Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό VII: Επίλογος

Οκτ 18th, 2009 | | Κατηγορία: Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό, Φιλελευθερισμός | Email This Post Email This Post | Print This Post Print This Post |

Το τέλος του 20ού αιώνα σημαδεύεται από το τέλος των τελοκρατικών συστημάτων. Ο επιθανάτιος ρόγχος του σοσιαλισμού στην Ανατολή συμπαρομαρτεί με την κοίμιση του ετεροθαλούς αδελφού του στη Δύση. Μπροστά στην κατάρρευση οι αριστεροί φανατικοί των σκοπών ή αποχαλινώνονται κατά μικρές ομάδες προσφεύγοντας στη βία ή κλείνονται στον εαυτό τους και τις επαναστατικές τους αναμνήσεις περιμένοντας το θάνατο του εκάστοτε κόμματος ήσυχα-ήσυχα και με αξιοπρέπεια. Το κίνημα φανατικών που εξακολουθεί ακόμη να κινητοποιεί μάζες είναι το Ισλάμ, η μόνη «οικουμενική» μορφή ολοκληρωτισμού που γεννήθηκε και παρέμεινε εκτός Ευρώπης. Αρχίζει έτσι σιγά-σιγά να γίνεται συνείδηση και στην Ελλάδα ότι οι δογματικοί των Μεγάλων Σκοπών που ως τώρα δεν ανέχονταν να υπάρχουν προβλήματα χωρίς θεσμική λύση, τη δική τους, έχουν ξεπερασθεί. Η στιγμή της αφύπνισης είναι συνήθως οδυνηρή γι’ αυτούς που πίστεψαν βαθιά. Οι ευαίσθητοι διανοούμενοι κυριεύονται από μελαγχολία. Ήδη, προ 20ετίας ο λίαν ευαίσθητος στους πνευματικούς κραδασμούς Άγγελος Τερζάκης έγραφε στο «Βήμα» (4-12-68) με το ψευδώνυμο «Ερανιστής» ότι «νιώθουμε μοναξιά επειδή μας έλειψαν οι μύθοι που συνενώνουν, οι κοινοί στόχοι, οι από κοινού ουτοπίες, ό,τι θεμελιώνει το πνεύμα της κοινότητας. Αν έχει θεριέψει τόσο ο ερμητισμός είναι γιατί ο καθένας ψάχνει μόνος μέσα στον εαυτό του να βρει τις λύσεις του. Ο άνθρωπος όμως δεν έπαψε να είναι ζώο κοινωνικό… Η καταφυγή στη μοναξιά εκφράζει μια λύση της απελπισίας. Αλλά… αυτά που λέγονται «λύσεις της απελπισίας» δεν είναι λύσεις. Είναι καταργήσεις βίαιες των προβλημάτων, περίπου ισοδύναμες με αυτοκτονίες. Ζούμε σ’ έναν κόσμο γεμάτο από ιδανικούς αυτόχειρες». Όχι μόνο ιδανικούς. Το απονενοημένο διάβημα του Μαγιακόβσκι άλλοτε, αλλά και του δικού μας του Πουλατζά πολύ πιο πρόσφατα —στον οποίο αφιερώνει ένα συγκινητικό σημείωμα ο Νίκος Δήμου («Οι Έλληνες σ. 227-228)— είναι προσπάθεια διαφυγής από ένα αδιέξοδο που δεν είναι λιγότερο πνιγηρό επειδή είναι ιδίας κατασκευής.

