Η εκλογή του Α. Σαμαρά στη θέση του προέδρου της Ν.Δ., δεν υπήρξε απλώς η προβλέψιμη, αλλά και η φυσική επιλογή. Για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η περίοδος της ιδεολογικής αφασίας – μια περίοδος που στοίχισε και στο ίδιο το κόμμα της Ν.Δ., αλλά και στη χώρα μας – φτάνει επιτέλους στο τέλος της.
Όλα τα δημοκρατικά πολιτικά κόμματα αποτελούν αναγκαστικά πεδίο συμβιβασμού ιδεών, πολιτικών, ομάδων, ατόμων. Όσο μεγαλύτερη είναι η εκλογική επιρροή ενός κόμματος, τόσο πιο δύσκολη είναι η ιδεολογική του ομοιογένεια. Ωστόσο, για να μπορούν να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους, βασική προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη ενός συνεκτικού κρίκου αξιών που συνδέει τα μέλη και τα στελέχη του.
Κατά την ίδρυσή της, ο συνεκτικός αυτός κρίκος στο κόμμα της Ν.Δ. υπήρξε η προσωπικότητα και το πολιτικό όραμα του ιδρυτή της. Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, μετά την μεταπήδηση του Κων. Καραμανλή στην Προεδρία της Δημοκρατίας, ο κρίκος αυτός μετατράπηκε σε μία ελαστική διάφανη γραμμή που εκτινότανε «από τις παρυφές της κεντροαριστεράς» μέχρι και, κατά καιρούς, τα δεξιά άκρα του πολιτικού φάσματος.
Η Ν.Δ. δεν αποτελεί πια πολιτικό (ή έστω, πολυ-τασικό) κόμμα, αλλά έναν άτυπο συνασπισμό κομμάτων με μόνο στόχο την κατάληψη της εξουσίας. Απόδειξη αποτελεί ο τρόπος που διαχειρίστηκε την εξουσία κάθε φορά που της δόθηκε η ευκαιρία, αλλά και οι πικρόχολες – και βαθειά πολιτικές – διαμάχες που ξεσπούσανε στο εσωτερικό της κάθε φορά που την έχανε. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οδηγήθηκε σε πτώση όταν σημαντικό κομμάτι της Ν.Δ. διαφώνησε έντονα με τις φιλελεύθερης κατεύθυνσης επιλογές της. Η κυβέρνηση Καραμανλή οδηγήθηκε σε μια απίστευτα ταχεία φθορά από την αδυναμία της να πάρει την οποιαδήποτε απόφαση που πιθανά θα οδηγούσε σε αντιδράσεις στο εσωτερικό της.
Κατά την μεταπολεμική περίοδο του προηγούμενου αιώνα, η κυριότερη απειλή για τις δημοκρατίες της Δύσης υπήρξε ο μαρξιστικός σοσιαλισμός και η βαναυσότητα της αδίστακτης εφαρμογής του από τους δικτάτορες της άλλης πλευράς του παραπετάσματος. Ο ψυχρός πόλεμος κατάφερε έτσι να φέρει στο ίδιο στρατόπεδο, για την αντιμετώπιση αυτής της απειλής, δύο παραδοσιακά αντίπαλα ρεύματα – αυτά του συντηρητισμού και του φιλελευθερισμού. Οι συμμαχίες που σχηματίστηκαν είχανε άλλοτε τη μορφή συνεργασίας αυτόνομων πολιτικών κομμάτων, κι άλλοτε – όπως στη χώρα μας, που στερούταν συνεκτικής και ισχυρής φιλελεύθερης φωνής – τη συμβατική απορρόφηση των φιλελευθέρων από τα συντηρητικά κόμματα.
