Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό V: Τελοκρατία, το Βασίλειο των δοτών σκοπών

Σεπ 7th, 2009 | | Κατηγορία: Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό, Φιλελευθερισμός | Email This Post Email This Post | Print This Post Print This Post |

Η νομοκρατία ρυθμίζει κανόνες παιχνιδιού και αφήνει τους ανθρώπους ελεύθερους να στοχοθετούν κατά βούλησιν. Όταν το κράτος δεν έχει δικούς του σκοπούς να επιβάλει, αποκλείεται να εκφυλισθεί σε ολοκληρωτισμό. Η τελοκρατία, αντιθέτως, θέλει την πολιτεία εγγυητή και φύλακα της «μίας οδού και μόνης», με απόλυτη εξουσία επιβολής του «ορθού». Όταν όλοι υποχρεώνονται και να ενθουσιασθούν για το επίσημο «τέλος», η τελοκρατία εκφυλίζεται σε ολοκληρωτισμό. Όταν υποχρεώνονται απλώς να πειθαρχούν στις εντολές της χωρίς να τους ζητείται να συμμερίζονται την «ιδεολογία» των εξουσιαστών εμφανίζεται ως αυταρχισμός, τύπου χούντας. Σε ηπιότερες περιπτώσεις η τελοκρατική πολιτεία χρησιμοποιεί περισσότερο την πειθώ και λιγότερο τη βία. Οι «ενάρετες πολιτείες» πάντως είναι εκ καταβολής δυσανεκτικές διότι η λατρεία του ενός «ορθού» σκοπού αποκλείει να έχει κανείς δίκιο —και κατ’ επέκτασιν δικαιώματα— εφόσον αποκλίνει από αυτόν. Αναγνώριση δικαιωμάτων σε άτομα που απορρίπτουν τις επίσημες δεοντικές επιταγές θα σήμαινε εγκατάλειψη των φίλιων δυνάμεων, των μόνων δηλαδή που μπορούν να σώσουν το σύνολο. Από την άποψη αυτή το σύνθημα του Ούγγρου σταλινικού ηγέτη Ρακόζι το 1948: «όσοι δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας», διεπόταν από την αυστηρή λογική του κομμουνιστή τελοκράτη. Όταν το 1957 ο αναθεωρητής Καντάρ μετέτρεψε το σύνθημα διακηρύσσοντας ότι: «όσοι δεν είναι εναντίον μας είναι μαζί μας», εισήγαγε ήδη το μικρόβιο της αποσύνθεσης στο καθεστώς. Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού το σύνθημα άλλαξε για μια ακόμη φορά από τον «Σύνδεσμο Ελευθέρων Δημοκρατών» ως εξής: «Όσοι δεν είναι μαζί μας είναι μαζί τους».

Όταν το «Μεγάλο Σχέδιο» κινδυνεύσει από μικρούς ανθρώπους, ο τελοκράτης κινούμενος από μια διάθεση «ανθρωποκτόνου φιλανθρωπίας» (homicidal philanthropy) όπως την ονόμασε ο Edmund Burke, επικαλείται μια αρχή που συμπυκνώνει όλη την ειδεχθή βαρβαρότητα του ολοκληρωτισμού: «Δεν φτιάνεις ομελέτα αν δεν σπάσεις αυγά». Αντιθέτως, ο νομοκράτης μιλάει πάντοτε εξ ονόματος των αυγών και αμφισβητεί εξ υπαρχής την υπερέχουσα αναγκαιότητα συλλογικής ομελέτας. Η θυσία της Ιφιγένειας για να εξιλεωθούν οι θεοί πηγάζει από την ίδια νοοτροπία της ωφελιμιστικής ομελέτας (εξολόθρευση ατόμου για το καλό του συνόλου) που «δικαιώνει» την γενοκτονία των Αρμενίων, το ολοκαύτωμα των Εβραίων και των Αθίγγανων, τα σταλινικά στρατόπεδα, τις εκτελέσεις παιδιών στο Ιράν και τα βασανιστήρια της χούντας. Όλες οι ωμότητες γίνονται στο όνομα υψηλών αρχών που έρχονται με άψογα πάντοτε ιδεολογικά ή θρησκευτικά διαπιστευτήρια. Εξαιρετικά αποκαλυπτικός αυτής της νοοτροπίας είναι ο τραγικός στην απλότητα του διάλογος κρατουμένου με φύλακα στο βιβλίο του D. Rousset «Les jours de notre mort» (σελ. 71) που παραθέτει η Hannah Arendt στο «Ολοκληρωτικό Σύστημα» (ελληνική μετάφραση Γιάννη Λάμψα): «Τι σκοπό εξυπηρετούν παρακαλώ οι θάλαμοι αερίων;» «Τι σκοπό εξυπηρετεί παρακαλώ η ζωή σου;» Η συγγραφεύς εξηγεί θαυμάσια ότι ο ολοκληρωτισμός δεν ενδιαφέρεται για ενοχή διότι δεν τιμωρεί πράξεις αλλά εξοντώνει ανεπιθύμητους όχι για κάτι που αυτοί έκαναν αλλά γι’ αυτό που είναι. Άλλωστε οι Χιτλερικοί —παρατηρεί ο Hayek— δεν διαπραγματεύθηκαν ποτέ τα ουσιώδη. Θεωρούσαν ότι, η στρατηγικώς καίρια θέση τους στην καρδιά της Ευρώπης, η φυλετική ποιότητα και το μέγεθος του πληθυσμού τους σε συνδυασμό με την ανδρεία και την αποτελεσματικότητα των ενόπλων δυνάμεων τους καθιστούσαν την εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία ικανή να σπάσει όλα τα αυγά του κόσμου προκειμένου να φτιάξει την ομελέτα που ήθελε. Η μόνη απόκριση σε ένα τέτοιο σχέδιο —τονίζει ο Hayek— ήταν η κατατρόπωση τους σε πόλεμο. Ο εθνικοσοσιαλισμός δεν μπορούσε να «απορροφηθεί» ομαλά.

Στο εσωτερικό της Γερμανίας η απόλυτη βεβαιότητα για την αξία του επίσημου σκοπού οδήγησε την ολοκληρωτική αυτή πολιτεία σε μια ιδιότυπη μορφή ανομίας, επιβεβαιώνοντας έτσι την αρχή ότι η συνεπής τελοκρατία εχθρεύεται γενικώς το νόμο, ακόμη και το δικό της. Γνωρίζοντας ότι η ουτοπία δεν μπορούσε ποτέ να προκύψει αυθορμήτως ούτε να επιβληθεί νομοθετικώς, οι εθνικοσοσιαλιστές ανήγαγαν σε πολιτειακό δόγμα την «αρχή του αρχηγού» (Führerprinzip) την οποία αντέγραψαν και οι Κινέζοι κομμουνιστές ανακηρύσσοντας τον Μάο ως «Μεγάλο Τιμονιέρη» με «αλάθητη» σκέψη. Τίποτε, απολύτως τίποτε, ούτε η ίδια η νομοθεσία του Ναζιστικού Κράτους, δεν επετρέπετο να περιορίζει την εξουσία του αρχηγού που είχε την αποστολή να υλοποιεί το Μεγάλο Σκοπό. Ο εθνικοσοσιαλιστής νομομαθής Carl Schmitt υποστήριζε ότι ο Φύρερ είναι η πηγή της κυριαρχίας και κάθε απόφαση του γεννά δίκαιο. Στις μέρες μας ο Σαντάμ Χουσεΐν φέρεται ειπών ότι «νόμος είναι οιοδήποτε κείμενο φέρει την υπογραφή μου».

Ο Χίτλερ —κληρονόμος των ιδεών του παγγερμανισμού— ήθελε το κράτος μεγάλο, φυλετικά καθαρό, φορέα της ιδεολογίας του λαού των κυρίων και ηγεμονικό έναντι όλων των άλλων κρατών με την επικράτηση της «νέας τάξης πραγμάτων». Ο Μουσσολίνι είχε ως όραμα το μεγαλείο της Ιταλίας που αναβίωνε τη δόξα της Ρώμης και ως σύνθημα: « Όλα για το κράτος —τίποτε εκτός τους κράτους— τίποτε εναντίον του κράτους». Ακόμη υποφέρουν οι Ιταλοί από τον κρατικό Λεβιάθαν που έστησε ο φασισμός. Όσο για τον Στάλιν, αυτός δεν ύμνησε το σοβιετικό κράτος αφού τούτο ήταν —κατά την μαρξιστική εκδοχή— ούτως ή άλλως «προσωρινό» αλλά το χρησιμοποίησε για να «οικοδομήσει» τον κομμουνισμό ως ανεξέλεγκτη μορφή τελοκρατικής εξουσίας με οικουμενικές αξιώσεις. Η σταλινική αποχαλίνωση και η ένθερμη υποστήριξη της από τους κομμουνιστές όλου του κόσμου ώθησε τους Έλληνες αντικομμουνιστές μετά τον εμφύλιο πόλεμο, να χρησιμοποιήσουν τη λήψη μέτρων κατά των κομμουνιστών, όχι απλώς για τα εγκλήματα που ορισμένοι εξ αυτών διέπρατταν —καθώς η ηγεσία τους ουδέποτε αρκέσθηκε στο σύνθημα «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν»— αλλά γι’ αυτά που όλοι επρέσβευαν και διεκήρυσσαν είτε συνόδευαν τα λόγια τους με έργα είτε όχι. Η εφαρμογή μιας-τέτοιας πολιτικής απαιτεί, ωστόσο, αν όχι «ιδεολογικά δικαστήρια» και Ιερά Εξέταση πάντως συνοπτικές διαδικασίες, έκτακτα μέτρα, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και δηλώσεις μετανοίας ή νομιμοφροσύνης, δηλαδή κρατικό «τέλος», κρατική ιδεολογία και χρήση του κρατικού μονοπωλίου της δύναμης για την επιβολή της με απαγόρευση του κομμουνιστικού κόμματος, των κομμουνιστικών ιδεών και της κομμουνιστικής δραστηριότητος στην πολιτική, τον συνδικαλισμό και τη δημόσια διοίκηση. Χρειάστηκε να περάσουν πολλές δεκαετίες μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου για να πεισθούν οι νικητές του ότι ο καλύτερος τρόπος να διαλυθεί ένα κομμουνιστικό κόμμα είναι η νομιμοποίηση του.

Για τον τελοκράτη, το ανθρώπινο ταξίδι σ’ αυτόν τον κόσμο δεν αρχίζει με δικαιώματα —λέξη την οποία απεχθάνεται γενικώς— αλλά με υποχρεώσεις. Για τον νομοκράτη, αντιθέτως, το ταξίδι είναι ο ταξιδιώτης και τα δικαιώματα του. Αυτός και μόνον αποφασίζει για τον προορισμό του. Το πρωτείο του ατόμου δεν σημαίνει —εξηγεί ο φον Μίζες («Human Action» σελ. 41)— ότι το άτομο ως συγκροτημένο ενσυνείδητο υπεύθυνο σκεπτόμενο εγώ, προηγείται χρονικώς της συγκροτήσεως πολιτείας αλλά ότι τα σύνολα αποτελούνται όντως από μεμονωμένα άτομα και ότι αυτών και μόνον οι αποφάσεις καθορίζουν τις εξελίξεις. «Ουδείς είδε ποτέ ένα έθνος —λέει ο φον Μίζες— χωρίς να έχει δει τα μέλη του». Είναι σφάλμα να νομίζει κανείς ότι μπορεί να δει σύνολα. Τα σύνολα είναι πάντοτε αόρατα. Ο μόνος τρόπος να τα γνωρίσουμε είναι να αντιληφθούμε το νόημα το οποίο άνθρωποι συγκροτούντες σύνολα αποδίδουν στα ενεργήματα τους. Έτσι ένα άθροισμα ανθρώπων συγκροτούν κοινό, ακροατήριο ή συλλαλητήριο μόνον διότι ο καθένας τους νοηματοδοτεί κατά έναν ειδικό τρόπο τη συμμετοχή του στο συγκεκριμένο σύνολο, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που αυτό εκδηλώνεται. Το πρώτο σκίρτημα ελευθέρωσης από το ιδεολόγημα του υποστασιοποιημένου συνόλου επέρχεται όταν τα μέλη αρχίσουν να συνειδητοποιούν ότι συγκροτούν άθροισμα από πληθυντικά εγώ μόνο και μόνο επειδή το θέλουν. Ο εμποτισμός των συνόλων με υπερβατική στοχοθεσία δεν γίνεται αυθορμήτως, απαιτεί ιερατείο και «αυθεντικούς» εκπροσώπους οι οποίοι «εκκαθαρίζουν» συνεχώς το υποστασιοποιημένο σύνολο από τους αιρετικούς, ετερόδοξους «αναυθεντικούς» ανθρώπους που παρεισφρύουν στις γραμμές του και «νοθεύουν» τη γραμμή του. Πρόκειται για σκληρό αγώνα αλληλοεξοντώσεως διότι στον αγώνα μεταξύ του Καλού και του Κακού δεν είναι νοητή η ουδετερότης καθώς δεν υπάρχει Αρχιμήδειο σημείο στο οποίο να μπορεί κανείς να αποσυρθεί. Ο νομοκράτης δεν έχει τέτοια προβλήματα διότι γι’ αυτόν το Καλό είναι το πρωτείο του ατόμου, που στοχοθετεί μόνο του χωρίς ανάγκη ιερατείων και «οδηγών». Το Αρχιμήδειο σημείο είναι εδώ το ίδιο το ουδέτερο κράτος που εξασφαλίζει απλώς δικαιώματα. Καταργείται έτσι εκ προοιμίου η λογική της ομελέτας η οποία άλλωστε απεδείχθη γενικώς ακατάλληλη προς βρώσιν παρά τα εκατομμύρια αυγά που έσπασαν για να την κάνουν οι μανιακοί τελοκράτες του Εθνικοσοσιαλισμού, του Φασισμού και του Λενινισμού-Σταλινισμού.

Ο ρόλος της ουτοπίας

Το πρωτεύον άνθρωπος είναι το μόνο ον στη Γη που ξέρει πρώτον ότι θα πεθάνει και δεύτερον ότι μπορεί να ζήσει αλλιώς. Οι δυσκολίες της βιωτής συμβαίνει να γεννούν ενίοτε στους ανθρώπους οράματα ιδανικών πολιτειών οι οποίες νοούνται ως χώροι περισυλλογής και αναπαύσεως, όπου καμιά επιλογή δεν θα αποκλείει δια παντός άλλες, όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα. Κοινό χαρακτηριστικό των μεγάλων ουτοπιστών (Πλάτων, Μαρξ, Ρουσσώ) αλλά και των μικρότερων τοιούτων (Μούρ, Μπαίηκον, Σαίν-Σιμόν) είναι ότι κάπου, κάπως, κάποτε τα πάντα θα εναρμονισθούν έτσι ώστε να παύσει κάθε οδύνη επιλογής και κάθε σπαραγμός αποφάσεως. Η σωστή ιεράρχηση όλων των αξιών θα καταστήσει όλες τις προτιμήσεις συμβατές μεταξύ τους. Όταν γίνει προσπάθεια εφαρμογής της ουτοπίας στην πράξη, εμφανίζονται ξαφνικά οι ένοπλοι προφήτες της που απαιτούν ανθρωποθυσίες, χωρίς φυσικά να δέχονται έλεγχο από κανέναν. Η ουτοπία ως πρόταση τελειότητας είναι φυσικό να μην προβλέπει αυτοδιορθωτικούς μηχανισμούς καθώς το τέλειο δεν επιδέχεται βελτίωση ούτε αυτοπεριορισμό στην εμβέλεια της ουτοπικής στοχοθεσίας. «Ολίγη» ουτοπία δεν είναι εύλογη πρόταση.

Βεβαίως αυτή καθ’ εαυτή η λέξη ουτοπία έχει και ένα άλλο τρέχον νόημα καθόλου απειλητικό. Ο τέλειος κύκλος είναι ουτοπία καθότι συνιστά νοητική κατασκευή και δεν υπάρχει στη φύση. Το ίδιο ισχύει για την τέλεια μηχανή που δεν θα προκαλεί ρύπανση και δεν θα έχει ενεργειακές απώλειες, την τέλεια επιχείρηση χωρίς σπατάλες, τον τέλειο ανταγωνισμό όπου το κάθε νέο προϊόν με δημοφιλέστερο συνδυασμό τιμής/ ποιότητας θα γίνεται αμέσως πασίγνωστο εκτοπίζοντας αυτοστιγμεί όλα τα άλλα από μια τέλεια αγορά. Πρόκειται για την ουτοπία ως προέκταση ιδιοτήτων πέραν του ορίου του εφικτού που είναι πολύτιμη διότι ακόμη και τα κακέκτυπα ενός «τέλειου» κύκλου είναι χρηστικά στην Γεωμετρία ενώ ο «ατελής» ανταγωνισμός αποδείχτηκε σωτήριος στην οικονομία. Ο Άνταμ Σμιθ θεωρούσε καθαρή ουτοπία την προσδοκία ότι η ελευθερία του εμπορίου θα ίσχυε ποτέ στην Αγγλία. Μόλις επτά δεκαετίες μετά την πρώτη έκδοση του «Πλούτου των Εθνών» τούτο είχε ήδη επιτευχθεί χάρη και στη δική του συμβολή. Η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που ψηφίστηκε ως κείμενο του OHE το 1948 δεν ήταν κανόνας δικαίου όπως την ήθελαν οι φιλελεύθεροι και κατά τούτο περιείχε ένα έντονο ουτοπικό στοιχείο. Παρ’ όλα αυτά η Διακήρυξη ωφέλησε και κανείς «ρεαλιστής» δεν ζητά την κατάργηση της.

Η πρώτη συγκροτημένη ουτοπία υπήρξε η «Πολιτεία» του Πλάτωνος όπου η αρετή, η δικαιοσύνη και η αλήθεια εκπορεύονται εκ των άνω από τον φιλόσοφο-βασιλέα που έχει εκ γενετής το θείο δώρο να μπορεί κάθε στιγμή να διακρίνει άσφαλτα το ορθόν και να εφαρμόζει το δέον. Οι τάξεις που συμβιώνουν αρμονικά και των οποίων τα μέλη δεν μεταπηδούν ποτέ από τη μια στην άλλη, είναι τρεις: στην κορυφή βρίσκονται οι άρχοντες-φιλόσοφοι που αντιστοιχούν στον «λογιστικόν» της ατομικής ψυχής, στη μέση οι φύλακες που προασπίζουν την πολιτεία και αντιστοιχούν στο «θυμοειδές» ενώ κάτω-κάτω είναι οι γεωργοί που αντιστοιχούν στο «επιθυμητικόν» και παράγουν τα απαραίτητα προς το ζην. Οι καλλιτέχνες οδηγούνται στεφανωμένοι εκτός των τειχών διότι προκαλούν σύγχυση. Η πλατωνική πολιτειακή φιλοσοφία, πάντως, δεν μετεξελίχθηκε ποτέ σε συγκεκριμένη πολιτική πρόταση, υπήρξε εξ υπαρχής ένα είδος πειράματος σκέψης, μια διδακτική άσκηση. Ο Πλάτων δεν οργάνωσε «κίνημα» για να υλοποιήσει τις ιδέες του και δεν ζήτησε από κανέναν να θυσιαστεί γι’ αυτές.

Στη Δύση η ουτοπία, νοούμενη ως τελειότης περί τα ανθρώπινα, εμφανίσθηκε με την Αναγέννηση, καθ’ ότι στον Μεσαίωνα η Εκκλησία δεν ενεθάρρυνε προβληματισμούς για τέλειες επίγειες κοινωνίες. Οι Αναγεννησιακές ουτοπίες έμειναν και πάλι «στα χαρτιά» ως πείραμα σκέψης μάλλον παρά ως εφικτός στόχος. Δεν είναι π.χ. δυνατόν να ήλπιζε στα σοβαρά ο Τόμας Μουρ (1478-1535) —ο οποίος και δημιούργησε τον όρο «ουτοπία»— ότι η Αγγλία του 16ου αιώνος μπορούσε ποτέ να μετατραπεί στην αρκούντως φρικιαστική κοινοκτημονική μοναστική κοινωνία που οραματίσθηκε ο ίδιος. Στο όραμα του Μουρ οι άνθρωποι φοράνε όλοι τα ίδια ρούχα, ζουν σε ομοιόμορφα σπίτια, σε όμοιες πόλεις, προσκαλούνται με σάλπιγγα στις 4 το πρωί σε κοινούς θαλάμους όπου εργάζονται και μαθαίνουν νέα πράγματα κάθε μέρα. Χρήμα δεν υπάρχει, μόνο σχέδιο που ρυθμίζει τα πάντα. Δεν είναι περίεργο ότι ο Μαρξ απεκάλεσε τον Μουρ τραγική φυσιογνωμία, σοσιαλιστή πριν της ώρας του. Τέτοιες κοινωνίες απαλλαγμένες αντιφάσεων οραματίσθηκαν και ο πρώτος θεωρητικός του κρατικού σχεδιασμού ο Francis Bacon (1561-1626) στο έργο του «Νέα Ατλαντίς» καθώς και ο Ιταλός δομηνικανός στοχαστής Tommaso Campanella (1568-1699) στη δική του κοινοκτημονική «Πολιτεία του Ήλιου» (Civitas Solis). Όλες αυτές οι ουτοπίες, που έχουν ως κοινό γνώρισμα την πλατωνική αρχή ότι η αρετή είναι γνώση και μαθαίνεται, είναι χώροι απολύτου ασφαλείας, αιωνίας ειρήνης, ψυχικής γαλήνης όπου η ανθρώπινη φύση ανθεί χωρίς κακίες, φθόνο και συγκρούσεις.

Οι ουτοπίες συχνά τοποθετούνται στο απώτερο παρελθόν ή σε άλλο κόσμο. Ο Όμηρος μιλάει για τους ευτυχισμένους Φαίακες, ο Ησίοδος για μια περασμένη χρυσή εποχή, η Βίβλος μιλάει για τον Παράδεισο απ’ όπου ξεκίνησε το γένος και πλήθος ποιητές εξυμνούν κάποιο παρελθόν αθωότητος και βουκολικής, κατά κανόνα, ευτυχίας το οποίο αντιπαραθέτουν στο οδυνηρό παρόν. Το κοινό στοιχείο πάντως σε όλες τις ουτοπίες του παρελθόντος είναι η επισυμβάσα καταστροφή που τις κατέλυσε. Η έξωση από τον Παράδεισο υπήρξε η πρώτη τέτοια αντιξοότητα. Παρ’ ολίγο να χαθεί και κάθε ζωή στον πλανήτη με τον Κατακλυσμό. Αργότερα έγινε και πάλι μεγάλη ζημιά με τον πύργο της Βαβέλ όταν η ανθρωπότητα καταδικάστηκε από τον Θεό σε ασυνεννοησία, τη στιγμή ακριβώς που είχε βρει κοινή γλώσσα και ασχολείτο με κοινό (ουτοπικό;) έργο. Η λαχτάρα των Γνωστικών και των μυστικών είναι η αποκατάσταση της ενότητος του διασπασμένου είναι, η αρμονία, η γαλήνη, η θέαση εν ειρήνη και η ηρεμία μετά την σύγκρουση και τη διχόνοια που επέφερε κάποια αρχέγονη Πτώση. Οι ουτοπίες ωστόσο διαφέρουν. Ο Παράδεισος των Μουσουλμάνων δεν μοιάζει με τον Παράδεισο των Χριστιανών, η Πολιτεία του Πλάτωνος δεν μοιάζει με την αναρχική ουτοπία του Ζήνωνος του Στωικού όπου όλοι οι ορθολογιζόμενοι άνθρωποι ζουν σε απόλυτη ειρήνη, ισότητα και ευτυχία χωρίς την ανάγκη θεσμών και αρχόντων. Η ποικιλία των μορφών τελειότητος ωστόσο δεν σημαίνει εισαγωγή του πλουραλισμού σε καμία από αυτές τις ουτοπίες οι οποίες γεννήθηκαν όχι για να βολέψουν το έκτακτο, το απρόβλεπτο αλλά για να παγιώσουν την Αρμονία και την Τάξη.