Ο Γιανναράς από την πλευρά του έχει θέσει εαυτόν τόσο πολύ στο περιθώριο, με την απόλυτη σιγουριά του για την αυταπόδεικτη υπεροχή των δικών του χριστιανικών σκοπών, ώστε δεν μπορεί ούτε καν να καταλάβει πια την αδιαφορία των συμπατριωτών του που του φαίνονται γενικώς όντα κούφια, χαμερπή και χαζοχαρούμενα, δηλώνει «εμιγκρές του εσωτερικού» και βυθίζεται σε έναν άπατο απελπισμό από τον οποίο δεν υπάρχει σωτηρία, στον κόσμο τούτο τουλάχιστον. Στην «Θρηνητική Εικασία» του («Βήμα» 24-11-85) διαπιστώνει κατάρρευση του ιστορικού τέλους της φυλής, του «γένους». Βέβαια κατ’ αυτόν, η «απελπισία είναι προνόμιο» διότι μόνο έτσι οδηγείται κανείς στο «Πρόσωπο του Θεού», μια δοκιμασία η οποία θα συνεχίζεται και «μετά τον αφανισμό του ελληνικού κρατιδίου». Η παρηγοριά όμως δεν διαρκεί πολύ καθώς σε μια νέα επιφυλλίδα με τον επιτύμβιο τίτλο «FINIS GRECIAE» («Βήμα» 6-7-86) εκδίδει το πιστοποιητικό θανάτου της Ελλάδος χωρίς να προϊωνίζεται γι’ αυτήν κανενός είδους Ανάσταση εκ νεκρών και ζωή του μέλλοντος αιώνος.

Κάπως υπερβολικά ηχούν όλα αυτά, κάπως μονόπλευρα, κάπως υποκειμενικά και αναίτια και αδικαίωτα. Το τέλος («κατάληξη») του «τέλους» («σκοπού») δεν είναι το τέλος του ανθρώπου. Συχνά είναι η αρχή της ελευθέρωσης του. Η κατάρρευση των «συστημάτων» δεν είναι κατ’ ανάγκην απώλεια, ευκαιρία θρήνου αλλά γιορτή όταν οι άνθρωποι καταλάβουν ότι το πρωτείο του ατόμου δεν απαιτεί ζωοποιούς μύθους, ουτοπίες, φωτεινά αύριο, εξάρσεις, τεχνητές ελπίδες και υποσχέσεις σωτηρίας οι οποίες διαψευδόμενες γεννούν ζόφο. Η Θάτσερ συνηθίζει να λέει ότι οι πολιτικοί αλλά και οι άνθρωποι γενικώς είναι δύο κατηγοριών: Αυτοί που σε όλα βλέπουν δυσκολίες και εκείνοι που σε όλα βλέπουν ευκαιρίες. Οι φιλελεύθεροι ανήκουν, κατά κανόνα, στη δεύτερη κατηγορία, κυρίως διότι δεν συμμερίζονται τις αυταπάτες των ποικίλων κοσμοδιορθωτών και επομένως δεν καταρρέουν όταν αυτές αποδεικνύονται φρούδες. Δικές τους αυταπάτες σωτηρίας δεν τρέφουν κατά κανόνα οι φιλελεύθεροι. Η αναβίωση των ουμανιστικών ιδεών κατά την Αναγέννηση καλλιέργησε την αυτεπίγνωση και την ευθύνη του ατόμου. Η απόσειση της δικής τους ατομικής ευθύνης εκ μέρους εκείνων που καλλιεργούν τον κήπο τους ενώ καταγγέλλουν την παχυδερμία του κράτους, το αμαρτωλόν των επισκόπων, την ολιγωρία των ταγών και τις συνωμοσίες των ξένων, είναι μορφές υποδουλεώσεως και ετεροκαθαρισμού απεχθείς στους φιλελεύθερους. Η έμφαση στο πρωτείο του ατόμου, δείγμα πολιτισμών που έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, παροτρύνει προς το «γνώθι σ’ αυτόν» έτσι ώστε να ξέρουμε τι θέλουμε (όχι απλώς τι επιθυμούμε), να ξέρουμε τι μπορούμε (όχι απλώς τι ευχόμαστε) και τι πρέπει να κάνουμε (όχι απλώς τι πρέπει να γίνει). Οι φιλελεύθερες αυτές ιδέες μοιάζουν νέες, ενώ είναι παμπάλαιες και ήσαν ως τώρα απλώς καταχωνιασμένες. Δεν είναι πρόσφατη ανακάλυψη ότι τα άτομα δημιουργούν, ενίοτε μεγαλουργούν, όταν διαβιούν σε κράτος δικαίου που επιτρέπει την καινοτομία, δεν ονειδίζει την ετεροδοξία και δεν περιορίζει την ποικιλία των προσεγγίσεων. Έτσι ακριβώς αναπτύ-χθηκαν η αγορά, η δημοκρατία και η επιστήμη, οι τρεις αυτές μεγάλες κατακτήσεις του συγχρόνου ανθρώπου.

