Διέξοδος στην επιχειρηματικότητα υψηλών δυνατοτήτων

Οκτ 25th, 2008 | | Κατηγορία: Ελλάδα, Πολιτική | Email This Post Email This Post | Print This Post Print This Post |

Χαίρομαι που βρίσκομαι σήμερα εδώ μαζί σας και ευχαριστώ, εκ μέρους όλων στη G700, τους διοργανωτές της σημερινής εκδήλωσης για την ευγενική τους πρόσκληση. Μας δίνεται σήμερα η ευκαιρία να συζητήσουμε για ένα πολύ σημαντικό θέμα.

Οι πάντες αναγνωρίζουν ότι το επίπεδο επιχειρηματικότητας μιας χώρας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που καθορίζουν την οικονομική ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα, την απασχόληση και την κοινωνική της ευημερία.

Πως όμως διαμορφώνεται το τοπίο της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα σήμερα;

Με μια πρώτη μάτια η κατάσταση δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα απογοητευτική. Κάθε άλλο μάλιστα.

Όσον αφορά τη νέα επιχειρηματικότητα και σύμφωνα με τα αποτελέσματα έρευνας του Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου για την Επιχειρηματικότητα (GEM), στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του 2007 ένα 5,7% του πληθυσμού ηλικίας 18-64 ετών (περίπου 388 χιλιάδες άτομα) βρισκόταν στα αρχικά σταδία επιχειρηματικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης και της αυτοαπασχολησης.

Πρόκειται δηλαδή είτε για άτομα που άρχισαν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα μέσα στην χρονιά, είτε δραστηριοποιούνται ήδη σε μια επιχείρηση για λιγότερο από 42 μήνες.

Ταυτόχρονα ένα 13,7% του πληθυσμού 18-64 ετών δηλώνει ότι έχει σκοπό να ξεκινήσει μια επιχείρηση τα επόμενα τρία χρόνια ενώ ένα 29% πιστεύει ότι υπάρχουν επιχειρηματικές ευκαιρίες στην περιοχή όπου ζει και οι οποίες θα μπορούσαν να τύχουν επιχειρηματικής αξιοποίησης.

Σε ότι αφορά την καθιερωμένη επιχειρηματικότητα, το ποσοστό δηλαδή του πληθυσμού που είναι ιδιοκτήτες μιας επιχείρησης που λειτουργεί τουλάχιστον επί 3,5 χρόνια έχουμε την Ευρωπαϊκή πρωτιά! Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα είναι η χώρα με την μεγαλύτερη αναλογία επιχειρήσεων σε σχέση με τον πληθυσμό της (694,4 επιχειρήσεις ανά 10.000 κατοίκους) στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Συνολικά, και στις δυο κατηγορίες, η Ελλάδα εμφανίζει το μεγαλύτερο ποσοστό επιχειρηματιών από όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες, ένα 19% του πληθυσμού ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι μόλις 11,7%.

σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό πρόκειται για επιχειρηματικότητα ανάγκης. Δηλαδή, επιχειρηματική δραστηριότητα που εκδηλώνεται επειδή ο επιχειρηματίας δεν έχει άλλη δυνατότητα βιοπορισμού

Οι αριθμοί ευημερούν λοιπόν. Και πολλούς επίδοξους επιχειρηματίες έχουμε αλλά και αρκετούς που έχουν ήδη καθιερωθεί επαγγελματικά.

Το ερώτημα βέβαια είναι τι είδους επιχειρήσεις έχουμε;

Δυστυχώς, σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό πρόκειται για επιχειρηματικότητα ανάγκης. Δηλαδή, επιχειρηματική δραστηριότητα που εκδηλώνεται επειδή ο επιχειρηματίας δεν έχει άλλη δυνατότητα βιοπορισμού. Η Ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα δεν έχει να κάνει με την εκμετάλλευση ευκαιριών που εντοπίζει το άτομο στο ευρύτερο οικονομικό του περιβάλλον αλλά με την έλλειψη καλύτερων επιλογών εργασίας.

Ο έλληνας επιχειρηματίας είναι πρώτα από όλα ένας εργαζόμενος που θέλει να εξασφαλίσει ένα ελάχιστο επίπεδο εργασιακής ασφάλειας.

Το συγκριτικό του πλεονέκτημα δεν είναι η καινοτομία αλλά η άμισθη προσωπική εργασία, συνήθως του ιδίου, αλλά πολύ συχνά, και των μελών της οικογένειας του.

