Του Ανδρέα Ανδριανόπουλου
Πανικόβλητες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας έπεσαν συλλογικά θύμα των ιδεοληψιών και της κυριαρχίας της Αριστεράς στον κόσμο των ιδεών και απέρριψαν εδώ και χρόνια τον νεοφιλελευθερισμό σαν μια συνετή κι ελπιδοφόρα πολιτική επιλογή. Για την μεγάλη πλειοψηφία δεξιών, κεντρώων και μετριοπαθών αριστερών η επιλογή του «άκαρδου» νεοφιλελευθερισμού [1] φαντάζει κίνηση επικίνδυνη, κοινωνικά ανάλγητη, προορισμένη να στείλει στα τάρταρα τις αδύναμες και φτωχότερες κοινωνικές ομάδες. Είναι όμως τα πράγματα αληθινά έτσι [2]; Η μήπως κρύβονται πίσω από την πολιτική αυτή κατεύθυνση άλλα κίνητρα και ταπεινά συντεχνιακά συμφέροντα [3];
Σε πρόσφατο σχόλιό του στην «Καθημερινή» [4] ο εξαιρετικός της αρθογράφος Πάσχος Μανδραβέλης [5] έκανε μιά αποκαλυπτική σύγκριση ανάμεσα στην ποιότητα και το επίπεδο ζωής των Βρετανών και Ιρλανδών πολιτών που βιώνουν για χρόνια τον «ανάλγητο» και «δεξιόστροφο» φιλελεύθερο Θατσερικό μοντέλο και στους Έλληνες του «προστατευτικού» και «ευαίσθητου» μεγάλου κρατικού παρεμβατισμού. Τα συμπεράσματα είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικά.
Σύμφωνα λοιπόν με τις παρατηρήσεις του Π. Μανδραβέλη, που έχουν σαν βάση [6] τα στοιχεία της Eurostat [7], «οι ανάλγητοι Θατσεριστές της Βρετανίας και της Ιρλανδίας (έφτασαν) τον μέσο μηνιαίο μισθό στα 3.018 και 2.559 ευρώ αντίστοιχα όταν στην φτωχή πλην κρατικοπαρεμβατική Ελλάδα ο μέσος μισθός μόλις ξεπερνά τα 1.260 ευρώ». Παρά τον έκδηλο κοινωνισμό των ελληνικών κομμάτων εξουσίας και τις έντονες παροτρύνσεις για ακόμη περισσότερο κράτος από τα κόμματα της αριστεράς και ορισμένους νοσταλγούς ενδόξων παρελθόντων του Πασόκ, η φτώχεια μας κατατρέχει, η ανεργία μας βασανίζει και η άθλια κοινωνική προστασία είναι ο καθημερινός εφιάλτης του λαού μας. Αντίθετα, οι Θατσερικοί Βρετανοί και Ιρλανδοί απολαμβάνουν μεγάλης ευημερίας, έχουν μεγάλους μισθούς, καλό κοινωνικό κράτος και μεγάλη αισιοδοξία για το μέλλον.
Παρακάτω ο ίδιος αρθογράφος επισημαίνει πως «οι φτωχοί της κρατικοπαρεμβατικής Ελλάδας είναι φτωχότεροι από τους φτωχούς των χωρών που κυβερνούν οι ανάλγητοι φιλελεύθεροι…. Ο εγχώριος κατώτατος μισθός φτάνει τα 605 ευρώ, ενώ στην Ιρλανδία είναι 1.073 και στην Βρετανία του (δεξιού κατά κάποιους) Τόνυ Μπλέρ τα 1.106 ευρώ… Η ανεργία αγγίζει το 10% του ελληνικού πληθυσμού όταν στη Βρετανία και την Ιρλανδία κυμαίνεται στο 4%… Το 21% των Ελλήνων (που βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας) ζούν με λιγότερα των 632 ευρώ, ενώ το 18% των Βρετανών (που βρίσκονται την ίδια κατάσταση) ζούν με λιγότερα των 1.509 ευρώ». Το συμπέρασμα είναι πως «στις χώρες του υπαρκτού φιλελευθερισμού οι άνεργοι είναι λιγότεροι, οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας πληρώνονται καλύτερα και οι φτωχοί είναι πλουσιότεροι από τις αντίστοιχες κοινωνικές ομάδες στην Ελλάδα».