Είναι λάθος να νομίσει κανείς ότι οι προφανώς γόνιμες ιδέες —όπως το πρωτείο του ατόμου— επιβάλλονται αυτομάτως, δια της αξίας τους ούτως ειπείν. Τούτο δεν έχει συμβεί ποτέ στην ιστορία των ιδεών γενικώς ούτε καν στην Ευρώπη, ακόμη και μετά την Αναγέννηση. Η εργασία του Mendel επί της κληρονομικότητος που έγινε το 1866 ανεσύρθη από τη λήθη μόλις το 1900 από τον Carl Correns. Η παρατήρηση του Fleming το 1927-29 για τις αντιβιοτικές ιδιότητες του μύκητος Pennicilium αξιοποιήθηκε από τον ίδιο και από τους ερευνητές της Οξφόρδης Chain και Florey μόλις μετά παρέλευση δεκαετίας, το 1939, όταν η βρετανική κυβέρνηση αναζήτησε, ενόψει πολέμου, αποτελεσματικά φάρμακα κατά των λοιμώξεων. Οι ιδέες του Hayek για την αυθόρμητη τάξη, την αξία της αγοράς και την μάστιγα του οικονομικού σχεδιασμού έμειναν ανενεργές επί τέσσερις δεκαετίες και «ανεκαλύφθησαν» μόλις περί το τέλος της δεκαετίας του ’80 όταν είχε πια καταρρεύσει ο κεϋνσιανισμός, ο υπαρκτός σοσιαλισμός, ο κρατικοπαρεμβατισμός και η σοσιαλδημοκρατία.

Η αγορά προϊόντων ευνοεί την καινοτομία, η αγορά ιδεών όχι πάντα, διότι δεν λειτουργεί ως παθητικός ηθμός αλλά ως κυτταρική μεμβράνη η οποία «διαλέγει» τι θα συγκρατήσει κάθε φορά ανάλογα με τις ποικίλουσες μεταβολικές ανάγκες του κυττάρου. Ένα πάντως είναι βέβαιο: Οιαδήποτε επιλογή θα ήταν αδύνατη χωρίς πολυμορφία, κατοχυρωμένη παραλλακτικότητα. Οι μονιστικές κοινωνίες του ενός Σκοπού, Προτύπου, Σχεδίου κατέρρευσαν ή φυτοζωούν, αποδεικνύοντας πασιφανώς ότι η φτώχεια επιλογών οδηγεί στη σκέτη φτώχεια. Η Ευρώπη πρόκοψε διότι για κάποιο αδιευκρίνιστο εισέτι λόγο αύξησε μετά τον 16ο αιώνα τις θεσμικές επιλογές στον τομέα των ιδεών, των δοξασιών, των αγαθών, των σκοπών και των μέσων, επέτρεψε την πολυμορφία και κατοχύρωσε την ελευθερία επιλογής. Η συγγραφή του παρόντος πονήματος ερείδεται στην πεποίθηση ότι οι έννοιες αυτές έχουν αρχίσει να εισδύουν εσχάτως και στην Ελλάδα.

