Μιχάλης Σταθόπουλος – Παρουσίαση του βιβλίου «Η Μάστιγα του Θεού»

6 Ιουνίου 2006

Ι. Το βιβλίο του Μανώλη Βασιλάκη «Η Μάστιγα του Θεού» είναι εξαιρετικά χρήσιμο, γιατί αποτελεί έναν αναγκαίο αντίλογο στην πλημμυρίδα των λόγων που μας απευθύνει συνεχώς ο Αρχιεπίσκοπος από τότε που ανήλθε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο με τους συνεχείς μονολόγους του, που έχουν περισσότερο πολιτικό και λιγότερο εκκλησιαστικό περιεχόμενο, μονολόγους από άμβωνος, έτσι ώστε να μην υπάρχει η δυνατότητα πολιτικής απάντησης.

Το βιβλίο με ένα πλούτο (θα έλεγα, πακτωλό) πληροφοριών αναδεικνύει τα πραγματικά «πιστεύω» του Αρχιεπισκόπου μέσα από ομιλίες του, αλλά και άρθρα και άλλες δημόσιες δηλώσεις του, συγκεντρωμένες και ταξινομημένες για πρώτη φορά. Τεκμηριώνει έτσι με τα ίδια τα κείμενα του Αρχιεπισκόπου τις θεοκρατικές αντιλήψεις του.

Ο τεκμηριωμένος αυτός αντίλογος χρειαζόταν και για τον λόγο ότι δείχνει, με επίσης συγκεντρωμένη αναφορά στις αντίθετες απόψεις, ότι υπάρχει και η άλλη Ελλάδα από αυτήν που οραματίζεται ο Αρχιεπίσκοπος, η Ελλάδα των Ελλήνων που σκέφτονται διαφορετικά, συνεχίζοντας την παράδοση ενός Ρήγα Φεραίου και ενός Αδαμάντιου Κοραή. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ανδριάντες και των δύο αυτών φωτισμένων Ελλήνων κοσμούν τα Προπύλαια του αρχαιότερου Πανεπιστημίου της χώρας, του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΙΙ. Ίσως με τη μορφή και το ύφος των αναπτύξεων του συγγραφέα να μη συμφωνεί κανείς πάντοτε και να μη συνυπογράφει κάποιες υπερβολές στους χαρακτηρισμούς, αλλά αυτό είναι το προσωπικό ύφος του συγγραφέα («στοιχείο της προσωπικότητάς του», όπως ο ίδιος λέει), που εν πάση περιπτώσει αντιστοιχεί σε οξύτητα προς τους συχνούς απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς που ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος τόσο συχνά χρησιμοποιεί.

Αυτό πάντως που ουσιαστικά μετράει είναι όχι η μορφή αλλά το περιεχόμενο των θέσεων του βιβλίου, ό,τι δηλαδή βρίσκεται πίσω από τις έστω οξείες διατυπώσεις. Πώς να μη συμφωνήσει π.χ. κανείς επί της ουσίας με τον συγγραφέα όταν γράφει (σελ. 207) ότι «ο Θεός του Χριστόδουλου είναι αδιάλλακτος, μισαλλόδοξος, ακροδεξιός, ρατσιστής και έχει καταρασθεί τη λέξη ανοχή»;

ΙΙΙ. Για όσους γνωρίζουν από παλαιά την προσωπικότητα του Αρχιεπισκόπου και για όσους παρακολουθούσαν και παρακολουθούν προσεκτικά τα λεγόμενά του και τη συμπεριφορά του, όπως ο ομιλών, ήταν γνωστές οι ιδιότητές του στις οποίες αναφέρεται το βιβλίο. Τώρα όμως έχουμε συγκεντρωμένες και γραπτές τις αποδείξεις γι’ αυτές. Scripta manent. Να η αξία του βιβλίου. Ποιες είναι οι ιδιότητες του Αρχιεπισκόπου που αναδεικνύονται ανάγλυφες μέσα από τις σελίδες του βιβλίου;

1. Ο Αρχιεπίσκοπος έχει (και χρησιμοποιώ εδώ ήπια διατύπωση) φονταμενταλιστικές τάσεις. Η εμμονή στις ιδέες του είναι άκαμπτη, χωρίς ίχνος κατανόησης για τους διαφωνούντες, έντονη δε η μισαλλοδοξία του για το διαφορετικό. Εκφέρει συνεχώς διχαστικό λόγο («εμείς οι καλοί» και «οι άλλοι οι κατά το δυνατόν εξοβελιστέοι από την ελληνική κοινωνία»). Συγχρόνως με τα κηρύγματά του διεγείρει τους πολίτες κατά της πολιτειακής αρχής.