ο σημαντικότερος ανασταλτικός παράγοντας για την έναρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν είναι η έλλειψη γνώσεων ή ο ανταγωνισμός της αγοράς αλλά ο φόβος της αποτυχίας και της απώλειας του σχετικού κεφαλαίου επένδυσης. Το σχετικό ποσοστό του 59% για τη χώρα μας, είναι όχι μόνο το μεγαλύτερο στην Ευρώπη αλλά και το μεγαλύτερο στο κόσμο!

Οι Μικρομεσαίες και ιδίως οι Μικρές Επιχειρήσεις αποτελούν την συντριπτική πλειονότητα των εν ενεργεία επιχειρήσεων, φθάνοντας περίπου τις 770.000. Στις Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις συγκεντρώνεται το 64% της συνολικής απασχόλησης, το 90% των εργοδοτών, το 99% των αυτοαπασχολούμενων, το 50% των μισθωτών και το 90% των βοηθών του ιδιωτικού δευτερογενή τομέα. Μέσος αριθμός απασχολούμενου προσωπικού ανά επιχείρηση: δύο άτομα.

Κατά συνέπεια δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη και το γεγονός ότι ο σημαντικότερος ανασταλτικός παράγοντας για την έναρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν είναι η έλλειψη γνώσεων ή ο ανταγωνισμός της αγοράς αλλά ο φόβος της αποτυχίας και της απώλειας του σχετικού κεφαλαίου επένδυσης. Το σχετικό ποσοστό του 59% για τη χώρα μας, είναι όχι μόνο το μεγαλύτερο στην Ευρώπη αλλά και το μεγαλύτερο στο κόσμο!

Ταυτόχρονα, η ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται από την έλλειψη καινοτομίας.

Δυστυχώς η Ελλάδα σήμερα δεν μπορεί να είναι ικανοποιημένη όσον αφορά τις επιδόσεις της στο συγκεκριμένο τομέα.

Σύμφωνα με το European Innovation Scoreboard 2007, η χώρα μας περιλαμβάνεται στην ομάδα των κρατών που υστερούν αρκετά του μέσου όρου της Ε.Ε.-27. Η καινοτομική της επίδοση βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα συγκρινόμενη με τους λοιπούς εταίρους, καθώς καταλαμβάνει μόλις την 20η θέση στην ευρωπαϊκή κατάταξη. Η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλές επιδόσεις σε τεχνολογικές καινοτομίες, με εξαίρεση κυρίως τις οργανωτικού τύπου καινοτομίες.

Καλές σχετικά επιδόσεις – περί το μέσο κοινοτικό όρο – σημειώνουμε κυρίως σε δείκτες εισροών (απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εκπαιδευτικό επίπεδο νέων, δημόσια, ποσοστό μικρομεσαίων επιχειρήσεων με οργανωτικές καινοτομίες).

Αντίθετα, αρνητικές είναι οι επιδόσεις στην κατηγορία της πνευματικής ιδιοκτησίας, της δια βίου μάθησης και των επιχειρηματικών δαπανών για Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α).

Ειδικά στον κεφαλαιώδους σημασίας τομέα της έρευνας δεν πάμε καθόλου καλά. Αφιερώνουμε μόλις το 0,7% του Α.Ε.Π. στην έρευνα, τη στιγμή που χώρες όπως η Δανία αφιερώνει το 2,6% και η Φιλανδία το 4,8%.

Είμαστε τελευταίοι στην Ευρώπη στη διάθεση κονδυλίων για την έρευνα. Η έρευνα στον ιδιωτικό τομέα είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η σύνδεση δε των αποτελεσμάτων της έρευνας με την αγορά και τη βιομηχανία είναι, επίσης, εξαιρετικά προβληματική.

Η ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα εμφανίζεται εξαιρετικά «ρηχή», με την έννοια ότι είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό προσανατολισμένη σε προϊόντα και υπηρεσίες που απευθύνονται στον τελικό καταναλωτή, παρά σε άλλες επιχειρήσεις

Επίσης σημαντικό πρόβλημα αποτελεί και το βάθος της Ελληνικής επιχειρηματικότητας. Η ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα εμφανίζεται εξαιρετικά «ρηχή», με την έννοια ότι είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό προσανατολισμένη σε προϊόντα και υπηρεσίες που απευθύνονται στον τελικό καταναλωτή, παρά σε άλλες επιχειρήσεις.

Πάνω από τα μισά εγχειρήματα επιχειρηματικής δραστηριότητας εκδηλώνονται σε δραστηριότητες που έχουν ως τελικό πελάτη τον καταναλωτή, τη στιγμή που ο Ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 35%.

