- e-rooster.gr - http://e-rooster.gr -

Η οικονομία-ελικόπτερο

Τι ακριβώς συνέβη τον Σεπτέμβριο του 2008; Γιατί πολλοί πολιτικοί σε όλο τον κόσμο έσπευσαν από την πρώτη στιγμή να χρεώσουν την οικονομική κρίση αποκλειστικά στην ελεύθερη αγορά; Και γιατί ο συντηρητικός Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί, σχεδόν πανηγυρικά, διακήρυξε το τέλος του laissez-faire, ταυτόχρονα με την Άνγκελα Μέρκελ που διαπίστωνε ότι είναι αναγκαία η θέσπιση νέων αυστηρών ρυθμίσεων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα;

Εν τέλει, όμως, η οικονομική κρίση προέκυψε επειδή, όπως υποστηρίζουν οι οπαδοί του νέου παρεμβατισμού, δεν υπήρχαν οι αναγκαίες ρυθμίσεις; Κι αν συνέβη το αντίθετο; Αν δηλαδή η κρατική παρέμβαση και ο προστατευτισμός οδήγησαν αργά αλλά σταθερά στην κρίση; Σε ένα σημείωμα που συνυπογράψαμε με τον καθηγητή Γεώργιο Μπήτρο1 [1] , δημοσιευμένο με το ξέσπασμα της χρηματοοικονομικής κρίσης, εξηγούσαμε ότι οι λόγοι που την προκάλεσαν ήσαν οι εξής:

1. Η διόγκωση του εξωτερικού χρέους των Ηνωμένων Πολιτειών. Η κατάσταση αυτή προέκυψε λόγω της αύξησης των εισαγωγών για κατανάλωση, σε συνδυασμό με τη μεγάλη αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών που προκλήθηκε σε σημαντικό βαθμό από την ενεργειακή κρίση. Οι παραπάνω παράγοντες οδήγησαν σε αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του δολαρίου, σε απαξίωση δηλαδή του αμερικανικού νομίσματος στις διεθνείς αγορές.

2. Το σταθερά αυξανόμενο από τις αρχές του 2000 δημοσιονομικό έλλειμμα, που είχε αποτέλεσμα τη διόγκωση του δημόσιου χρέους.

3. Η αλόγιστη αύξηση των δημοσίων δαπανών, παράλληλα με τη διατήρηση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα, και

4. Η παρέμβαση του πολιτικού συστήματος στην αγορά κατοικίας των ΗΠΑ, η οποία και προκάλεσε την οικονομική κρίση όταν έσπασε η «στεγαστική φούσκα».