Όταν η φιλελεύθερη πρόταση αναπτύσσεται διεξοδικά και τεκμηριωμένα, η αντίδραση του μέσου Έλληνα που έχει διδαχθεί να την ταυτίζει με το ανόητο και συκοφαντικό σύνθημα «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό» αναπτύσσεται σε τρία στάδια. Στο πρώτο την απορρίπτει ασυζητητί ως δικαίωση των πλουσίων και καταπίεση των φτωχών. Στο δεύτερο την καταλαβαίνει κάπως καλύτερα αλλά συνεχίζει να την απορρίπτει θεωρώντας την άχρηστη αν όχι επιβλαβή, εφόσον δεν στρατεύει τους ανθρώπους σε κοινή πίστη, κοινά έργα και κοινή μοίρα. Στο τρίτο στάδιο την εννοεί σε μεγαλύτερο βάθος, γοητεύεται από το ελευθερωτικό της μήνυμα, ελκύεται ως άτομο από μια φιλοσοφία που θεμελιώνεται στο πρωτείο του ατόμου αλλά συνεχίζει να την απορρίπτει λέγοντας ότι είναι ανεφάρμοστη διότι «ο λαός δεν είναι έτοιμος γι’ αυτήν» και διότι «δεν υπάρχουν άνθρωποι να την εφαρμόσουν, ιδίως στον τόπο μας». Τούτο είναι περίεργο διότι σ’ εμάς η ιστορία στάθηκε πάντοτε «αγαθή κουροτρόφος» ακριβώς διότι οι Έλληνες —όπως και οι Ιουδαίοι— καλλιέργησαν πάντοτε τις διαφορές στους κόλπους των κοινοτήτων τους και προώθησαν την ατομικότητα. Η λειψανδρία που παρατηρείται στις ομοιογενοποιημένες, πολτώδεις κοινωνίες δεν παρατηρήθηκε ποτέ στην Ελλάδα που πάσχει από έλλειψη σταθερών θεσμών μάλλον παρά ιδιοφυών ατόμων. Το επιχείρημα πάντως ότι λείπουν οι άνθρωποι δεν είναι πρόσφατο. Ήδη, εδώ και δύο αιώνες, ο Ανώνυμος ο Έλλην ανέκραζε στην «Ελληνική Νομαρχία» (§ 43): «Η Ελλάς ουχί! ουχί! δεν είναι πάντως υστερημένη από μεγάλους ανθρώπους».

Απαιτείται, λοιπόν, απλώς ένα πρόσθετο τέταρτο στάδιο όπου η φιλελεύθερη πρόταση θα αρχίσει πια να διαποτίζει την οικονομία, την εκπαίδευση, τις σχέσεις των ανθρώπων, τη «συνομιλία» μεταξύ Ελλήνων, έτσι ώστε να κριθεί από το ήθος που όντως γεννά από τη δημιουργικότητα της, όχι από την ανύπαρκτη «αγριότητα» που της προσάπτουν οι διαστρεβλωτές της. Στο καθαρώς πολιτικό επίπεδο, η πόλωση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς αρχίζει άλλωστε ήδη να εκλείπει και σε λίγα χρόνια οι παρατάξεις αυτές θα θυμίζουν Μονταίγους και Καπουλέττους, Πράσινους και Βένετους ή Εικονοκλάστες και Εικονολάτρες. Σε μια Ελλάδα όπου η ελληνοχριστιανική, βασιλική, εθνικόφρων Δεξιά βρίσκεται σε υποχώρηση και όπου η κομμουνιστική αριστερά έχει στην ουσία εκλείψει, έρχεται η στιγμή που οι φιλελεύθεροι όλων των λοιπών κομμάτων θα έχουν την ευκαιρία να παγιώσουν το πρωτείο του ατόμου όσο και αν διαφέρουν σε όλα τα άλλα θέματα. Στη σημερινή Ελλάδα όπου η κομμουνιστική επανάσταση ετάφη, η τριτοδρομική αλλαγή απογοήτευσε, το «σόι» διελύθη, το «χωριό» εγκατελείφθη, η γονική εξουσία υπονομεύθηκε, το έθνος δεν λειτουργεί πια συσπειρωτικώς εναντίον ορατών εχθρών, οι διαπροσωπικές σχέσεις άλλαξαν και οι παλιές βεβαιότατες επανεξετάζονται, σε μια χώρα δηλαδή που βιώνει μια επανιεράρχηση όλων των ως τώρα παραδοσιακών αξιών και μια επανεκτίμηση όλων των αυτονόητων αληθειών, ο φιλελευθερισμός που διακηρύσσει το πρωτείο και την ευθύνη του ατόμου είναι φυσικό να υποστηλώσει πνευματικά την νέα εποχή.

