Μια από τις πιο συνηθισμένες μορφές των προσπαθειών απαξίωσης του Φιλελευθερισμού στην χώρα μας είναι ότι αφορά μειοψηφίες μονοψήφιων ποσοστών (ή ακόμα και δέκατων της μονάδας). Δεν είναι λίγοι ακόμα και συνειδητοί φορείς φιλελεύθερων ιδεών που βλέπουν την απήχησή τους να περιορίζεται εντός μιας σχετικά κλειστής ομάδας του πληθυσμού, σχεδόν ασήμαντης αριθμητικά. Και τελικά είναι πολλές οι περιπτώσεις που φιλελεύθεροι αισθάνονται την ανάγκη να αυτολογοκριθούν γιατί έχουν πειστεί ότι η εικονική πραγματικότητα που δημιουργούν τα ΜΜΕ είναι ο πραγματικός παλμός της κοινωνίας και ότι οι ιδέες τους “δεν πουλάνε”. Είναι όμως έτσι; Ποιο είναι τελικά το πολιτικό περιθώριο των φιλελεύθερων προτάσεων;
Πιστεύω ότι η απήχηση των ιδεών και των προτάσεών μας ξεπερνά τα όρια στα οποία θέλουν πολλοί να την περιορίσουν και αυτός είναι και ένας βασικός λόγος της συμμετοχής μου στην Φιλελεύθερη Συμμαχία [1]. Και η αντίληψη αυτή προέρχεται τόσο από την καθημερινή δραστηριοποίηση εντός της ελληνικής κοινωνίας και της συναναστροφής με ένα μεγάλο φάσμα ανθρώπων, όσο και από προηγούμενες έρευνες και μετρήσεις της κοινής γνώμης αλλά και από την ανάλυση των τελευταίων εθνικών εκλογών [2].
Δεν είναι τυχαία η προσπάθεια και των δύο κομμάτων εξουσίας να καλλιεργήσουν προεκλογικά το 2004 φιλελεύθερες προσδοκίες για εκφράσουν τάσεις τις οποίες τα ίδια πολύ καλά γνωρίζουν ότι υπάρχουν στην κοινωνία, αν και δημόσια ελάχιστα προβάλλονται. Το αίτημα για περισσότερο οικονομικό φιλελευθερισμό, από τους ανθρώπους της αγοράς και της πραγματικής οικονομίας που ζουν καταστάσεις ασφυξίας κάτω από το βάρος του ελληνικού κράτους, τελικά εκφράστηκε καλύτερα [2] από το κόμμα που κέρδισε (αν και μετεκλογικά για άλλη μια φορά έμεινε ανικανοποίητο, όπως δείχνουν οι τραγικές επιδόσεις της χώρας σε μια σειρά δεικτών: 1 [3], 2 [4],).
Η έρευνα λοιπόν την ALCO, για λογαριασμό της Φιλελεύθερης Συμμαχίας, έγινε για να διαπιστώσει αν υπάρχει πραγματικά κοινό στο ελληνικό εκλογικό σώμα δεκτικό στις ιδέες του φιλελευθερισμού ως ενιαίο σύνολο και όχι αποσπασματικά. Ζητήθηκε λοιπόν από τους ερωτώμενους να απαντήσουν: εάν θα ψήφιζαν ένα νέο πολιτικό κόμμα το οποίο υποστηρίζει ταυτόχρονα την ιδιωτικοποίηση όλων των ΔΕΚΟ, την μείωση της φορολογίας, την πλήρη ανεξαρτητοποίηση από το κράτος όλων των ιδρυμάτων ασφάλισης, περίθαλψης και εκπαίδευσης, την αποποινικοποίηση των ναρκωτικών, την κατάργηση της στρατιωτικής θητείας και τον χωρισμό εκκλησίας-κράτους. Ένα πακέτο δηλαδή που ενσωματώνει προτάσεις τόσο του οικονομικού όσο και του κοινωνικού φιλελευθερισμού, είναι αρκετά διακριτό από κάθε άλλη συνολική πρόταση άλλου πολιτικού κόμματος στην Ελλάδα και αποτελεί τον πυρήνα των προτάσεων της διακύρηξης της Φιλελεύθερης Συμμαχίας [5] (και πάρα πολύ πιθανόν μετά το Ιδρυτικό της Συνέδριο, πυρήνα των προγραμματικών της θέσεων).
Η έρευνα είναι ποσοτική με κάλπη (προσωπικές συνεντεύξεις στα σπίτια των ερωτώμενων) σε δείγμα 2400 ατόμων στο σύνολο της χώρας. Το ποσοστό που απάντησε θετικά στο αν θα ψήφιζε ένα νέο κόμμα που υποστήριζε ταυτόχρονα όλες τις παραπάνω προτάσεις ανήλθε στο 24,3%:

Φυσικά αυτή η πρόθεση ψήφου των βασικών προτάσεων της Φιλελεύθερης Συμμαχίας δεν μεταφράζεται αυτόματα σε πρόθεση ψήφου στις επόμενες εκλογές. Διότι πέρα από τις προτάσεις πρέπει να πείσει το ίδιο το κόμμα ότι είναι σε θέση να τις υποστηρίξει με συνέπεια και σοβαρότητα. Ακόμα, πρέπει το σύνολο του εκλογικού κόμματος να τις μάθει, και η προσέγγισή του μέσα από τα σημερινά (ελεγχόμενα) κανάλια επικοινωνίας δεν είναι εύκολη. Και επιπλέον, πολλοί από όσους δήλωσαν πρόθυμοι να ψηφίζουν ένα νέο τέτοιο κόμμα, για ένα μεγάλο φάσμα προσωπικών, ψυχολογικών, προσωπικών, επαγγελματικών αλλά και πολιτικών λόγων δεν θα το κάνουν. Ωστόσο το 24,3% δείχνει ότι υπάρχει ένα μεγάλο κοινό δεκτικό στις φιλελεύθερες προτάσεις και ότι το κύριο πρόβλημα δεν είναι να “ωριμάσουν οι συνθήκες στην κοινωνία”. Αυτές είναι ώριμες από καιρό. Υπάρχει πλέον ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού που βλέπει στις φιλελεύθερες προτάσεις τις λύσεις για τα προβλήματα που το απασχολούν. Το κύριο ζήτημα είναι να δημιουργηθεί ένας πολιτικός φορέας που θα εκφράσει με ειλικρίνεια, συνέπεια και σοβαρότητα ένα σύνολο φιλελεύθερων προτάσεων, για τις οποίες ήδη υπάρχει ένα σεβαστό τμήμα του πληθυσμού που τις βλέπει καταρχήν θετικά, ώστε να πείσει ότι αποτελεί αξιόπιστη, ριζοσπαστική εναλλακτική πρόταση απέναντι στις επιλογές του υπάρχοντος πολιτικού σκηνικού.
Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η ανάλυση αυτής της απήχησης στις διάφορες επαγγελματικές κατηγορίες:

Ιδιωτικοί υπάλληλοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, έμποροι, βιοτέχνες και επιχειρηματίες είναι η βάση του κοινού που είναι δεκτικό σε φιλελεύθερες πολιτικές επιλογές. Ακριβώς δηλαδή οι κατηγορίες εκείνες των πολιτών που βιώνουν στην πράξη την ασφυξία που δημιουργεί ο κρατισμός στην αγορά και την πραγματική οικονομία. Αντίθετα δημόσιοι υπάλληλοι, συνταξιούχοι και νοικοκυρές που ελάχιστα βιώνουν αυτό το περιβάλλον σε πολύ μικρότερο βαθμό στρέφονται προς φιλελεύθερες λύσεις (τις οποίες μπορεί να βλέπουν και ως απειλή για τα προνόμια τους σε βάρος άλλων κατηγοριών συμπολιτών τους).
Από τις τελευταίες κατηγορίες (συνταξιούχοι-νοικοκυρές) πιθανόν να προέρχεται και η διαφορά μεταξύ των φύλων:

Επίσης μεγάλο ενδιαφέρον έχει η κατανομή των απαντήσεων μεταξύ των ηλικιακών ομάδων:

Οι νέοι έχουν πιο ανοιχτό μυαλό σε θέματα κοινωνικού φιλελευθερισμού, έχουν γλυτώσει σε μεγάλο βαθμό την αντιφιλελεύθερη ιδεολογική κατήχηση των προηγούμενων δεκαετιών και την δυσφήμιση του Φιλελευθερισμού αλλά το σημαντικότερο αντιλαμβάνονται πολύ καλύτερα τα αδιέξοδα του σημερινού υπερκορεσμένου συστήματος που τους φορτώνει βάρη περασμένων γενιών αφήνοντας τους ελάχιστα περιθώρια. Οι σημερινοί νέοι είναι η πρώτη γενιά που δεν ξέρει αν θα καταφέρει να ξεπεράσει την προηγούμενή της, πράγμα που είχε πολλές γενιές να συμβεί.
Επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι οι φιλελεύθερες προτάσεις έχουν μεγαλύτερη απήχηση σε πιο μορφωμένα στρώματα:
Αυτό που κάνει τελικά σαφές αυτή η έρευνα είναι ότι το πολιτικό περιθώριο για φιλελεύθερες πολιτικές προτάσεις υπάρχει και ειδικά όπως διατυπώνονται. Δεν χρειάζεται να πείσουμε ότι οι φιλελεύθερες ιδέες και προτάσεις δεν έχουν σχέση με τα δαιμονοποιημένα σκιάχτρα που παρουσιάζονται. Υπάρχουν ήδη αρκετοί Έλληνες πεισμένοι για αυτό. Ούτε χρειάζεται να αυτολογοκρινόμαστε και να αλλοιώνουμε τον χαρακτήρα τον προτάσεών μας υπό τον φόβο της κοινής γνώμης. Υπάρχουν αρκετοί που δεν ενδιαφέρονται για μια επανάληψη της ρητορικής των κομμάτων εξουσίας σε μικρή συσκευασία. Χρειάζεται όμως να πείσουμε τους ότι αποτελούμε μια ριζοσπαστική, σοβαρή, και αξιόπιστη πλατφόρμα πολιτικής έκφρασής τους.