- e-rooster.gr - http://e-rooster.gr -

Γιατί διαφωνούν οι οικονομολόγοι

Πρόσφατες συζητήσεις επί οικονομικών θεμάτων κατέδειξαν ότι υπάρχει ένα πρόβλημα επικοινωνίας ανάμεσα σε όσους έχουν σπουδάσει το αντικείμενο των οικονομικών σε μεταπτυχιακό επίπεδο και στους αμύητους στην επιστήμη. Το πρόβλημα ξεκινάει από το ότι ο μη οικονομολόγος δεν είναι υποχρεωμένος (και δικαιολογημένα) να γνωρίζει μεθοδολογικά θέματα που άπτονται της οικονομικής επιστήμης.

Επειδή όμως η αποδοχή κάποιων βασικών αρχών θα έκανε το διάλογο πιο γόνιμο, αποφάσισα να γράψω ένα κείμενο πάνω στη μεθοδολογία με την ελπίδα όχι ότι θα συμφωνήσουμε στα επί μέρους θέματα, αλλά στον τρόπο με τον οποίο θα διαφωνούμε.

“[T]here is no Austrian economics – only good economics, and bad economics.” Milton Friedman

1. Η επιστημονική μέθοδος

Η επιστημονική μέθοδος, όπως την αντιλαμβάνομαι με βάση τους Popper [1] και Kuhn [2] (παρά τις διαφωνίες τους), μπορεί να περιγραφεί με πέντε στάδια. Στο πρώτο στάδιο, αυτό της παρατήρησης, ο επιστήμονας παρατηρεί ένα φαινόμενο που του κεντρίζει το ενδιαφέρον. Στο δεύτερο στάδιο, το στάδιο της θεωρίας, ο επιστήμονας διατυπώνει μία εξήγηση για το φαινόμενο. Η θεωρία είναι προϊόν κάποιων αξιωματικών υποθέσεων και μίας σειράς λογικών λειτουργιών (logical operations). Οι υποθέσεις είναι αξιωματικές υπό την έννοια ότι τις περισσότερες φορές δεν είναι δυνατή εμπειρικά η επαλήθευσή τους. Στο τρίτο στάδιο έρχεται η διατύπωση μιας σειράς πορισμάτων. Το τέταρτο στάδιο είναι το πειραματικό, όπου εξετάζεται αν τα δεδομένα συμφωνούν με κάθε ένα πόρισμα ή οχι, και άρα αν η θεωρία είναι απορριπτέα ή μη. Aκόμα και ένα πόρισμα να είναι ασύμφωνο με έστω και ένα δεδομένο η θεωρία απορρίπτεται. Από την άλλη, μη απόρριψη δεν συνιστά αποδοχή, καθώς δεν αποκλείεται στο μέλλον νέα δεδομένα να είναι ασύμφωνα με κάποιο πόρισμα της θεωρίας. Στο τελευταίο στάδιο έρχεται η χρήση της θεωρίας από τους επιστήμονες. Διαγραμματικά, τα στάδια είναι τα εξής

Παρατήρηση -> Θεωρία -> Πορίσματα -> Πείραμα (απόρριψη ή μη) -> χρήση

Μερική κατάρριψη μίας θεωρίας δεν συνεπάγεται τη μη χρήση της. Για παράδειγμα, παρόλο που κάποια πορίσματα της Νευτώνιας θεωρίας [3] ήταν ασύμφωνα με τη συμπεριφορά των ουρανίων σωμάτων και άρα η θεωρία έπρεπε να απορριφθεί, συνεχίστηκε να χρησιμοποιείται διότι μπορούσε να εξηγήσει απόλυτα τη συμπεριφορά επίγειων φυσικών αντικειμένων. Αντικαταστάθηκε μόνο όταν βρέθηκε μια θεωρία της οποίας τα πορίσματα και για τα επίγεια και για τα ουράνια σώματα ήταν μη απορριπτέα, και μιλάω βέβαια για τη θεωρία της σχετικότητας [4]. Ομοίως, το ότι καμία θεωρία δεν μπορεί να αποδειχτεί σημαίνει ότι μη απόρριψή της δεν συνεπάγεται ότι η χρήση της θα υιοθετηθεί από όλους τους επιστήμονες. Κάποιοι μπορεί να θεωρήσουν ότι τα δεδομένα δεν είναι επαρκή, ή ότι η εμπειρική μέθοδος έχει ελλατώματα. Όταν συμβαίνει αυτό προκύπτουν επιστημονικές διαφορές, και είναι ένας λόγος για τον οποίο οι οικονομολόγοι, και οι επιστήμονες γενικότερα διαφωνούν.