Το απωθητικό στοιχείο στις σχεδιασμένες ουτοπικές κοινωνίες είναι ότι η τελειότης που επαγγέλλονται προϋποθέτει το αναλλοίωτο στο χρόνο, το παγιωμένο, το στατικό και κατά συνέπεια το αφόρητα ανιαρό. Σε ορισμένα πρωτοχριστιανικά κείμενα όπου ο προβληματισμός για τον παράδεισο δεν είχε καθόλου συμβολικό χαρακτήρα, η ανία εκείνων που θα κέρδιζαν την αιώνια ζωή μετριαζόταν από το γεγονός ότι θα μπορούσαν από εκεί που βρίσκονταν να παρακολουθούν τα μαρτύρια των καταραμένων στην Κόλαση. Η ανάγκη κόλασης (και στρατοπέδων συγκεντρώσεως ή γκουλάγκ) είναι συστατικό όλων των εφηρμοσμένων ουτοπιών. Οι θεολόγοι, οι ιδεολόγοι και όλων των ειδών οι τελοκράτες που στιγματίζουν τον «μηδενισμό» ως πρόξενο καταστροφής σφάλλουν οικτρά. Κανείς ποτέ «μηδενιστής» (δηλ. αρνητής κάθε αξίας) ή σχετικιστής δεν υπήρξε ένοχος γενοκτονίας. Η Ιερά Εξέτασις, τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και τα γκουλάγκ υπήρξαν πάντοτε έργο ενθουσιώντων αγωνιστών υπέρ ενός συγκεκριμένου κάθε φορά συστήματος αξιών. Ένα από τα κίνητρα για την εκπόνηση της ουτοπίας είναι άλλωστε ακριβώς ο αποκλεισμός αντιφρονούντων από αυτήν έτσι ώστε να σφυρηλατείται η ενότητα των εκλεκτών και να μην διαταράσσεται η αρμονία των σχέσεων.
Επιβιώσεις ουτοπικού στοχασμού υπάρχουν και σήμερα όταν π.χ. διατυπώνεται η άποψη ότι είναι προτιμότερο να μείνουν ατιμώρητοι χίλιοι ένοχοι παρά να καταδικασθεί εσφαλμένως έστω και ένας αθώος. Μια τέτοια τελειοθηρική προϋπόθεση θα καταργούσε με την ουτοπική της αξίωση το κυριότερο χαρακτηριστικό της έννομης τάξης ως κυρωτικής εγγύησης της πολιτείας για τον σεβασμό των ελευθεριών. Θέλοντας να εξοβελίσει το στοιχείο του ανθρώπινου δικαστικού λάθους ο ουτοπιστής αυξάνει για κάθε άτομο τις πιθανότητες να πέσει θύμα ενός των μυριάδων εγκληματιών που έμειναν ατιμώρητοι λόγω της πολιτικής του. Γενικεύοντας μπορεί κανείς να πει ότι το ουτοπικό αίτημα τελειότητος (του ανταγωνισμού, της πληροφόρησης, της λειτουργίας των νόμων) όταν τίθεται ως προϋπόθεση αποδοχής ενός θεσμού είναι πάντοτε προάγγελος ολοκληρωτικών αντιλήψεων που αρέσκονται να υπονομεύουν το εφικτό με το τέλειο και να καταργούν το καλό επιζητώντας το καλύτερο. Το πρόβλημα είναι ότι το τέλειο, ο Μεγάλος Σκοπός που διαπνέει τους ουτοπιστές, αγιάζει τα μέσα τα οποία δεν θα μπορούσαν ποτέ να αγιάσουν χωρίς την ύπαρξη μεγάλων σκοπών. Ωστόσο, «κακά» μέσα δεν υπάρχουν όπως δεν υπάρχει «κακό» μαχαίρι. Μόνον αποτελεσματικά ή μη και βεβαίως παράνομα ή νόμιμα. Εάν οι σκοποί νοηθούν ως υπέροχοι θα χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα «ακόμη και τα νόμιμα» όπως έλεγε ο πνευματικός ηγέτης της γαλλικής άκρας Δεξιάς Charles Maurras τη δεκαετία του ’30. Η εκτροπή των αθωοτέρων κοινών σκοπών σε αιματηρό εφιάλτη δίνεται θαυμάσια από την εξής παράγραφο στο βιβλίο του Bertrand Rüssel στο βιβλίο του «Ποιος δρόμος για την ειρήνη» (Which way to Peace).

«Στην Ιταλία —γράφει ο Άγγλος φιλόσοφος— εμφανίστηκε κάποτε μια μικρή αίρεση, οι οπαδοί της οποίας υιοθέτησαν την ετερόδοξη άποψη ότι είναι κακό να τρώει κανείς κρέας. Ουδείς θα είχε αντίρρηση στη χορτοφαγία ως πρακτική, μόλις όμως η άποψη αυτή μετουσιώθηκε σε διδαχή περιήλθε στην αρμοδιότητα της Ιεράς Εξετάσεως. Η αίρεση κατηγγέλθη, οι οπαδοί της καταδιώχθηκαν και βρήκαν καταφύγιο στα όρη από όπου έκαναν συχνές επιδρομές για αναζήτηση τροφής μια και δεν μπορούσαν να συντηρηθούν στις άγονες βουνοκορφές. Όταν τους περικύκλωσαν τελικώς ένοπλες ομάδες οι οποίες εμπόδισαν τις ληστρικές τους επιδρομές οι φυτοφάγοι άρχισαν να επιτίθενται τη νύχτα και να σκοτώνουν μερικούς από τους πολιορκητές τους. Η πίστη τους απαγόρευε τη βρώση ζώων αλλά σιωπούσε ως προς τον καννιβαλισμό. Άρχισαν λοιπόν να τρέφονται από τις σάρκες των διωκτών τους. Τελικώς υπέκυψαν και ο αρχηγός τους θανατώθηκε αφού πρώτα υπέστη αγογγύστως τρομερά βασανιστήρια. Τούτο —σημειώνει ο Ράσσελ—είναι ταυτόχρονα πραγματική ιστορία και παραβολή. Η χορτοφαγία, αυτή η πιο ανώδυνη δοξασία που θα μπορούσε κανείς να φαντασθεί, οδήγησε σε ανείπωτη φρίκη». Η φρίκη έχει εδώ δύο πηγές: 1ον Την βαρβαρότητα της Ιεράς Εξετάσεως η οποία προωθώντας τους πλέον ανεπίληπτους χριστιανικούς σκοπούς επέβαλε με την βία την εξάλειψη αυτής της αθώας καθ’ εαυτήν «αιρέσεως» που δεν έθιγε κανέναν και 2ον Τον φανατισμό των χορτοφάγων οι οποίοι θεωρώντας ότι ο σκοπός (τους) ήταν τόσο υπέροχος ώστε να μπορεί προφανώς να αγιάζει όλα τα μέσα έφταναν ως την ακραία λογική της πίστεως του θυσιάζοντες και θυσιαζόμενοι. Το ιδεολογικό έγκλημα ωστόσο δεν μπορεί να αποδοθεί στην ιδέα διότι αυτή είναι ανενεργός. Οι ιδέες επιδρούν μόνον διότι τις επικαλούνται άνθρωποι. Η ιστορία των ιδεών είναι πάντοτε ιστορία των ερμηνειών τους.

Η καλύτερη άμυνα του φιλελευθερισμού κατά πάσης «μαχόμενης ουτοπίας» και των λεγεώνων που συστρατεύονται για να την επιβάλλουν είναι ακριβώς το νομοκρατικό πλαίσιο που τους προστατεύει όλους —ουτοπιστές και μη— χωρίς να ευνοεί κανέναν εις βάρος άλλου. Έτσι ο κάθε ιδεολόγος, ο κάθε θρησκόληπτος, αιρετικός, χορτοφάγος, φανατικός του γιόγκα, νεορθόδοξος, χιλιαστής, μορμόνος ή κομμουνιστής που προσπαθεί να προσηλυτίσει οπαδούς, εκμεταλλεύεται αρχικώς το φιλελεύθερο πλαίσιο ευελπιστώντας ίσως ότι τελικώς θα το ανατρέψει. Κανείς βέβαια από τους φανατικούς των σκοπών δεν τολμά συνήθως να πει ανοιχτά ότι θα παραβιάσει τους νόμους χρησιμοποιώντας «βία τώρα» για να επιβληθεί εις βάρος άλλων. Όσοι πιστεύουν με συνέπεια σ’ αυτή τη στρατηγική συγκροτούν παράνομες ομάδες και ασκούν κρυφά, ανωνύμως, κριτική δια των όπλων χωρίς να αρκούνται στο δημόσιο, επώνυμο, όπλο της κριτικής. Υπάρχουν ορισμένοι που προωθούν την ιδέα της «βίας κάποτε» (π.χ. δικτατορία του προλεταριάτου). Η στάση αυτή συνήθως δεν διαρκεί διότι οι φορείς τέτοιων τελοκρατικών ιδεολογιών σύντομα παρασύρονται στο παιχνίδι της νόμιμης δράσης και περιορίζουν σιγά-σιγά τα αιτήματα τους στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους και την ψήφιση της απλής αναλογικής. Έτσι, η ουτοπία ως σχέδιο προς εφαρμογήν εκφυλίζεται όταν υποχρεωθεί να βγεί στο φως της ημέρας και να πείσει για την ορθότητα της διότι προσκρούει στον εξής βράχο: Ενώ ο κόσμος είναι κάθε φορά ένας —έστω και αν αλλάζει— οι ατομικοί σκοποί είναι μύριοι και δεν είναι εύκολο να ενταχθούν με τη βία στο ζουρλομανδύα του Ενός Σκοπού που θα αλλάξει τον κόσμο προς Μιά Κατεύθυνση δοσμένη από την Μόνη —Ορθή—Κοσμοθεωρία ή Πίστη.

Εάν κάποιοι ουτοπιστές κατόρθωναν όντως να συγχωνεύσουν επί μονίμου βάσεως τα όνειρα πολλών ανθρώπων σε ένα και μόνο ενιαίο «Μεγάλο Όνειρο» και προσπαθούσαν να το επιβάλουν στους άλλους, αυτοί που θάμεναν απ’ έξω θα συμμαχούσαν εναντίον των ουτοπιστών και θα τους εξουδετέρωναν όχι στο όνομα ενός άλλου «Μεγάλου Ονείρου» αλλά στο όνομα του πλήθους των επιμέρους μικρών δικών τους ονείρων. Η πορεία του φιλελευθερισμού στην Ευρώπη —αλλά σήμερα και σε όλο το κόσμο— αυτήν ακριβώς τη διαδικασία ακολουθεί. Ο σημερινός θρίαμβος του φιλελευθερισμού δεν είναι θρίαμβος μιας Ιδέας αλλά θρίαμβος του δικαιώματος των πληθυντικών εγώ να εκπονούν το καθένα δική του ιδέα εν πλήρη ασφαλεία. Βεβαίως το μέγα πλήθος των μικρών ονείρων και των ατομικών στοχοθεσιών δημιουργεί μιαν εικόνα επιφανειακώς χαοτική που ενοχλούσε βαθύτατα τον Μαρξ αλλά και τον Πλάτωνα. «Προκαλεί αλλεργία στον Πλάτωνα η Πόλις», γράφει παραστατικά ο Ζουράρις στο βιβλίο του «θεοείδεια Παρακατιανή» (σελ. 61). «Η Πόλις με την αγοραία της διαμάχη, με την θρασύτητα του ‘τις αγορεύειν βούλεται’ με τους δισσούς λόγους, την ασεβή της ειρωνεία έναντι πάντων. Η Πόλις των απωθεί, η Καλλίπολις τον εκστασιάζει. Η Καλλίπολις με το εγκεκριμένο Τέλος, με την ομοφωνία του Κοιμητηρίου, με τους εν γνώσει Φύλακες που «καθοδηγούν τη Γνώση και γνωρίζουν την Καθοδήγηση». Το πλήθος των αρνητικών ουτοπιών ή «δυστοπιών» που εμφανίσθηκαν τον 20ό αιώνα από τον «Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο» του Aldous Huxley και το «1984» του George Orwell έως τα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας και τα εφιαλτικά οράματα των Ρώσων αντιφρονούντων είναι ενδεικτικά ωρίμανσης πολιτών που έχουν γίνει λίαν επιφυλακτικοί έναντι των ετοίμων λύσεων τις οποίες τους υπόσχονται αφειδώς οι ποικίλοι ελλαμπόμενοι θιασώτες των Μεγάλων Σκοπών.

Εξαιρετικά χρήσιμη ψυχρολουσία για τους προαγωγούς ποικίλων ουτοπιών είναι μια σειρά συγκεκριμένα ερωτήματα που πρέπει πάντοτε να τους υποβάλει ο στοχαστικός φιλελεύθερος γνωρίζοντας ότι το καλύτερο καταφύγιο του ολοκληρωτισμού είναι η αοριστία και ότι η απαίτηση σαφήνειας και διαφάνειας προσγειώνει αμέσως και απότομα κάθε οραματιστή ομελέτας που ψάχνε να βρει αυγά για σπάσιμο. Πώς θα είναι η κοινωνία που οραματίζεται ο ουτοπιστής; Αγροτική, αστική καταναλωτική, ή κοινωνία λιτότητος και περισυλλογής; Θα υπάρχει ο θεσμός του γάμου και αν ναι υπό ποία μορφή; Τα παιδιά ποιος θα τα φροντίζει; Η ανατροφή τους θα είναι αυστηρή ή χαλαρή; Θα υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία; Θα υπάρξουν ευκαιρίες αναδείξεως για —ενδεχομένως ετερόδοξους— καλλιτέχνες, επιστήμονες, ήρωες, αγίους ή ποιητές; Θα υπάρξουν θρησκείες στον πληθυντικό; Θα μετέχουν οι άνθρωποι στα κοινά και αν ναι πώς; Πώς θα αλλάζουν οι κυβερνήσεις, οι υπάλληλοι, οι διευθυντές των επιχειρήσεων, η μόδα, οι κανόνες κυκλοφορίας των πεζών, τα εκπαιδευτικά συστήματα, οι μέθοδοι καλλιέργειας και η εξωτερική πολιτική; Ποια θα είναι η στάση των αρχών έναντι του ευδαιμονισμού, του θανάτου, της τέχνης και της επιστήμης; Ο κατάλογος είναι απεριόριστος αλλά οι ουτοπιστές —σε αντίθεση με τους φιλελεύθερους που περιορίζουν το κράτος στα απαραίτητα— δεν έχουν δικαίωμα να μην απαντάνε όταν τους ρωτάει κανείς για το κράτος που οραματίζονται ακριβώς διότι ισχυρίζονται ότι όλα τα λύνουν με τη δική τους φόρμουλα. Απαντήσεις του τύπου: «Αυτά είναι λεπτομέρειες που θα τις λύσει το σοσιαλιστικό σύνταγμα» δεν πείθουν. Η συνέπεια του Μουρ ήταν εκπληκτική. Είχε προβλέψει τι θα φοράνε, πότε θα κοιμούνται και τι θα τρώνε οι άνθρωποι. Όποιος ουτοπιστής αφήνει ερωτηματικά ως προς όλες αυτές τις «λεπτομέρειες» είναι ύποπτος ολοκληρωτισμού, διότι ουδείς μπορεί ποτέ να γνωρίζει εκ των προτέρων πώς ο ηγέτης ή η ηγετική ομάδα θα ερμηνεύσουν τη δεδομένη στιγμή την «αποστολή» τους όταν η ουτοπία θα έχει πια γίνει καθεστώς.

Από καθαρώς γνωσιοθεωρητικής απόψεως πάντως όλες οι ουτοπίες προϋποθέτουν ότι: 1ον Σε όλα τα ερωτήματα που θέτουν οι άνθρωποι υπάρχει μια και μόνη, ορθή απάντηση. Όλες οι άλλες είναι εσφαλμένες. 2ον Υπάρχει ένα και μόνο αξιόπιστο μονοπάτι (δύναμη της αφαίρεσης, πίστη στο θείο, ορθή ερμηνεία γραφών, ένστικτο «βασιλικών ανδρών», εφαρμογή της διαλεκτικής μεθόδου) που διασφαλίζει προνομιακή και σίγουρη πρόσβαση σε αυτή την μία και μοναδική αλήθεια. 3ον Οι επιμέρους μεμονωμένες ορθές απαντήσεις σε συγκεκριμένα ερωτήματα οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή της μιας και μόνης ορθής μεθόδου αναζητήσεως της αλήθειας είναι όλες συμβατές μεταξύ τους καθώς εναρμονίζονται σε ένα γενικό, αψόγως διαρθρωμένο σύστημα αλληλοϋποστηριζομένων προτάσεων, μια πυραμίδα, μια τοιχογραφία, μια μεγαλειώδης σύνθεση, ένα παγκόσμιο Σχέδιο που όλα τα χωράει και όλα τα ερμηνεύει. Αν δεν φθάνουμε πάντοτε σε αυτό το αίσιο πέρας αναζητώντας «νόημα» στην ιστορία τούτο οφείλεται —κατά τους απολογητές της ουτοπίας— στο πεπερασμένο των αντιλήψεων μας, το λαθητό μας, την αμαρτωλή μας φύση, το προπατορικό αμάρτημα, την ελλιπή ταξική μας συνειδητότητα, τις γενετικές καταβολές μας, το χαμηλό ιδεολογικό μας επίπεδο, την κακή μας ηγεσία, τον ξένο δάκτυλο, τον εσωτερικό εχθρό, την προδοσία ή —στην Ελλάδα—τις εθνικές μας ατυχίες, την Τουρκοκρατία, και την «ελληνική πραγματικότητα». Η ιδέα ότι η ιστορία δεν έχει σκοπό, ότι τρέχει ακυβέρνητη και δεν ανέχεται χαλινάρι, ότι είναι έκβαση μυριάδων δράσεων και αντιδράσεων και όχι εφαρμογή σχεδίου, προκαλεί στους ουτοπιστές —και όχι μόνο σε αυτούς— μίγμα σκανδαλισμού και τρόμου. Ο φιλελευθερισμός είναι αντιπαθής σε πολύ κόσμο διότι αφαιρεί από το άτομο την παρηγοριά ότι εκτός των πληθυντικών εγώ λειτουργούν εξωατομικές δυνάμεις και «νομοτέλειες» (του Καλού ή του Κακού, αδιάφορο) οι οποίες είναι επιδεκτικές χειραγωγήσεως εάν πληρωθούν ορισμένες προϋποθέσεις, αναπεμφθούν οι αναγκαίες προσευχές, γίνουν οι κατάλληλες κινητοποιήσεις, οργανωθούν οι επιβαλλόμενες ανθρωποθυσίες, σπάσουν τα αυγά που απαιτούνται κάθε φορά για τη συγκεκριμένη ομελέτα και γενικώς συντονισθούν οι δυνάμεις του Καλού ώστε να κατισχύσουν των λοιπών. Η εν τόπω και χρόνω επιδίωξη της ουτοπίας από τους αποφασισμένους και αδίστακτους φορείς της δεν είναι ευχολόγιο, είναι αγώνας αδυσώπητος, σκληρός, συχνά πολύνεκρος στον οποίο μετέχουν άτομα γοητευμένα από το συλλογικό όραμα ενός «λαμπρού προορισμού» εγγυημένου από το Θεό, την Ιστορία, τη Φύση, την Επιστήμη ή συνδυασμό των ανωτέρω.

Η τυραννία των συνόλων

Οι αντιφιλελεύθερες ιδεολογίες που βασίζονται στο πρωτείο κάποιου συνόλου (Κοινότητας, «Πόλης», Λαού, Έθνους, Φυλής, Προλεταριάτου) έχουν ως κοινό τους χαρακτηριστικό τον ονειδισμό και τους διωγμούς εκείνων των ατόμων που ενώ «θάπρεπε» να συμμερίζονται τους σκοπούς του συνόλου, επιμένουν να μη το κάνουν. Για τον Μαρξ, οι εργάτες που απέρριπταν τις θεωρίες του συνιστούσαν «κουρελοπρολεταριάτο». Ο Χίτλερ έλεγε: «Ό,τι είναι γερμανικό… είναι απλώς φυσικό». Οι αντιχιτλερικοί Γερμανοί αντιπροσώπευαν το αφύσικο, το εξοβελιστέο. Οι φασίστες προσκυνούσαν κυρίως το Κράτος το οποίο, ως είχε διακηρύξει ο Hegel, ήταν ένα πρόσωπο που έπρεπε να νοείται όχι ως μέσο αλλά ως σκοπός και να απολαύει δικαιωμάτων τα οποία δεν είχε κανένα άτομο, ακριβώς διότι το Κράτος «υλοποιεί την ηθική ιδέα». Η υπερουσιότης του συνόλου καθαγιάζει έτσι τις πιο βίαιες πράξεις και ευνοεί την ανάδειξη «χαρισματικών» ηγετών που δεν δεσμεύονται από κανένα νόμο. Ο κίνδυνος να ξεχαστεί το άτομο ελλοχεύει παντού. Ακόμη και η γλώσσα διατηρεί κατάλοιπα ανθρωπομορφισμού, της τάσης δηλαδή των πρωτογόνων να επενδύουν με γνωρίσματα προσωπικότητας, όχι μόνον σύνολα αλλά και τη φύση. Σήμερα, βέβαια, έχουμε σαφώς την αίσθηση της ποιητικής μεταφοράς όταν διαβάζουμε το στίχο «ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος τα δυο βουνά μαλώνουν» αλλά τινές εξ’ ημών λέμε πολύ σοβαρά ότι «η Πατρίς ευγνωμονεί» ή «η εργατική τάξη δεν θα ανεχθεί» ή ότι «η Αλλαγή επιβάλλει». Είναι έτσι μικρό το βήμα που πρέπει να διανυθεί ώσπου να φτάσει κανείς στο μαρξιστικό ιδεολόγημα της «ψευδούς συνείδησης» των εργατών που δεν θέλουν αυτό που πρέπει να θέλουν, του λαού που ψήφισε κατά των «πραγματικών λαϊκών συμφερόντων», των Ελλήνων που δρουν «ανθελληνικώς». Οι πειρασμοί του «εκσυνολισμού» ελλοχεύουν σε κάθε βήμα.

Μιλάμε έτσι συχνά συντομογραφικώς για μια θρησκεία, μια ηθική, μια τέχνη, ένα είδος, ένα στύλ, μια τάξη, ένα επάγγελμα ή ακόμη και για «έναν» πολιτισμό, λησμονώντας ότι πρόκειται απλώς για βολικές αφαιρέσεις. Η «κοινωνία» δεν οφείλει «να ενδιαφερθεί για το περιβάλλον» διότι δεν υπάρχει ως βουλευόμενο πρόσωπο, έστω δημοσίου δικαίου, όπως μια εταιρία ή μια τράπεζα. Η γραφειοκρατία, η γενιά του ’30, το διπλωματικό σώμα δεν είναι σύνολα με ίδιους σκοπούς και βλέψεις αλλά αθροίσματα αυτονόμων ατόμων που μπορεί ή όχι να έχουν ορισμένα κοινά μεταξύ τους. Η άποψη ότι όσοι μετέχουν ως μονάδες σε ένα τέτοιο σύνολο θα δράσουν παντού και πάντοτε συμβατικά κατά το «σχήμα» τους ως οιονεί κύτταρα ενός ενιαίου οργανισμού και όχι ως άτομα με τη δική του το καθένα μοναδική σύνθεση πεποιθήσεων, επιδιώξεων και παρορμήσεων είναι αδικαίωτη. Τούτο δεν σημαίνει ότι κάθε κατηγοριοποίηση είναι αθέμιτη αλλά μόνον ότι οι κατηγορίες δεν έχουν ίδιαν υπόσταση. Είναι αθροίσματα ατόμων όχι βουλευόμενα μεγάλα πρόσωπα. Ο μεγάλος κίνδυνος προκύπτει όταν αρχίσει η απόδοση ευθυνών σε ανύπαρκτα σύνολα («φταίει το σύστημα, ο ιμπεριαλισμός, το κατεστημένο, η άρχουσα τάξη»), τη στιγμή που φταίνε συγκεκριμένα άτομα ή και κανένας διότι δεν υπάρχει καν αδίκημα αλλά μόνο —ίσως— ατυχία.

