H ενηλικίωση των μουσείων μας

Ιούν 21st, 2008 | | Κατηγορία: Πέτρος Τατούλης | Email This Post Email This Post | Print This Post Print This Post |

Αυτή τη φορά θα απογοητεύσω όσους τρέφονται από τη διαφωνία και σκοπίμως συγχέουν τη δημόσια έκφραση πολιτικών απόψεων με αντάρτικο. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω επί της αρχής με την πρόσφατη πρόταση του Υπουργού Πολιτισμού για λειτουργική αυτονομία του νέου Μουσείου της Ακρόπολης.

Ομιλώ μετά λόγου γνώσεως. Στο σχέδιο νόμου για το νέο Οργανισμό του Υπουργείου Πολιτισμού, που είχαμε συντάξει το 2005 κατά την εκεί θητεία μου, προβλεπόταν …στο άρθρο 33 η μετατροπή 5 αρχαιολογικών μουσείων μας σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Καθώς το Νέο Μουσείο Ακρόπολης ήταν τότε υπό κατασκευή, ξεκινήσαμε από τα μεγάλα μουσεία στα οποία, μολονότι λειτουργούν ως ειδικές περιφερειακές υπηρεσίες, τα προβλήματα παραμένουν: το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, τα Αρχαιολογικά Μουσεία Θεσσαλονίκης και Ηρακλείου και το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης. Το σχέδιο νόμου παρέπεμπε σε προεδρικά διατάγματα, αλλά ρητά προέβλεπε ανοιχτό διαγωνισμό για την επιλογή διευθυντή, καθώς και τις ιδιότητες των μελών του Ειδικού Συμβουλίου Επιλογής, διότι θέλαμε να κατοχυρώσουμε την ανεξαρτησία της διαδικασίας από πολιτικά ή συντεχνιακά «καπελώματα».

Θέτω στη διάθεση του Υπουργού Πολιτισμού τα δύο πρώτα, έτοιμα σχέδια Προεδρικών Διαταγμάτων, ένα για το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και ένα δεύτερο για το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, για να χρησιμοποιήσει, αν το επιθυμεί, τη δουλειά που έχει ήδη γίνει. Θέτω επίσης στη διάθεσή του ένα επίσης έτοιμο σχέδιο νόμου για τον Οργανισμό της Εθνικής Πινακοθήκης, με το οποίο η Εθνική Πινακοθήκη θα μετατρεπόταν σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, από δημοσίου δικαίου που είναι σήμερα.

Εφόσον τώρα ανακινείται η συζήτηση για τα θέματα αυτά, κρίνω σκόπιμο να δημοσιοποιήσω μια εμπειρία μου από τη διερεύνηση που είχε προηγηθεί της σύνταξης των νομικών κειμένων, για να γίνει αντιληπτή η υπάρχουσα διοικητική κατάσταση στη «βαρειά βιομηχανία» της χώρας μας. Εθεσα τότε ένα ερώτημα, την απάντηση στο οποίο και το τελευταίο ψιλικατζίδικο δίνει αμέσως: συνολικά έσοδα, συνολικό κόστος. Υπενθυμίζω ότι τα μεγάλα μουσεία μας είναι υπηρεσίες που απασχολούν εκατοντάδες άτομα και έχουν αυξημένα λειτουργικά έξοδα.

Η αυτονομία των μουσείων μας, ιδιαίτερα των μεγάλων, είναι μονόδρομος. Θα πρέπει βέβαια πάντοτε να χρηματοδοτούνται και να στηρίζονται από το κράτος, αλλά όχι να εξαρτώνται 100% από αυτό

Το σκέλος των άμεσων εσόδων ήταν εύκολο να υπολογισθεί: μηδέν! Και ας μη θεωρηθεί ότι οφείλεται σε παντελή απουσία επισκεπτών. Ακόμη και το πρώτο σε επισκεψιμότητα μουσείο μας, το Εθνικό Αρχαιολογικό, έχει και αυτό μηδενικά έσοδα, καθώς οι εισπράξεις από τα εισιτήρια, το πωλητήριο και το αναψυκτήριο πηγαίνουν κατευθείαν στο Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων (ΤΑΠΑ) και στον Οργανισμό Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού (ΟΠΕΠ), με ρυθμίσεις που δεν είναι της παρούσης να αναλύσω. Το σκέλος των εξόδων ήταν τόσο χαοτικό που δεν έμαθα ποτέ ένα συνολικό αριθμό. Οι μόνιμοι υπάλληλοι πληρώνονται κατευθείαν από τον Τακτικό Προϋπολογισμό του Υπουργείου, κάποιοι έκτακτοι από ειδικές χρηματοδοτήσεις ή από το ΤΑΠΑ, κάποιοι άλλοι από κοινοτικούς πόρους, κάποια λειτουργικά έξοδα από διάφορες πηγές, νόμιμες μεν, λαβυρινθώδεις δε, κάποια έργα από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, κάποια άλλα από κοινοτικούς πόρους, κάποια τρίτα από δωρεές.

Αν είχα χρόνο να φέρω το εγχείρημα μέχρι τέλους, θα εύρισκα το μίτο της Αριάδνης, αλλά ήδη ήταν σαφές ότι η λογική του συνολικού κόστους και επομένως του συνολικού προϋπολογισμού και ισολογισμού ήταν απούσα, όπως συμβαίνει σε κάθε δημόσια υπηρεσία. Επιμέρους προϋπολογισμοί ναι. Πόσο κοστίζει κατ’ έτος η λειτουργία και η ανάπτυξη ενός μεγάλου αρχαιολογικού μουσείου μας, όχι. Η δυστοκία αυτή υπάρχει, όπως είναι φυσικό, και στις αποφάσεις. Όλα εξαρτώνται από το κεντρικό Υπουργείο και ο Διευθυντής του μουσείου μπορεί να πάρει πρωτοβουλίες μόνο ρισκάροντας την υπηρεσιακή του δίωξη! Και βέβαια, θεωρώ περιττό να μιλήσω για τη γραφειοκρατία, η οποία μπορεί να αποθαρρύνει και τον πιο ενθουσιώδη υπάλληλο, και τον πιο ένθερμο χορηγό.

Η αυτονομία των μουσείων μας, ιδιαίτερα των μεγάλων, είναι μονόδρομος. Θα πρέπει βέβαια πάντοτε να χρηματοδοτούνται και να στηρίζονται από το κράτος, αλλά όχι να εξαρτώνται 100% από αυτό. Η εξάρτηση σημαίνει συνεχή και άμεσο έλεγχο από τη μία πλευρά, διάχυση ευθύνης για το αποτέλεσμα από την άλλη.

——————————————————————————

Σημειώσεις:
Δημοσιεύτηκε στον Ελεύθερο Τύπο στις 19/6/2008 και στο tatoulis.blogspot.com

Σχολιαστε