Τι ακριβώς ήταν, όμως, αυτό που ονομάζουμε «στεγαστική φούσκα»; Στην πραγματικότητα, μιλάμε για μια αγορά κατοικίας σε εξαιρετική άνθηση, εξαιτίας στρεβλώσεων που προκάλεσε κατά κύριο λόγο η κρατική παρέμβαση και όχι η ελεύθερη αγορά. Μιλάμε, δηλαδή, για χορήγηση και διευκόλυνση πληθώρας στεγαστικών δανείων, χωρίς φροντίδα για τις απαραίτητες διασφαλίσεις αποπληρωμής τους. Δύο οιονεί κρατικοί οργανισμοί, οι Fannie Mae και Freddie Mac, ήταν καίριοι πρωταγωνιστές αφού εξαγόρασαν ή εγγυήθηκαν σχεδόν τέσσερα τρισεκατομμύρια δολάρια των χρεών από δάνεια για αγορά κατοικίας στις ΗΠΑ. Αυτά τα χρέη τα τιτλοποίησαν σε ομόλογα εκδόσεώς τους (agency bonds), τα οποία εγγυήθηκε το αμερικανικό Δημόσιο (Federal Agency for Housing Enterprise Oversight). Με τον τρόπο αυτό προσέλκυσαν το επενδυτικό ενδιαφέρον όλων των ειδικών επενδυτών, γιατί παρείχαν κρατική εγγύηση στο χρέος που ενσωμάτωναν, ενώ συγχρόνως εξασφάλιζαν μεγαλύτερες αποδόσεις από τα αντίστοιχα χρηματοοικονομικά προϊόντα των ιδιωτών ανταγωνιστών τους. Για το τελευταίο φρόντισε ακόμη περισσότερο η Ομοσπονδιακή Τράπεζα που μείωσε τα επιτόκια σε πρωτοφανώς χαμηλά επίπεδα. Η δράση των δύο αυτών ημικρατικών οργανισμών στην αγορά παραγώγων με την εγγύηση του αμερικανικού Δημοσίου δημιούργησε τεράστιες παρενέργειες στον ανταγωνισμό, καλλιέργησε αδικαιολόγητη εμπιστοσύνη στους επενδυτές και διάβρωσε σε μεγάλο βαθμό την εμπιστοσύνη στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίου. Την ίδια στιγμή, η νομοθεσία πίεζε κι άλλο τις τράπεζες να αμβλύνουν (μέχρι μηδενισμού) τα κριτήρια πιστοληπτικής ικανότητας των πελατών τους για αγορά κατοικίας για λόγους κοινωνικής πολιτικής, υποχρεώνοντας τις τράπεζες να δίνουν δάνεια σε περιοχές που κατοικούσαν άνθρωποι που δεν είχαν τη δυνατότητα να τα αποπληρώσουν. Είχαν μάλιστα δημιουργηθεί και ισχυροί οργανισμοί συνεταιριστικού χαρακτήρα που ελέγχονταν από την αριστερή πτέρυγα του δημοκρατικού κόμματος, οι οποίοι προωθούσαν οι ίδιοι δάνεια πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων προς τις τράπεζες με μεθόδους πολιτικού πειθαναγκασμού… Στο μεταξύ, η τιτλοποίηση των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων και η περαιτέρω πώληση στη δευτερογενή αγορά του ενυπόθηκου δανεισμού υπό τη μορφή χρηματοοικονομικών προϊόντων επέτρεψε στις τράπεζες την αναπλήρωση των κεφαλαίων τους για να συνάψουν νέα δάνεια.

Η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων της FED (δηλαδή του εύκολου χρήματος), σε συνδυασμό με την ασφάλιση των καταθέσεων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, ενίσχυσε κι άλλο την εμπιστοσύνη της αγοράς. Διάχυτη ήταν η πεποίθηση ότι το κράτος θα παρέμβει εάν η στεγαστική αγορά, κάποια στιγμή, ερχόταν αντιμέτωπη με μπελάδες. Το κράτος, δηλαδή, ενθάρρυνε την αγορά να τολμήσει να αναλάβει ρίσκα χωρίς τη δική του άμεση παρουσία, το οποίο ωστόσο ορθώς θεωρήθηκε ότι εγγυούνταν τους κινδύνους. Πολύ εύστοχα η πρακτική αυτή είχε χαρακτηριστεί ιδιωτικοποίηση των κερδών και κοινωνικοποίηση των οικονομικών απωλειών.

Το κράτος, δηλαδή, ενθάρρυνε την αγορά να τολμήσει να αναλάβει ρίσκα χωρίς τη δική του άμεση παρουσία, το οποίο ωστόσο ορθώς θεωρήθηκε ότι εγγυούνταν τους κινδύνους. Πολύ εύστοχα η πρακτική αυτή είχε χαρακτηριστεί ιδιωτικοποίηση των κερδών και κοινωνικοποίηση των οικονομικών απωλειών