Πολύ συχνά τα σύνολα με τα οποία απασχολούνται κατ’ επάγγελμα οι κοινωνιολόγοι (με τα άτομα ασχολούνται οι ψυχολόγοι) δεν μοιάζουν να απαρτίζονται από δρώντες ανθρώπους που παίρνουν αποφάσεις αλλά από ποσοτοποιημένες ομαδοποιήσεις που εκφράζονται αριθμητικώς ως ηλικιακή ή εισοδηματική κατανομή, τάσεις καταναλώσεως, γεννητικότης, γαμηλιότης, γονιμότης, θνησιμότης, θνητότης, νοσηρότης, ανεργία, προσδόκιμον επιβιώσεως κ.ά. Η τρέχουσα εργασία πολλών κοινωνιολόγων είναι να εξηγούν το ένα σύνολο δια του άλλου ή δια ποικίλων συνδυασμών μεταξύ τους, οπότε μετρώντας όλο και πιο περίτεχνα όλο και πιο αφηρημένες οντότητες προσπαθούν να προβλέψουν τι θα συνέβαινε εάν άλλαζαν οι συσχετισμοί των διαφόρων «μεταβλητών». Υπό τον όρο ότι τα σύνολα δεν υποστασιοποιούνται, πρόκειται για χρησιμότατη δουλειά η οποία αποτυπώνοντας τι όντως συμβαίνει επιτρέπει ενίοτε ορισμένες προσεκτικές γενικεύσεις και ακόμη προσεκτικότερες προβλέψεις. Οι προβληματισμένοι ερευνητές οι οποίοι δεν μεγαλοφρονούν και γνωρίζουν τους εγγενείς περιορισμούς που θέτει το αντικείμενο του επιστητού τους (όπως στην Ελλάδα ο Τσουκαλάς και ο Καραποστόλης), επιστήμονες δηλαδή που δεν παραδίδονται ποτέ άνευ όρων στους αριθμούς, δεν ξεχνούν ότι το αντικείμενο τους είναι άνθρωποι συχνά απρόβλεπτοι, πάντοτε αυτόβουλοι, και φροντίζουν πάντοτε να τονίζουν το ερμηνευτικό υποκειμενικό στοιχείο στα συμπεράσματα τους, προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες ακριβώς διότι διαλύουν μύθους και λειτουργούν συχνά εικονοκλαστικώς. Ο κίνδυνος αρχίζει να προκύπτει με τις υποστασιοποιήσεις των δογματικών συνολοκεντρικών θεωριών που εξηγούν τα παρελθόντα, προλέγουν τα μέλλοντα και επιτάσσουν τα δέοντα.

Υπάρχει ωστόσο μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ των τελοκρατών της σκέψης και των τελοκρατών της δράσης. Ο κοινωνιολογικός ντετερμινισμός, τον οποίο «ουκ εά καθεύδειν το των φυσικών επιστημών τρόπαιον», αναζητεί «κοινωνικά αίτια» στα «κοινωνικά φαινόμενα» αλλά δεν επιβάλλει το δέον γενέσθαι. Απλώς, το επίθετο «κοινωνικό» νοείται εδώ ως περιγραφικό κάποιας νομοτέλειας την οποία «η Κοινωνία» (υποστασιοποιημένη με κεφαλαίο Κ) θεωρείται ότι «επιβάλλει». Πολλοί σύγχρονοι κοινωνιολόγοι μιλούν άλλωστε για επιστήμες του ανθρώπου και όχι πλέον για κοινωνικές επιστήμες», εγκαταλείποντας τον ασαφή όρο της «κοινωνιολογίας» που επινόησε ο Auguste Comte τον 19ο αιώνα θέλοντας να εγκαινιάσει μια «επιστήμη της κοινωνίας». Το πρόβλημα είναι ότι όπως οι Θεός των Ιουδαίων έτσι και τα διάφορα σύνολα των τελοκρατών και των κοινωνιολόγων δεν ομιλούν ποτέ απευθείας αλλά πάντοτε μέσω ερμηνευτών και ιερατείων για να καταστήσουν γνωστές τις επιθυμίες και θελήσεις τους, συχνά στην προστακτική. Οι φιλόσοφοι της μυρμηκοφωλιάς, όπως τους αποκαλούσε ο Μπερξόν, απαιτούν υπακοή. Τούτο αποτίει έμμεσο φόρο τιμής στα πληθυντικά εγώ που συγκροτούν τα σύνολα. Εάν οι άνθρωποι ήσαν προβλεπτοί δεν θα χρειάζονταν εντολές όπως δεν τις χρειάζονται τα μυρμήγκια. Επειδή συμβαίνει να είναι ελεύθεροι, δηλαδή απρόβλεπτοι, δημιουργούν προβλήματα διακυβερνήσεως στους τελοκράτες πολιτικούς και προβλήματα ερμηνείας των πράξεων τους (και ει δυνατόν προβλέψεως της συμπεριφοράς τους) στους διανοούμενους που επιμένουν ότι υπάρχουν «νομοτέλειες», στην εξέλιξη των κοινωνιών. Ο Μαρξ ισχυρίστηκε ότι οι συνθήκες διαβίωσης καθορίζουν τη σκέψη αλλά βρέθηκε έτσι σε πολύ δύσκολη θέση να ερμηνεύσει το ρόλο των διανοουμένων στην επανάσταση. Στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» αναφέρει ότι «ένα κομμάτι της αστικής τάξης προσχωρεί στο προλεταριάτο, ιδίως οι διανοούμενοι οι οποίοι ανέβασαν τον προβληματισμό τους ως το σημείο να κατανοήσουν θεωρητικώς το ιστορικό κίνημα στο σύνολο του». Ιδού λοιπόν μια μεγάλη, μια πελώρια εξαίρεση: Οι διανοούμενοι δεν γίνονται κομμουνιστές λόγω ταξικής προέλευσης αλλά διότι προσχωρούν σε αρχές και πείθονται από αυτές. Η σκέψη υπερβαίνει έτσι τις συνθήκες διαβίωσης. Εφόσον όμως τούτο είναι δυνατόν, όλα επιτρέπονται: ακόμη και να παρακινηθούν οι διανοούμενοι από εγωισμό ή εξουσιολατρεία. Ο ίδιος ο Μαρξ κατήγγειλε τον Γερμανό σοσιαλιστή ηγέτη Lassalle ότι ήθελε να γίνει «ο μελλοντικός δικτάτορας των εργατών».

Ο μαρξιστής του πανεπιστημίου δεν διέπεται από τέτοιες ιδέες μεγαλείου. Αυτός συγκρατεί από τον Μαρξ το «νομοτελειακό» πλαίσιο και ξεκινά από την αφετηρία ότι αν μελετήσει τα πράγματα βαθιά μπορεί με τη δημιουργική εφαρμογή του διαλεκτικού υλισμού να καταλάβει το νόημα του «έργου» που παίζουν οι άνθρωποι-ηθοποιοί στην κοινωνική σκηνή. Αυτός έχει συλλάβει τους ρόλους, έχει διίδει την εξέλιξη, έχει προβλέψει την έκβαση. Το γεγονός ότι την παράσταση κλέβουν οι απλοί άνθρωποι οι οποίοι λένε κατά κανόνα τα δικά τους λόγια, αγνοούν κάθε υποβολέα και δρουν χωρίς σκηνοθέτη, δεν τον συνετίζει. Όταν το έργο αλλάξει ξαφνικά φορά, νόημα και εξέλιξη, ο δογματίζων κοινωνικός επιστήμων ξαναρχίζει απτόητος από την αρχή. Ορισμένοι μαρξιστές διανοούμενοι της ΕΑΡ, έχοντας περάσει μια ζωή με την προσδοκία της «νομοτελειακής κατάρρευσης του καπιταλισμού», ανεκάλυψαν και διεκήρυξαν το τελευταίο δεκαήμερο του Αυγούστου του 1991 ότι «νομοτελειακή» ήταν η κατάρρευση του κομμουνισμού. Η διαφορά του από τον τελοκράτη πολιτικό είναι ότι ο διανοούμενος δεν θεωρεί κατ’ ανάγκην ότι πρέπει να συμμετάσχει στη συγγραφή του έργου και να απονείμει «ποιητική δικαιοσύνη» με επιβράβευση της αρετής και κολασμό της κακίας στην τελευταία πράξη. Απλώς πιστεύει και αυτός στην ύπαρξη κάποιου σχεδίου, κάποιου δοσμένου σεναρίου που είναι εξωγενές ως προς τους ηθοποιούς. Κοινό σημείο, πάντως, όλων των «συνολοπαρμένων» είναι ότι αγνοούν το άτομο το οποίο δεν είναι βέβαια κανένα αυτιστικό παιδί που ζει για τον εαυτό του αλλά επικοινωνεί συνεχώς με τους ομοίους του και δεν παύει να αιφνιδιάζει όσους το νοούν ως ένα καλοκουρδισμένο ανδράποδο.

Η επίδραση της φυσικής με τους «νόμους» της είναι συχνά ολοφάνερη στα γραφτά των κοινωνικών επιστημόνων που λαχταρούν να ανακαλύψουν «αντικειμενικές» κανονικότητες στα ανθρώπινα σύνολα και να προβούν σε αξιόπιστες, δηλαδή επαληθεύσιμες, προβλέψεις. Η προσπάθεια είναι ωστόσο εκ προοιμίου καταδικασμένη διότι στις φυσικές επιστήμες —κατά την εύστοχη παρατήρηση του Habermas— ισχύει ο μονόλογος. Το φυσικό αντικείμενο είναι σιωπηλό, δεν αμφισβητεί το πρότυπο που προτείνει ο επιστήμων, δεν επικαλείται την ομοιότητα του με αυτόν για να του αρνηθεί την προνομιούχο θέση του παρατηρητή και γενικώς συμπεριφέρεται υπάκουα ως καλοαναθρεμμένο αδρανές αντικείμενο που δεν αντιμιλεί στους μεγαλύτερους του. Τούτο βέβαια δεν συμβαίνει με το υλικό της κοινωνιολογίας. Πολλοί προσπάθησαν να μετατρέψουν τα πληθυντικά εγώ σε πειθήνια αντικείμενα διεπόμενα από εξωανθρώπινους «νόμους» ή έστω «κανονικότητες». Ουδείς το επέτυχε. Για το λόγο αυτό οι στοχαστικότεροι μελετητές των ανθρωπίνων πράξεων οι οποίες είναι προϊόντα αποφάσεων που διέπονται από προτιμήσεις έχουν παύσει να προλέγουν προσπαθώντας απλώς να καταλάβουν. Ως κύριο νοητικό εργαλείο δεν χρησιμοποιούν πια ούτε το «νόμο» ούτε τις «δομές» αλλά το κατ’ εξοχήν ανθρώπινο «νόημα» που δεν έχει αντίστοιχο του στη φύση. Όπως διαπιστώνει ο Β. Καραποστόλης «… παρά τις διαφορές τους ως προς το τι είναι αιτία και τι αποτέλεσμα στα κοινωνικά φαινόμενα, μαρξιστικές, εθνοκεντρικές ή νεώτερες λειτουργιστικές μελέτες, κατά κανόνα αγνόησαν τις σημασίες…)). Εξηγώντας δε τον μηχανισμό υποστασιοποίησης των συνόλων προσθέτει: «Σε αρκετούς φάνηκε πως η μόνη διέξοδος ήταν η ακόμη πιο στενή προσκόλληση στην Κοινωνία, την Ιστορία, το Έθνος, την Ανατολή ή τη Δύση, σε αυτές τις έννοιες με κεφαλαία που προδιαγράφουν τη δράση και επιβάλλουν στα πράγματα τη συνοχή που τους λείπει» («Προς το Παρόν», σελ. 105-106). Η στροφή αυτή προς το νόημα των ανθρωπίνων συμπεριφορών απαιτεί βέβαια δεξιότητες που σχετίζονται περισσότερο με την κρίση, την παιδεία στην αρχαία της έννοια, και λιγότερο με τα μαθηματικά. Με βάση τις στατιστικές μεθόδους και τις δημοσκοπήσεις εκείνων που ισχυρίζονται ότι «μετράει μόνον ό,τι μετριέται» θα είχαν οπωσδήποτε περάσει απαρατήρητοι οι πρώτοι χριστιανοί, οι πρώτοι εθνικοσοσιαλιστές, οι πρόδρομοι της Αναγεννήσεως και στη χώρα μας οι πρόδρομοι της Επαναστάσεως τού ’21. Τίποτε το πραγματικά νέο και ρηξικέλευθο δεν ξεκινάει ποτέ ως μεγάλος αριθμός, μεγάλο κίνημα σαρωτική πλημμυρίδα και καμία a priori θεωρία δεν επιτρέπει να διακρίνει κανείς κατά τρόπο άσφαλτο ποια ιδέα θα λειτουργήσει ως αίτιο, ποιο κίνημα είναι ξεκίνημα. Είναι ευτύχημα ότι οι σύγχρονοι μελετητές των πληθυντικών εγώ αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι το καθένα από αυτά είναι «της οικείας γνώμης αυτοκράτωρ» κατά την έκφραση του Θουκυδίδη και ότι δεν διέπονται από καμία «γενική βούληση», αυτό το ιδεολόγημα του Ρουσσώ που τροφοδότησε όλους τους ολοκληρωτισμούς.

Ρουσσώ: Η καταβολή του ολοκληρωτισμού

Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ (1712-1778) υπήρξε πολύτροπο άτομο. Το μυθιστόρημα του «La nouvelle Heloise» (1761) θεωρείται ως το ξεκίνημα του ρομαντισμού. Ο ίδιος έγραψε μιαν αυτοβιογραφία («Εξομολογήσεις»), ασχολήθηκε με θέματα παιδείας («Αιμίλιος ή περί αγωγής»), εφεύρε ένα νέο σύστημα καταγραφής της μουσικής συνέθεσε μια όπερα που είχε επιτυχία και ασχολήθηκε με την πολιτική επιστήμη («Κοινωνικό Συμβόλαιο»). Η ζωή του υπήρξε ακατάστατη. Ζούσε εις βάρος φίλων, τους οποίους καθύβριζε. Συζούσε επί 30 χρόνια με μιαν αγράμματη υπηρέτρια και υπήρξε πατέρας πέντε παιδιών τα οποία έδινε την επομένη της γεννήσεως τους στο ορφανοτροφείο. Όταν απέκτησε φήμη έγινε ματαιόδοξος και δυσανεκτικός. Επεδίωξε αναγνώριση και υποστήριξη από τη Γαλλική αριστοκρατία την οποία δεν έπαυσε να στιγματίζει. Οι πολιτικές του ιδέες επηρέασαν και επηρεάζουν ακόμη δύο αιώνες τώρα τους ανθρώπους της δράσεως διότι πρόβαλε ένα πρότυπο τελοκρατικής κοινωνίας παγκόσμιας εμβέλειας και δια πάσαν χρήσιν. Ο Ρουσσώ δεν ενέπνευσε μόνο τον Ροβεσπιέρο (ο οποίος επιτέλους τον επεκαλείτο ρητώς σε κάθε ενέργεια του και τον ελάτρευε ως ενσαρκωτή της αρετής και της σοφίας), αλλά εμμέσως και όλους τους ολοκληρωτικούς του 20ού αιώνα. Ο François Mauriac έλεγε για την επιρροή των ιδεών του Ρουσσώ τον 20ό αιώνα ότι «χρειάστηκε ενάμισυς αιώνας για να δράσει το δηλητήριο του». Ο Βολταίρος τον αποκαλούσε «τέρας ματαιοδοξίας και μικροπρέπειας» ενώ ο Diderot που ξεκίνησε φίλος του δεν άργησε και αυτός να στραφεί εναντίον του όπως οι περισσότεροι Γάλλοι Εγκυκλοπαιδιστές. Ιδιαιτέρως επιθετικός υπήρξε ο Ρουσσώ στην πολεμική του κατά του αγγλικού φιλελευθερισμού.

Ο John Locke διεκήρυξε ότι τα άτομα ξέρουν τι θέλουν και ασκούν τα φυσικά τους δικαιώματα κατά το δικό τους δοκούν υπό την προστασία ενός αμερόληπτου κράτους-διαιτητή. Το άτομο του Locke είναι έτσι πηγή αυτονομίας και δημιουργικότητας. Λάθος, ενίσταται ο Ρουσσώ. Το άτομο αυτό είναι διχασμένο, συγκρίνει διαρκώς τον εαυτό του με τους άλλους στην κοινωνία και υποφέρει λόγω των ανισοτήτων που βιώνει. Τα δικαιώματα του πολίτη είναι, στην ουσία, τα δικαιώματα του αστού, του ιδιοκτήτη. Πηγή παντός δεινού είναι «οι πλούσιοι». Ο Ρουσσώ δέχεται την άποψη του Locke ότι η εργασία γεννά ιδιοκτησία αλλά αμφισβητεί ότι γεννά δικαιώματα ιδιοκτησίας. «Το δικαίωμα του πρώτου κατόχου —γράφει— δεν παγιώνεται ως αληθινό δικαίωμα παρά μόνον μετά την αναγνώριση του δικαιώματος ιδιοκτησίας» («Κοινωνικό Συμβόλαιο», τόμος Ι,σελ. 9). Όταν οι άνθρωποι γίνουν ιδιοκτήτες είτε ως πρώτοι κάτοχοι είτε με τη στρατιωτική βία, οι εξ αυτών πλούσιοι υιοθετούν τότε θεωρίες τύπου Locke για να νομιμοποιήσουν αυτά που κατέκτησαν και φτιάχνουν πολιτεύματα που προστατεύουν τις περιουσίες όλων (δηλαδή τις δικές τους διότι οι άλλοι δεν έχουν) με την έγκριση όλων (δηλαδή κυρίως των φτωχών που είναι και οι περισσότεροι). Εφόσον λοιπόν η ιδιοκτησία δεν είναι φυσικό αλλά δοτό —από το κράτος— δικαίωμα δεν υπάρχει καμία ανάγκη να εκπονηθεί το «δίκαιο της ανισότητος» που προωθούν οι Άγγλοι φιλελεύθεροι. Εφόσον το δίκαιο δεν κατάγεται από τη φύση, οι άνθρωποι που το φιλοτεχνούν οφείλουν να το εξανθρωπίσουν και να το προσαρμόσουν στην ανάγκη εξισώσεως των ανθρώπων. Στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει μιαν έμπρακτη «ουσιαστική ισότητα» ως συμπλήρωμα της προσωπικής ελευθερίας, ο Ρουσσώ οραματίζεται ένα κράτος νομικώς παντοδύναμο και ηθικώς πανάγαθο το οποίο θα ρυθμίζει το περιεχόμενο και την έκταση της ιδιοκτησίας με βάση την αρχή ότι «οι καρποί ανήκουν σε όλους και η γη σε κανέναν». Ωστόσο, ο Ρουσσώ είναι αντιφατικός διότι εναντιώνεται μεν στον πλούτο αλλά όχι σε αυτήν καθεαυτήν την ιδιοκτησία την οποία μάλιστα φτάνει και να χαρακτηρίζει ως «ιερή». Το ιδεώδες του μοιάζει να είναι η μικρή ιδιοκτησία, μοιρασμένη εξίσου σε όλους, για να λείψει ο φθόνος έτσι ώστε κανένας πολίτης να μην είναι τόσο πλούσιος ώστε να μπορεί να αγοράσει άλλον και κανένας τόσο φτωχός ώστε να υποχρεωθεί να πουληθεί σε άλλον.

Για όλους αυτούς τους λόγους το θεωρούμενο ως πιο ελεύθερο καθεστώς της Αγγλίας δεν διέφερε —κατά τον Ρουσσώ— ουσιωδώς από τον δεσποτισμό της γαλλικής μοναρχίας ως προς την καλλιέργεια της απληστίας. Σε αμφότερες τις χώρες αναδεικνύεται ο αστός ο οποίος στην Αγγλία έχει κερδίσει ορισμένα προνόμια έναντι της εστεμμένης κεφαλής της πολιτείας ενώ στη Γαλλία αρκείται να συσσωρεύει χρήμα χωρίς να επιδιώκει να μετέχει της πολιτικής ή να ελέγχει τον μονάρχη. Δεν πρέπει λοιπόν να αναμένεται τίποτε από την πλευρά των ιδιοκτητών-αστών. Αυτό που χρειάζεται είναι να σφυρηλατηθεί η ενότητα του λαού και να θεμελιωθεί η πολιτεία σε αρχές πολύ πιο οικουμενικές και πιο γνήσιες από ό,τι μπορούν ποτέ να είναι τα «φυσικά δικαιώματα». «Εκείνοι που θέλουν να πραγματεύονται χωριστά την πολιτική και την ηθική δεν καταλαβαίνουν τίποτα από καμία», σημειώνει ο Ρουσσώ στον «Αιμίλιο» (Τόμος II, σελ. 20). Το θέμα δεν είναι να διαχωρίζει κανείς την ηθική από την πολιτική, την πολιτεία από την κοινωνία των πολιτών και το κράτος από τα άτομα, αλλά να συγχωνεύσει ηθική, πολιτική, άτομα και κράτος σε μιαν οργανική ενότητα όπου τα όργανα της εξουσίας δεν θα είναι πια διακριτά και δεν θα αντιπαρατίθενται στον πολίτη. Το απόλυτο κράτος είναι η τέλεια εκείνη πολιτεία όπου διαλύεται ο δυϊσμός δικαίου και ηθικής και οι σχέσεις των ανθρώπων διέπονται από φιλαλληλία και διαφάνεια. Ενώ δηλαδή για τον Hobbes και τον Locke τα άτομα ασκούν απόλυτη κυριαρχία στον ολοένα διευρυνόμενο ιδιωτικό —αλλά περιχαρακωμένο και προστατευμένο— χώρο που τους αναγνωρίζει η πολιτεία, για τον Ρουσσώ τα άτομα συνενώνουν, συγχωνεύουν τις ιδιωτικές τους σφαίρες και γίνονται κυρίαρχα ως σύνολο επί της πολιτείας εν γένει. Ο Ρουσσώ αντικαθιστά την απολυταρχία του Γάλλου εστεμμένου με την απόλυτη κυριαρχία του λαού, νοουμένου ως μεγάλου προσώπου, ενσάρκωση πάσης αρετής και σοφίας. Η σύγχρονη θεοποίηση του «λαού» έλκει την καταγωγή της από τον Ρουσσώ.

Οι πολιτικές διαφορές στην Ευρώπη του17ου και 18ου αιώνα διαγράφονται λοιπόν περίπου ως εξής: Ο απολυταρχισμός των ελέω Θεού βασιλέων, ως εκφραζόταν από τους τσάρους, τους Λουδοβίκους και τους μικρότερης εμβέλειας μιμητές τους, πίστευε στην διακυβέρνηση με το κνούτο —εφόσον χρειαζόταν— θεωρώντας την ανθρώπινη φύση εγγενώς δυσήνια και τα άτομα αφερέγγυα αλλά χειραγωγήσιμα με την πονηριά ή με τη βία. Η αγγλική φιλελεύθερη σχολή που ξεκινά με τον Locke επιδιώκει ουδέτερο κράτος στην υπηρεσία της κοινωνίας των πολιτών. Οι πολίτες νοούνται εδώ ως εχέφρονα γενικώς και αυτόνομα άτομα που γνωρίζουν να δρουν επωφελώς για τον εαυτό τους —και κατ’ επέκτασιν για το σύνολο— ελέγχουν το Κράτος, διεκδικούν και επιβάλλουν ισονομία, τάξη, ασφάλεια και σεβασμό της ελευθερίας των συμβάσεων. Ο Ρουσσώ διαφορίζεται από αμφότερες τις αντιλήψεις. Καταδικάζει την απολυταρχία διότι υποδουλώνει τα άτομα και τον αγγλικό φιλελευθερισμό διότι τα εξαχρειώνει. Μια κοινωνία ανεξαρτήτων ιδιοκτητών και εμπόρων τον εξοργίζει διότι διαπιστώνει σε αυτήν φθόνο, συγκρούσεις, εγωπάθεια (amour-propre), μίσος, ανταγωνισμό και γενικευμένη δυστυχία λόγω κυρίως των ανισοτήτων που γεννά η επιχειρηματική ασυδοσία και ο γρήγορος πλουτισμός ορισμένων. Το ζητούμενο για τον Ρουσσώ είναι η εφαρμογή στη σύγχρονη κοινωνία του αριστοτέλειου ιδανικού της ολόψυχης συμμετοχής του ανθρώπου, ως «πολιτικού ζώου», στα κοινά, με επικράτηση της πολιτικής αρετής.

