες καθώς και δανειακές εγγυήσεις για να διευκολύνει επιχειρήσεις με γνωστούς πυρηνικούς παραγωγούς στην Κίνα. Μια αναφορά από τους σχεδιαστές του Προγράμματος Μεταρρύθμισης στην Υγεία στη σχολή Δημόσιας Υγεία του Boston University βρήκε ότι “Ένα εκτιμόμενο 61.1% από τα δολλάρια της Medicare που θα ξοδευτούν για να αγοραστούν περισσότερες συνταγές θα παραμείνουν στα χέρια των φαρμακοπαραγωγών ως πρόσθετα κέρδη. Αυτό σημαίνει ότι ένα εκτιμόμενο ποσό της τάξης των 139 δισεκατομμυρίων δολλαρίων σε αυξημένα κέρδη σε οκτώ χρόνια για την πιο επικερδή βιομηχανία του κόσμου”.

“Το μεγαλύτερο κόλπο που έκανε ποτέ ο διάβολος”, είπε ο Kaiser Soze στο φιλμ Συνήθεις Ύποπτοι, “ήταν να πείσει τον κόσμο ότι δεν υπάρχει”. Με παρόμοιο τρόπο, οι μεγάλες εταιρίες και το μεγάλο κράτος ωφελούνται από την αντίληψη ότι είναι αντίπαλοι και όχι συνεργάτες (σε κλοπή). Η ιστορία των μεγάλων εταιριών είναι μια ιστορία συνεργασίας με το μεγάλο κράτος. Οι πιο αξιοσημείωτες επεκτάσεις της κρατικής δύναμης γίνονται για χάρη, και κατόπιν απαίτησης, των μεγάλων επιχειρήσεων.

Αν αυτό ακούγεται σαν επίθεση στις μεγάλες επιχειρήσεις, δε γίνεται σκόπιμα. Είναι μια επίθεση σε συγκεκριμένες πρακτικές μεγάλων εταιριών. Όταν οι εταιρίες παίζουν με τους στρεβλούς κανόνες της πολιτικής, κλέβονται χρήματα από το μέσο πολίτη. Το φταίξιμο είναι σε αυτούς που γράφουν τους κανόνες. Στην αργκό του χιπ-χοπ, “μη μισείς τον παίχτη, μίσησε το παιχνίδι”.

——————————————————————-

  1. To κείμενο αναδημοσιεύεται στα πλαίσια της συνεργασίας του e-Rooster με το Ινστιτούτο Cato. Το άρθρο εμφανίστηκε αρχικά στην έκδοση Ιουλίου/Αυγούστου 2006 του Cato Policy Report. Η μετάφραση του πρωτότυπου, για λογαριασμό του e-Rooster, έγινε από τον Μιχάλη Μαθιουδάκη[πίσω]
  2. στμ: μετάφραση για την αμερικάνικη λέξη liberalism[πίσω]

7 σχόλια
Leave a comment »

  1. Συνηθίζω να λέω: το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό ……. αν το πιάσει , διαφορετικά πεθαίνει από την πείνα και γυρίζουν τα μικρά και το τρώνε………

    τι βολεύει το μεγάλο ψάρι; Τα μικρά να είναι σε κλουβιά να μην μπορούν να του φύγουν…..

  2. Για να μην γινόμαστε αμερικανάκια: η συγκεκριμένη ατάκα περί διαβόλου που δεν υπάρχει δεν ανήκει στον Κάιζερ Σόζε,αλλά στον Σατωμπριάν,αδεία του οποίου την μετέφερε ο Κάιζερ Σόζε στο σινεμά.

  3. Ή αλλιώς το κάθε είδος ψαριού έχει διαφορετικές ικανότητες. Το μεγάλο είναι πιο αργό αλλά πολύ δυνατό. Τα μικρά είναι αδύναμα αλλά γρήγορα. Αν επιβάλλεις σε όλους την ίδια ταχύτητα (ίδιες τιμές π.χ.), δεν είναι δύσκολο να φανταστείς ποιός θα φαγωθεί.

  4. Εξαιρετικό άρθρο. Να προσθέσω επίσης ότι πριν λιγο καιρό είχε ξεσπάσει μια συζήτηση στις ΗΠΑ για την αύξηση των κατώτατων ημερομισθίων.Ξέρετε ποιος ήταν ο κύριος υποστηρικτής της αύξησης;Η WalMart που ήδη πλήρωνε τους υπαλληλους της μισθους άνω του κατώτατου ορίου,και ήλπιζε ότι με την πίεση που θα ασκουνταν χάρη τη νομ.ρυθμιση στις μικροτερες ανταγωνίστριες εταιρίες , θα εκμηδένιζε τον ανταγωνισμό.

  5. Πολλές οι ανακρίβειες και οι διαστρεβλώσεις του άρθρου.

    Εισημαίνω:

    Για κάθε enron μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει το αντιπαράδειγμα μιας exxon.