Τα πράγματα όμως δεν είχαν εσαεί ευθύγραμμη πορεία. Κι όταν οι τιμές των κατοικιών στις ΗΠΑ, για πρώτη φορά μετά από μακρά περίοδο σταθερής ανόδου άρχισαν να μειώνονται, η αγορά άρχισε να συνειδητοποιεί ότι σημασία δεν είχαν οι αξίες των εξασφαλίσεων για τις οποίες έγραφαν οι τράπεζες, αλλά οι πραγματικές αξίες των περιουσιακών στοιχείων που εξασφαλίζονταν με τις υποθήκες. Μια ακόμη άστοχη σειρά νομοθετικών παρεμβάσεων συνετέλεσε καίρια στη δημιουργία πανικού. Σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία, οι τράπεζες υποχρεώνονταν να αναπροσαρμόσουν τις αξίες των εξασφαλίσεων στους ισολογισμούς τους σε χαμηλότερα επίπεδα με βάση τις νέες μειωμένες αξίες των ακινήτων. Κατ’ ουσίαν, δηλαδή, οι τράπεζες εξαναγκάζονταν σε μαζικές «όσο όσο» πωλήσεις. Mε αδιάσειστα επιχειρήματα, στατιστικά στοιχεία και διεξοδική εις βάθος ανάλυση, ο γνωστός οικονομολόγος και συγγραφέας του περίφημου Basic Economics, Τόμας Σόουελ, περιγράφει τις καταστρεπτικές συνέπειες της κρατικής παρέμβασης στην αγορά ακινήτων στο νέο βιβλίο του The Housing Boom and Bust (Η έκρηξη της αγοράς κατοικίας και η πτώχευση).2 [2]

Σε τελική ανάλυση αν κύριος υπαίτιος της κρίσης ήταν η φούσκα στην αμερικανική αγορά κατοικίας, τότε τεράστια ευθύνη έχουν αυτοί που γέμισαν τη φούσκα με εύκολο χρήμα (η κρατική FED που επιχειρούσε με τα χαμηλά επιτόκια να παρέμβει στον οικονομικό κύκλο) και αυτοί που έκαναν τα τειχώματα της φούσκας άκαμπτα και καθυστέρησαν την διάρρηξή τους, με αποτέλεσμα η κρίση που προέκυψε να πάρει καταστροφικές διαστάσεις. Δηλαδή οι έμμεσες και άμεσες εγγυήσεις του κινδύνου από το κράτος και οι αδυναμίες του συστήματος διοίκησης των τεράστιων εισηγμένων εταιρειών (προπαντός των τραπεζών), που διαφοροποιούν τόσο τα κίνητρα των –κατεστραμμένων πλέον πραγματικών ιδιοκτητών/μετόχων– από αυτά των κατά σύστημα υπεραμειβόμενων χρυσοφόρων διοικούντων, ώστε να δημιουργούν τη δική τους αυτοτελή στρέβλωση στο καπιταλιστικό σύστημα.

αν κύριος υπαίτιος της κρίσης ήταν η φούσκα στην αμερικανική αγορά κατοικίας, τότε τεράστια ευθύνη έχουν αυτοί που γέμισαν τη φούσκα με εύκολο χρήμα (η κρατική FED που επιχειρούσε με τα χαμηλά επιτόκια να παρέμβει στον οικονομικό κύκλο) και αυτοί που έκαναν τα τειχώματα της φούσκας άκαμπτα και καθυστέρησαν την διάρρηξή τους, με αποτέλεσμα η κρίση που προέκυψε να πάρει καταστροφικές διαστάσεις

Ιδίως με δεδομένο ότι ακριβώς αυτές οι τεράστιες επιχειρήσεις (π.χ. οι τράπεζες, οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες κ.λπ.) δεν αφήνονται, όπως αποδείχθηκε, από το κράτος να καταρρεύσουν και να κλείσουν, όπως έκλεισαν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Διότι ας μην ξεχνάμε ότι τα χρήματα των φορολογουμένων δεν πήγαν στη διάρκεια της κρίσης κατά κύριο λόγο σε κοινωνική πολιτική, αλλά στη στήριξη με τρισεκατομμύρια δολάρια των αποτυχημένων τεράστιων εισηγμένων επιχειρήσεων.