Ο βαθμός διαφωνίας εξαρτάται από την πειστικότητα των εμπειρικών αποτελεσμάτων. Για παράδειγμα, όταν διατυπώθηκε το πόρισμα ότι η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο υπήρξαν κάποιοι που δεν το δέχτηκαν αμέσως, παρόλο που οι πρώτες εμπειρικές παρατηρήσεις βρέθηκαν σύμφωνες με αυτό. Σήμερα, μετά από τόσες σύμφωνες μετρήσεις με τόσες διαφορετικές μεθόδους, το πόρισμα τυγχάνει καθολικής αποδοχής. Έτσι και στα οικονομικά, ο νόμος της ζήτησης που λέει ότι όταν αυξάνεται η τιμή ενός αγαθού η ζητούμενη ποσότητα μειώνεται είναι καθολικά αποδεκτός λόγω του μεγάλου όγκου των δεδομένων που διαθέτουμε. Αντίθετα, για άλλα πορίσματα, για τους παραπάνω λόγους, η αποδοχή δεν είναι απόλυτη. Αλλά το ότι μόνο το 90% των οικονομολόγων μπορεί να συμφωνούν με ένα πόρισμα δεν σημαίνει ότι η θεωρία έχει απορριφθεί, όπως ειπώθηκε. Σημαίνει ότι το 10% είναι δύσπιστοι ή ιδεολογικά προκατειλημένοι.

Ας πάρουμε ένα άλλο παράδειγμα. Τόσο η Νεοκεϋνσιανή θεωρία [5] όσο και οι Νέοι Κλασσικοί [6] αποδέχονται ότι αλλαγές στην προσφορά του χρήματος έχουν βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις στην οικονομία, αλλά τις αποδίδουν σε διαφορετικούς λόγους. Οι πρώτοι θεωρούν ότι οφείλονται στην ακαμψία των τιμών, ενώ οι δεύτεροι στην ελλιπή πληροφόρηση του κοινού. Οι διαφορετικές αυτές υποθέσεις οδηγούν σε ελαφρώς διαφορετικά πορίσματα. Έτσι, για τους Νεοκεϋνσιανούς αλλαγές στην ποσότητα χρήματος θα έχουν πάντα επιπτώσεις, ενώ για τους Νέους Κλασσικούς μόνο όταν είναι απρόσμενες. Εδώ υπάρχει μια επιστημονική διαφορά που οφείλεται στο ότι δεν είναι δυνατή η εμπειρική μελέτη των υποθέσεων (δε μπορούμε να ξέρουμε τι έχουν στο μυαλό τους οι άνθρωποι) και στο ότι οι εμπειρικές μελέτες που αφορούν τα πορίσματα δεν γέρνουν ακόμα ξεκάθαρα υπέρ της μίας ή της άλλης θεωρίας. Η διαφορά όμως επικεντρώνεται στο συγκεκριμένο πόρισμα. Δεν σημαίνει ότι η κάθε σχολή έχει τη δικιά της συνολική οικονομική θεωρία και ότι δεν υπάρχουν υποθέσεις και πορίσματα στα οποία και οι δύο σχολές συμφωνούν. Αλλιώς θα έπρεπε στα Πανεπιστήμια να δίνουμε από ένα εχχειρίδιο οικονομικών για την κάθε σχολή. Με άλλα λόγια, η ύπαρξη επιστημονικών διαφορών δε δίνει άλλοθι στον καθένα να λέει ότι θέλει και να τυγχάνει σοβαρής αποδοχής.

Με άλλα λόγια, η ύπαρξη επιστημονικών διαφορών δε δίνει άλλοθι στον καθένα να λέει ότι θέλει και να τυγχάνει σοβαρής αποδοχής.

Παίρνοντας αφορμή από τα παραπάνω ήθελα να προσθέσω ότι μια θεωρία μπορεί να κρίνεται και με βάση τις υποθέσεις της. Το ότι αυτές χαρακτηρίζονται ως αξιωματικές οφείλεται όπως είπα στο ότι συνήθως δεν είναι εφικτή η εμπειρική τεκμηρίωσή τους (αν και στα οικονομικά η πρόοδος της θεωρίας παιγνίου και των πειραματικών οικονομικών έχουν βοηθήσει να γίνει ένα βήμα προς τη θεμελίωσή τους). Αν όμως γίνει εφικτή καθώς αποκτούμε νέα μέσα και βρεθεί ότι μια υπόθεση πάνω στην οποία στηρίζονται τα πορίσματα μιας θεωρίας δεν συνάδει με την πραγματικότητα, δεν θα σημαίνει αυτό κάτι για την θεωρία? Θα συνεχίζαμε να χρησιμοποιούμε τη σύγχρονη χημική θεωρία αν η κατασκευή ισχυρών μικροσκοπίων μας είχε δείξει ότι η ύλη δεν είναι διαιρετή σε άτομα? Είναι δυνατό να μην απορρίψουμε τη θεωρία της υπεραξίας όταν η υπόθεση στην οποία στηρίζεται, ότι η εργασία πληρώνεται το κόστος αναπαραγωγής της, δεν συνάδει με την πραγματικότητα?