Η εικόνα μιλάει από μόνη της. Από το σύνολο των επιχειρηματικών εγχειρημάτων που πραγματοποιούνται στη χώρα μόλις ένα πολύ μικρό ποσοστό μπορεί να χαρακτηριστεί ως Υψηλών Δυνατοτήτων, ότι δηλαδή:

α) συμβάλλει στην επέκταση των αγορών,
β) δημιουργεί νέα απασχόληση, και
γ) εντείνει τον εξαγωγικό προσανατολισμό της οικονομίας.

Η εκτεταμένη επιχειρηματικότητα ανάγκης, η χαμηλή τεχνολογική καινοτομικότητα, η ρηχή επιχειρηματικότητα, η κυριαρχία της πολύ μικρής και μικρής επιχείρησης έντασης εργασίας (η λογική του μικρού γωνιακού μαγαζιού) ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΝ τους μισθωτούς σε φαινόμενα γενιάς των 700 ευρώ ενώ δημιουργεί ψευτοεπιχειρηματίες.

Η εκτεταμένη επιχειρηματικότητα ανάγκης, η χαμηλή τεχνολογική καινοτομικότητα, η ρηχή επιχειρηματικότητα, η κυριαρχία της πολύ μικρής και μικρής επιχείρησης έντασης εργασίας (η λογική του μικρού γωνιακού μαγαζιού) καταδικάζουν τους μισθωτούς σε φαινόμενα γενιάς των 700 ευρώ ενώ δημιουργεί ψευτοεπιχειρηματίες

Παρεμποδίζουμε σταθερά και με εγκληματικό τρόπο τη νέα επιχειρηματικότητα, με τη χώρα μας να υποχωρεί στην 100η θέση στον σχετικό δείκτη της Παγκόσμιας Τράπεζας και ταυτόχρονα να καταλαμβάνει την ταπεινωτική 152η θέση μεταξύ 178 χωρών στην παροχή κινήτρων στους νέους επιχειρηματίες για τη δημιουργία νέας επιχείρησης.

Είναι το μέλλον δυσοίωνο λοιπόν; Όχι απαραίτητα.

Η άποψη μας είναι ότι η πραγματικότητα της εκτεταμένης Επιχειρηματικότητας Ανάγκης, ρηχής και με χαμηλό επίπεδο καινοτομικότητας, συνιστά μείζον κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα.

Η εκτεταμένη μικροεπιχειρηματικότητα ανάγκης αδυνατεί να δημιουργήσει πολλές και ποιοτικές θέσεις εργασίας υποσκάπτει το μέλλον και την προοπτική ευημερίας της νέας γενιάς, και καταδικάζει τους νέους και όχι μόνο στην εισοδηματική κατηγορία πέριξ του βασικού μισθού, την πολυαπασχόληση και την υπερεργασία.

Για να ξεφύγουμε από αυτή τη κατάσταση, πρέπει πρώτα από όλα να αντιμετωπίσουμε δύο σχετικές προκλήσεις.

Η πρώτη έχει να κάνει με την ανάγκη υπέρβασης του σημερινού μοντέλου επιχειρηματικής δραστηριοποίησης. Πρωταρχικός στόχος και στρατηγική προτεραιότητα των νέων, αλλά και γενικότερα της εθνικής οικονομικής πολιτικής, πρέπει να είναι η βελτίωση της ποιότητας της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Μόνο δίνοντας έμφαση στην ποιοτική ενίσχυση της επιχειρηματικότητας μπορούμε να οδηγηθούμε από μια Επιχειρηματικότητα Ανάγκης σε μια Επιχειρηματικότητα Υψηλών Δυνατοτήτων ικανής να δημιουργήσει πολλές και καλές θέσεις εργασίας.

Η δεύτερη σημαντική πρόκληση, κατά τη γνώμη μου πάντα, έχει να κάνει με το συχνά παραμελημένο κόστος της καινοτομίας.

Μια αλλαγή, εκ των πραγμάτων, δεν είναι προς όφελος όλων. Δημιουργεί κερδισμένους και χαμένους. Η καινοτόμα επιχειρηματική δραστηριότητα δημιουργεί υπεραξίες για τους καινοτόμους και τιμωρεί όσους δεν μπορούν να προσαρμοσθούν στα νέα δεδομένα.

Η Ελληνική οικονομία με τις παραδοσιακές και συχνά μη ανταγωνιστικές δομές της είναι συχνά δύσκολο να προσαρμοσθεί. Εάν η καινοτομική επιχειρηματική δραστηριότητα καταλήγει να επαληθεύει το Σουμπετεριανο μοντέλο της δημιουργικής καταστροφής τότε πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε και τις συνέπειες του. Δηλαδή τη σταδιακή «δημιουργική καταστροφή» παραγωγικών μονάδων και επιχειρήσεων με κάλυψη και του ανάλογου κοινωνικού κόστους που αυτή συνεπάγεται.