Η εξήγηση της οικονομικής κρίσης ως αποτέλεσμα σειράς κρατικών παρεμβάσεων βρίσκει σύμφωνους πολλούς κορυφαίους οικονομολόγους σε όλο τον πλανήτη. Σημείο αναφοράς, βεβαίως, παραμένει πάντοτε η μελέτη του Τζον Τέιλορ, Getting Off Track: How Government Actions and Interventions Caused, Prolonged, and Worsened the Financial Crisis.3 [3] Εξαιρετικές ιδέες, ωστόσο, συνεισφέρει στη σχετική συζήτηση των οικονομολόγων ο Σουηδός καθηγητής Γιόχαν Νόρμπεργκ, senior fellow σε ένα από τα επιδραστικότερα ιδρύματα πολιτικής έρευνας των ΗΠΑ, του Cato Institute, στο νέο του βιβλίο Financial Fiasco. How America’s Infatuation with Home Ownership and Easy Money Created the Economic Crisis, ήδη γνωστός ευρέως εδώ και έξι χρόνια χάρη στο βιβλίο του In Defense of Global Capitalism.4 [4]

Στα 36 του, ο Νόρμπεργκ θεωρείται από τα πιο διεισδυτικά «μυαλά» της σύγχρονης φιλελεύθερης σκέψης και ξεχωρίζει για την αναλυτική του σκέψη. Στο τελευταίο του βιβλίο αναλύει με στέρεα επιχειρήματα όσα ήδη αναφέρθηκαν και αναρωτιέται: αν οι συστηματικές και απολύτως αλληλοσυνδεόμενες παρεμβάσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, της FED και του Department of Housing and Urban Development, δεν αποτελούν κρατική παρέμβαση, τότε πώς ακριβώς εννοούμε την κρατική παρέμβαση;

Η αγορά, σύμφωνα με τον Νόρμπεργκ, δεν είναι τίποτε άλλο από τα δισεκατομμύρια των αποφάσεων που λαμβάνονται σε παγκόσμιο επίπεδο με βάση προσωπικές σταθμίσεις και άγνωστες στους υπόλοιπους επιδιώξεις. Η κρατική παρέμβαση, τονίζει, μπορεί να ενισχύσει το ένστικτο «αγέλης» της αγοράς και να φουσκώσει τις οικονομικές προσδοκίες δανειοληπτών, δανειστών, τραπεζιτών, χρηματιστών, αλλά και πολιτικών και γραφειοκρατών. Η δημιουργία οποιασδήποτε «αγέλης», όμως, εκτός των άλλων, επιτρέπει στους πολιτικούς και στους γραφειοκράτες να πείθουν ότι, όποτε θεωρούν εκείνοι χρήσιμο, είναι αναγκαίες μεγαλύτερες ακόμα παρεμβάσεις και όλο πιο αυστηρές ρυθμίσεις, που γεμίζουν χιλιάδες σελίδες νέων κωδικοποιήσεων, νέων νόμων, σε μια συνθήκη συγκεχυμένης και αλληλοαναιρούμενης πολυνομίας. Έτσι ώστε αφού οι παρεμβάσεις δημιούργησαν το πρόβλημα, να προβάλουν τώρα και ως η λύση του.

Στη μέγγενη της προστατευτικής νομοθεσίας και των ρυθμιστικών αρχών, οι αγορές δεν μπορούν να προσαρμοστούν ή να αλλάξουν τις στρατηγικές τους άμεσα, ανάλογα με τις ειδικές συνθήκες, ανάλογα με τις νέες πληροφορίες για το τι συμβαίνει με τη ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών, ανάλογα με τον ανταγωνισμό και ανάλογα με τις πιστώσεις. Οι παρεμβατικές πολιτικές μπλοκάρουν τα καλύτερα μονοπάτια της οικονομικής δράσης, που σε περίοδο κρίσης αναζητούν ευκαιρίες, με αποτέλεσμα η κρίση να επιτείνεται αντί να ανακουφίζεται