Ο Ρουσσώ δεν σταματά να υμνεί την αρχαία Σπάρτη —όχι φυσικά την εμποροκρατούμενη και διεφθαρμένη Αθήνα. Τον ίδιο θαυμασμό έδειξαν και οι οπαδοί του, Ροβεσπιέρος και Σαιν-Ζυστ, γοητευθέντες από την ιδέα ενός κράτους πειθαρχημένου που δεν αφήνει περιθώρια σε αποκλίσεις, παρεκκλίσεις και ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Ο Ρουσσώ εξαίρει τους ήρωες του Πλουτάρχου οι οποίοι είναι αξιομίμητοι διότι συγχωνεύουν το εγώ τους με την πόλη κάνοντας αυτό που πρέπει ενώ οι σύγχρονοι αστοί κάνουν απλώς αυτό που τους συμφέρει. Αναβιώνει έτσι στην Ευρώπη του 18ου αιώνα η Στωϊκή φιλοσοφία ότι ελεύθερος είναι αυτός που κάνει το σωστό όχι αυτός που ενεργεί ανεμπόδιστα κατά το δικό του δοκούν όπως διεκήρυξε ο Locke. Η αρετή είναι γνώση — οι κακίες οφείλονται σε άγνοια. Ηθική, λογική, ελευθερία ταυτίζονται. Ο Ρουσσώ δεν συμμεριζόταν καθόλου τις ευαισθησίες του Hobbes και τους φόβους του για τον πόλεμο όλων εναντίον όλων σε περίπτωση κατάρρευσης αυτής της θαυμαστής ενότητος. «Η Ελλάδα —γράφει— ανθούσε άλλοτε μέσα σε σκληρότατους πολέμους. Το αίμα έτρεχε κρουνηδόν και η χώρα καλυπτόταν από πτώματα. Λίγη αναστάτωση κινητοποιεί τις ψυχές. Αυτό που παρακινεί το ανθρώπινο γένος προς την πρόοδο δεν είναι η ειρήνη αλλά η ελευθερία». («Κοινωνικό Συμβόλαιο», τόμος III, σελ. 9).

Η στωικής εμπνεύσεως φιλοσοφία του Ρουσσώ που νοεί την ελευθερία ως αυτοπειθαρχία κηρύσσει —κατά λογική συνέπεια— την ανάγκη χειραγώγησης της «ζωώδους φύσεως» του ανθρώπου από το ανώτερο, εξευγενισμένο τμήμα της ψυχής. Στο πολιτειακό επίπεδο η άποψη αυτή επιβάλλει την ηθικοποίηση του ανθρώπου όχι απλώς ως ευκταίο σκοπό αλλά ως προϋπόθεση συγκροτήσεως της πολιτείας. Ξεκινώντας από αυτή την αφετηρία δεν απαιτείται παρά ένα μικρό βηματάκι για να υποστηρίξει ο σοφός και ενάρετος στοχαστής ότι όσοι επιμένουν στη ζωώδη τους φύση αρνούμενοι να την τιθασσεύσουν, όσοι υποτροπιάζουν στην «παρά λόγον» συμπεριφορά τους και θέτουν έτσι σε κίνδυνο το σύνολο πρέπει να υποχρεωθούν να συμμορφωθούν προς τις δεοντικές επιταγές που επιβάλλει η λογική, εν ανάγκη και με τη βία. Για τον Ρουσσώ σημασία έχει να κάνουν οι άνθρωποι αυτό που πρέπει είτε το θέλουν είτε όχι. Στόχος του είναι η κατάκτηση της αρετής έτσι ώστε να νοιώσουν όλοι για το πολιτειακό σύνολο το «εξαίσιο εκείνο αίσθημα που ο καθένας τρέφει για τον εαυτό του». Στη σκέψη του Ρουσσώ η κοινωνία ταυτίζεται με την πολιτεία και την εξευγενισμένη ανθρώπινη φύση. Στο πρακτικό ωστόσο επίπεδο υπάρχουν προβλήματα διότι οι άνθρωποι είναι δυστυχώς διεφθαρμένοι. Τούτο δεν συνέβαινε πάντα. Υπήρχε, κατά τον Ρουσσώ, μια εποχή όταν ο άνθρωπος ζούσε μόνος του ή έστω με τους δικούς του αλλά πάντως εκτός κοινωνίας στη «φυσική κατάσταση» (η έννοια στα γραφτά του Ρουσσώ είναι εξίσου ομιχλώδης και ανιστορική όπως και στα κείμενα του Hobbes και του Locke). Σε αυτήν την «χρυσή εποχή» μιας παραδεισένιας αθωότητας το άτομο δεν είχε ακόμη προλάβει να διαφθαρεί. Ήταν μια ύπαρξη μοναχική, μια φύση αγαθή και ευτυχής, που δεν είχε ωστόσο συνείδηση της ευτυχίας της, ένα ον καλό, μακάριο, αδιάφορο, που ζεί εν ειρήνη με τον εαυτό του και δεν επιβουλευόταν κανέναν. Επρόκειτο για -έναν «ευγενή άγριο».

Οι χριστιανικές καταβολές στη σκέψη του Ρουσσώ, εχθρού πάσης θρησκείας, φαίνονται από την οιονεί βιβλική εισαγωγική του πρόταση στο «Κοινωτικό Συμβόλαιο»: «Ο άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος. Ωστόσο, παντού σήμερα είναι αλυσσοδεμένος». Η «Πτώση» κατά τον Ρουσσώ, από αυτήν την κατάσταση αρχεγόνου χάριτος οφείλεται στο γεγονός ότι πολύ σύντομα εγκαταστάθηκαν θεσμοί οι οποίοι διέφθειραν τους ανθρώπους. Ο ίδιος δεν εξηγεί βεβαίως πως συνέβη ορισμένοι από τους πρώτους εκείνους «ευγενείς» αγρίους να αυτοδιαφθαρούν, να φιλοτεχνήσουν υποδουλωτικούς θεσμούς και να καθυποτάξουν μέσω αυτών τους συνανθρώπους τους. Αρκείται απλώς στη διαπίστωση ότι στις ανθρώπινες κοινωνίες καλλιεργήθηκε έκτοτε η εχθρότητα, η απληστία και ο φθόνος ενώ σε σπάνιες φωτεινές στιγμές όπως στην αρχαία Σπάρτη η ανθρωπότητα ξανάβρισκε, έστω και για λίγο, τον πραγματικό της εαυτό. Ωστόσο, τονίζει, κάθε ελπίδα δεν έχει ακόμη χαθεί οριστικώς. Στην κοσμική αυτή θρησκεία του Ρουσσώ υπάρχει οδός σωτηρίας.

Για να ξαναβρεί ο άνθρωπος τη χαμένη του ανθρωπιά θα πρέπει να επινοηθεί ένα καθεστώς που να πλησιάζει όσο το δυνατόν την κατάσταση αρχικής ευδαιμονίας όπου ο άνθρωπος ήταν ακόμη συμφιλιωμένος με τον εαυτό του και με τους άλλους πριν δηλαδή οι θεσμοί τον καταστήσουν άπληστο, άρπαγα και επιθετικό. Τούτο δεν θα συμβεί με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος αλλά με κοινή συμφωνία μέσω ενός Κοινωνικού Συμβολαίου που θα συνάψουν μεταξύ τους οι άνθρωποι για να ελευθερωθούν από τυραννικές κυβερνήσεις και φθοροποιούς θεσμούς, για να κυβερνηθούν με άριστους νόμους βασισμένους στη λογική και την αρετή (οι οποίες ταυτίζονται). Η εξεργασία αυτή περιέχει ωστόσο αντιφατικά στοιχεία, καθότι η πράξη συνεταιρισμού (acte d’ association) με την οποία τα άτομα ιδρύουν την πολιτεία είναι οπωσδήποτε πράξη, δηλαδή προϊόν αποφάσεως. Δεν βιώνεται απλώς κατά παθητικό τρόπο ως κάτι το εξωγενές. Άρα προϋποθέτει μια μεταμόρφωση. Ο ευγενής άγριος, όσο ευγενής και αν είναι δεν παύει πάντως να είναι άγριος. Η πολιτεία με τους θεσμούς της τον διαφθείρει μεν και τον κάνει να χάσει την αρχέγονη «ευγένεια» του συνάμα όμως τον εκπολιτίζει, δηλαδή τον κάνει να μην είναι πια άγριος. Άρα η ανάδυση του ανθρώπου από τη φυσική κατάσταση δεν είναι ο αμιγής θρίαμβος τον οποίον περιγράφουν οι Hobbes, Locke και Καντ, αλλά δεν είναι και το κοσμικό ισοδύναμο της «Πτώσεως» των πρωτοπλάστων.

Το περίεργο αυτό «Συμβόλαιο» δεν είναι τελικώς ούτε νομικό ούτε ιστορικό γεγονός. Άλλωστε, κατά τον Ρουσσώ το ιστορικό θετό δίκαιο είναι απορριπτέο ως προϊόν συσχετισμού δυνάμεων που νομιμοποιεί το «μακάριοι οι κατέχοντες». Το συμβόλαιο δεν είναι καν γεγονός, δεν έχει συγκεκριμένους συμβαλλόμενους ούτε εποπτεύουσα αρχή που να διασφαλίζει τη νομιμότητα του, ούτε ημερομηνία ενάρξεως, λήξεως της ισχύος του ή έστω ανανεώσεως του και ενδεχομένως αλλαγής των όρων του με κοινώς αποδεκτή διαδικασία. Πρόκειται για μια αφετηρία, μια αφηρημένη ηθική επιταγή απεριορίστου διαρκείας και ασαφούς περιεχομένου, ένα πρότυπο, ένα ιδανικό που θυμίζει σύγχρονες έννοιες όπως η Αλλαγή, η Πρόοδος και —στην Ελλάδα— η Αριστερά. Ο κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος δεν το υπογράφει —νοερώς έστω— αλλά μετέχει σε αυτό συνεχώς βελτιούμενος σε μια διαδικασία που παίρνει έτσι στα γραφτά του Ρουσσώ οιονεί μυστικιστικό χαρακτήρα.

Έτσι, η συμμετοχή δεν είναι ποτέ; πλήρης και τελεσίδικη όπως την κατοχυρώνει η υπογραφή αλλά και ποτέ δεν λείπει εντελώς όπως σε ένα ανυπόγραφο συμβόλαιο ή ένα ανεπίσημο έγγραφο (non paper) το οποίο δεν δεσμεύει κανέναν. Δουλειά των ηγετών και των φιλοσόφων είναι, να πολλαπλασιάζουν τις ευτυχείς στιγμές έντονης συμμετοχής όλων στη διαδικασία του συμβολαίου. Για τον Ρουσσώ το συμβόλαιο δεν είναι δηλαδή μια πράξη ενσυνείδητης ανάληψης υποχρεώσεων από βουλευόμενα άτομα στο πλαίσιο μιας ήδη εγκατεστημένης έννομης τάξης αλλά ένα είδος «μέθεξης» στα κοινά που παρατηρείται σε οιοδήποτε στάδιο εξελίξεως της ανθρωπότητος —ακόμη και στο πρωτόγονο— όταν δεν έχουν ακόμη αναφανεί οι έννοιες της σύμβασης, εκτελεστών κανόνων και συστήματος δικαίου. «Ακριβώς όπως η φύση —γράφει— δίνει σε κάθε άνθρωπο απόλυτη εξουσία επί όλων των μελών του σώματος του, έτσι το κοινωνικό συμβόλαιο δίνει απόλυτη εξουσία στο Πολιτικό Σώμα επί όλων των μελών του» («Κοινωνικό Συμβόλαιο», II, 4 σελ. 45-43).

Η παρομοίωση εισάγει μια νέα έννοια. Όπως κινούμε τα χέρια και τα πόδια με τη βούληση μας έτσι ακριβώς κινείται το Σύνολο (σηλαδή η Πολιτεία που έχει συγχωνευθεί με την Κοινωνία) με τη γενική βούληση (volonté générale). Τόσο κυριαρχημένος είναι ο Ρουσσώ από την αυταπόδεικτη αλήθεια αυτών των αρχών ώστε σχεδόν ενοχλείται με τη σκέψη ότι μπορεί να υπάρξουν άτομα που δεν θα μετάσχουν ψυχή τε και σώματι σε αυτή τη διαδικασία. Εκείνοι πάντως που θα διαφωνήσουν, εκείνοι που «διαπιστώνουν… το ορθό αλλά το απορρίπτουν… πρέπει να υποχρεωθούν να υποτάξουν τη θέληση τους στο λογικό τους» (ibid, I, κεφ. 8). Εντελώς ομαλά, σχεδόν στη ρύμη του λόγου του, ο Ρουσσώ οδηγείται έτσι στη φοβερή, ως προς τις συνέπειες της, διατύπωση που νομιμοποιεί εκ των προτέρων κάθε ολοκληρωτισμό, γράφοντας ότι «όποιο άτομο αρνηθεί να υπακούσει στη γενική βούληση μπορεί να υποχρεωθεί να το κάνει από το σύνολο των πολιτών. Τούτο σημαίνει απλώς ότι ένα τέτοιο άτομο θα εξαναγκασθεί να είναι ελεύθερο» (ibid, I, 7, 35-36). Μέσω αυτής της, εν ανάγκη επιβαλλόμενης με τη βία, πολιτικής αρετής θα ανθήσουν οι ανθρώπινες προσωπικότητες. Η ελευθερία που είναι ταυτόσημη κατά τον στωϊκό Ρουσσώ με τη λογική και την αρετή μπορεί λοιπόν να επιβληθεί και με τη χρήση βίας στους παράλογους και τους φαύλους. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Ρουσσώ δεν διαβλέπει καμία αντίφαση ανάμεσα στις έννοιες συμβόλαιο (όλων με όλους) και γενική βούληση. Για τους κοινούς θνητούς, ωστόσο, τα συμβόλαια είναι προϊόντα ατομικής βούλησης και δεσμεύουν οικειοθελώς ανεξάρτητα βουληφόρα πρόσωπα (φυσικά ή νομικά). Τα άτομα κατά Ρουσσώ όμως δεν έχουν ιδίαν γνώμη αφού είναι «ελεύθερα» μόνο υπό την έννοια ότι συμμετέχουν στη γενική βούληση όπως τα μέλη του σώματος υπακούουν στον εγκέφαλο. Μπορεί ποτέ να υπάρξει συμβόλαιο ανάμεσα στον εγκέφαλο και το χέρι; Η «οργανική» αντίληψη της πολιτείας ως Σώματος που κινεί τα μέλη του με τη γενική βούληση καθιστά ipso facto τα μέλη ετερόνομα.

Ο Ρουσσώ διευκρινίζει ρητώς ότι η γενική βούληση όχι μόνο δεν ταυτίζεται αλλά δεν πρέπει ποτέ να ταυτίζεται με καμίαν απολύτως ιδιωτική βούληση διότι αν τούτο συνέβαινε η πολιτεία θα γινόταν όργανο κάποιου τυράννου. Γι’ αυτό οι άνθρωποι πρέπει να υπακούουν στους νόμους, δηλαδή να συμμορφώνονται με τη γενική βούληση. Ο «νόμος» του Ρουσσώ είναι ο κανόνας που θέτει η γενική βούληση μέσω της οποίας «ο λαός μετατρέπεται σε ένα ον, ένα πρόσωπο» (ibid 1,7). Η συνεχιζόμενη και σήμερα υποστασιοποίηση του λαού ο οποίος «δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά» ο οποίος «θέλει» τούτο, «δεν θα επιτρέψει» εκείνο και δρα ως πρόσωπο, είναι αμιγές, ανεπεξέργαστο ρουσσωικό ιδεολόγημα. Διαπορεί δε κανείς με ποιον συμβάλλεται αυτός ο Ένας λαός όταν πλέον έχει ολοκληρωθεί η ανελικτική διαδικασία προς την τέλεια ελευθερία. Προφανώς με κανέναν διότι σ’ αυτήν την τεχνητή «φυσική κατάσταση» που προκύπτει από το «συμβόλαιο», όπου ο «ευγενής άγριος» μετουσιώνεται σε «ευγενή πολιτισμένο», ο κάθε πολίτης δεν θα συμβάλλεται πλέον με άλλους αλλά θα λειτουργεί ως ιερεύς και αστυφύλαξ του εαυτού του. Ο Ροβεσπιέρος και οι Ιακωβίνοι που εμπνέονταν από αυτό το κήρυγμα ήσαν αδιάφθοροι, πρότυπα προσωπικής αρετής. Υποτασσόμενος στη γενική βούληση και προωθών την εκπολιτιστική διαδικασία του συμβολαίου ο άνθρωπος εξασφαλίζει έτσι αδιατάρακτη πολιτειακή γαλήνη αλλά και ηθικοποιείται ως άτομο, δηλαδή ελευθερώνεται. Η ρουσσωική ουτοπία είναι δυνατό κρασί τόσο για άρχοντες όσο και για αρχόμενους.

Η γενική βούληση δεν προκύπτει βεβαίως μέσα από συζήτηση. Ο Ρουσσώ είναι κατά της συναινέσεως και κατά της δημοκρατίας διότι —εξηγεί— η επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων για θέματα πολιτικής παρωθεί προς φιλονικίες. Επομένως καλύτερα να λείπει. Η γενική βούληση ιχνηλατείται στη σιωπή όταν «οι πολίτες δεν επικοινωνούν ο ένας με τον άλλον» («Κοινωνικό Συμβόλαιο» II, 3). Οι δημοκρατικές συνελεύσεις είναι ανεκτές μόνον όταν οι συνεδριάσεις τους είναι σύντομες και οι αποφάσεις ομόφωνες. Ο Ρουσσώ ενοχλείται εντόνως από τη φασαρία, τον συνωστισμό των ιδεών, το απρόβλεπτο των γνησίως δημοκρατικών συζητήσεων όπου μυριάδες αλληλεπιδράσεις οδηγούν συχνά σε αποφάσεις που κανένας δεν είχε σκεφτεί εκ των προτέρων, σε συμβιβασμούς και σε ενδεχόμενες «νοθεύσεις» της γενικής βούλησης. Αυτό που «γενικοποιεί» κατ’ αυτόν τη βούληση δεν είναι ο αριθμός των ανθρώπων που διαπιστώνουν από κοινού ότι την συμμερίζονται αλλά η βαθιά σύμπτωση των γνησίων συμφερόντων τους, έστω και αν αυτή γίνεται αντιληπτή από λίγους μόνο. Ο Σαιν Ζυστ εφάρμοσε στην πράξη την ρουσσωική διδαχή, εξηγώντας κατά την περίοδο του Τρόμου ότι η Επανάσταση έπρεπε να ικανοποιεί τις πραγματικές ανάγκες του λαού, όχι να του δίνει όσα αυτός ζητούσε.

Ο Ρουσσώ απεχθάνεται τη διαμόρφωση πλειοψηφιών σε ένα αποφασίζον σώμα και για ένα ακόμη λόγο: Αυτή η διαδικασία προϋποθέτει αντιπαράθεση διεστωσών απόψεων σε προσυμφωνημένο κανονιστικό πλαίσιο, εγγυημένο από ένα κράτος ανεξάρτητο και ουδέτερο ως προς τις εκφραζόμενες απόψεις καθ’ αυτές, τήρηση κανόνων παιχνιδιού και δικαιώματα του ανθρώπου. Οι Ιακωβίνοι, οι μαρξιστές-λενινιστές, οι εθνικοσοσιαλιστές, οι φασίστες και άλλοι δογματικοί επεξεργάστηκαν έκτοτε περαιτέρω αυτό το καίριο ιδεολογικό στήριγμα κάθε τελοκρατίας συμπληρώνοντάς το με μια συγκεκριμένη κάθε φορά θεωρία για το ρόλο της ηγεσίας. Στις τελοκρατικές πολιτείες ο αυθεντικός εκφραστής της γενικής βούλησης αυτοπαρουσιάζεται έτσι ως ένα είδος κούκλας εγγαστρίμυθου που αρθρώνει απλώς σε λόγια αυτά που θέλει να πει ο λαός, η εργατική τάξη, το έθνος, η οποιαδήποτε άλλη ομάδα αναφοράς έχει επιλεγεί ως ο υπερούσιος ενσαρκωτής της γενικής βούλησης. Με τον τρόπο αυτό καθορίζεται επακριβώς το δέον, το σκεπτέον και το πρακτέον ενώ η εκάστοτε ηγεσία, χωρίς να δεσμεύεται από διαδικασίες και συντάγματα, νομιμοποιείται να στέλνει τους διαφωνούντες στη λαιμητόμο ή τα στρατόπεδα.

Κλονίζεται έτσι πρόρριζα η έννοια της νομιμότητας. Η Κυβέρνηση δεν δεσμεύεται από τίποτε διότι λειτουργεί απλώς ως εκφραστής της γενικής βούλησης, δηλαδή ως μεσάζων μεταξύ του λαού ως κυριάρχου και του λαού ως υπηκόου. Οι καλές κυβερνήσεις μεταφράζουν επιτυχώς τη γενική βούληση σε νόμους έτσι ώστε να μην έχει τελικώς και μεγάλη σημασία αυτή καθ’ εαυτή η μορφή του πολιτεύματος (αβασίλευτη πολιτεία ή μοναρχία) αρκεί η υλοποίηση της γενικής βούλησης να γίνεται σωστά. Η ψηφοφορία για ανάδειξη βουλευτών είναι κατά τον Ρουσσώ κοροϊδία διότι «η γενική βούληση δεν εκπροσωπείται». Είτε εφαρμόζεται ανόθευτη, είτε αλλοιώνεται με κοινοβουλευτικές συζητήσεις, οπότε παύει αυτομάτως να είναι, ως βούληση, γενική. «Οι βουλευτές — τονίζει—δεν εκπροσωπούν το λαό… Οι Άγγλοι νομίζουν πως είναι ελεύθεροι αλλά σφάλλουν τραγικά. Είναι ελεύθεροι μόνο την ημέρα των εκλογών, κατόπιν υποδουλώνονται. Η χρήση που ο λαός αυτός κάνει των συντόμων στιγμών της ελευθερίας του δείχνει ότι του αξίζει να τη χάσει» (ibid III, 15). Ο Ρουσσώ είναι συγκροτημένος, συνεπής, αντιφιλελεύθερος. Δεν προβαίνει σε καμία απολύτως παραχώρηση στο άτομο. Η εξουσία, όπως την συλλαμβάνει, δεν νοείται ποτέ ως προστατευτική των ατόμων αλλά πάντοτε ως προαγωγός του «γενικού καλού». Καταργούμενης της διακρίσεως κοινωνίας των πολιτών και κράτους το κρατικό μονοπώλιο της δύναμης τίθεται έτσι αυτομάτως στην υπηρεσία «ευγενών σκοπών». Οι ατομικές διαφορές τις οποίες θάλπει το φιλελεύθερο κράτος αναθεματίζονται από τους θιασώτες της γενικής βούλησης που θέλουν το κράτος στρατευμένο, πλαστουργό ψυχών, ενοποιό δύναμη, φορέα αξιών και εγγυητή πάσης αληθείας και προόδου. Ο Ρουσσώ είναι ο πρώτος Ευρωπαίος στοχαστής που διετύπωσε με τόση σαφήνεια ότι ο άνθρωπος ετεροκαθορίζεται όχι πια από το θείο αλλά από μια γενική βούληση την οποία διερμηνεύουν άλλοι για λογαριασμό του.