2. Ο Αρχιεπίσκοπος έχει ακροδεξιά και ακραίως εθνικιστικά φρονήματα. Οραματίζεται μια Ελλάδα Ελλήνων Ορθοδόξων, όπως η Χούντα των συνταγματαρχών οραματιζόταν την Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών.

3. Αντιμετωπίζει με αισθήματα έντονης απέχθειας Εβραίους, Τούρκους, τη Δύση και δεν παύει, όταν του δίνεται ευκαιρία, να το εκφράζει, ενσπείροντας ρατσιστικές ιδέες. Κινδυνολογεί συνεχώς, βλέποντας παντού ανθελληνικές συνομωσίες, π.χ. του «διεθνούς σιωνισμού», της «φράγκικης πολιτικής» κλπ. κατά του Ελληνικού λαού, τον οποίο θεωρεί «περιούσιο» λαό απέναντι στους άλλους, τους βαρβάρους, λαό αρχόντων με ανώτερο πολιτισμό. Οι αφοριστικές αποστροφές του χαρακτηρίζονται συχνά από μεγαλομανία.

O Αρχιεπίσκοπος θέτει στους πιστούς το δίλημμα: Ή θα πιστεύετε στον Θεό και την Ορθοδοξία ή στα ανθρώπινα δικαιώματα

Ο Απόστολος Παύλος είχε πει (στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή, Κεφ. ΙΓ): «Αν έχω όλη την πίστη ώστε να μετακινώ βουνά, αλλά δεν έχω αγάπη, δεν είμαι τίποτε» («ουδέν ειμί»). Πόση σχέση έχουν τα λόγια του Αρχιεπισκόπου με την αγάπη που ύμνησε ο Απόστολος Παύλος; Ίσως η στάση του Αρχιεπισκόπου έχει, αντίθετα, σχέση με όσα λέγει στη συνέχεια ο Απόστολος Παύλος, ότι δηλαδή αυτός που αγαπά δεν «περπερεύεται» και δεν «φυσιούται», δηλαδή δεν κομπάζει και δεν φουσκώνει με καύχηση και αλαζονεία.

4. Και, τέλος, ο Αρχιεπίσκοπος έχει πρόβλημα με τα δικαιώματα του ανθρώπου. Θεωρεί τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αντίπαλο προς τις δικές του απόψεις. Πράγματι, πώς να μην αντιπαθεί τη θρησκευτική ελευθερία, την ελευθερία της συνείδησης και την ανεκτικότητα, αφού με την αναγνώρισή τους καταρρέουν οι δικές του θεοκρατικές απόψεις; Αρνείται να συμφιλιώσει τη θρησκεία με τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και θέτει στους πιστούς το δίλημμα: Ή θα πιστεύετε στον Θεό και την Ορθοδοξία ή στα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο Θεός του δηλαδή αποδοκιμάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Αυτή είναι η μεγαλύτερη απειλή που εκπορεύεται από τον Προκαθήμενο της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας: Με τα λόγια του θέτει σε κίνδυνο τον πυλώνα αυτόν των σύγχρονων δημοκρατιών, δηλαδή τον σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία δεν διστάζει να απαξιώνει δημόσια. Στην ουσία απαγορεύει στους Έλληνες την ελευθερία συνείδησης!

IV. Συγχρόνως στις σελίδες του βιβλίου του Μανώλη Βασιλάκη αναδεικνύεται το ύφος του Αρχιεπισκόπου και οι επικοινωνιακές μέθοδοι που μετέρχεται:
Με επιφανειακούς και πρόχειρους αφορισμούς και συχνά χωρίς να διστάζει να θέτει στο στόμα όσων διαφωνούν μαζί του πράγματα που αυτοί ουδέποτε ισχυρίσθηκαν, δημιουργεί τεχνητά εύκολους στόχους για να εξαπολύσει την επίθεσή του, προσπαθώντας συγχρόνως να φανατίσει και να ξεσηκώσει πιστούς εναντίον εκείνων που τους θεωρεί αντιπάλους του.

Συνηθέστατη είναι η μέθοδός του να παρουσιάζει την κριτική που γίνεται στο πρόσωπό του (και που είναι πράγματι κριτική μόνο στο πρόσωπό του) ως επίθεση κατά της Εκκλησίας ή, ακόμη γενικότερα, ως επίθεση κατά των παραδόσεών μας ή του έθνους ή της ιστορίας μας. Ταυτίζει έτσι ανακριβέστατα τον εαυτό του με τους θεσμούς και τις αξίες αυτές.

Ο λόγος του είναι κατά κανόνα συνθηματολογικός και αφοριστικός, απευθυνόμενος στα ένστικτα μάλλον παρά στη σκέψη των ακροατών του. Έχοντας βέβαια έντονα τα χαρακτηριστικά του δημαγωγού μπορεί, ανάλογα με το ακροατήριο στο οποίο μιλάει ή με τις περιστάσεις, να υποδυθεί και άλλο πρόσωπο από τον πραγματικό εαυτό του, π.χ. τον ευρωπαϊστή, τον αντιρατσιστή κλπ.