Η συγκυρία είναι ευνοϊκή σε παγκόσμιο επίπεδο διότι το τέλος των ιδεολογιών και των βεβαιοτήτων έχει επιφέρει μιαν ευπρόσδεκτη αλλαγή νοοτροπίας στο πνευματικό κλίμα του ύστερου 20ού αιώνα: Οι σύγχρονοι στοχαστές δεν προσφέρουν πια έτοιμες λύσεις, αλήθειες εξ αποκαλύψεως ή μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα όπως οι παλαιότεροι αλλά προτάσεις και κυρίως πληροφορίες. Όπως συμβαίνει πάντοτε, οι θεσμοί έχουν μείνει πίσω σ’ αυτήν την εξέλιξη. Η κρατική εξουσία εξακολουθεί να ασκείται συχνά στο όνομα μιας υποθετικής ομοιογένειας που εξασφαλίζει η φυλή, η κοινή πίστη, το κοινό τέλος. Σε πλανητικό επίπεδο, η αδράνεια των γραφειοκρατικών μηχανισμών, η παθητικότης μεγάλων μαζών που διατηρούνται ακόμη υπό κηδεμονία από τις ίδιες τους τις κυβερνήσεις, οι τυχοδιωκτισμοί «ισχυρών ανδρών» που χρησιμοποιούν τους συνανθρώπους τους ως μέσα για την επίτευξη ιδίων σκοπών τείνουν να καταπνίξουν το πρωτείο του ατόμου, την επαναστατική αυτή έννοια από την οποία απορρέει ο πολιτισμός. Οι Ευρωπαίοι της Ανατολικής Ευρώπης, έχοντας απαλλαγεί από τα καταπιεστικά, πνευματικώς στείρα και εξαθλιωτικά κομμουνιστικά τους καθεστώτα διεμόρφωσαν τους πρώτους μήνες της νεοαποκτημένης ελευθερίας τους στην αρχή της δεκαετίας του ’90 υπερβολικές προσδοκίες για έναν «φιλελεύθερο παράδεισο» που θα τους πρόσφερε αυτά που τους είχε υποσχεθεί ο κομμουνισμός. Η αφύπνιση υπήρξε και εδώ σκληρή. Δεν υπάρχει φιλελεύθερος παράδεισος στο πρότυπο του σταλινικού ούτε φιλελεύθερη πολιτισμική επανάσταση στο πρότυπο της μαοϊκής. Δεν υπάρχει καν έτοιμο φιλελεύθερο σύστημα προς εξαγωγήν, σαν τα προκατασκευασμένα εργοστάσια «με το κλειδί στο χέρι» που στήνονται σε λίγες εβδομάδες όπου νάναι. Το μόνο που προσφέρεται ως προϋπόθεση ανασυγκρότησης όταν αποξηλωθεί ο κομμουνισμός και ο κρατικοπαρεμβατισμός, είναι τα κατοχυρωμένα δικαιώματα του ανθρώπου, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Δεν είναι πουθενά γραμμένο ότι το πρωτείο του ατόμου θα οδηγήσει αυτομάτως και αμέσως σε τεχνική πρόοδο και ευημερία. Πρόκειται για προϋπόθεση, όχι για συνταγή επιτυχίας.