2. Φιλοσοφικές προτιμήσεις

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο διαφωνούν οι οικονομολόγοι έχει να κάνει με τις πολιτικές τους προτιμήσεις. Για παράδειγμα, πολλοί οπαδοί της Αυστριακής σχολής [7] επιθυμούν την επιστροφή στο χρυσό κανόνα [8], ενώ οι περισσότεροι μονεταριστές [9] (οπαδοί του Friedman) δεν το επιθυμούν. Ακούγοντας ωστόσο την ομιλία [10] του Walter Block [11] στη σελίδα του von Mises Institute [12] συμπέρανα ότι και οι δύο σχολές συμφωνούν στο τι είναι το χρήμα, τι λειτουργίες επιτελεί, και τι επιπτώσεις έχει στην οικονομία. Αποδέχονται δηλαδή την ίδια επιστημονική θεωρία, και μάλιστα τη θεωρία των Νέων Κλασσικών. Με άλλα λόγια, οι δύο αυτές σχολές είναι φιλοσοφικές σχολές, όχι επιστημονικές. Κατά συνέπεια, η διαφωνία τους γίνεται επί κοινής βάσης. Όταν μιλάν και οι μεν και οι δε για τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα του χρυσού κανόνα μιλάνε για το ίδιο ακριβώς πράγμα, ανεξάρτητα αν η κάθε σχολή δίνει το βάρος αλλού. Αυτή η κοινή βάση κάνει την ανταλλαγή απόψεων εφικτή, και το διάλογο εποικοδομητικό.

3. Επίλογος

Σωστός διάλογος δε νομίζω ότι μπορεί να γίνει όταν η πολιτική άποψη βασίζεται σε αυθαίρετους και αντιεπιστημονικούς ισχυρισμούς…

Ούτε ο S G ούτε εγώ θελήσαμε να περάσουμε την άποψη ότι η οικονομική επιστήμη επιβάλλει την ομοφωνία, κάθε άλλο. Αυτό που επιθυμούμε όμως είναι να ξέρουμε αν η διαφωνία είναι επί επιστημονικών ζητημάτων ή επί πολιτικών. Στην πρώτη περίπτωση ο διάλογος θα είναι χρήσιμος εφ’ όσον είναι τεκμηριωμένος, εφ’ όσον δηλαδή στηρίζεται σε εμπειρικές μελέτες. Τέτοιος διάλογος ωστόσο προϋποθέτει σημαντική γνώση της επιστήμης. Το ίδιο ισχύει και για την τέχνη. Για να γίνει ο Στραβίνσκυ [13] αναμορφωτής της κλασικής μουσικής, είχε φάει τα νιάτα του πρώτα στα ωδεία! Στην δεύτερη περίπτωση ο διάλογος θα είναι επικοδομητικός εφ’ όσον η πολιτική άποψη στηρίζεται στην επιστημονική θεωρία ή, αν πρόκειται για ζήτημα στο οποίο δεν υπάρχει επιστημονική συναίνεση, σε μία από τις ανταγωνιζόμενες θεωρίες κατά τον τρόπο που περιέγραψα στο 2. Σωστός διάλογος δε νομίζω ότι μπορεί να γίνει όταν η πολιτική άποψη βασίζεται σε αυθαίρετους και αντιεπιστημονικούς ισχυρισμούς, όπως είναι για παράδειγμα ότι η Fed είναι Εβραϊκών συμφερόντων, ή ότι ο πλούτος των Η.Π.Α. στηρίζεται στην ικανότητα της Fed τα τυπώνει χάρτινο χρήμα, και άλλα αστεία που έχω διαβάσει κατά καιρούς σε διάφορες ιστοσελίδες και emails. Η απάντηση στις όποιες αδυναμίες μιας επιστήμης τόσο πολύπλοκης όσο τα οικονομικά δεν είναι να αερολογούμε, αλλά να εμβαθύνουμε και να προωθήσουμε την σκέψη μας. Δεν υπάρχει εύκολος δρόμος, η λύση ποτέ δεν είναι λιγότερη επιστήμη, αλλά περισσότερη.

Υ.Γ. Ευχαριστώ τον S G για χρήσιμα σχόλια και προσθήκες στο αρχικό κείμενο.