Και να μην ισχυρισθεί βέβαια κάποιος πως στις χώρες αυτές η οικονομία βρίσκεται πιο μπροστά και είναι φυσικό να είναι πλουσιότερες και οι λαοί τους να έχουν καλύτερες απολαβές. Διότι είναι πλουσιότερες και βρίσκονται μπροστά διότι ακριβώς ακολουθούν για χρόνια επίμονα πολιτικές συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα κι απελευθέρωσης των αγορών [8]. Η δε Ιρλανδία ιδιαίτερα ξεκίνησε πριν από λίγα μόλις χρόνια πολύ χαμηλότερα από εμάς σε όλους σχεδόν τους οικονομικούς δείκτες [9]. Και μας ξεπέρασε αποτελώντας τώρα πιά [10] μια από τις πιο πετυχημένες περιπτώσεις αναπτυσσόμενης οικονομίας στην ΕΕ [11].
Δεν είναι τυχαίο πως τώρα πλέον και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, που οι πολιτικές ηγεσίες και οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης θεωρούν τον νεοφιλελευθερισμό και την παγκοσμιοποίηση σαν τον μπαμπούλα της παγκόσμιας οικονομίας το πολιτικό κλίμα αρχίζει να αλλάζει (βλ. σχετ. ρεπορτάζ των Financial Times, 31 Αυγ. 2006 [12]). Στη Γαλλία, όπου ο «συντηρητικός» Πρόεδρος Ζακ Σιράκ [13] έχει δηλώσει πως «ο υπερ-φιλελευθερισμός συνιστά τον κομμουνισμό της εποχής μας [14]» το ξεσήκωμα άρχισε από τους επιχειρηματίες. Για χρόνια πειθήνιοι υποτελείς του Γαλλικού κρατισμού και βολεμένοι στο σύστημα της δημόσιας προστασίας, των έμμεσων επιδοτήσεων και του ανύπαρκτου ανταγωνισμού οι Γάλλοι επιχειρηματίες αρχίζουν να βλέπουν τα αδιέξοδα του αύριο. Και να υψώνουν φωνή αντίδρασης απέναντι στην παθητικότητα της κυρίαρχης πολιτικής τάξης και τον οπισθοδρομισμό πολλών ισχυρών κοινωνικών ομάδων.
«Όταν απορρίπτουμε τον φιλελευθερισμό είναι επειδή φοβόμαστε τις μεταρρυθμίσεις» δήλωσε ο Henri Castriers, επικεφαλής της μεγαλύτερης Γαλλικής ασφαλιστικής εταιρίας μιλώντας πρόσφατα σε πολιτικούς και επιχειρηματίες στο ετήσιο συνέδριο του κυρίαρχου Γαλλικού business lobby Medef [15]. Και τόνισε με ιδιαίτερη σημασία: «Νομίζω πως όταν υπάρχει φόβος ανάμεσα στις στρατιωτικές δυνάμεις αντανακλά απλά την έλλειψη οράματος στους ηγέτες τους». Άλλος ισχυρός Γάλλος επιχειρηματίας ζήτησε από τους Γάλλους πολιτικούς, αναφερόμενος κυρίως στον κ. Σαρκοζί [16] και την κα Ρουαγιάλ [17] των Σοσιαλδημοκρατών, να εγκαταλείψουν την δημαγωγία και να ασχοληθούν σοβαρά με τα «πραγματικά» ζητήματα της υψηλής φορολογίας, του δημοσίου χρέους, των ελλειμμάτων και της δύσκαμπτης εργατικής νομοθεσίας.
Αλλά και στη Σουηδία λ.χ. η συζήτηση έχει αρχίσει για μεγαλύτερες και ουσιαστικότερες μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση των ελεύθερων αγορών και του μικρότερου κρατικού παρεμβατισμού [18]. Με σύνθημα την μείωση των κανονιστικών δημόσιων ελέγχων στις αγορές μεγάλα τμήματα της κοινής γνώμης, think tanks, οργανώσεις επιχειρηματιών, τα κεντρώα και κεντροδεξιά κόμματα, επισημαίνουν πως η πρόσφατη θεαματική οικονομική επιτυχία της Σουηδίας οφείλεται στα μεταρρυθμιστικά μέτρα της τελευταίας συντηρητικής κυβέρνησης. Και πως η στασιμότητα σιγά-σιγά επανέρχεται. Αν η τωρινή σοσιαλδημοκρατική διοίκηση της χώρας δεν απομακρυνθεί από την εξουσία – μια και επιμένει στην ανατροπή των μεταρρυθμίσεων και στην κρατικίστικη αδράνεια – τότε η ανάπτυξη της Σουηδίας των τελευταίων χρόνων θα ανατραπεί.