Εκ πρώτης όψεως, πάντως, οι οιωνοί είναι άριστοι. Ο φιλελευθερισμός ως θεωρητικό θεμέλιο των συγχρόνων δυτικών θεσμών δεν ήταν ποτέ τόσο παγκοίνως δεκτός και δεν ήταν ποτέ τόσο επιθυμητός από τόσους σκεπτόμενους ανθρώπους στις χώρες που στερούνται τέτοιων θεσμών, Τούτο οδήγησε έναν 36χρονο Αμερικανό στοχαστή ιαπωνικής καταγωγής, τον Francis Fukujama στέλεχος στο τμήμα προγραμματισμού του Σταίητ Ντηπάρτμεντ και διδάκτορα του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, να διακηρύξει τον Ιανουάριο του 1989 στο περιοδικό National Interest ότι με το τέλος του ψυχρού πολέμου η φιλελεύθερη δημοκρατία ήταν πια εξασφαλισμένη και ότι η ιστορία έχει τελειώσει. Όντως, από το 1945 ο Φασισμός και ο Εθνικοσοσιαλισμός έπαψαν να έχουν μέλλον ενώ από το 1950 ο σοβιετικός κομμουνισμός περιορίστηκε —στην Ευρώπη— στην ακτίνα δράσεως των σοβιετικών αρμάτων μάχης. Υπό την έννοια αυτή, η ιστορία έχει τελειώσει εδώ και 40 χρόνια, αλλά δεν το διεκήρυξε κανείς ποτέ, διότι όσο εμαίνετο ο ψυχρός πόλεμος, δεν εδικαιολογείτο εφησυχασμός έναντι της απειλής.

Το τέλος της ιστορίας, ταυτίζεται έτσι με τον θρίαμβο της ελευθερίας, πράγμα που οδήγησε τον Fukujama να αντιγράψει τον Hegel για τον οποίο η ιστορία είχε ήδη τελειώσει το 1806. Τούτο επιβεβαίωσε ο ίδιος ο Fukujama μιλώντας στο δημοσιολόγο Αθ. Παπανδρόπουλο, στον οποίο διευκρίνισε ότι «το τέλος της ιστορίας αποτελεί φαινόμενο που ανάγεται στη σφαίρα των ιδεών. Πρόκειται για την εγελιανή τοποθέτηση απέναντι στον ορισμό της ιστορίας» («Εποπτεία» Τεύχος 153, Φεβρουάριος 1990). Δεν έχει πολύ νόημα να επιμείνει κανείς σ’ αυτή τη διατύπωση διότι η Ιστορία νοείται ως έχουσα αρχή και τέλος μόνο από αυτούς που της αποδίδουν σκοπό ή σχέδιο. Ο Μαρξ που ταύτισε την ιστορία γενικώς με την ιστορία της πάλης των τάξεων ειδικώς ήταν φυσικό να προσδοκά το «τέλος» της με την επικράτηση του προλεταριάτου. Η εγελιανή φιλοσοφία ήταν μεν ιδεαλιστικότερη αλλά βεβαίως περιελάμβανε και αυτή μια σαφή εσχατολογία με αρχή και τέλος. Είναι επικίνδυνο να ταυτίζει κανείς την «ιστορία» με την έκβαση των ιδεολογικών συγκρούσεων —όπως κάνει ο Fukujama— διότι καλλιεργεί έτσι την εντύπωση ότι η «Ιστορία» ποδηγετείται από κάπου ή από Κάποιον καθώς εκδιπλώνεται περνώντας δια μέσου «σταδίων». Άλλωστε, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα καθώς οδεύει προς το 2000 ελάχιστα πια συναρτώνται με την κατάρρευση των ολοκληρωτισμών.