Με δεδομένο ότι κανείς δεν ξέρει πού θα ξεσπάσει η επόμενη κρίση, λέει στη συνέχεια της αναλυτικής εργασίας του ο Νόρμπεργκ, οι γραφειοκράτες επιχειρούν να μας προστατεύσουν εκ των προτέρων με όλο και πιο έντονη παρουσία στην οικονομική ζωή. Έτσι όμως τα περιθώρια ελιγμών για τις αγορές, υπό τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του κράτους, στενεύουν ακόμη περισσότερο. Στη μέγγενη της προστατευτικής νομοθεσίας και των ρυθμιστικών αρχών, οι αγορές δεν μπορούν να προσαρμοστούν ή να αλλάξουν τις στρατηγικές τους άμεσα, ανάλογα με τις ειδικές συνθήκες, ανάλογα με τις νέες πληροφορίες για το τι συμβαίνει με τη ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών, ανάλογα με τον ανταγωνισμό και ανάλογα με τις πιστώσεις. Οι παρεμβατικές πολιτικές μπλοκάρουν τα καλύτερα μονοπάτια της οικονομικής δράσης, που σε περίοδο κρίσης αναζητούν ευκαιρίες, με αποτέλεσμα η κρίση να επιτείνεται αντί να ανακουφίζεται. Μια παρέμβαση, εξηγεί ο Νόρμπεργκ, μπορεί να είναι σε θέση να ανακόψει την ελεύθερη πτώση ενός τομέα της αγοράς που πλήττεται από μια κρίση. Η ιστορία ωστόσο αποδεικνύει ότι οι παρεμβάσεις αποτροπής οποιασδήποτε κρίσης (bailouts), τελικώς, πολύ σύντομα επιτείνουν το πρόβλημα.

Ιδιαίτερα κρίσιμο για τον συγγραφέα είναι το ότι, στην παρούσα συγκυρία, οι τράπεζες και οι μεγάλες επιχειρήσεις που παρουσιάζουν οικονομική αδυναμία διασώζονται με την τεράστια οικονομική ενίσχυση του κράτους από τα χρήματα των φορολογουμένων – και μάλιστα ερήμην τους. Η διάσωση όμως των προβληματικών επιχειρήσεων από το κράτος έχει μια ακόμη σημαντική αρνητική επίπτωση: μεταφέρει το μήνυμα ή έστω τη βάσιμη προσδοκία ότι μια τυχόν μελλοντική οικονομική αποτυχία θα καλυφθεί εκ νέου από τις κρατικές δομές. Το μήνυμα είναι ότι καμιά μεγάλη επιχείρηση ή τράπεζα δεν είναι δυνατόν να πτωχεύσει ή να κλείσει, δεν θα την αφήσει το κράτος. Αλλά τότε, και πάντα υπό την κρατική αιγίδα, ανοίγει ο δρόμος για τις διοικήσεις των εταιρειών να λαμβάνουν παράτολμες αποφάσεις, τις οποίες σε καθεστώς μη προστασίας ούτε που θα το σκέπτονταν να τις λάβουν χωρίς να σταθμίσουν τις συνέπειες. Τέτοιου είδους πολιτικές, διακοσμημένες με αγαθές προθέσεις, κινδυνολογία και διακηρύξεις εναντίον της ανεργίας, μεταβάλλουν ριζικά το οικονομικό σύστημα σε έναν ιδιότυπο καπιταλισμό, στον οποίο τα κέρδη παραμένουν ιδιωτικά αλλά οι ζημιές βαρύνουν την κοινωνία∙ με άλλα λόγια, αφαιρούν από το σύστημα τη θεμελιωδέστερη ηθική αρχή του, αυτή της ατομικής ευθύνης, σύμφωνα με την οποία στην ελεύθερη αγορά η απερίσκεπτη συμπεριφορά τιμωρείται και επιβραβεύεται η συνετή. Εάν λοιπόν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε την επερχόμενη οικονομική θύελλα, σύμφωνα με τον Νόρμπεργκ πρέπει να ακολουθήσουμε τον εντελώς αντίθετο δρόμο από αυτόν της παρέμβασης. Χρειάζεται να τεθεί τέρμα στην προστασία των επιχειρήσεων, όσο μεγάλες κι αν είναι αυτές, αλλά και στην εγγύηση που οι κρατικές αρχές παρέχουν στους επενδυτές και στους αποταμιευτές. Ο καθένας στην ελεύθερη αγορά οφείλει να δρα με δική του ευθύνη, χωρίς καμμιά προστασία. Η έλλειψη οποιασδήποτε κρατικής προστασίας θα είχε, κατά τον Νόρμπεργκ, ευεργετικά αποτελέσματα στην αλλαγή της νοοτροπίας των πολιτών. Χωρίς προστασία, οι πολίτες έχουν υποχρέωση να αντιμετωπίζουν τη ζωή τους ως ενήλικοι, οφείλουν να αντιλαμβάνονται και να αξιολογούν τους κινδύνους της πραγματικής ζωής.

