Σχολιαστές εμπαθείς και κινδυνολόγοι

Νοέ 25th, 2010 | | Κατηγορία: Ανδρέας Ανδριανόπουλος | Email This Post Email This Post | Print This Post Print This Post |

Είναι εξοργιστική η στάση πολλών σχολιαστών ηλεκτρονικών ΜΜΕ που μέσα από την δυνατότητα που τους δίνουν τα μικρόφωνα που μονοπωλούν εκτοξεύουν απίστευτες ανακρίβειες βγάζοντας στην επιφάνεια προσωπικά συμπλέγματα και καταπιεσμένο κοινωνικό φθόνο. Είναι εκπληκτικό μάλιστα πως οι χειρότερες κραυγές εκτοξεύονται από φωνές υποτιθέμενα «Δεξιές». Που φέρνουν στο φώς έτσι όλο το βάθος της πολιτικής καθυστέρησης που σαρώνει τον χώρο.

Γνωστός σχολιαστής επιμένει προκλητικά να προβάλει το ερώτημα για το «που πάνε τα χρήματα που χρωστάμε». Η απάντηση βέβαια είναι «σ’ αυτούς που μας τα δάνεισαν». Η άποψη αυτών που διαφωνούν προφανέστατα είναι να εισπράττουμε τα χρήματα των άλλων (με όρους στους οποίους είχαμε βέβαια ενσυνείδητα συμφωνήσει) αλλά να μην πληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας. Οι λαοί όμως και τα κράτη δεν είναι βρέφη που έχουν το ακαταλόγιστο. Να μην ευθύνονται δηλ για τις πράξεις και την συμπεριφορά τους. Αν επιμένεις να ζείς πάνω και πέρα από τις δυνατότητές σου συνέχεια δανειζόμενος και να δημιουργείς έτσι ένα επίπεδο ζωής που δεν δικαιολογείται από τις επιδόσεις και την οικονομική σου επιφάνεια θα έρθει αναπόφευκτα και η ώρα του λογαριασμού. Θα συνέχιζε άραγε να σχολιάζει ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος στον τηλεοπτικό σταθμό που εμφανίζεται αν σταματούσαν ξαφνικά να τον πληρώνουν; Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τους δανειστές μας και τις συνεχιζόμενες ταμειακές μας ανάγκες. Όταν ζούμε πολύ πάνω από τις δυνατότητές μας και με χρήματα που δανειζόμαστε από τις διεθνείς αγορές θα έρθει η στιγμή της αποπληρωμής των δανείων αυτών. Και η στιγμή εκείνη είναι σκληρή. Γιατί δεν ακούει ούτε εκκλήσεις ούτε και υποκύπτει σε πολιτικούς εκβιασμούς και πιέσεις.

τα ΜΜΕ των εργολάβων του Δημοσίου πλημμύρισαν από κατηγορίες περί άκαρδου νεοφιλελευθερισμού και επελαύνοντος ανατρεπτικού Θατσερισμού. Από τότε δαιμονοποιήθηκε η οικονομία της αγοράς. Και η κοινωνία συνέχισε στον δρόμο της παθητικότητας και της αρρωστημένης εξάρτησης από τον εξωτερικό δανεισμό και την σχετικά φτηνή υπερκατανάλωση