Ο συνδυασμός πρωτείου του ατόμου και αποτελεσματικών κοινωνικών υπηρεσιών, η εναρμόνιση του συμφέροντος υπό τις διάφορες μορφές του (ατομικού, ιδιωτικού, ομαδικού, εθνικού, δημοσίου, κρατικού, οικουμενικού), η αλληλοδιαπλοκή δικαιωμάτων τα οποία ολοένα διευρύνονται, ο συγκερασμός ελευθερίας του επιχειρείν και προστασίας του περιβάλλοντος, η συνάρθρωση της ελευθερίας ως απουσίας καταναγκασμού με τον όλο και πιο προχωρημένο καταμερισμό εργασίας που προϋποθέτει όλο και πιο προχωρημένη οικειοθελή συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων χωρίς να στρεβλώνεται ο ανταγωνισμός, είναι δύσκολο έργο που θα θέσει σε δοκιμασία την επινοητικότητα αρχόντων και αρχομένων, ταγών και πολιτών, διανοουμένων και εργαζομένων αμέσως μετά την πτώση της ματωμένης αυλαίας, όταν θα έχει λήξει οριστικώς και επισήμως η ιστορία των αλληλοσκοτωμών.

Δεν υπάρχει λόγος να μην συμμετάσχουν και Έλληνες σ’ αυτή την πορεία προς τον φιλελευθερισμό.

4 σχόλια
Leave a comment »

  1. Πολύ καλό άρθρο κ.Δραγούμη. Η αξία του μάλιστα μεγεθύνεται αν σκεφτούμε πόσες λίγες φορές ακούμε ή διαβάζουμε φιλελεύθερες σκέψεις στην Ελλάδα.. Θα ήθελα μόνο να κάνω μια επισήμανση: Ο Francis Fukujama που είναι συντηρητικός – θα έλεγα – στοχαστής, υιοθετεί αυτό που ο K.Popper ονομάζει Ιστορικισμό (Κάνετε κι εσείς μια έμμεση αναφορά σε αυτό). Προσπαθεί δηλαδή μέσω της επιστημονικής ανάλυσης και λογικών συμπερασμάτων να προβλέψει την πορεία της Ιστορίας (Μιλάει συγκεκριμένα για το τέλος της Ιστορίας όπως πολύ σωστά λέτε) Κάτι τέτοιο απαντάται από τον Πλάτωνα, μέχρι τον Χέγκελ και τον Μάρξ. Ο Μάρξ μάλιστα κάνοντας χρήση της διαλεκτικής προέβλεψε την έλευση του Σοσιαλισμού, αναφέρθηκε στο νόμο της προόδου κλπ. Βέβαια, πέρα του γεγονότος ότι ο Ιστορικισμός είναι αναποτελεσματικός, συνοδειπορεί ταυτόχρονα τις περισσότερες φορές με κολεκτιβίστικες και ολοκληρωτικές απόψεις και χρησιμοποιείται από τους «εχθρούς της ανοικτής κοινωνίας» που θα έλεγε ο K.Popper. Συνεπώς πολύ σωστά μιλάτε για επικίνδυνη θεωρία. Για να καταλήξω λοιπόν, δεν νομίζω ότι η διάψευση του Ιστορικισμού ΚΑΙ μέσω του συντηρητικού Fukujama εντυπωσίασε κανένα και σίγουρα όχι όποιον έχει εκτεθεί στην φιλελεύθερη πολιτική φιλοσοφία και έχει διαβάσει την «Ενδεια του Ιστορικισμού» ή την «Ανοικτή κοινωνία και τους εχθρούς της» του Popper. Και πάλι συγχαρητήρια.

  2. Διακρίνω άρωμα Νίτσε στις ιδέες σας. Ίσως να επηρέασε από τότε τις ιδέες του φιλελευθερισμού.

  3. […] Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό VII: Επίλογος […]

  4. […] e-rooster Share this:TwitterFacebookPrintEmailLike this:Like […]

Σχολιαστε