Περίπτωση θεμιτής συγκρούσεως ατόμων με τους εκάστοτε φορείς της γενικής βούλησης δεν προβλέπεται διότι «όταν ο κυρίαρχος (le souverain) είναι το σύνολο των ατόμων που συγκροτούν την πολιτεία δεν είναι δυνατόν αυτός ο κυρίαρχος να έχει συμφέροντα αντίθετα με τα δικά τους» (ibid I, 7). Σε αντίθεση δηλαδή με τον Hobbes και τον Locke ο ιδιοτύπως «συμβολαιοτικός» Ρουσσώ δεν πιστεύει σε «διορθωτικές επαναστάσεις». Η παράδοξη συνέπεια της ρουσσωικής διδαχής οδηγεί στην άποψη ότι αφού η βούληση είναι τόσο γενική ώστε δεν ταυτίζεται με τη βούληση κανενός αλλά ούτε και προκύπτει από δημοκρατικές διαδικασίες, η ενότητα της πολιτείας ενδέχεται να απαιτήσει καταπίεση όλων εξίσου. Ο Ρουσσώ είχε προκαταβολικώς δικαιώσει την αυθαιρεσία την οποία ήξερε ότι περιέκλειε η θεωρία του. Δεν θα πείραζε, εξηγούσε, αν οι νόμοι της ελεύθερης πολιτείας αποδεικνύονταν τελικώς αυστηρότεροι από τον ζυγό του τυράννου διότι ο νόμος δεν μπορεί να τυραννεί. Ο Ροβεσπιέρος ήταν πεπεισμένος ότι εξέφραζε την γενική βούληση, το ίδιο και ο Σαιν Ζυστ όταν έλεγε ότι δεν έπρεπε να αποκεφαλίζονται μόνο οι προδότες αλλά και οι αδιάφοροι. Η λαιμητόμος θεωρήθηκε ελευθερωτικό όργανο που ηθικοποιούσε την κοινωνία. Η ασάφεια ως προς το συγκεκριμένο περιεχόμενο της γενικής βούλησης οδήγησε στον αποκεφαλισμό και πολλών ακραιφνών ρουσσωικών που δεν τα κατάφεραν να επιβάλουν τελικώς τη δική τους αντίληψη για το δέον μέσα στη χοάνη της Γαλλικής Επανάστασης.

Τι έδωσε η Γαλλική Επανάσταση

Η ανατροπή του «Παλαιού Καθεστώτος» στη Γαλλία το 1789 από ομάδες διανοουμέ-νων και εξεγερμένου λαού δεν έχει παύσει να προβληματίζει τους πολιτικούς στοχαστές. Η Γαλλική Επανάσταση καλύπτει ως έννοια το σύνολο των γεγονότων που συνέβησαν από το 1789 ως το πραξικόπημα του Βοναπάρτη της 9 Νοεμβρίου 1799 και θεωρείται ότι ξεκίνησε με την πτώση της Βαστίλλης που είχε μάλλον συμβολικό χαρακτήρα. Η φυλακή αυτή του Παλαιού Καθεστώτος ήταν σχεδόν άδεια όταν στις 14 Ιουλίου 1789 ο επαναστατημένος λαός του Παρισιού γκρέμισε τους τοίχους της και ελευθέρωσε 7 ηλικιωμένους κρατουμένους εξ ων 4 ήσαν πλαστογράφοι, ένας αιμομίκτης κόμης, ένας Ιρλανδός που νόμιζε ότι ήταν ο Ιούλιος Καίσαρ και ένας ακόμη ψυχοπαθής. Πέντε χρόνια αργότερα η Βαστίλλη φιλοξενούσε χιλιάδες κρατουμένους από τους οποίους ελάχιστοι ήσαν οι αριστοκράτες, ενώ οι φυλακές της Δημοκρατίας γενικώς στέγαζαν 400.000 άτομα.

Η φιλελεύθερη εκδοχή για τα συγκλονιστικά γεγονότα που σημειώθηκαν στη Γαλλία μετά τη πτώση της Βαστίλλης, διακρίνει κατά τον Γκυ Σορμάν («Το Ελάχιστο Κράτος» σελ. 22) δύο επαναστάσεις στη Γαλλία, όχι μία. Η πρώτη, του 1789 υπήρξε —λέει ο Σορμάν— κυρίως φιλελεύθερη καθότι ζητούσε σύνταγμα, κράτος δικαίου, θεσμοθετημένους κανόνες παιχνιδιού, σεβασμό δικαιωμάτων του ανθρώπου και της ιδιοκτησίας (κατά το αγγλικό πρότυπο της «Ένδοξης Επανάστασης» του 1688), ενώ η δεύτερη του 1792 επεδίωξε με βίαιες μεθόδους να επιβάλει αβασίλευτη πολιτεία (Republique), παρεμβατικό, τελοκρατικό κράτος, και καταστροφή του πολιτισμικού κεκτημένου της χώρας. Η πρώτη φιλελεύθερη Γαλλική Επανάσταση δεν εμπνεόταν τόσο από τον Ρουσσώ, όσο από τις φιλελεύθερες ιδέες του Montesquieu —που κατηγορήθηκε εκ των υστέρων ως «αγγλομανής»— τους Γάλλους φυσιοκράτες του 18ου αιώνος όπως ο François Quesnay (1694-1774), του μαρκησίου Victor de Mirabeau (1715-1789) που εξεπόνησε τη θεωρία του Laissez-Faire καθώς και του φιλοσόφου, μαθηματικού, πολιτικού στοχαστή, μαρκησίου de Condorcet ο οποίος ως στέλεχος των μετριοπαθών Γιρονδίνων πλήρωσε με τη ζωή του τις «αντεπαναστατικές» του ιδέες. Η Γαλλική Επανάσταση κατήργησε όλες τις «ενδιάμεσες εξουσίες» που είχαν γεωγραφική, ιστορική, εθνική ή κοινωνική προέλευση. Υπήρξε εξ υπαρχής μια επανάσταση οικουμενική. Είναι χαρακτηριστικό ότι με βάση τον νόμο Le Chapelier του 1791 (ο οποίος ίσχυε έως τις 21 Μαρτίου του 1884) ετιμωρούντο αυστηρά οι μισθωτοί που συγκροτούσαν δικές τους οργανώσεις για την προάσπιση των συμφερόντων τους. Στο κοινωνικό επίπεδο η Γαλλική Επανάσταση καταργεί πριν από όλα όλες τις τάξεις εκ των οποίων η Πρώτη (ευγενείς) αριθμούσε 140 χιλιάδες πρόσωπα, η Δεύτερη (ο κλήρος) 130 χιλιάδες και η Τρίτη (όλοι οι υπόλοιποι) 25 εκατομμύρια.

Εμφανέστατη είναι η επίδραση της προηγηθείσης κατά λίγα χρόνια Αμερικανικής Επανάστασης στη σκέψη εκείνων που ξεκίνησαν τη Γαλλική και κυρίως στα κείμενά της. Σημαντικό ρόλο στη σύνταξη των 17 άρθρων της πρώτης «Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτου» που ψηφίστηκε από τη Συντακτική Εθνοσυνέλευση στις 26 Αυγούστου 1789 έπαιξε ο μαρκήσιος ντε Λαφαγιέτ (1757-1834) επαναστάτης της πρώτης ώρας στη Γαλλία και ήρως της Αμερικανικής Επανάστασης, φίλος του Ουάσιγκτον και κυρίως του Τόμας Τζέφερσον ο οποίος κατά σύμπτωση συνέπεσε να υπηρετεί ως πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Παρίσι όταν έπεφτε η Βαστίλλη. Σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους συντηρητικούς που είχαν τρομοκρατηθεί από την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξεως στη Γαλλία με πρωτοβουλία διανοουμένων και ενόπλου λαού, οι Αμερικανοί είχαν εκστασιασθεί με τη Γαλλική Επανάσταση και στράφηκαν εναντίον της μόνον όταν ο Τρόμος έγινε καθεστώς. Ο Λαφαγιέτ που οραματιζόταν να γίνει ο Γάλλος Ουάσιγκτον είχε βαθύτατα εντυπωσιασθεί από το Αμερικανικό Σύνταγμα του 1781.

Η Αμερική άνοιξε το δρόμο στη Γαλλία έχοντας αξιοποιήσει στο έπακρο τις ιδέες όχι του Ρουσσώ αλλά του Montesquieu, και έχοντας θεσμοθετήσει ένα άρτιο σύστημα διακρίσεως των εξουσιών μέσω ελέγχων και εξισορροπήσεων ανάμεσα στον Πρόεδρο, το Κογκρέσσο και το Ανώτατο Δικαστήριο, αποκλείοντας έτσι εσαεί την δικτατορία και την μοναρχία. Ο Madison, εκ των πνευματικών ηγετών της, εξηγούσε ότι οι ιδρυτές των ΗΠΑ δεν νομοθέτησαν για αγγέλους και δεν πίστευαν ούτε μια στιγμή ότι μπορούσαν να μετατρέψουν τους ανθρώπους σε αγγέλους. Το σύστημα που εγκατέστησαν εμπιστεύεται τους πολίτες —σε σημείο ώστε να τους επιτρέπει ακόμη και να οπλοφορούν— αλλά διέπεται από σωτήρια καχυποψία έναντι των κυβερνώντων. Η λογική αυτής της στάσης ερείδεται στη διαπίστωση ότι κατάχρηση εξουσίας αποκλείεται να κάνουν ποτέ οι πολίτες, απλούστατα διότι δεν έχουν εξουσία. Από τους άρχοντες πρέπει λοιπόν να προστατευθεί η πολιτεία. Η νομοθετημένη απαγόρευση επίσημης θρησκείας ή κρατικής ιδεολογίας εξασφαλίζει ότι η πανσπερμία φυλών, ιδεών, ηθών και εθίμων στη μεγάλη αυτή χώρα δεν δεσμεύεται από τίποτε άλλο πλην της ανάγκης σεβασμού της ελευθερίας του πλησίον.

Οι Αμερικανοί διαμορφωτές του συντάγματος είχαν πλήρη επίγνωση ότι οιαδήποτε εφαρμογή, έστω και προσωρινή, του αξιώματος «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» θα κινδύνευε να διαρρήξει τον κοινωνικό ιστό —όπως απειλήθηκε να συμβεί προς στιγμήν με τον Μακαρθυσμό. Γι’ αυτό η Aμερικανική Πολιτεία δεν έχει σκοπούς. Όπως έδειξε προσφάτως η υπόθεση Ουώτεργκαιητ, κανείς στις ΗΠΑ δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις παρανομίες του επικαλούμενος «υψηλά ιδανικά». Το μόνο που δεν έλυσε εξ υπαρχής η Αμερικανική Επανάσταση ήταν το ζήτημα της δουλείας, αφήνοντας ηθελημένες ασάφειες (για να μπορέσει να γεννηθεί η Ομοσπονδία) ως προς την εξισορρόπηση των αρμοδιοτήτων της Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως και των καθέκαστα Πολιτειών. Χρειάσθηκε ο αιματηρός εμφύλιος πόλεμος Βορρά-Νότου (1861-1865) με τις 600 χιλιάδες νεκρούς του για να λυθεί και αυτό το θέμα. Η εξασφάλιση πραγματικής ισοπολιτείας για τους μαύρους επετεύχθη ύστερα από έναν αιώνα περίπου. Η επιρροή των υπερατλαντικών ιδεών στους Γάλλους επαναστάτες υπήρξε σημαντική αλλά όχι αποφασιστική. Στη ρουσσωκρατούμενη Γαλλία η γενική βούληση κυριαρχούσε και η διάκριση των εξουσιών που είχε διακηρύξει ο Montesquieu εθεωρήθηκε αμελητέος μονοϊδεασμός ενός Γάλλου βαρώνου που είχε, ως μη ώφειλε, υπερβολικά επηρεασθεί από τους Άγγλους.

Η διάκριση μεταξύ πρώτης (φιλελεύθερης) επανάστασης του 1789 και δεύτερης (ριζοσπαστικής λαϊκιστικής) το 1792 την οποία επιχειρεί ο Σορμάν δεν πρέπει να απολυτοποιείται. Ήδη στην πρώτη εκείνη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων το άρθρο 6 θεσμοθετεί τη ρουσωική ρήση ότι «ο νόμος είναι η έκφραση της γενικής βούλησης…». Απλώς, το 1789 η γενική βούληση ερμηνεύεται ως προστασία των πολιτών από τις αυθαιρεσίες του Παλαιού Καθεστώτος και κατάργηση των προνομίων των ευγενών. Ο Λουδοβίκος ο XVI όμως και η Αυστριακή σύζυγος του Μαρία Αντουανεττα δεν θέλησαν να συμβιβασθούν ειλικρινώς με τους φορείς των φιλελευθέρων αιτημάτων και προσπάθησαν να ανακτήσουν τα χαμένα τους προνόμια με τη βοήθεια ξένων μοναρχιών. Ο ίδιος ο Λουδοβίκος δεν μπορούσε να συλλάβει πώς είναι δυνατόν να μοιραστεί την θεόδοτη απόλυτη εξουσία του με εκλεγμένους αντιπροσώπους. Η Συμβατική Συνέλευση (Convention) αναγκάσθηκε έτσι να ψηφίσει την κατάλυση της μοναρχίας στις 20 Σεπτεμβρίου 1792. Από τη στιγμή αυτή αρχίζει —κατά τον Σορμάν— η δεύτερη Γαλλική Επανάσταση ενώ εξαπολύεται ένα άγριο κύμα σε όλη τη Γαλλία κατά τη διάρκεια του οποίου αποκεφαλίζεται ο Λουδοβίκος στις 21 Ιανουαρίου 1793 και η Μαρία Αντουανεττα στις 31 Οκτωβρίου του ιδίου έτους. Ο ασταθής, δειλός και ανυποψίαστος Λουδοβίκος XVI πλήρωσε έτσι με τη ζωή του τη γενικευμένη αντιβασιλική οργή των Γάλλων γενικώς, και το μένος τους κατά της απολυταρχίας ειδικώς. Το γεγονός ότι οι κατοπινές προσπάθειες παλινορθώσεως της μοναρχίας απέτυχαν οικτρά στη Γαλλία με τις σύντομες βασιλείες του Λουδοβίκου του XVIII, του Λουδοβίκου-Φιλίππου και του Ναπολέοντα του III δείχνει ότι οι Γάλλοι εστεμμένοι, σε αντίθεση με τους Άγγλους, δεν κατόρθωσαν ποτέ να προσδώσουν νομιμοποιητική αξιοπιστία στο θεσμό της μοναρχίας στη χώρα τους.

Με τον αποκεφαλισμό του Λουδοβίκου, η «γενική βούληση» αρχίζει πια να ερμηνεύεται όλο και περισσότερο ως πλήρης ρήξη με όλο το παρελθόν. Τούτο αποτυπώθηκε σε μια σειρά πράξεων υψηλού συμβολισμού. Έτσι καταργήθηκε το ημερολόγιο που έχει ως αφετηρία τη γέννηση του Ιησού Χριστού. Η κατάργηση της μοναρχίας ανακηρύσσεται το σημείο μηδέν του χρόνου. Η αρχή του επαναστατικού ημερολογίου είναι πια η 22α Σεπτεμβρίου 1792, ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας και τα έτη μετρώνται εφεξής με λατινικούς αριθμούς ως επαναστατικό έτος I, II κτλ. Ως υποδιαίρεση του μήνα ελήφθη η δεκάς αντί της εβδομάδας ενώ κάθε ημέρα έπαιρνε την ονομασία της από τον αντίστοιχο τακτικό αριθμητικό (πρώτη έως δεκάτη). Τα ρολόγια μετρούσαν το χρόνο σε δεκάωρα και όχι σε δωδεκάωρα. Ο μήνας είχε τριάντα μέρες ακριβώς. Τούτο προκάλεσε κάποια αναταραχή στους εργαζομένους οι οποίοι έχασαν έτσι τις Κυριακές τους και είχαν μόνο την δεκάτη, εικοστή και τριακοστή μέρα ως αργία. Στο τέλος του έτους προστέθηκαν λοιπόν πέντε μέρες εορτής που ονομάστηκαν «αβρακωτίδες» (sanscullotides) εκ των οποίων η πρώτη αφιερώθηκε στο Πνεύμα, η δεύτερη στην Εργασία, η τρίτη στις Πράξεις, η τέταρτη στις Ανταμοιβές και η πέμπτη στο Φρόνημα. Οι δώδεκα νέοι μήνες που άρχιζαν από τις 22 Σεπτεμβρίου συνδέθηκαν με τις εποχές του έτους. Έτσι π.χ. ο Brumaire (από την ομίχλη) ήταν φθινοπωρινός, ο Nivose (από το χιόνι) χειμωνιάτικος, ο Germinal (από τη σπορά) ανοιξιάτικος και ο Thermidor (από τη θερμότητα) καλοκαιρινός. Το παρανοϊκό αυτό στην αυστηρή του λογική ημερολόγιο καταργήθηκε από τον Ναπολέοντα την 1η Ιανουαρίου του 1806.

Άλλες τέτοιες εκδηλώσεις ήταν η μετονομασία χιλίων τετρακοσίων δρόμων και πλατειών του Παρισιού για να εξαλειφθεί κάθε βασιλικό, αριστοκρατικό ή θρησκευτικό ίχνος. Η Εκκλησία του Saint-Laurent μετονομάσθηκε σε Τέμενος του Γάμου και της Συζυγικής Πίστης, η Notre Dame σε Τέμενος του Λόγου. Πλήθος επαναστάτες που είχαν βαφτισθεί Λουδοβίκοι μετονόμασαν εαυτούς σε Βρούτους ή Σπάρτακους. Ορισμένοι όροι σε κοινή χρήση καταργήθηκαν. Η βασίλισσα των μελισσών μετονομάσθηκε σε «τίκτουσα μέλισσα» (abeille pondeuse). Οι πεσσοί του σκακιού μετονομάσθηκαν επίσης διότι δεν έστεκε πια να παίζει κανείς με βασιλιά, βασίλισσα και πύργους ενώ οι φιγούρες στα τραπουλόχαρτα μεταβαπτίσθηκαν σε ελευθερίες, ισότητες και αδελφότητες. Μαχαιροπήρουνα, έπιπλα, κώδικες, ο ίδιος ο διοικητικός χάρτης της Γαλλίας, όλα άλλαξαν «ορθολογικώς» σύμφωνα με τη νέα αντιβασιλική και αντιθρησκευτική ιδεολογία. Η μισητή αριστοκρατία και η εκκλησία κυνηγήθηκαν σε όλες τους τις εκδηλώσεις. Ο γενικευμένος βανδαλισμός απέκτησε επαναστατική δικαίωση και απλώθηκε σε όλη τη χώρα. Καθεδρικοί ναοί περίτεχνου κάλλους κατεστράφησαν σε ένα όργιο «πατριωτικών κατεδαφίσεων». Η αποχαλινωμένη γενική βούληση ως την ερμήνευε ο Ροβεσπιέρος, αυτός ο ανελέητος και αδιάφθορος φανατικός, κινδύνευε τελικώς να καταστρέψει και την ίδια την Αβασίλευτη Πολιτεία (Republique). Η καταστροφή απεσοβήθη, η γενική βούληση επανερμηνεύθηκε επί το ηπιότερον με το οιονεί πραξικόμηνα της 9ης Θερμιδώρ (26 Ιουλίου 1794). Την ημέρα εκείνη τα μέλη της Συμβατικής που είχαν αρχίσει πια να νιώθουν και στους δικούς τους τραχήλους το ψυχρό ρεύμα που προκαλεί η πτώση της λεπίδας της λαιμητόμου αποφάσισαν να δράσουν ακαριαία. Η κυβέρνηση ανετράπη, ο Ροβεσπιέρος συνελήφθη και αποκεφαλίσθηκε στις 28 Ιουλίου.

Ακολουθεί μια δύσκολη και λίαν ενδιαφέρουσα διαδικασία «αποσταλινοποιήσεως» —όπως θα λέγαμε— την οποία περιγράφει γλαφυρά στο βιβλίο του ο σύγχρονος Γάλλος ιστορικός Bronislaw Bacgko με τίτλο «Πώς βγαίνει κανείς από τον Τρόμο» («Gomment sortir de la terreur», Gallimard). Στον τομέα καταλογισμού ευθυνών γίνεται προσπάθεια να διαβληθούν ως πρόσωπα οι ροβεσπιερικοί οι οποίοι επεκαλούντο —με ισχυρά επιχειρήματα— τη λογική της «γενικής βούλησης» και της ανάγκης να σωθεί η επανάσταση ως υψίστη δικαίωση των πράξεων τους. Ο τρόμος καταγγέλεται από τους Συμβατικούς διότι εδίωκε τους ανθρώπους για αυτό που ήσαν (αριστοκράτες, κληρικοί, διανοούμενοι) και όχι για αυτό που έκαναν. Ο εωσφορικός Σαιν Ζυστ, αυτός ο «αρχάγγελος του θανάτου» όπως τον ονόμασε ο ιστορικός Michelet, δικαίωσε αυτή την πολιτική λέγοντας ότι οι εστεμμένοι ήσαν εκ προοιμίου ένοχοι διότι «ουδείς μπορεί να βασιλεύσει κατά αθώο τρόπο» (on ne peut régner innocemment) και ότι «κάθε βασιλιάς είναι σφετεριστής. Ή βασιλεύει ή πεθαίνει». Τις ίδιες απόψεις διετύπωσε και ο Danton πριν τον καρατομήσει ο Ροβεσπιέρος όταν έλεγε – κατά την μαρτυρία του Chateaubriand: «Αυτοί οι ιερείς, αυτοί οι ευγενείς δεν είναι ένοχοι, πρέπει όμως να πεθάνουν, δεν έχουν πια θέση ανάμεσα μας, αναχαιτίζουν την κίνηση των πραγμάτων και παρεμποδίζουν το μέλλον» (Mémoires d’Outre Tombe», livre IX κεφ. IV).