Μπορούμε να το κάνουμε αυτό;

Το βασικό κριτήριο είναι απλό: ναι εάν το όφελος για τον πολίτη είναι μεγάλο κι εφόσον μπορούμε ως κοινωνία να αναλάβουμε το κόστος μετάβασης από τη μία στην άλλη κατάσταση.

Μιλάμε συχνά για καινοτομία και ανταγωνιστικότητα σε βαθμό που να νομίζουμε ότι αποτελούν αυτοσκοπό. Δεν είναι όμως. Ο στόχος μας πρέπει να είναι η επίτευξη της επιθυμητής οικονομικής μεγέθυνσης σε συνδυασμό με συνθήκες κοινωνικής συνοχής.

Πρέπει ως κοινωνία να στοχεύουμε σε μια ισχυρή οικονομία με ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, γιατί όσα περισσότερα έσοδα έχει η χώρα μας, τόσα περισσότερα μπορεί να ξοδέψει για αγαθά που απολαμβάνουμε όλοι μας.

Όπως επίσης πρέπει να στοχεύουμε στην επίτευξη συνθηκών κοινωνικής συνοχής, γιατί όσο λιγότερες είναι οι ανισότητες και οι κακώς εννοούμενες κοινωνικές διαφοροποιήσεις, τόσο λιγότερες είναι οι συγκρούσεις και καλύτερη η ζωή μας.

Κατά συνέπεια για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που ενθαρρύνει την υγιή επιχειρηματικότητα υψηλών δυνατοτήτων, εν αντιθέσει με το σημερινό περιβάλλον ασύδοτης μικροεπιχειρηματικότητας ανάγκης και χαμηλής καινοτομικότητας, πρέπει να θέσουμε πριν απ’ όλα τους εξής δύο στόχους.

Πρώτος στόχος μας πρέπει να γίνει η απενεχοποίηση της επιχειρηματικότητας και του επιχειρείν στην Ελλάδα.

Να πούμε καταρχάς ΝΑΙ στη δημιουργικότητα.

Το πρώτο και θεμελιώδες θέμα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε είναι η γενική αρνητική στάση της ελληνικής κοινωνίας προς την επιχειρηματική δραστηριότητα και ιδιαίτερα η συλλογική υποτίμηση της δημιουργικότητας.

Η βαθμιαία μεταστροφή αυτής της στάσης αποτελεί κυρίαρχο στόχο μιας πολιτικής που επιδιώκει να επηρεάσει το πολιτισμικό και κοινωνικό πρότυπο του επιχειρηματία. Η εν λόγω μεταστροφή πρέπει να επιδιωχθεί μέσω παρεμβάσεων σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει ότι υπερβαίνουμε τη γενικά αρνητική εκτίμηση για τον ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος στην προετοιμασία των νέων για το ενδεχόμενο επιχειρηματικής σταδιοδρομίας.

Στην ίδια λογική απενοχοποίησης της επιχειρηματικότητας πρέπει να μάθουμε να αναλαμβάνουμε περισσότερα ρίσκα και να υπερβαίνουμε το φόβο της αποτυχίας, αντιμετωπίζοντας ουσιαστικά και με επιτυχία ζητήματα όπως το κοινωνικό και επιχειρηματικό στίγμα που συνοδεύει μια αποτυχία καθώς και την επαγγελματική ανασφάλεια που χαρακτηρίζει τον επιχειρηματία ο οποίος βρίσκεται στη φάση της υλοποίησης ενός επιχειρηματικού σχεδίου που δεν είναι βέβαιο ότι θα επιτύχει.

Ο δεύτερος στόχος δεν είναι άλλος από τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος

Απαιτείται μια Χάρτα για την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα που θα περιλαμβάνει ένα πακέτο μέτρων-δεσμεύσεων της πολιτείας προς μελλοντικούς αλλά και ήδη καθιερωμένους επιχειρηματίες.

Ενδεικτικά και στο πλαίσιο αυτής της λογικής προτείνουμε:

την δραστική απλούστευση της διαδικασίας έναρξης μιας επιχείρησης: μείωση διαδικασιών αλλά και συγχώνευσή τους σε ένα επίπεδο διοίκησης (Νομαρχία ή Περιφέρεια)

τη δημιουργία μίας πολύ-λειτουργικής υπηρεσίας μίας στάσης για επιχειρήσεις (multifunction one stop shops τύπου ΚΕΠ), έτσι ώστε να διευκολυνθούν οι επιχειρήσεις στις συναλλαγές τους με τη δημόσια διοίκηση και να εξυπηρετούνται οι πιθανοί επενδυτές

τη δημιουργία συστημάτων επιχειρήσεων (clusters) έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιοποιείται μια καλή ή πρωτοποριακή ιδέα σε συνδυασμό με τη δημιουργία υποδομών υψηλής τεχνολογίας όπως Τεχνολογικά Πάρκα.