Στη Σουηδία το κράτος εξακολουθεί να ελέγχει 57 εταιρίες που απασχολούν πάνω από 200.000 υπαλλήλους με συνολική αξία γύρω στα 54 δις. ευρώ. Το σύνολο των εργαζομένων του δημόσιου τομέα, που σε μεγάλο βαθμό απασχολούνται με τον έλεγχο των αγορών και των διαφόρων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, αποτελούν το 50% του συνόλου των απασχολουμένων σε εξαρτημένη εργασία στη χώρα. Σύμφωνα με την διεθνή εταιρία οικονομικών συμβούλων McKinsey [19]: «Η ανάπτυξη και η ισχυροποίηση της παραγωγικότητας στον ιδιωτικό τομέα οδήγησε την Σουηδία στα θεαματικά οικονομικά αποτελέσματα της τελευταίας δεκαετίας. Η αυξημένη παραγωγικότητα ήταν αποτέλεσμα κυρίως της απορρύθμισης» που είχε πραγματοποιήσει η τελευταία συντηρητική κυβέρνηση.
Εν τούτοις οι σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές αρχές της Σουηδίας και τα συνδικάτα επιμένουν να μην αλλάξει τίποτα. Η κοινωνία όμως αρχίζει να αντιδρά. Για το μεγαλύτερο think tank, Timbro [20], τα «κρατικά μονοπώλια και η εμμονή σε επιδοτήσεις που προκύπτουν από την μεγάλη φορολογία δεν εμποδίζουν μόνο την ανάπτυξη καλύτερων συστημάτων κοινωνικής προστασίας αλλά και την παρουσία νέων επιχειρηματιών και νέων ευκαιριών απασχόλησης στους τομείς αυτούς». «Η κυβέρνηση δεν μπορεί να καταλάβει την σημασία των νέων κι αναπτυσσόμενων μικρών επιχειρήσεων» δηλώνει ο Tom Berggren, επικεφαλής του Σουηδικού οργανισμού Venture Capital Association [21], και συνεχίζει: «Ακούνε αυτά που λέμε, αλλά δεν κάνουν τίποτε».
Είναι ολοφάνερο λοιπόν πως σε ολόκληρη την Ευρώπη αφυπνίζονται μπροστά στη πραγματικότητα της χρεοκοπίας του κρατισμού. Μοναχά στην Ελλάδα κυριαρχεί ακόμη η νιρβάνα του μεγάλου κράτους. Και κανένας, παρά τα προβλήματα που όλο και περισσότερο πολλαπλασιάζονται, δεν τολμάει να ακουμπίσει την καυτή αυτή πατάτα. Παρά τα αποτελέσματα που βλέπουμε γύρω μας να επιτυγχάνονται σε Ευρωπαϊκές χώρες που ακολούθησαν τον δρόμο της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς.
Γιατί λοιπόν οι κατά άλλα λαλίστατοι, και πολέμιοι πάντα του νεοφιλελευθερισμού, συνδικαλιστές κι εκπρόσωποι των συνταξιούχων μας καταπίνουν στα ζητήματα αυτά την γλώσσα τους; Τι είναι εκείνο που τους αναγκάζει να παραβλέπουν την πραγματικότητα και να ακολουθούν δόγματα και ιδεοληψίες που με μαθηματική ακρίβεια οδηγούν την κοινωνία μας συνολικά στα αδιέξοδα και την δυστυχία; Μήπως η καταδίκη του φιλελευθερισμού υποκρύπτει τον φόβο κάποιων να μην χαθεί ο λουφές του δημόσιου τομέα, να μην πειραχθούν τα προνόμια των συντεχνιών που ζούν σε βάρος του μέσου φορολογούμενου πολίτη; Να μην θιγούν γενικά τα κακώς κείμενα που πολλούς βολεύουν κι άλλους διευκολύνουν να χτίζουν καριέρες, κυρίως στην πολιτική, πάντα οικονομικά σε βάρος του ταλαίπωρου αλλά καλόπιστου κι’ ανύποπτου μέσου έλληνα πολίτη; Και σε τι βέβαια οφείλεται και η αδράνεια της ελληνικής επιχειρηματικής τάξης που αφήνει τον κόσμο των ιδεών να κυριαρχείται από τα ξεπερασμένα θέσφατα της Αριστεράς και δεν ενισχύει την δημιουργία δυναμικών think tanks και μηχανισμών ενημέρωσης που να έχουν σαν στόχο την θωράκιση της ανοιχτής κοινωνίας και της οικονομίας της αγοράς;
Γιατί είμαστε τυφλοί λοιπόν μπροστά στην αλήθεια; Γιατί να μην ομολογήσουμε όλοι πλέον πως ο νεοφιλελευθερισμός είναι η καλύτερη πολιτική επιλογή;