Σε αυτούς τους τραγικούς και αιματηρούς μήνες από την 22.9.1792 (έτος μηδέν της Επαναστάσεως) έως την 28.7.1794 που αποκεφαλίσθηκε ο Ροβεσπιέρος, κατά τους οποίους η Γαλλία χωρίστηκε —κατά την εύστοχη διατύπωση ενός Συμβατικού— «σε αυτούς που φόβιζαν και σε αυτούς που φοβούνταν», δεν υπήρξε ανθρώπινο δικαίωμα που να μην ποδοπατηθεί. Η ρευστότητα της «γενικής βούλησης» και της αιματηρής διαδοχής των ποικίλων ερμηνειών της δεν επέτρεψε στην Γαλλική Επανάσταση —σε αντίθεση με την Αμερικανική— να προικίσει τη χώρα με σταθερούς θεσμούς. Συντακτική, Νομοθετική Εθνοσυνέλευση, Συμβατική, Επιτροπή Εθνικής Σωτηρίας, Ροβεσπιέρος μόνος, κατόπιν πάλι Συμβατική, Διευθυντήριο (πρώτα πενταμελές, ύστερα τριμελές) Βοναπάρτης Πρώτος Ύπατος, Βοναπάρτης αυτοκράτωρ, ύστερα παλινόρθωση των Βουρβώνων (που «τίποτε δεν εδιδάχθησαν και τίποτε δεν ελησμόνησαν»), Συνταγματική Μοναρχία, Αβασίλευτη Δημοκρατία και πάλι Αυτοκρατορία, τέλος δε, πέντε Γαλλικές Δημοκρατίες η τελευταία των οποίων (η σημερινή) φιλοτεχνήθηκε από τον στρατηγό Ντε Γκωλ δίνουν την εικόνα μιας συνεχούς πολιτειακής αναζήτησης, από την Επανάσταση του 1789 έως τις ημέρες μας με μια εικοσαριά συνταγματικές μεταπολιτεύσεις μέσα σε δύο αιώνες. Η διαδικασία αυτή συνεχίζεται καθώς προτείνεται ήδη από φιλελεύθερους Γάλλους όπως η Simone Veil, μια νέα ριζική συνταγματική μεταρρύθμιση η οποία θα φέρει τη Γαλλία πλησιέστερα προς το αμερικανικό πρότυπο με πλήρη διαχωρισμό των εξουσιών κατά τις προδιαγραφές του Montesquieu. Οι σημερινοί φιλελεύθεροι αναδέχονται την Γαλλική Επανάσταση ως ρήξη με το Παλαιό Καθεστώς αλλά διαφωνούν ριζικά με την «γενική βούληση» και την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Άλλωστε, όταν ξέσπασε η Επανάσταση οι τότε Γάλλοι φιλελεύθεροι συστρατεύθηκαν με τον Λαφαγιέτ χωρίς φυσικά να προβλέπουν την «νομοτελειακή» εμφάνιση του Ροβεσπιέρου. Υπήρξε ωστόσο ένας άνθρωπος στην Αγγλία ο οποίος προδιέγραψε τις εξελίξεις στην επαναστατημένη Γαλλία με εκπληκτική διορατικότητα.
Ο Άγγλος συγγραφεύς και συντηρητικοφιλελεύθερος πολιτικός Edmund Burke (1729-1797) συνέγραψε ένα πόνημα —το μόνο έργο του που κυκλοφορεί έως τις ημέρες μας—με τίτλο «Σκέψεις επί της Επαναστάσεως στη Γαλλία» («Reflections on the Revolution in France») του οποίου το τελικό χειρόγραφο παρεδόθη στον τυπογράφο τον Σεπτέμβριο του 1790. Το βιβλίο κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1790. Έως την ημερομηνία εκείνη είχαν απλώς δημευθεί στη Γαλλία τα περιουσιακά στοιχεία της Καθολικής Εκκλησίας (2 Νοεμβρίου), είχαν καταργηθεί τα θρησκευτικά τάγματα και οι οργανώσεις (13 Φεβρουαρίου) καθώς και οι κληρονομικοί τίτλοι ευγενείας. Αυτά ήσαν όλα και όλα όσα άλλαξε η Επανάσταση μετά την πτώση της Βαστίλλης στις 14 Ιουλίου 1789 έως τον Σεπτέμβριο του 1790. Ο αριθμός των θυμάτων δεν ξεπερνούσε τα 100, επρόκειτο δε για άτομα που είχαν σκοτωθεί σε διαδηλώσεις. Η Εθνοσυνέλευση επεξεργαζόταν ένα σχέδιο συντάγματος με τη σύμφωνη γνώμη του βασιλέως. Ο δρ Γκυγιοτέν δεν είχε ακόμη εφεύρει τη λαιμητόμο του ενώ ο Ροβεσπιέρος ήταν έναs απλός άσημος βουλευτής. Στην ίδια την Αγγλία η Γαλλική Επανάσταση εξυμνείτο στους κύκλους των διανοουμένων που διέσχιζαν τη Μάγχη για να αναπνεύσουν τον αέρα της ελευθερίας στο επαναστατημένο Παρίσι. Ο 19χρονος τότε ποιητής William Wordsworth έγραφε για το μεθυστικό κλίμα της εποχής, τους περίφημους στίχους:

«Bliss was it in that dawn to be alive
But to be young was very heaven»

(Τι ευτυχία να ζης εκείνη την αυγή
Αλλά αν είχες και νιάτα στον ουρανό βρισκόσουν)

Ο φίλος του Burke και στέλεχος του κόμματος των Ουίγων (Φιλελευθέρων) Charles James Fox χαρακτήριζε τη Γαλλική Επανάσταση ως το «μεγαλύτερο και καλύτερο συμβάν στην παγκόσμια ιστορία». O Burke ο οποίος είχε εξυμνήσει την Αγγλική « Ένδοξη Επανάσταση» του 1688 και είχε υποστηρίξει με θέρμη την Αμερικανική Επανάσταση του 1776 κατεδίκασε κατά τρόπο βροντώδη τη Γαλλική. Στο βιβλίο του που πούλησε δύο χιλιάδες αντίτυπα σε δύο μέρες στο Παρίσι και γνώρισε 11 εκδόσεις, δέχεται ότι το Παλαιό καθεστώς ήταν «δεσποτισμός» (πράγμα που ενόχλησε τους Γάλλους μοναρχικούς) αλλά προσθέτει ότι τούτο αφορά περισσότερο τη μορφή του συστήματος και όχι τόσο την ουσία του. Καταλογίζει ωστόσο, στο Παλαιό Καθεστώς την ανικανότητά του να αυτομεταρρυθμισθεί. Οι Γάλλοι επαναστάτες όμως, επισημαίνει ο Burke, δεν θέλουν να επιβάλουν σύνταγμα και μεταρρυθμίσεις, αλλά τις εκάστοτε θελήσεις τους έξω από θεσμικούς και δικαϊκούς περιορισμούς. Για αυτό το λόγο —πρόβλεψε— η Επανάσταση θα οδηγήσει σε χάος και αιματηρό εμφύλιο πόλεμο ακριβώς επειδή δεν φιλοτέχνησε θεσμούς αλλά ανεγνώρισε απεριόριστη κυριαρχία σε μιαν αφαίρεση, δηλαδή στο «λαό». Οι Γάλλοι επαναστάτες, είπε, δεν άφησαν στον εαυτό τους καμία οδό διαφυγής, άλλη από τη χρήση βίας εναντίον εκείνων που θα διαφωνούσαν μαζί τους σε όποια κοινωνική τάξη και αν αυτοί ανήκαν. Το αιματηρό αυτό παιχνίδι της εξουσίας θα τελείωνε, όταν «κάποιος δημοφιλής στρατηγός που καταλαβαίνει πώς γίνεται κανείς αγαπητός στους στρατιώτες του, διαθέτοντας βέβαια και πραγματικές ηγετικές ικανότητες θα επισύρει την προσοχή όλων των ανθρώπων… Όταν συμβεί τούτο ο πραγματικός ηγέτης του στρατού θα γίνει ο κύριος όλων». Όταν εσύροντο αυτές οι γραμμές ο Κορσικανός υπολοχαγός Ναπολέων Βοναπάρτης 21 ετών υπηρετούσε άγνωστος μεταξύ αγνώστων σε μια μονάδα πυροβολικού της επαρχίας Auxerre.

Ο Burke δεν προφήτευσε στην τύχη αλλά ανέλυσε λεπτομερώς το σκεπτικό που τον οδήγησε σε αυτές τις προβλέψεις. Δεν τον φόβιζε αυτή καθεαυτή η επαναστατική βία. Άλλωστε η πολιτειακή ιστορία της Αγγλίας δεν στερείται εμφυλίων πολέμων ακόμη και βασιλοκτονίας (που άλλωστε δεν είχε ακόμη επισυμβεί στη Γαλλία όταν έγραφε ο Burke το βιβλίο του). Ωστόσο, η «Ένδοξη Επανάσταση» του 1688 που έγινε χωρίς λαϊκή συμμετοχή δεν κατολίσθησε —κατά τον Burke— στην ανομία κυρίως διότι μια αξιόπιστη αριστοκρατία, επιβάλλοντας μια μικρή σχετικώς απόκλιση από την αρχή της κληρονομικής διαδοχής, απάλλαξε έγκαιρα τη χώρα από τον άκαμπτο καθολικό Ιάκωβο τον II χωρίς να προκαθορίσει όλες τις λεπτομέρειες του νέου πολιτεύματος και κυρίως χωρίς «θεωρίες» τύπου «γενικής βούλησης». Η Αμερικανική Επανάσταση που θεσμοθέτησε ρητά αυτό το πρότυπο, εμπνεόμενη και από τον Montesquieu ήταν επίσης μια αλλαγή συμβατή με τον πολιτισμό όπως τον νοούσε ο Burke, ο φλογερός αυτός κήρυκας της καλής διακυβέρνησης σε μια κοινωνία διεπόμενη από «αρρενωπή ηθική και ρυθμιζόμενες ελευθερίες». Κατ’ αυτόν, η πολιτεία προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες και μόνο όταν καταστεί αφορήτως πιεστική εξωθεί τους πολίτες σε επανάσταση. Ο ίδιος ευνοεί την αγορά και καταγγέλει την παρέμβαση των αρχών στην οικονομία. Απεχθάνεται τους Γάλλους επαναστάτες ακριβώς διότι προσπαθούν να επιβάλουν στην κοινωνία ιδέες που γεννήθηκαν στα μυαλά φιλοσόφων, ποδοπατώντας κάθε σωτήρια «προκατάληψη» (préjudice) αυτήν τη «συλλογική σοφία των αιώνων» όπως την αποκαλεί, καταστρέφοντας έτσι στο όνομα της ελευθερίας τη «συλλογική αίσθηση ως προς το αρμόζον των πραγμάτων» (the collective sense of fitness of things).

H δυναμική των επαναστάσεων αποτελούσε γι’ αυτόν ένα μυστήριο το οποίο —ως εξηγεί— δεν προσπάθησε καν να προσπελάσει. Η ψυχοσύνθεση των επαναστατών αντίθετα, τον ενδιέφερε ιδιαίτερα. Στη δηλητηριώδη πέννα του οφείλεται το πρώτο πορτραίτο του διανοούμενου επαναστάτη ο οποίος διέπεται από κακοπιστία, υπερκινητικότητα, συγκεκαλυμμένη περιφρόνηση προς εκείνους υπέρ των οποίων λέει ότι αγωνίζεται, μικρονοϊκή θεωρητικολογία που δεν πείθει παρά τους ολιγώτερον ευφυείς οπαδούς του, πονηριά, αδιάκοπη δραστηριότητα, αδυσώπητη εμμονή στον ίδιο πάντα στόχο, πλήρη στρέβλωση του ηθικού συναισθήματος, ψευδοφιλανθρωπία, εκμετάλλευση ανθρωπίνων δεινών και κατασκευή φανταστικών παραπόνων, κραυγαλέα σχεδόν ανακλαστική απαίτηση λύσεων σε όλα τα προβλήματα, τεραστία, οιονεί παθολογική, ματαιοδοξία και εκπληκτική ικανότητα παραμερισμού όλων των ανθρωπίνων συναισθημάτων που θα παρεμπόδιζαν την αφοσίωση του στο επαναστατικό έργο. Όταν ο επαναστάτης πετύχει, κινδυνεύει να γίνει ανελέητος τύραννος διότι δεν έχει ποτέ αμφιβολίες για την ορθότητα των λόγων του ούτε ενδοιασμούς για τις συνέπειες των πράξεων του. Από τα τελευταία του έργα το 1796 είναι οι λιγότερο γνωστές «Επιστολές επί μιας βασιλοκτόνου ειρήνης» («Letters on a Regicide Peace») όπου ο Burke δίνει μια εικόνα Αποκάλυψης για την ανομική αδυσώπητη εκείνη δύναμη που θα ανατρέψει τη «φυσική» τάξη των πολιτισμένων κοινωνιών, όπου η καταπίεση θα υποκαταστήσει τη νομιμότητα και η δήμευση την ανταλλαγή: «Η θέληση, η επιθυμία, οι χρείες, η ελευθερία, ο μόχθος, το αίμα των ατόμων δεν είναι τίποτα… το Κράτος είναι το παν». Το δυστοπικό αυτό όραμα αποδίδεται στην αλαζονεία των κοσμοδιορθωτών που προωθούν αφηρημένες μεταφυσικές λύσεις και ποδοπατούν έννοιες οι οποίες καθιστούν τον βίο βιωτό όπως η «βολή» (convenience), η «συνήθεια», το «γούστο» καθώς και μια αριστοτελικής εμπνεύσεως έννοια την οποία αποκαλούσε «πρακτική ευτυχία» (practical happiness).

Τελεία διαστρέβλωση της Γαλλικής Επανάστασης επεχείρησαν οι μαρξιστές-λενινιστές που εξύμνησαν τους πλέον ακραίους οπαδούς του Ρουσσώ και κυρίως τον ροβεσπιερικό Babeuf (1760-1797) ως αναδρομικούς προφήτες του κομμουνισμού διότι αυτοί ζητούσαν γενική αναδιανομή του πλούτου. Μια φράση στο «Μανιφέστο των Ίσων» που διεκήρυξαν οι ισοπεδωτές του Babeuf γοήτευσε ιδιαίτερα τους λενινιστές: «Η Γαλλική Επανάσταση δεν είναι παρά ο πρόδρομος μιας άλλης επαναστάσεως, πολύ μεγαλύτερης… η οποία θα είναι η τελευταία». Το γεγονός ότι ο Babeuf, οργανωτής της «Συνωμοσίας των Ίσων» («Conspiration des Egaux») εξετελέσθη την 27η Μαΐου 1797, δηλαδή πολύ καιρό αφού πια είχε λήξει ο Τρόμος, για προσβολή του καθεστώτος της ιδιοκτησίας, λησμονήθηκε από τους μαρξιστές-λενινιστές. Η άποψη πάντως ότι την Γαλλική Επανάσταση την έκανε κάποια μυθική «αστική τάξη» με στόχο την επιβολή του καπιταλισμού και την αποξήλωση της φεουδαρχίας δεν τεκμηριώθηκε ποτέ από κανέναν σοβαρό ιστορικό. Άλλωστε, εάν η άποψη αυτή αλήθευε, θα έπρεπε η Γαλλία να έχει εκβιομηχανισθεί πριν από τους γείτονες της, πράγμα που δεν συνέβη. Ο καπιταλισμός γεννήθηκε και ανδρώθηκε στην πατρίδα του Burke, την Αγγλία, όπου η βιομηχανική επανάσταση έγινε χωρίς να καταληφθούν Βαστίλλες, υπό συνταγματική μοναρχία. Στην ίδια τη Γαλλία, η επανάσταση δεν ανέδειξε θιασώτες ή θεωρητικούς του επιχειρείν. Άλλωστε, οι μη-τιτλούχοι έμποροι, επιχειρηματίες και ελευθεροεπαγγελματίες δεν υπέφεραν «ταξικώς» υπό το σκήπτρο του Λουδοβίκου. Αντιθέτως, επλούτιζαν και επαχύνονταν από τα ταμεία του μοναρχικού κράτους. Δεν ανιχνεύεται στην επαναστατημένη Γαλλία πολιτική επιρροή αστών με συνείδηση της ταξικής τους διαφοράς από τους ευγενείς. Ούτε μπορεί κανείς βέβαια να βγάλει συμπεράσματα από την ταξική προέλευση των αποκεφαλισθέντων όπου αντιπροσωπεύονται εξίσου όλα τα στρώματα και κυρίως τα πολυπληθέστερα λαϊκά.

Τι μένει λοιπόν από αυτή την Επανάσταση την οποία επικαλέσθηκαν τον Μάιο του 1989 τόσο οι διαδηλώνοντες Κινέζοι φοιτητές στην πλατεία Τιεν-Ναν-Μεν όσο και οι Κινέζοι κυβερνώντες που τους πολτοποίησαν υπό τις ερπύστριες των τανκς; Μένουν μερικά πολύ μεγάλα επιτεύγματα. Σε αντίθεση με τη ρωσική του 1917 η Γαλλική Επανάσταση χαρακτηρίσθηκε από παραγωγή ιδεών που εφλόγισαν τις συνειδήσεις σε όλη την Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική τον 19ο αιώνα, στην Ασία την Αφρική και τις χώρες του Ειρηνικού τον 20ό αιώνα. Η Γαλλική Επανάσταση καθιέρωσε σε όλο τον κόσμο την αντίληψη ότι η διακυβέρνηση χωρίς λαϊκή έγκριση είναι παράνομη. Εδώ και 200 χρόνια είναι αδύνατον να μνημονεύσει κανείς έννοιες όπως λαϊκή εκπαίδευση, πατριωτισμός, εθνικισμός, ισότητα, αυτοδιάθεση, κράτος δικαίου, αστικός κώδιξ, ελευθερία της σκέψης, κατοχύρωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, λαϊκά αιτήματα, πολιτική προπαγάνδα, διαφωτισμός, κόμματα, Αριστερά και Δεξιά, ταξικές συγκρούσεις χωρίς να αναφερθεί στη Γαλλική Επανάσταση. Η σταδιακή κατάργηση της δουλείας διεθνώς, η αφύπνιση των εθνοτήτων και συγκρότηση εθνικών κρατών, η κατοχύρωση της ισονομίας και της ισοπολιτείας, ο διαχωρισμός της Εκκλησίας από το κράτος, η φροντίδα για το νόμισμα, τα μέτρα και τα σταθμά υπήρξαν επιτεύγματα εμπνευσμένα από τη Γαλλική Επανάσταση που έμειναν. Το νέο ημερολόγιο και τα άχρηστα δεκαδικά ρολόγια έμειναν απλώς στο μουσείο της ιστορίας. Το κυριότερο πάντως επίτευγμα της Γαλλικής Επανάστασης ήταν η οικουμενικότητα του μηνύματός της που απευθυνόταν στον άνθρωπο γενικώς, όχι στο Γάλλο, στον αστό ή τον εργάτη.

Η σύγκρισή της με τη Ρωσική Επανάσταση είναι διδακτική. Η Γαλλική Επανάσταση υπήρξε πλατύ κίνημα με αυθόρμητη συμμετοχή μεγάλων αριθμών απλών πολιτών σε όλα της τα στάδια. Στη Ρωσία οι μάζες δεν κινούνται καθόλου μετά το 1917, και ελάχιστα πριν. Οι Γάλλοι επώνυμοι επαναστάτες μετριούνται σε τριψήφιους αριθμούς ενώ στη Ρωσία κυριαρχεί ο Λένιν. Στη Γαλλία δεν υπήρξε ποτέ ένας ο θεωρητικός, ένας ο ηγέτης, ένα το κόμμα. Αυτός ο επαναστατικός πλουραλισμός απέτρεψε την εγκαθίδρυση δικτατορίας για μεγάλο διάστημα. Η «γενική βούληση» δεν έγινε τελικώς ιδιοκτησία κανενός διότι η θεοποίηση του Λόγου ενεργοποίησε τους λογισμούς ενώ στη Ρωσία η αδιαφανής και ακατανόητη «θεωρία» του διαλεκτικού υλισμού απαίτησε ευθύς εξαρχής έγκυρους ερμηνευτές και έκλεισε τα στόματα όλων των άλλων. Οι φιλελεύθερες ιδέες δεν κατεπνίγησαν τελικώς από τη Γαλλική Επανάσταση αλλά κατεδιώχθησαν αμείλικτα από τη Ρωσική. Ουδείς Γάλλος επαναστάτης, ούτε ο ίδιος ο Ροβεσπιέρος, αρνήθηκε ποτέ την αξία των δικαιωμάτων του ανθρώπου όπως το έκανε ρητά ο Λένιν. Ακόμη και τη στυγνότερη περίοδο του Τρόμου ο Ροβεσπιέρος υποστήριζε ότι τα δικαιώματα έπρεπε απλώς να ανασταλούν για ένα διάστημα έως ότου σταθεροποιηθεί το νέο καθεστώς. Ο Λένιν τα χλεύασε εξ υπαρχής. Στον 20ό αιώνα η αιματηρή περιπέτεια μιας «γενικής βούλησης» που αποχαλινώθηκε εξεικονίζεται στην πορεία του εφηρμοσμένου μαρξισμού-λενινισμού.

Μαρξισμός-Λενινισμός: Σωτήρια η πάλη των τάξεων

Ο Καρλ Μαρξ (1818-1883) ξεκινάει και αυτός από μια δική του εκδοχή «φυσικής κατάστασης» την οποία αποκαλεί «πρωτόγονο κομμουνισμό» μια κάπως τραχεία και δυσβίωτη Εδέμ όπου όλα ήσαν κοινά και όπου κανείς δεν «εκμεταλλευόταν» ακόμη κανέναν. Τα πράγματα άλλαξαν όταν ο άνθρωπος έφαγε τον απαγορευμένο καρπό της ατομικής ιδιοκτησίας και μπήκε στο δρόμο της ανταλλακτικής οικονομίας οπότε προέκυψε μεν πλούτος και καταμερισμός της εργασίας αλλά και εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, καταδυνάστευση των εργαζομένων, απόσπαση υπεραξίας, φετιχισμός του εμπορεύματος, χρήμα αλλά και η πάλη των τάξεων που αντιπροσωπεύει την ελπίδα για την τελική σωτηρία του γένους. Η ιστορία είναι θέατρο ταξικών αγώνων όπου η κάθε φορά «προοδευτική» τάξη επιβάλλοντας νέες «παραγωγικές σχέσεις» (αντικαθιστώντας π.χ. τη δουλεία με τη δουλοπαροικία και αυτήν με την μισθωτή εργασία και την ατομική ιδιοκτησία), αυξάνει την παραγωγικότητα, δηλαδή τον πλούτο της ανθρωπότητας. Η ιστορία θα τελειώσει με την επαναστατική επικράτηση της τάξης των προλεταρίων, που εκφράζουν τα συμφέροντα της σύνολης ανθρωπότητας και την εγκαθίδρυση της αταξικής κοινωνίας έτσι ώστε να επιβληθεί ο κομμουνισμός, όχι ο πρωτόγονος όλο αθλιότητα και καλά αισθήματα αλλά ο εξελιγμένος, όπου ο άνθρωπος θα ξαναβρεί τη χαμένη του ανθρωπιά και θα υλοποιεί όλες τις δημιουργικές ικανότητες που κρύβει μέσα του ως άνθρωπος. Το έντονο ιστορικό στοιχείο σε αυτή τη θεωρία που εξαρτά κάθε «πρόοδο» από την «πάλη των τάξεων» ονομάσθηκε από τον Έγκελς «ιστορικός υλισμός» και από τον Πλεχάνωφ «διαλεκτικός υλισμός» για να υπογραμμιστεί η «διαλεκτική» -αυτή η τελείως ακατανόητη εγελιανή έννοια που καταργούσε τη λογική, επέτρεπε κάθε σύγχυση και «ερμήνευε» δηλαδή δικαίωνε όλες τις μεταστροφές, τις παρασπονδίες και τις αγριότητες που εθεωρούντο κάθε φορά απαραίτητες για να κατακτηθεί ο κομμουνιστικός παράδεισος.

Αυτό το όραμα ειρηνικής αναρχίας που θα οδηγήσει «τον μέσο άνθρωπο να υψωθεί στο επίπεδο ενός Αριστοτέλη, ενός Γκαίτε ή ενός Μαρξ», όπως έλεγε ο Τρότσκυ, αυτή η κοινωνία της ευδαιμονίας χωρίς αντιφάσεις, αντιθέσεις και σπάνι όπου όλοι οι άνθρωποι γίνονται καλοί, ενάρετοι, πλούσιοι, ευτυχείς, λογικοί και ελεύθεροι δεν κατακτάται κατά τους μαρξιστές με ατομικές προσπάθειες όπως ο παράδεισος των χριστιανών αλλά με αιματηρούς ταξικούς αγώνες. Ωστόσο, η προλεταριακή επανάσταση που θα περατώσει την ιστορία δεν θα ελευθερώσει μόνο τις δυνάμεις παραγωγής αλλά και τα πνεύματα. Ο κομμουνισμός θα είναι ο θρίαμβος της επιστήμης επί της ιδεολογίας και του μύθου. Η αισιοδοξία του Μαρξ είναι αστείρευτη. Ενώ ο Πλάτων θεωρούσε μικρή την πιθανότητα να βρίσκεται πάντοτε ο κατάλληλος φιλόσοφος-βασιλεύς για να αναλάβει τα ηνία της πολιτείας, ο Μαρξ δεν είχε καμία αμφιβολία για την πρακτική επιτυχία του σχεδίου του. Η ευτυχής κατάληξη του ταξικού αγώνος ο οποίος μετά το γκρέμισμα του καπιταλισμού και γενικώς της οικονομίας της αγοράς θα περνούσε πρώτα από το στάδιο του σοσιαλισμού («στον καθένα ανάλογα με την προσφορά του») για να φτάσει τελικώς στον κομμουνισμό («στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του») ήταν εξασφαλισμένη διότι η ελευθέρωση των σχέσεων εργασίας από τη βαριά υποθήκη της ταξικής εκμετάλλευσης θα οδηγούσε στην «αυτοκατάφαση» (Selbsbestatigung) του ανθρώπου σε συνθήκες πρωτοφανούς ευημερίας για όλους. Η ιδέα ότι μπορεί να συνυπάρξουν σοσιαλισμός και αθλιότητα δεν περνάει ούτε για μια στιγμή απότη σκέψη τού Μαρξ. Η αφθονία είναι για αυτόν εξασφαλισμένη αρκεί να καταργηθούν οι ανταλλαγές, η ατομική ιδιοκτησία και το χρήμα.