Όταν όμως η απειλή του κουμμουνισμού περιορίστηκε στις διαμάχες αρχειοθετών μουσείων, οι συμμαχίες αυτές ήταν φυσικό να καταρρεύσουν. Η παγκοσμιοποίηση, η ελεύθερη αγορά, και οι ατομικές ελευθερίες, που αποτελούσαν κάποτε κεντρικές επιλογές των κεντροδεξιών κομμάτων ως αντίδοτο στον κομουνισμό, έπαψαν να έχουν την οποιαδήποτε (ή έχουν πια ελάχιστη) ελκυστικότητα για τα συντηρητικά κόμματα και τους ψηφοφόρους τους. Κι οι επιλογές τους στράφηκαν πλέον στην άμεση αντίθεση με τους φιλελεύθερους και στην προσπάθεια αποιδεολογικοποίησης της πολιτικής ζωής.
Στις ΗΠΑ, ο ριζοσπαστισμός του Goldwater κι ο αντικομουνισμός του Reagan αντικαταστήθηκαν από την καρικατούρα του ‘συμπονετικού συντηρητισμού’. Στη Μεγάλη Βρετανία, η επιθετική απορρύθμιση της Thatcher εξοστρακίστηκε στο όνομα μιας χαμηλών-λιπαρών προστατευτικής σοσιαλδημοκρατίας. Στη χώρα μας, αν και δεν υπήρξε ποτέ ισχυρό φιλελεύθερο ρεύμα που θα δικαιολογούσε μια τέτοια αντίδραση, ο μερικά απορρυθμιστικός χαρακτήρας της κυβέρνησης Μητσοτάκη περιθωριοποιήθηκε πολιτικά στο όνομα ενός άχρωμου ‘μεσαίου χώρου’, για να αντικατασταθεί σήμερα από τον ‘κοινωνικό φιλελευθερισμό’.
Ο ‘συμπονετικός συντηρητισμός’ όμως δεν ήταν κενός περιεχομένου και είχε τη δυνατότητα να παρέχει στέγη σε διαφορετικές και ετερόκλιτες πολιτικές παραδόσεις – στην πρώτη του φάση τουλάχιστο. Ωστόσο, ο ‘κοινωνικός φιλελευθερισμός’ του Α. Σαμαρά μπορεί να καλύψει μονάχα μια πτέρυγα μιας παράταξης που έτσι κι αλλιώς στερείται ιδεολογικής σαφήνειας. Στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, η ηγεσία της ΝΔ επιστρέφει στον ‘πατριωτισμό’ των κενών συνθημάτων και της συναισθηματικότητας. Το κράτος γίνεται ρυθμιστής της οικονομικής ζωής και επιστρέφουμε στις σοσιαλδημοκρατικές αξίες της προδικτατορικής Δεξιάς. Τα ατομικά δικαιώματα παραμένουν non-issue για την αποφυγή συγκρούσεων με το εκκλησιαστικό κατεστημένο και την παραδοσιακά συντηρητική πτέρυγα του κόμματος.
Η περίοδος λοιπόν της ανοιχτής ερμηνείας της κεντροδεξιάς στάσης, που επέτρεπε και σε μετριοπαθείς φιλελεύθερους πολίτες και πολιτικούς να παραμένουν στο χώρο της ΝΔ, έφτασε ευτυχώς στο τέλος της.
Η μόνη ειλικρινής επιλογή των φιλελεύθερων πολιτών που μέχρι σήμερα στηρίζανε τη ΝΔ, με την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να τους εξασφαλίσει μια πιο αποτελεσματική πολιτική δράση, δεν μπορεί να είναι άλλη από την αποχώρηση και τη διάσπαση. Η εκλογή του Α. Σαμαρά, καθώς και το συγκλονιστικά μεγάλο ποσοστό του Π. Ψωμιάδη, δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες. Η ΝΔ αποτελεί πλέον αφιλόξενο τόπο για φιλελεύθερους προβληματισμούς κι η παραμονή φιλελεύθερων στελεχών και πολιτών στους κόλπους της μπορεί πια να δικαιολογηθεί μόνο ως πράξη πολιτικής δειλίας ή επιδίωξης προσωπικών συμφερόντων.
Γιώργος Σαρηγιαννίδης