τη δημιουργία νέων χρηματοδοτικών εργαλείω,ν όπως κεφάλαια χρηματοδότησης υψηλής τεχνολογίας, δράσεις Business Angels κοκ, και φυσικά τη συνέχιση και επέκταση της λειτουργίας των υπαρχόντων περιφερειακών κεφαλαίων συμμετοχών τύπου ΤΑΝΕΟ.

κίνητρα για μεγαλύτερη ένταση του ερευνητικού έργου και των πανεπιστημιακών εργαστηρίων προς τις ανάγκες των επιχειρήσεων

τη στοχευμένη στήριξη των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων μέσα από τη Δημιουργία Χάρτας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων για την Ελλάδα σε συμφωνία τo European Small Business Act όπου θα προβλέπονται μέτρα διακριτής στήριξης όπως – ενδεικτικά αναφέρω μερικά: η συμμετοχή των εκπροσώπων των ΜΜΕ στις διαδικασίες αξιολόγησης και έγκρισης των κοινοτικών πόρων, η δημιουργία ενός ειδικού φορολογικού καθεστώτος όπως ορίζεται στην Ευρωπαϊκή Χάρτα για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, η επαναφορά του μέτρου για το αφορολόγητο αποθεματικό για επενδύσεις.

Δε θέλω να σας κουράσω άλλο. Άλλωστε θα ακολουθήσει και σχετική συζήτηση. Θέλω μόνο να υπογραμμίσω, και μ’ αυτό τελειώνω, ότι το στοίχημα της ποιοτικής επιχειρηματικότητας είναι ένα στοίχημα που πρέπει να κερδίσει η Ελλάδα.

Με το κατάλληλο σχεδιασμό και με συστηματική δουλειά είναι εφικτό να συνδυαστούν αρμονικά η υγιής επιχειρηματικότητα με την οικονομική ανάπτυξη, και να αποκτήσουμε έτσι μια ισχυρή πραγματική οικονομία όπου πολλές αταγωνιστικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να δημιουργούν πολλές και καλές δουλειές για όλους. Η εξέλιξη αυτή, αν και δεν είναι η μόνη που απαιτείται, είναι εντελώς απαραίτητη για τη μελλοντική προοπτική των νέων και ειδικά για την αντιμετώπιση του φαινομένου της γενιάς των 700 ευρώ.

Γενιά των 700 ευρώ

—————————————————————————————–

Σημειώσεις:

Εισήγηση εκπροσώπου G700 σε πάνελ συζήτησης με θέμα την επιχειρηματικότητα στα πλαίσια του Συνεδρίου της Φιλελεύθερης Συμμαχίας. Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2008.

2 σχόλια
Leave a comment »

  1. Καλημέρα,

    Έχεις δίκιο σε (σχεδόν) όλα. Το μόνο που θα ήθελα να τονίσω σε πρώτη φάση είναι ότι η καινοτομία στην οποία αναφέρεσαι προέρχεται από υγιείς επιχειρήσεις οι οποίες είναι leaders στον τομέα τους. Δεν έχουμε τέτοιες στην Ελλάδα. Ακόμη και η ίδια η Intracom που κερδίζει ένα σωρό τίτλους παγκοσμίως αλλά και στην Ελλάδα, δεν έχει τίποτε σημαντικό, καθαρά δικό της, να επιδείξει ως καινοτομία.

    Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι η «οργανωτική καινοτομία», κατά τα λεγόμενα του άρθρου, είναι πολύ καλή κατάσταση (!!!) στην Ελλάδα. Σε προηγούμενο άρθρο, την έλλειψη οργάνωσης στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, την αναφέρω ως ένα από τα κύρια «προβλήματα» που έχουν… Ενώ βάση των στατιστικών που δίνεις δεν «υπάρχει». 🙂

  2. Τα στοιχεία του GEM είναι κατά δήλωση. Μοιράζει ερωτηματολόγια και ρωτάει. Αν η εταιρία πει «υιοθετήσαμε νέες πρακτικές», το GEΜ βγάζει «ΝΑΙ» στην οργανωσιακή καινοτομία.

Σχολιαστε