    Η phillip morris είναι ανακατεμένη με το γνωστό «Phillip Morris Scandal» , δηλαδή με την προσπάθεια να χειραγωγήσει τις έρευνες ώστε να μην συσχετιστεί ο καρκίνος του πνεύμονα με το παθητικό κάπνισμα.

    http://www.ash.org.uk/html/press/980414.html

    «Την ίδια ώρα, οι “μεγάλες εταιρίες” απέναντι, στη Virginia, κλιμάκωναν την καμπάνια τους για αύξηση φόρων και η Enron ασκούσε πιέσεις μέσω λόμπι στους στενότερους συμβούλους του Bush ώστε να υποστηρίξει το πρωτόκολλο του Κυότο για την κλιματική αλλαγή.»

    Δεν γνωρίζω κάτι για το πρώτο σκέλος, αλλά μου φαίνεται απίθανο να ζητάει μία εταιρεία να φορολογηθεί περισσότερο.
    Για το δεύτερο σκέλος , γνωρίζουμε όλοι πως το αποτέλεσμα ήταν να επικρατήσει η πίεση της exxon και να μην υποστηριχτεί το πρωτόκολλο του Κυότο.

    «Όταν μια ρεπόρτερ της Washington Post έγραψε το 1987 πως οι αερογραμμές ζητούσαν βοήθεια από το Κογκρέσσο, σχολίασε: “Τον τελευταίο μήνα, όταν η αεροπορική βιομηχανία βρέθηκε να καταδιώκεται από πολιτειακούς ελεγκτές που προσπαθούσαν να αστυνομεύσουν την αεροπορική διαφήμιση, έψαξε για βοήθεια σε ένα απίθανο μέρος – την Ουάσινγκτον”.
    Ωραίο επιχείρημα, αλλά της άλλης πλευράς. Προφανώς η αεροπορική βιομηχανία που δεν γούσταρε τις πολιτειακές ρυθμίσεις κατέφυγε για βοήθεια στην Ουάσιγκτον, ζητώντας την κατάργησή τους.

    “Το μεγαλύτερο κόλπο που έκανε ποτέ ο διάβολος”, είπε ο Kaiser Soze στο φιλμ Συνήθεις Ύποπτοι, “ήταν να πείσει τον κόσμο ότι δεν υπάρχει”.

    Ακριβώς.

    Παρόλα αυτά, αγγίζει ένα μεγάλο μέρος της αλήθειας.
    Πρώτον γιατί αναγνωρίζει πως οι εταιρείες έχουν σαν στόχο την άυξηση του κέρδους τους, άσχετα από τις επιθυμίες της κοινωνίας.
    Αν μπορούν να κερδίσουν συμπορευόμενες με την κοινωνία θα το κάνουν, αν χρειαστεί να της επιτεθούν, άμεσα ή έμμεσα, φανερά ή κρυφά επίσης δεν θα διστάσουν να το κάνουν.
    Δεύτερον διότι αναγνωρίζει πως η επιρροή των εταιρειών στο κράτος των ΗΠΑ είναι μεγάλη, σε ποιο βαθμό όμως αυτό συμβαίνει και σε άλλες χώρες δεν φαίνεται από το άρθρο και θα ήταν ενδιαφέρον αν γνωρίζαμε πόσο αυτό συμβαίνει και σε ποιο βαθμό σχετίζεται με τους θεσμούς, τη λειτουργία της δημοκρατίας και το οικονομικό σύστημα.
    Πάντως γενικά μιλώντας , θα συμφωνήσω πως το κράτος τείνει να ευνοεί τους ισχυρούς. Η γνώμη μου είναι πως χρειάζεται μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών ώστε οι κανόνες να είναι αντιπροσωπευτικοί της θέλησης των πολλών.

  6. stathi, δεν είναι απίθανο μια εταιρία να ζητήσει αύξηση φόρων εάν με αυτόν τον τρόπο καταφέρει να επιβληθεί στον ανταγωνισμό (ο οποίος μπορεί να πλήττεται περισσότερο από την γραφειοκρατία) και κατά συνέπεια να δρέψει πολύ μεγαλύτερα κέρδη απ’ότι μπορούσε προ φόρων.

  7. Οταν υπαρχουν εταιριες με τζιρο μεγαλυτερο απο αυτον ολοκληρων Πολιτειων η κρατων , ειναι ευνοητο οτι η δυναμη επιροης τους στον πολιτικο κοσμο, ειναι ανυπολογιστη και ασυγκριτως σημαντικοτερη απο αυτη των κατα τοπους γερουσιαστων…
    Οποιος αρνειται οτι τα συμφεροντα ορισμενων εταιριων πετρελαιου και οπλικων συστηματων νεας τεχνολογιας ειναι σημερα ισχυροτερες πολιτικ ακαι απο τον ιδιο τον Προεδρο των ΗΠΑ , ειναι οπαδος μιας ομαδας που θα παιρνει παντα το πρωταθλημα χωρις αντιπαλο ,στο τουρνουα της ουτοπιας, του δογματος και της αληθειας που εξυπηρετει απλα τα συμφεροντα τους…

Σχολιαστε