Το περίεργο για έναν στοχαστή εγελιανής εμπνεύσεως που νοεί τα πάντα ως δυναμικά, ρευστά και εξελισσόμενα είναι ότι θεωρεί τις ανθρώπινες ανάγκες πάγιες, σταθερές και επιδεκτικές κορεσμού. Στην εποχή του ωστόσο ουδείς είχε «ανάγκη» τηλεοράσεως. Σήμερα ένας επίγειος παράδεισος, όπως αυτός που περιγράφει, θα εννοείτο από πολλούς ως ελαττωματικός εάν δεν προσέφερε και αυτό το αγαθό. Φυσικά, ο Μαρξ δεν εξηγεί πώς είναι δυνατόν επί κομμουνισμού η προσφορά όλων των αγαθών να υπερβαίνει παντού και πάντοτε τη ζήτηση έτσι ώστε να εξασφαλίζεται οπωσδήποτε η «αφθονία» και η «ικανοποίηση όλων των αναγκών». Η ίδια η έννοια ανάγκη είναι άλλωστε αρκετά σκοτεινή στο έργο του Μαρξ ο οποίος δεν αναγνωρίζει βέβαια κανένα ρόλο στην προτίμηση, περιφρονεί την υποκειμενικότητα και διαβλέπει παντού αντικειμενικές ανάγκες, διαδικασίες, και νομοτελειακές εξελίξεις. Το ουσιώδες γνώρισμα του κομμουνισμού, ωστόσο, δεν είναι κατά τον Μαρξ η παραγωγικότητά του όσο η απουσία εκμετάλλευσης, η συντροφικότητα και ο ανθρώπινος χαρακτήρας της παραγωγής. Από τη στιγμή που θα λείψει το κυνηγητό του κέρδους, το φετίχ του χρήματος και η δουλεία της παραγωγής-για-την-αγορά η ανθρωπότητα θα μπορεί πια να παράγει προϊόντα που έχουν αξία χρήσης ως αγαθά και όχι απλώς ανταλλακτική αξία ως εμπορεύματα. Η «παραγωγή-για-χρήση» και όχι «παραγωγή-για κέρδος» υπήρξε ένα βασικό μαρξιστικό ιδεολόγημα που διαποτίζει ακόμη τους σοσιαλιστές και γενικώς τους αριστερούς σε όλο τον κόσμο.

Η αδυσώπητη εχθρότητα των Μαρξ και Έγκελς κατά της ιδιοκτησίας και των ανταλλακτικών σχέσεων που γεννούν εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και αλλοτριώνουν το άτομο δεσπόζει σε όλο τους το έργο. Όταν ο Γκορμπατσώφ δηλώνει στις 19.6.90 ότι «η ελεύθερη αγορά ήρθε με την αυγή του πολιτισμού και δεν είναι εφεύρημα του καπιταλισμού», έχει βέβαια δίκιο αλλά δεν μιλάει πια ως μαρξιστής. Όταν μάλιστα το 1990 καταδικάζει στο συνέδριο του ΚΚΣΕ τους προκατόχους του «διότι αφήρεσαν από το λαό κάθε μορφή ιδιοκτησίας και έτσι τον αποξένωσαν από την παραγωγή», γίνεται αντιμαρξιστής. Όταν τον Ιανουάριο του 1991 εισηγείται στην Κ.Ε. του ΚΚΕ την ανάγκη ένταξης της ΕΣΣΔ στην παγκόσμια —καπιταλιστική— οικονομία περνάει σαφώς στο στρατόπεδο του ιδεολογικού και πολιτικού αντιπάλου. Κάποιος που θα έλεγε ότι καλώς έκαναν οι Πρωτόπλαστοι και έφαγαν από τον απαγορευμένο καρπό, θα μπορούσε άραγε να δηλώνει ακόμη χριστιανός; Χωρίς προπατορικό αμάρτημα η θυσία του Ιησού μένει αδικαίωτη. Χωρίς καταπολέμηση της αγοράς και κατάργηση της ιδιοκτησίας, η ρωσική «επανάσταση» μένει μια περιττή και αδικαίωτη αιματηρή τραγωδία. Τούτο δέχθηκε expressis verbis ο ίδιος ο Γκορμπατσώφ χαρακτηρίζοντάς την «βίαιο πραξικόπημα» στην προαναφερθείσα ομιλία του στους συντρόφους του (S. Times 28-7-91). Ο μαρξισμός ωστόσο, δεν είναι ιδεολογική «κουρελού» όπου μπορεί κανείς ανέμελα να προσθαφαιρεί ό,τι θέλει. Ως συγκερασμός εγελιανής εσχατολογίας, αγγλικής οικονομικής θεωρίας, γαλλικής πολιτειολογίας, ως αναχώνευση και ανασυνδυασμός ιδεών των Χέγκελ, Ρουσσώ, Ανταμ Σμιθ, Ρικάρντο και των ουτοπικών σοσιαλιστών, Προυντόν, Σαιν-Σιμόν και Φουριέ, ο μαρξισμός απέκτησε ακατανίκητη γοητεία ιδίως στους διανοούμενους, ακριβώς επειδή δεν ερμηνεύει απλώς τον κόσμο —κατά την περιφρονητική για όλους τους άλλους φιλοσόφους ρήση του Μαρξ— αλλά επιθυμεί να τον αλλάξει.

Πρόκειται για βαθύτατα αλαζονική στάση που σφραγίζει την αντιπνευματική, βουλησιαρχική, δογματική πλευρά του μαρξισμού. Οι μεγάλοι στοχαστές που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τον κόσμο, τον άλλαξαν ακριβώς στο μέτρο που οι ερμηνείες τους βρήκαν ανταπόκριση στους συνανθρώπους τους. Ο Αριστοτέλης, ο Απόστολος Παύλος, ο Κοπέρνικος, ο Νεύτων, ο Αϊνστάιν άλλαξαν τον κόσμο με την πνευματική τους προσφορά χωρίς ποτέ να ισχυρισθούν ότι δεν ενδιαφέρονται να τον καταλάβουν. Ο κόσμος δεν αποτελεί άλλωστε ιδιοκτησία κανενός, ούτε βέβαια της εργατικής τάξης και του κόμματός της. Ωστόσο, η επαναστατική αλαζονεία του μαρξισμού, η επιστημονικοφάνειά του, η έμφαση στις «νομοτέλειες» και η παραπλανητική «πληρότητα» των απαντήσεων του στα ερωτήματα της εποχής τον κατέστησαν μιαν ιδεολογία ιδιαιτέρως δραστική.

Στο επίπεδο της καθημερινής πράξης και ιδιαίτερα για τον εργάτη που έχει πεισθεί ότι δεν έχει να χάσει παρά μόνο τις αλυσίδες του, τον διανοούμενο που δεν θέλει να χάσει τις παρωπίδες του και τον κοινό άνθρωπο που έχει χάσει τις ελπίδες του ο μαρξισμός λειτούργησε παρηγορητικώς ως ένα είδος κοσμικής θρησκείας, ερμηνεύοντας προέλευση, προσφέροντας διέξοδο και προτείνοντας λύσεις «εν κόσμω» καθαγιασμένες φιλοσοφικώς και επιστημονικώς. Ωστόσο το τίμημα αυτής της σφαιρικότητας του μαρξισμού είναι ότι οιαδήποτε χαλάρωση των αρμών της θεωρίας, οιαδήποτε «ελαστικοποίηση», τον καταρρακώνει διότι από τη στιγμή που ο μαρξισμός θα παύσει να είναι ένα σφιχτοδεμένο σύστημα αλληλοϋποστηριζομένων διαπιστώσεων, αξιωμάτων, παραδοχών και ισχυρισμών, από τη στιγμή που θα γίνει όντως ένα σύμφυρμα από ασύνδετες μεταξύ τους αυθαιρέτως επιλεγμένες προτάσεις κινδυνεύει να υποστεί δύο τινά: Πρώτον να χάσει τον εσχατολογικό του χαρακτήρα και να αποδυναμώσει έτσι την έφεση των οπαδών του προς επανάσταση (τούτο συνέβη σιγά-σιγά με τους μαρξιστές της Δύσης μετά τον πόλεμο) και δεύτερον να χάσει κάθε δυνατότητα νομιμοποίησης των τελοκρατικών καθεστώτων που στήθηκαν στο όνομα του (τούτο συνέβη το 1989 στην Ανατολική Ευρώπη).

Ο μαρξισμός, ωστόσο, δεν διεψεύσθη μόνον ως καθεστώς αλλά και ως κριτική του καπιταλισμού. Βεβαίως ο ίδιος ο Μαρξ είχε μείνει κεχηνώς μπροστά στα επιτεύγματα της παραγωγής-για-την-αγορά τονίζοντας ότι αυτά «ξεπερνούν κατά πολύ τις αιγυπτιακές πυραμίδες, τα ρωμαϊκά υδραγωγεία και τους γοτθικούς καθεδρικούς ναούς… Κατά τη διάρκεια ενός μόλις αιώνα δημιουργήθηκαν μαζικότερες και πιο κολοσισσαίες παραγωγικές δυνάμεις από όλες τις προηγούμενες γενιές μαζί». Η αστική τάξη ανάμεσα στα άλλα θαυμάσια που έκανε «έσωσε μεγάλο μέρος του πληθυσμού από την αποκτήνωση της αγροτικής ζωής» (Κομμουνιστικό Μανιφέστο, Κεφ. II). Η θριαμβευτική αυτή πορεία δεν εσταμάτησε βέβαια ποτέ. Στα 200 χρόνια ζωής του στη Δύση ο καπιταλισμός τριπλασίασε το μέσο όρο ζωής και χιλιαπλασίασε τον πλούτο. Μεταξύ 1945 και 1975 κατά την «ένδοξη τριακονταετία» (les trente glorieuses) όπως την απεκάλεσε ο Γάλλος οικονομολόγος Φουραστιέ, το εθνικό κατά κεφαλήν εισόδημα στις χώρες του ΟΟΣΑ εικοσαπλασιάστηκε. Η περίφημη περικοπή από τη «Γερμανική Ιδεολογία» όπου ο Μαρξ ονειρεύεται ότι στην κομμουνιστική κοινωνία κανείς δεν θα δεσμεύεται πια από τις δουλείες του καταμερισμού της εργασίας και θα μπορεί έτσι «να κυνηγάει το πρωί, να ψαρεύει το απόγευμα, να εκτρέφει ζώα το βράδυ και να κάνει την κριτική του μετά το δείπνο» μπορεί να αποβεί τελικώς προφητική αλλά για τις χώρες του ώριμου καπιταλισμού και όχι για εκείνες που υιοθέτησαν τις δικές του συνταγές.

Ο Μαρξ, ο Έγκελς και οι οπαδοί τους υπήρξαν γενικώς κάκιστοι προφήτες. Είπαν ότι η επανάσταση θα ξεκινήσει από τις χώρες του προηγμένου καπιταλισμού και θα απλωθεί σε όλο τον κόσμο. Η επανάσταση έγινε σε προ-καπιταλιστικές, αγροτικές χώρες (Ρωσία-Κίνα) ενώ στις καπιταλιστικές οι κομματικοί σχηματισμοί που την υποστήριξαν συρρικνώθηκαν προοδευτικώς σε στατιστικώς ασήμαντα ποσοστά του εκλογικού σώματος χωρίς φυσικά να κάνουν επανάσταση. Είπαν ακόμη ότι το κεφάλαιο θα συσσωρεύεται σε όλο και λιγότερα χέρια με αποτέλεσμα η κοινωνία να χωρισθεί τελικώς σε μια χούφτα πάμπλουτων καπιταλιστών και μια στρατιά ραγδαίως επαναστατικοποιούμενων και εξαθλιούμενων προλεταρίων. Σήμερα πλήθυναν οι μέτοχοι, οι ιδιοκτήτες, οι αυτοτελώς εργαζόμενοι ενώ οι προλετάριοι έχουν συρρικνωθεί σε μια μικρή πλην ευημερούσα μειονότητα. Είπαν ότι η εργατική τάξη θα εξαθλιώνεται προϊόντος του χρόνου ενώ θα αυξάνεται παράλληλα η ανεργία και η αλλοτρίωση των εργατών (αίσθηση αδυναμίας σε μεγάλα εργοστάσια, «πραγμοποίηση» του εργάτη καθώς αυτός αποξενώνεται από το προϊόν της εργασίας του). Το φαινόμενο αυτό παρατηρήθηκε μεν, αλλά στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Είπαν ακόμη ότι ουδείς πλουτίζει αν δεν εκμεταλλευθεί κάποιον.

Η φρικώδης αθλιότητα ορισμένων απομονωμένων τριτοκοσμικών χωρών οδήγησε την αριστερή οικονομολόγο του Καίημπριτζ Τζόαν Ρόμπινσον να πει με αρκετή δόση σαρκασμού ότι «η αθλιότης της εκμετάλλευσης από τους καπιταλιστές δεν είναι τίποτα μπροστά στην αθλιότητα του να μην έρχεται κανείς να σε εκμεταλλευθεί». Αντιθέτως υπάρχουν άτομα, τυπικώς προλετάριοι αφού δεν κατέχουν μέσα παραγωγής, όπως π.χ. οι σύμβουλοι επιχειρήσεων οι οποίοι κερδίζουν εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια το χρόνο έχοντας ως υπαλλήλους ένα βοηθό και δύο γραμματείς. Από την άλλη οι μαρξιστές δεν πρόβλεψαν τη δύναμη του εθνικισμού, την άνοδο του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού, την ικανότητα του καπιταλισμού να αναπροσαρμόζεται, την ανάδυση του τρίτου κόσμου, τη διεθνοποίηση της αγοράς, τη σημασία του περιβάλλοντος και φυσικά… την κατάρρευση των δικών τους καθεστώτων. Έκριναν τον καπιταλισμό ως «αντικειμενικοί» δικαστές έχοντας υπογράψει τη θανατική του καταδίκη πριν ακόμη αρχίσει η δίκη του και παρέλειψαν να εξετάσουν το μέλλον του σοσιαλισμού που απέθανε χωρίς την άδεια τους.

Το μόνο στο οποίο οι μαρξιστές δεν έπεσαν έξω ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου την οποία όντως εφάρμοσαν ακολουθώντας κατά γράμμα τις προδιαγραφές και υποθήκες του Μαρξ ως τις επεξεργάσθηκε περαιτέρω ο Λένιν. Ο όρος προλεταριάτο προέρχεται από τη λέξη proles με την οποία οι Ρωμαίοι χαρακτήριζαν τους ακτήμονες ελεύθερους, τους σκέτους γεννήτορες, αυτούς δηλαδή που δεν έχουν καμία περιουσία και προσφέρουν μόνον απογόνους στην πολιτεία. Στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», ο Μαρξ διευκρινίζει ότι η «επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου» θα είναι «μεταβατική» κατάσταση μεταξύ της καπιταλιστικής και της κομμουνιστικής κοινωνίας. Το όραμα της αταξικής κοινωνίας όπου «η διακυβέρνηση των ανθρώπων» θα αντικατασταθεί από την «διοίκηση των πραγμάτων» όπως έλεγε ο Έγκελς, αντιγράφοντας κατά λέξη τη σχετική διατύπωση του Σαιν-Σιμόν, απαιτούσε ανθρωποθυσίες, πράγμα που εγνώριζε άριστα ο Μαρξ εις πείσμα ορισμένων οπαδών του που θέλουν οπωσδήποτε να τον αθωώσουν για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο όνομα του. Ο ίδιος δεν επέτρεψε ούτε καν μνεία δικαιωμάτων του ανθρώπου στο καταστατικό της Πρώτης Διεθνούς που οργανώθηκε υπό την δική του αιγίδα και του Έγκελς. Στο «Εβραϊκό ζήτημα» εξηγεί με περισσή σαφήνεια ότι τα ατομικά δικαιώματα είναι πρώτον ιδεολογικό όπλο στα χέρια της αστικής κοινωνίας για να διαιωνίζει τα προνόμια και τις ανισότητες που εκτρέφει και δεύτερον προϋποθέτουν ανταγωνισμό μεταξύ εγωιστικών ατόμων ο οποίος θα έχει καταργηθεί οριστικώς στη σοσιαλιστική κοινωνία. Φιλοσοφικώς η ιδέα της ελευθερίας είναι στον Μαρξ θετική, ενσαρκώνει μια συγκεκριμένη αντίληψη του «καλού» και αφορά τη χειραφέτηση του προλεταριάτου συλλογικώς. Δικαιώματα του ανθρώπου που θα εκάλυπταν ισονομικώς τόσο τον κεφαλαιοκράτη όσο και τον εργάτη είναι αυτόχρημα αδιανόητα για τον Μαρξ.

Στη συζήτηση που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Διαβάζω» (τεύχος 233 της 21.2.90) ο Τσουκαλάς απορρίπτει απερίφραστα την εκδοχή του «ανθρωπιστικού μαρξισμού» που τάχα διαστρεβλώθηκε από τον κακό Στάλιν λέγοντας ότι: «Η δικτατορία του προλεταριάτου ακόμα και εάν εμφανίζεται ως παροδική φάση, παραμένει δικτατορία. Η εξουσία, η προλεταριακή έστω εξουσία, παρεμβαίνει όπου και όπως ‘χρειάζεται’ για να επιτευχθούν οι επαναστατικοί στόχοι, ακόμη και εις βάρος των ατομικών δικαιωμάτων εκείνων που αντιτίθενται στην εξουσία του λαού. Ήδη λοιπόν, στον Μαρξ η ολοκληρωτική δυνατότητα της εξουσίας είναι σαφής. Και δεν νομίζω ότι η προσπάθεια να περισώσει κανείς τον ‘καλό’ Μαρξ έχει πια νόημα». Για τον ίδιο τον Μαρξ, η συζήτηση αυτή δεν θα έπρεπε καν να είχε ξεκινήσει. Εκτός των άλλων και διότι το «άτομο», ως έννοια, είναι γι’ αυτόν ιδεολογικό κατασκεύασμα της άρχουσας τάξης. Ο μαρξισμός συνιστά δηλαδή πλήρη ρήξη με την ευρωπαϊκή παράδοση η οποία ανέπτυξε από την Αναγέννηση και πέρα τη γλώσσα των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ενώ εισάγει για πρώτη φορά την ιδέα ότι η κοινωνική σύγκρουση, η πάλη των τάξεων είναι η κινητήρια δύναμη της κοινωνίας που θα επιφέρει την ελευθέρωση της ανθρωπότητας. Όταν ο Γκορμπατσώφ λέει ότι η πάλη των τάξεων καταργείται είναι σαν να έλεγε ο Πάπας ότι ο Ιησούς Χριστός υπήρξε άνθρωπος όπως όλοι, δεν μετείχε του θείου και βεβαίως δεν ανεστήθη εκ νεκρών.

Εάν ο Μαρξ και ο Έγκελς ηρκούντο στη διαπίστωση ότι σε κάθε κοινωνία υπάρχουν ανταγωνιζόμενες ομάδες η κάθε μια από τις οποίες επιδιώκει σκοπούς που μπορούν να ικανοποιηθούν εις βάρος των άλλων, τούτο θα ήταν μια κοινοτοπία χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Οι ιδρυτές του μαρξισμού όμως προχωρούν πολύ περισσότερο. Εμφανίζουν δύο κυρίως τάξεις ως ενσυνείδητους αντιπάλους, ως σύνολα με τέτοια εσωτερική συνοχή ώστε να δρουν σαν ένας άνθρωπος για την υπεράσπιση των αμειλίκτως αντιτιθεμένων και πλήρως συνειδητοποιημένων ταξικών τους συμφερόντων. Η ταξικότητα, διαπερνά κατά την άποψη τους ως και τις πιο μύχιες σκέψεις των ανθρώπων, βεβαίως δε και τους θεσμούς, τα ήθη, τις παραδόσεις, τις δοξασίες, όλο δηλαδή το «εποικοδόμημα». Το προλεταριάτο που υπόκειται στην ταξική επιρροή και παραπλάνηση εκ μέρους της άρχουσας τάξης πρέπει —κατά τον Μαρξ— να γίνει τάξη «δι’ εαυτήν», να αποκτήσει δηλαδή συνείδηση του ρόλου του και να απεξαρτηθεί από το «όπιον του λαού», τη θρησκεία, μετατρέποντας το όπλο της κριτικής κατά του αστικού καθεστώτος σε κριτική δια των όπλων. Παρά τη ρητορική της αναμέτρησης (στρατηγική, τακτική, σύγκρουση, μάχες) διαβάζοντας μαρξιστικά κείμενα αποκομίζει κανείς την εντύπωση ότι οι τάξεις δεν είναι σύνολα προσώπων αλλά σχεδόν αφηρημένες ιδέες χρήσιμες απλώς για την ανάπτυξη του εσχατολογικού λογισμού. Ο μηχανισμός αποπροσανατολισμού λειτουργεί περίπου ως εξής: Μπορεί κανείς να φαντασθεί ένα βιβλίο ιατρικής γραμμένο από έναν βουδιστή αστρολόγο πνευματιστή οραματιστή; Το βιβλίο θα άρχιζε λέγοντας π.χ. ότι το συγκεκριμένο ανθρώπινο σώμα δεν είναι το πραγματικό αλλά ότι υπάρχει ένα άλλο αόρατο ιστορικό σώμα που συνδέεται με το υλικό χωρίς να ταυτίζεται μαζί του και αποτελεί το πραγματικό αντικείμενο μελέτης. Το βιβλίο θα συνέχιζε π.χ. με την επίδραση των διαδοχικών μετεμψυχώσεων στην προσωπικότητα διαμέσου των αιώνων. Τα μαρξιστικά εγχειρίδια θυμίζουν αυτήν την προσέγγιση.
Το τι θέλουν οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι, και ποια είναι η πραγματική κατάσταση δεν έχει σημασία για τον «επιστήμονα σοσιαλιστή». Αυτό που συνιστά το πραγματικό αντικείμενο μελέτης είναι η —μυθική— «Πάλη των Τάξεων» που κινεί τον κόσμο από καταβολής ανθρωπότητας και ας μην φαίνεται. Οι ιδέες των ανθρώπων δεν είναι δικές τους αλλά κομμάτι του «Εποικοδομήματος» που αναδύεται σαν εκτόπλασμα από τη «Βάση» ενώ κάποιες ανθρωπομορφικές υποστασιοποιημένες οντότητες, το «Προλεταριάτο», η «Άρχουσα Τάξη» αποφασίζουν για τα ανθρώπινα ερήμην των φθαρτών, θνητών και προσωρινών εκπροσώπων τους. Στον κόσμο της μαγείας όλα βρίσκουν τελικώς την ερμηνεία τους. Ακόμη και η αποτυχία μεταμφιέζεται σε αναγέννηση των μαρξιστικών ιδεών διότι κατά μία περίεργη νοητική διαστροφή η ίδια η θεωρία παραμένει πάντοτε αλώβητη ως πλατωνική ιδέα. Μόνον οι εφαρμογές της, τα «πρότυπα» αποδεικνύονται σκάρτα. Το αστρικό σώμα δεν νοσεί ποτέ, είναι απρόσβλητο εξ ορισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τη δεκαετία του ’70 ήδη ορισμένοι μαρξιστές διανοούμενοι είχαν αντιληφθεί ότι ο μαρξισμός καταρρέει και προσπάθησαν να τον στεγανοποιήσουν από κάθε πρακτική του εφαρμογή, δηλαδή από κάθε αποτυχία στην πράξη. Έτσι, ο Γάλλος μαρξιστής-στρουκτουραλιστής Αλτουσέρ που πέθανε το 1990 ισχυρίσθηκε ότι οι ιδέες καταπολεμούνται μόνο με άλλες ιδέες, ποτέ με γεγονότα. «Η Πάλη των Τάξεων —είπε— καταλήγει συχνά να μην είναι τίποτα περισσότερο από την πάλη υπέρ μιας λέξης και εναντίον μιας άλλης λέξης». Τούτο το είχαν αντιληφθεί πολύ πριν από τον Αλτουσέρ οι ίδιοι οι προλετάριοι οι οποίοι παρά τις ποικίλες μαρξιστικές παραινέσεις ουδέποτε και ουδαμού κινήθηκαν απειλητικώς και επαναστατικώς ως συνειδητοποιημένη τάξη «για τον εαυτό της» εναντίον κάποιας άλλης τάξης. Ακόμη και ο ίδιος ο Μαρξ άλλωστε φαίνεται να πίστευε στην αρχή της ζωής του ότι ο καπιταλισμός θα κατέρρεε λίγο-πολύ μόνος του. Όσο τούτο ανεβάλετο τόσο ο Μαρξ άρχισε να προωθεί την ανάγκη βιαίας επαναστατικής ανατροπής του ακριβώς διότι δεν την έβλεπε να έρχεται μόνη της.