Φτιάξαμε ένα δημόσιο τομέα τεράστιο που χρηματοδοτούσε επιλογές μας, κατά βάση καταναλωτικές, που δεν δικαιολογούνταν ούτε από το μέγεθος της παραγωγικής μας δραστηριότητας ούτε και από τα εισοδήματα που μπορούσαμε να δημιουργήσουμε. Γίναμε λοιπόν μια χώρα εξαρτώμενη. Από την δανειοληπτική ικανότητα του κράτους μας, από την μια μεριά, αλλά και από την διάθεση των δανειστών μας, από την άλλη. Που προφανέστατα είχαν συμφέρον να μας έχουν στην κατάσταση αυτή. Διότι σαν εξαρτημένος από ναρκωτικά ασθενής ζούσαμε ουσιαστικά για την κατανάλωση ειδών που εισάγαμε από αυτούς ακριβώς που μας δάνειζαν. Τώρα γίνεται απόλυτα κατανοητή η αντίδραση των Γερμανών χριστιανοδημοκρατών τότε στην προσπάθεια κάποιων από εμάς να προωθήσουμε μέσα από την ΝΔ (μέσω του ΚΠΕΕ) θέσεις και προτάσεις που απηχούσαν αντιλήψεις της ελεύθερης αγοράς. Που βέβαια, αν είχαν καταξιωθεί, θα απεξαρτούσαν την ελληνική κοινωνία από τον δημόσιο τομέα, θα δημιουργούσαν μια ιδιωτική οικονομία δυναμική κι ανεξάρτητη από κρατικοδίαιτες αντιλήψεις και πολίτες προσανατολισμένους στη δημιουργία κι όχι στην τυφλή κατανάλωση. Κόπηκε τότε η χρηματοδότηση του ΚΠΕΕ από το Conrad Adenauer Stiffung ενώ τα ΜΜΕ των εργολάβων του Δημοσίου πλημμύρισαν από κατηγορίες περί άκαρδου νεοφιλελευθερισμού και επελαύνοντος ανατρεπτικού Θατσερισμού. Από τότε δαιμονοποιήθηκε η οικονομία της αγοράς. Και η κοινωνία συνέχισε στον δρόμο της παθητικότητας και της αρρωστημένης εξάρτησης από τον εξωτερικό δανεισμό και την σχετικά φτηνή υπερκατανάλωση. Η χώρα δε παρήγαγε τίποτα ενώ η Γερμανία δάνειζε και η Γερμανία εισέπραττε από την πώληση των αδασμολόγητων εξαγωγών της.

ο 70% των κρατικών δαπανών πηγαίνει σε μισθούς του δημοσίου και σε συντάξεις. Το 20% σε εξυπηρέτηση δανείων του κράτους. Και το 10% μόνο σε δραστηριότητες – που περιλαμβάνουν έργα, προμήθειες και ενδεχόμενες κάτω από το τραπέζι συναλλαγές. Τα νούμερα είναι αμείλικτα

Υπάρχει όμως και η κατηγορία πως όλα τα σχετικά Μνημόνια που προωθεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο απηχούν τις ιδέες του Φρήντμαν και των μαθητών του της Σχολής του Σικάγο. Δεν μας είπαν όμως σε ποια ομιλία, μελέτη η πρόταση του Νομπελίστα πνευματικού γκουρού και της διασημότερης σχολής οκονομικών στον κόσμο περιλαμβάνονται αυξήσεις στη φορολογία και περικοπές μισθών σαν αυτές που συμφωνήθηκαν στο ελληνικό Μνημόνιο. Τα μέτρα αυτά απηχούν τις εμμονές των κρατιστών Γερμανογάλλων που βλέπουν στους υψηλούς φόρους την λύση των αδιεξόδων που προκαλούν οι ασύδοτες, και στις δικές τους χώρες, κρατικές δαπάνες.

Με θράσος όμως κάποιοι σχολιαστές επιτίθενται στον Πρόεδρο των Βιομηχάνων κ. Δασκαλόπουλο επειδή τόλμησε να πεί το αυτονόητο. Πως δεν είναι δυνατόν την κρίση του κράτους να την πληρώνουν απολυόμενοι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα. Και πως κατάργηση κρατικών φορέων, με την συνακόλουθη κατάργηση θέσεων, θα ανακουφίσει τα δημόσια οικονομικά και θα μειώσει ουσιαστικά το έλλειμμα. Λάβροι κάποιοι στράφηκαν, για μια ακόμη φορά, κατά των «κρατικοδίαιτων» (όπως τους αποκάλεσαν) επιχειρηματιών. Ξεχνώντας πως το ίδιο το πανταχού παρόν δημόσιο τους οδηγεί σε τέτοιες συμπεριφορές. Και πως το 70% των κρατικών δαπανών πηγαίνει σε μισθούς του δημοσίου και σε συντάξεις. Το 20% σε εξυπηρέτηση δανείων του κράτους. Και το 10% μόνο σε δραστηριότητες – που περιλαμβάνουν έργα, προμήθειες και ενδεχόμενες κάτω από το τραπέζι συναλλαγές. Τα νούμερα είναι αμείλικτα. Και δείχνουν ολοκάθαρα που βρίσκεται η ευθύνη για την ολοκληρωτική χρεοκοπία του κράτους.

Όταν η πραγματικότητα δεν συνταιριάζει με τον λαικισμό, το άθλιο πολιτικό μας περιβάλλον που επηρεάζεται από ένα κλίμα ασίγαστης μοχθηρίας, στρέφεται δυστυχώς εναντίον της πραγματικότητας.

Ανδρέας Ανδριανόπουλος