Έντρομοι μήπως τύχει και χάσουν κάποιους σταυρούς οι πολιτικοί δεν τολμούν στα θέματα αυτά να πουν και να πράξουν αυτό που ξέρουν καλά ότι είναι το ορθό

V. Στο βιβλίο που παρουσιάζουμε υπάρχουν βέβαια και ορισμένα σημεία όπου έχω επιφυλάξεις για τις απόψεις του συγγραφέα, όπως είναι άλλωστε φυσικό. Νομίζω π.χ. ότι ο συγγραφέας αδικεί τον Κ. Σημίτη στο θέμα των ταυτοτήτων. Γιατί το ότι το ζήτημα αυτό είχε αίσια έκβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα οφείλεται κυρίως στη σταθερή στάση που τήρησε ο τότε Πρωθυπουργός. Νομίζω ότι είχαμε από την εποχή του Ελ. Βενιζέλου να δούμε Πρωθυπουργό να βρίσκει το θάρρος να αντιστέκεται ως το τέλος σε αναρμόδιες παρεμβάσεις της διοίκησης της Εκκλησίας σε πολιτειακά θέματα, όπως έπραξε ο Κ. Σημίτης στο θέμα των ταυτοτήτων. Θα διατύπωνα επίσης διαφορετικά τις (παρεμπίπτουσες και δευτερεύουσες, είναι η αλήθεια) αναφορές του βιβλίου στο θέμα των βομβαρδισμών κατά της Γιουγκοσλαβίας. Επίσης ορισμένες επαναλήψεις μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.

Τα παραπάνω όμως δεν μειώνουν την αξία του βιβλίου και τη συμβολή του συγγραφέα στο θέμα που πραγματεύεται.

VI. Από το βιβλίο του Μ. Βασιλάκη μένει όμως κάτι ακόμη, που είναι πολύ σημαντικότερο για την κοινωνία μας και τη δημοκρατία μας από ό,τι το πρόσωπο και η δράση του Αρχιεπισκόπου: Η ενδοτικότητα των πολιτικών (με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις, όπως των παρόντων) απέναντι στις αναρμόδιες επεμβάσεις της διοίκησης της Εκκλησίας και σε πολλές, θεοκρατικής χροιάς, αξιώσεις της.

Έντρομοι μήπως τύχει και χάσουν κάποιους σταυρούς οι πολιτικοί δεν τολμούν στα θέματα αυτά να πουν και να πράξουν αυτό που ξέρουν καλά ότι είναι το ορθό. Συγχρόνως όμως υποτιμούν έτσι τον λαό. Γιατί, αν του εξηγήσουν ότι τα απαραίτητα μέτρα στα οποία αντιδρά μερίδα των ιεραρχών δεν θα θέσουν σε κανένα απολύτως κίνδυνο τη θρησκεία, την ορθοδοξία και τις παραδόσεις μας, ότι ο καθένας θα είναι ελεύθερος να θρησκεύεται όπως θέλει και όπως πράττει ως τώρα, ο λαός θα καταλάβει. Και θα ψηφίσει με πολιτικά, ιδεολογικά και κοινωνικά κριτήρια και όχι με θρησκευτικά.

VII. Όσα γράφει ο Μ. Βασιλάκης και όσα είπα και εγώ δεν επιδέχονται, φυσικά, γενίκευση στο χώρο της Εκκλησίας. Γιατί υπάρχουν πολλοί φωτισμένοι Ιεράρχες που, σε αντίθεση με τον Προκαθήμενο, πιστεύουν στην ανεκτικότητα, στα ανθρώπινα δικαιώματα, που αγαπούν και αυτούς με τους οποίους διαφωνούν, που έχουν δημοκρατική συνείδηση. Έχουμε τέτοιους Ιεράρχες. Είναι όμως κρίμα για τη χώρα μας και για την Ορθόδοξη Εκκλησία το ότι επικεφαλής της βρίσκεται ένας Ιεράρχης που κάθε άλλο παρά τον διακρίνουν οι παραπάνω ιδιότητες. Αδικείται η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία.

Εύστοχα ο Μανώλης Βασιλάκης τελειώνει το βιβλίο του με τη φράση: «Μπορεί κανείς να φαντασθεί ποιο θα ήταν το κύρος της Εκκλησίας, αν Αρχιεπίσκοπος ήταν ένας Ιεράρχης με τέτοιες [εννοεί με φωτεινές] αντιλήψεις;».

————————————————-
Επιστροφή στην κεντρική σελίδα της παρουσίασης