Ο Νόρμπεργκ σημειώνει μια παραδοχή αυτονόητη. Ο κίνδυνος, λέει, είναι τμήμα της ανθρώπινης ζωής. Χρειάζεται λοιπόν, προσθέτει, να γίνει αντιληπτή η οικονομία σαν καζίνο, στο οποίο όποιος παίζει έχει σοβαρές πιθανότητες να χάσει. Εν αντιθέσει, η σύγχρονη οικονομία δεν γίνεται αντιληπτή σαν καζίνο αλλά σαν ελικόπτερο. Η περιγραφή της οικονομίας-ελικόπτερο εκ μέρους του είναι ιδιαίτερα κατατοπιστική. Το κράτος, λέει ο Νόρμπεργκ, αιωρείται πάνω από τις τράπεζες και τους επενδυτές, φροντίζοντας να μην πληγωθεί κανείς πολύ άσχημα. Με το παραμικρό ατύχημα, η κυβέρνηση μειώνει τα επιτόκια, παρέχει πιστώσεις και τα χρήματα των φορολογουμένων εξανεμίζονται σε αμφίβολες πολιτικές διάσωσης ισχυρών επιχειρηματιών. Ουδείς αντιλαμβάνεται τους κινδύνους και οι ίδιοι πάντα επενδυτές μπορούν να συνεχίζουν την ίδια απερίσκεπτη και παράλογη συμπεριφορά, χωρίς συνέπειες για τους ίδιους. Αργά ή γρήγορα, όμως, ο έλικας θα κτυπήσει σε κάποια στέγη και το ελικόπτερο θα πέσει στα κεφάλια όλων μας.

Οι διαπιστώσεις του Νόρμπεργκ ενδέχεται να θεωρηθούν από τους εξοικειωμένους με τον κρατισμό Έλληνες ως ανάλγητες «νεοφιλελεύθερες» συνταγές. Η χώρα μας βρίθει δημαγωγών και λαϊκιστών, συμφέρον των οποίων πάντα είναι να απαρνιούνται την πραγματικότητα, μη χάνοντας ευκαιρία να κολακέψουν όλα τα ελαττώματα των ακροατών τους. Η οικονομική κρίση θα μπορούσε να είναι μια ευκαιρία για την ενηλικίωση πολλών Ελλήνων πολιτών, για επαναπροσέγγιση των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας με αρχές όπως η υπευθυνότητα και η εγκράτεια. Ο Γιόχαν Νόρμπεργκ προσφέρει κι αυτό το ερέθισμα.

Τάσος Ι. Αβραντίνης5 [5]

——————————————————————

Σημειώσεις:

  1. Γ. Μπήτρος, Τ. Αβραντίνης, «Κρίση της πολιτικής, όχι της αγοράς», http://e-rooster.gr/10/2008/977 [6] [ [7]]
  2. Thomas Sowell, The Housing Boom and Bust, Basic Books, 2009 [ [8]]
  3. John B. Taylor, Getting Off Track. How Government Actions and Interventions Caused, Prolonged, and Worsened the Financial Crisis. Hoover Institution Press, 2009. [ [9]]
  4. Έκδοση του Cato Institute το 2003. Το σουηδικό πρωτότυπο, Till världskapitalismens försvar, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Timbro στη Στοκχόλμη το 2001. [ [10]]
  5. Δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του Athens Book Review [ [11]]