Σήμερα είναι πια σαφές πώς γεννήθηκε η μαρξιστική αμφισβήτηση του καπιταλισμού και γιατί έσβυσε. Η ιδιωτική πρωτοβουλία οδήγησε μεν στην πρωτοφανή έκρηξη παραγωγικότητας που χαρακτηρίζεται ως βιομηχανική επανάσταση αλλά απαίτησε και την ταχεία συγκρότηση ενός πειθαρχημένου βιομηχανικού στρατού. Εμφανίστηκαν τότε εργατικές ενώσεις και κόμματα, αρχικώς προς υπεράσπιση/ των συμφερόντων των εργατών. Σιγά-σιγά στις συνδικαλιστικές και πολιτικές αυτές οργανώσεις διαμορφώθηκε η αντίληψη ότι η παραγωγή δεν χρειαζόταν ιδιώτες επιχειρηματίες που απέβλεπαν στο κέρδος αλλά μπορούσε να οργανωθεί άριστα μέσω κρατικών επενδύσεων. Θα θεραπεύονταν έτσι ορισμένα δεινά του καπιταλισμού όπως η φτώχεια και οι θύλακοι ανεργίας όταν —υπό την πίεση του ανταγωνισμού— έκλειναν εργοστάσια. Στο θέμα της φτώχειας ειδικά, ο Μαρξ και ιδίως ο Έγκελς έπεσαν θύματα όχι μόνο της θεωρίας τους αλλά και μιας στατιστικής αυταπάτης. Η βιομηχανική επανάσταση δεν έκανε τους φτωχούς φτωχότερους όπως έλεγε ο Μαρξ αλλά απλώς αύξησε τον πληθυσμό της χώρας γενικώς και κατ’ επέκτασιν τον πληθυσμό των φτωχών ειδικώς που ήσαν πάντοτε αναλογικώς περισσότεροι από τους πλουσίους. Παρά την ταχεία αύξηση του εθνικού πλούτου η δημογραφική έκρηξη, ακριβώς διότι επεσυνέβη, κράτησε, για ένα διάστημα, χαμηλό το κατά κεφαλήν εισόδημα. Αυτή η τάση αύξησης του πληθυσμού οδήγησε και σε απαισιόδοξες προβλέψεις για την προϊούσα εξαθλίωση της ανθρωπότητας λόγω των όλο και περισσότερων στομάτων που έπρεπε να τραφούν από πεπερασμένους πόρους όπως διεκήρυξε ο Μάλθους. Η φάση αυτή ξεπεράστηκε γρήγορα με αποτέλεσμα ο ηυξημένος πληθυσμός να αρχίσει και αυτός σύντομα να αυξάνει το εισόδημα του.

Σε αυτήν τη διαδικασία ανίσου —βεβαίως— πλουτισμού σχηματίσθηκαν γρήγορα και μεγάλες περιουσίες. Ο Μαρξ βλέποντας ορισμένους επιχειρηματίες να κερδοφορούν είκασε ότι ο πλούτος των μεν είχε κάποια αιτιώδη σχέση με την πενία των δε. Το γεγονός ότι σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο επικρατούσε φοβερή φτώχεια χωρίς να υπάρχουν πλούσιοι που να την «προκαλούν» δεν τον απασχόλησε ποτέ. Παρατηρώντας τέλος τις δυσκαμψίες της πληθοπαραγωγής η οποία ενίοτε ξεπερνούσε κατά πολύ την απορροφητικότητα της αγοράς ήταν εύκολο να οδηγηθεί ο Μαρξ στις έννοιες της «υπερπαραγωγής», της «υποκατανάλωσης» και των κυκλικών κρίσεων του καπιταλισμού. Βλέποντας τέλος την εκπληκτική επιστημονικοτεχνική πρόοδο που συνόδευε την βιομηχανική επανάσταση παρασύρθηκε να την θεωρήσει ως ανεξάρτητο φαινόμενο και να οικοδομήσει επ’ αυτής όλων των ειδών τα όνειρα για μια μελλοντική κοινωνία της αφθονίας χωρίς ιδιώτες που να κατέχουν μέσα παραγωγής. Το θεωρητικό σφάλμα του Μαρξ ήταν να αποδώσει τα —προσωρινά και ιάσιμα— δεινά της βιομηχανικής κοινωνίας στο καπιταλιστικό σύστημα και να προβλέψει ότι αυτά θα επιφέρουν την πτώση του. Ο Έγκελς πρώτος, σε μια ατέλειωτη σειρά προφητών καταστροφής του καπιταλισμού, προέβλεψε ότι αυτή θα συνέβαινε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1840-1850. Με τη δεκαετία του ’90 οι μαρξιστικές Κασσάνδρες εσιώπησαν κυρίως διότι στο μεταξύ κατέρρευσε ο κομμουνισμός.

Τον μαρξισμό συνεπλήρωσε, εφαρμόζοντας τον στην πράξη, ο Ρώσος διανοούμενος επαναστάτης Βλαδίμηρος Ίλιτς Λένιν (1870-1924), ιδρυτής του σοβιετικού κράτους. Ο Λένιν συνέλαβε την έννοια του «κόμματος νέου τύπου» που θα οργάνωνε και θα καθοδηγούσε το προλεταριάτο στην επιβολή της δικτατορίας του. Ο Λένιν είχε τελείως κυριαρχηθεί από το ρουσσωικό όραμα μιας κοινωνίας «καθαρής» χωρίς ανταγωνισμούς, αποτελούμενης από ανθρώπους ελεύθερους κάθε ιδοπροσωπείας και αρνητισμού. Ο δρόμος προς τον σταλινισμό στρώθηκε από τον ίδιο τον Λένιν ακριβώς διότι αυτός συνέλαβε το όραμα μιας αδυσώπητης τελοκρατικής πολιτείας που είχε ως ιστορική αποστολή την οικοδόμηση του κομμουνισμού αρχικώς σε μια μόνο χώρα, τη Ρωσία και κατόπιν σε όλον τον κόσμο. Όσοι υποστήριξαν ότι η σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί μόνο να είναι παγκόσμια (Τρότσκυ) ή μόνο το κορυφαίο στάδιο ενός υπερώριμου καπιταλισμού όπως την είχε προδιαγράψει ο Μαρξ (Κάουτσκι) εκρίθησαν από τον Λένιν και τον Στάλιν αποστάτες ή εξοβελιστέοι. Στην χορεία των υβριστών τους προσετέθησαν και οι κομμουνιστές διανοούμενοι της Δύσεως οι οποίοι εθέλγοντο από τη σταλινική θεωρία της οικοδομήσεως του σοσιαλισμού όχι απλώς σε μια μόνο χώρα αλλά κυρίως σε μιαν άλλη χώρα. Ο Σαρτρ λίγα χρόνια πριν από το θάνατό του δήλωνε: «Αγωνίσθηκα σε όλη μου τη ζωή για ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο δεν θα ήθελα να ζήσω ούτε 24 ώρες».

Για να ερμηνεύσει τη συνεχή αναβολή της παγκόσμιας επανάστασης και την πρω-τοφανή αδιαφορία των προλεταρίων της Δύσεως για τα επαναστατικά κόμματα ο Λένιν εξεπόνησε τη θεωρία του ιμπεριαλισμού που επέτρεπε στις άρχουσες τάξεις να εξαγοράζουν τους εργάτες τους με τα υπερκέρδη που αποκόμιζαν απομυζώντας τις αποικίες. Έτσι, στις Δυτικές αυτές χώρες αντί να προετοιμάζεται η επανάσταση ανδρωνόταν η «σοσιαλδημοκρατία», αυτός δηλαδή ο «καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο που σκοπό δεν έχει την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο αλλά την άμβλυνση των ταξικών διαφορών» κατά τη διατύπωση του —λενινίζοντας τότε— Ανδρέα Παπανδρέου (συνέντευξη στις εφημερίδες την 3. 11.75). Η λενινιστική θεωρία περί ιμπεριαλισμού διαψεύσθηκε και διαψεύδεται καθημερινώς κατά τον εντυπωσιακότερο τρόπο. Σήμερα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα των 12, η φτωχότερη —πλην Ελλάδος— χώρα είναι η Πορτογαλία η οποία είχε αποικίες έως και τη δεκαετία του ’70. Αντίθετα, από τις ευημερούσες ευρωπαϊκές χώρες, η Σουηδία, η Δανία, η Νορβηγία, η Φιλανδία, η Ελβετία και το Λουξεμβούργο δεν είχαν ποτέ αποικίες. Οι ΗΠΑ επίσης. Το Χογκ-Κογκ που επηρεάζει με το χρηματιστήριό του τις αγορές συναλλάγματος και χρεωγράφων σε όλο τον κόσμο είναι… αποικία του βρετανικού στέμματος. Η πρωτοφανώς ευημερούσα Κύπρος ήταν αποικία έως τη δεκαετία του ’60.

Θέλοντας να δείξει την κατάντια του καπιταλισμού και τις απεριόριστες δυνατότητες του κομμουνισμού ο Λένιν είπε το 1913 ότι μόνο ο καπιταλισμός εμπόδιζε τους ανθρώπους να σκάψουν μια σήραγγα κάτω από τη Μάγχη καθώς το έργο αυτό δεν θα έδινε ποτέ —κατά τη γνώμη του— κέρδη. Η σήραγγα θα εγκαινιασθεί το 1992 οπότε θα διασχίσουν την Μάγχη δοκιμαστικώς οι πρώτες αμαξοστοιχίες. Δεν είναι απορίας άξιον που τα αγάλματα του Λένιν γκρεμίστηκαν στις πλατείες της ΕΣΣΔ από οργισμένους πολίτες και που οι κάτοικοι του Λένιγκραντ απεφάσισαν στο δημοψήφισμα της 13.6.91 να καταργήσουν το όνομα της πόλης τους και να την ξαναβαφτίσουν Αγία Πετρούπολη όπως ονομάσθηκε το 1704 από τον Μέγα Πέτρο που την έκτισε.

Η εγκαθίδρυση και η αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού

Όταν τον Οκτώβρη του 1917 (με το παλαιό ημερολόγιο) το καταδρομικό «Αβρόρα» («Αυγή») έστρεψε τα πυροβόλα του προς τα Χειμερινά Ανάκτορα στην Αγία Πετρούπολη όπου έδρευε η σοσιαλδημοκρατική προσωρινή κυβέρνηση της χώρας, οι Μπολσεβίκοι του Λένιν —εξοπλισμένοι και νομιμοποιημένοι από τον αρκούντως αφελή πρωθυπουργό Κερένσκι που τους ήθελε συμμάχους κατά του πραξικοπηματία στρατηγού Κορνίλωφ— ξεκίνησαν το καλά οργανωμένο πραξικόπημα τους —που ονομάσθηκε εκ των υστέρων Επανάσταση— και ανέτρεψαν την πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση της Ρωσίας. Συνήθως λησμονείται ότι η ανατροπή του τσάρου, με ένοπλη στάση, είχε γίνει οκτώ μήνες νωρίτερα, τον Φεβρουάριο του 1917, και υπήρξε έργο άλλων χωρίς καμία συμμετοχή των λενινιστών. Σε αντίθεση με τη Γαλλική Επανάσταση που κατέληξε στον Τρόμο, η Ρωσική ξεκίνησε από αυτόν. Το 1918 ο Λένιν παρασύρθηκε κατά λάθος σε εκλογές στις οποίες οι μπολσεβίκοι —παρ’ όλον ότι είχαν καταλάβει πραξικοπηματικώς την εξουσία και έλεγχαν τα πάντα— συγκέντρωσαν μόλις το 24% των ψήφων και 168 έδρες σε σύνολο 418 της Συνταγματικής Εθνοσυνέλευσης. Κατόπιν τούτου ο Λένιν κατήργησε αμέσως την Εθνοσυνέλευση με τη βία. Μετά την επιβολή της δικτατορίας των μπολσεβίκων οι «μάζες» όπως τις ονόμαζε ο Λένιν, παραλύουν στην αχανή αυτή χώρα των 150 εκατομμυρίων. Ο Τρόμος υπήρξε ευθύς εξαρχής το υποκατάστατο ιδεών, πειθούς και ακτινοβολίας του κόμματος.

Δικαιούται κανείς να πιστεύει ότι ο οξυδερκής Λένιν είχε εξ υπαρχής σοβαρούς ενδοιασμούς για την «αναπόφευκτη» πτώση του καπιταλισμού μέσω επαναστάσεως του προλεταριάτου και γι’ αυτό αντί της δικτατορίας του προλεταριάτου προτίμησε την απλούστερη κομματική δικτατορία επί του προλεταριάτου. Στο βιβλίο του «Τι να κάνουμε;» που γράφτηκε σε ανύποπτο χρόνο δηλαδή το 1902, ο Λένιν δεν φείδεται κοσμητικών επιθέτων για την εργατική τάξη των καπιταλιστικών χωρών που κατ’ αυτόν αστικοποιείται, ρέπει προς τον «οικονομισμό» (δηλαδή τη συνεχή συνδικαλιστική αιτηματολογία για βελτίωση της θέσεως της μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα) είναι ανίκανη να αποκτήσει συνείδηση της ιστορικής της αποστολής και χρειάζεται ένα «κόμμα νέου τύπου» για να επαναστατικοποιηθεί. Ο Λένιν δεν έδειχνε να προσβλέπει με ιδιαίτερο ενθουσιασμό στην ιδέα υπομονητικής «πολιτικής δουλειάς» με τέτοιο υλικό σε μια καπιταλιστικώς και ραγδαίως αναπτυσσόμενη Ρωσία. Προτιμότερο ήταν να παρακαμφθεί τελείως το «αστικό στάδιο» και η χώρα να περάσει κατ’ ευθείαν από την τσαρική απολυταρχία στον σοσιαλισμό υπό την καθοδήγηση του κόμματος νέου τύπου, δηλαδή των μπολσεβίκων, παρά την έλλειψη προλεταριάτου, τις αρχαϊκές δομές της χώρας και την απίστευτα καθυστερημένη αγροτιά την οποία περιφρονούσαν βαθύτατα οι Ρώσοι μαρξιστές και ιδίως ο Πλεχάνωφ.

Το καινούργιο στοιχείο που εισήγαγαν οι μπολσεβίκοι και που συγκλόνισε τον κόσμο ήταν η ιδεολογικώς δικαιωμένη και πρακτικώς εφαρμοσθείσα πλήρης κατάργηση της αγοράς. Στο «Κράτος και Επανάσταση» ο Λένιν διευκρινίζει ότι το κομμουνιστικό ιδεώδες είναι να μετατραπεί η σύνολη κοινωνία σε ένα μεγάλο εργοστάσιο έτσι ώστε να μπει κάποτε τέλος στην αναρχία της παραγωγής. Σε διάταγμα της 17ης Φεβρουαρίου που φέρει την υπογραφή του Λέοντος Τρότσκυ (1879-1940) προβλέπεται κατάσχεση του εμπορεύματος και θανάτωση του εμπόρου για όσους διακινούσαν τρόφιμα χωρίς την άδεια των αρχών.

Τα πρακτικά και θεωρητικά προβλήματα που αντιμετώπισαν ευθύς εξαρχής οι Μπολσεβίκοι δεν ήσαν λίγα. Ο Μαρξ τους είχε διδάξει ότι ο καπιταλισμός πρέπει να γκρεμισθεί αλλά δεν τους είχε πει τίποτε για την «επομένη μέρα». Ο ίδιος έγραψε, με εκείνο το μείγμα αλαζονείας και δογματισμού που τον χαρακτήριζε, ότι «δεν παρασκευάζει εδεσματολόγιο για τα εστιατόρια του μέλλοντος». Οι Μπολσεβίκοι έπρεπε λοιπόν να βασισθούν στις δικές τους και μόνο συνταγές. Τούτο και έκαναν άλλωστε με αυτό τούτο το οκτωβριανό πραξικόπημα παραβιάζοντας έτσι στην πράξη την αρχή του Μαρξ ο οποίος διεκήρυξε ότι κανένα καθεστώς δεν πέφτει αν οι κοινωνικές δυνάμεις παραγωγής που το χαρακτηρίζουν δεν έχουν εξαντλήσει το δυναμισμό τους. Στη Ρωσία ο καπιταλισμός μόλις που ξεκινούσε ενώ διεθνώς έθαλλε.

Υπήρχαν όμως και καθαρώς πολιτικά προβλήματα για τους αδαείς περί τα πολιτικά Μπολσεβίκους. Πώς θα έπρεπε να λύνει τα προβλήματα συγκρούσεων τάξεων και ομάδων μια κυβέρνηση σοσιαλιστικής χώρας; Εφόσον θα υπήρχε κατ’ ανάγκην μεταβατική περίοδος ήταν δυνατόν να δοθούν λύσεις, δηλαδή μόνιμες πάγιες και σοσιαλιστικές λύσεις με ταυτόχρονη ανοχή σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, σε κινητοποιήσεις και νόμιμη λειτουργία της αντιπολίτευσης; Η υπαγωγή όλης της οικονομίας στο κράτος προϋπέθετε ισχυρό κράτος το οποίο δεν θα αλλάζει κάθε λίγο γνώμη και κυβέρνηση διότι τα σοσιαλιστικώς επενδυόμενα ουκ αποεπενδύονται. Οι αποφασιστές θάπρεπε επίσης να μην είναι επιρρεπείς σε αυτοσχεδιασμούς. Για περισσότερη σιγουριά θάπρεπε ο υπεύθυνος να είναι Ένας με υπεράνθρωπες ει δυνατόν ικανότητες. Έτσι η λενινιστική δικτατορία του κομματικού μηχανισμού επί του προλεταριάτου μετεξελίχθηκε φυσιολογικά σε σταλινική δικτατορία του ενός επί του κομματικού μηχανισμού. Όλα αυτά απαίτησαν χρόνο, αναζητήσεις, ταλαντεύσεις και κυρίως πολύ αίμα. Η βούληση των Μπολσεβίκων να εφαρμόσουν τις μαρξιστικές αρχές υπήρξε εξ υπαρχής ακλόνητη αλλά η αναζήτηση των προσφόρων κάθε φορά μέτρων βίας σε κάθε «στάδιο» δεν υπήρξε απλή υπόθεση.

Τα μέτρα αναδιαμόρφωσης της ρωσικής κοινωνίας που πήραν οι Μπολσεβίκοι μόλις κατέλαβαν την εξουσία υπάγονται σε πέντε μεγάλες κατηγορίες: 1) Κατάργηση ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η γη, τα μέσα παραγωγής και όλες οι επιχειρήσεις εθνικοποιούνται. Έτσι, η «λαϊκή εξουσία» —δηλαδή το κόμμα— ανέλαβε αμέσως τον έλεγχο των τραπεζών, των σιδηροδρόμων της εμπορικής ναυτιλίας, των μεγάλων εργοστασίων και του εξωτερικού εμπορίου. 2) Υποχρεωτική εργασία. Η κρατικοποίηση της εργατικής δύναμης, μέτρο που θεωρήθηκε απολύτως φυσικό, σήμαινε ότι οι αρνούμενοι εργασία αντιμετωπίζονταν ως οι λιποτάκτες στο στρατό. 3) Συγκεντρωτική διεύθυνση της παραγωγής και της διανομής προϊόντων από κομματικούς επιτρόπους. 4) Υιοθέτηση ταξικών κριτηρίων στην πολιτεία, την οικονομία και την κοινωνία. Οι εργάτες και οι οικογένειες τους απέκτησαν προνόμια εκ γενετής έναντι όλων των άλλων τάξεων, με αποτέλεσμα να θεσμοθετηθούν έτσι ρητώς ταξικές διακρίσεις για πρώτη φορά στην Ευρώπη μετά τη Γαλλική Επανάσταση. 5) Κατάργηση του χρήματος και των ανταλλακτικών σχέσεων. Ο Λένιν ζήτησε στο συνέδριο του κόμματος τον Μάρτιο του 1918 να εκπονηθεί γρήγορα ένα λογιστικό σύστημα που θα επέτρεπε να καταργηθεί το χρήμα. Τούτο ήταν απολύτως σύμφωνο με τη μαρξιστική λογική. Το χρήμα χρειάζεται σε μια οικονομία που βασίζεται στις αγοραπωλησίες και την ιδιοκτησία. Σε ένα κομμουνιστικό καθεστώς όπου παύει να λειτουργεί ο νόμος της αξίας, όπου καταργούνται οι εκμεταλλευτές οι οποίοι «απομυζούν την υπεραξία» και όπου η παραγωγή είναι «επιστημονικώς σχεδιασμένη», με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να παίρνουν όλη την αξία που αποκρυσταλλώνεται στα προϊόντα τα οποία παράγουν οι ίδιοι, δεν υπάρχει κανένας λόγος να διατηρείται το χρήμα, αυτό το φετίχ της ταξικής κοινωνίας όπως το αποκαλούσε περιφρονητικώς ο Κάρολος Μαρξ. Η εθνικοποίηση των τραπεζών, ισχυρίσθηκε ο Λένιν, πρόσφερε για πρώτη φορά τη δυνατότητα να καταργηθούν οι χρηματικές συναλλαγές χέρι-χέρι, πράγμα που έπρεπε να γίνει αμέσως, χωρίς καμία καθυστέρηση. Τον Ιούνιο του 1918 το Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο έδωσε εντολή σε όλους τους διευθυντές εργοστασίων όπως οι παραλαβές πρώτων υλών και παραδόσεις αγαθών αποτελούν απλώς λογιστικές εγγραφές σε βιβλία έτσι ώστε να μην χρειάζεται πλέον χρήμα στις δοσοληψίες. Με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, των ανταλλακτικών σχέσεων και τη σταδιακή εξαφάνιση του χρήματος θα επιτυγχανόταν επιτέλους η ποθητή «αποφετιχοποίηση» της οικονομικής ζωής ενώ θα απεκαθίστατο «η συντροφικότητα» στις οικονομικές σχέσεις των ανθρώπων. «Η σοσιαλιστική οργάνωση της παραγωγής ξεκινάει έτσι από την κατάργηση της αγοράς… Η παραγωγή θα ανταποκριθεί στις ανάγκες της κοινωνίας μέσω ενός ενιαίου οικονομικού σχεδίου», δηλώνει ο Τρότσκυ το 1920.

Τα μέτρα αυτά που συνιστούσαν ένα διαρθρωμένο σύνολο με πλήρη εσωτερική συνοχή, απόλυτη μαρξιστική συνέπεια και συγκροτούσαν μια τεράστια κοινωνική μηχανή με ανθρώπους ως εξαρτήματά της ονομάστηκαν εκ των υστέρων «πολεμικός κομμουνισμός». «Την εποχή εκείνη όμως —όπως αναφέρει ο Victor Serge στο βιβλίο του «Memoirs of a revolutionary 1901-1941» (New York, Oxford University Press 1963, σελ. 115)— χαρακτηρίζονταν απλώς ως κομμουνισμός και οποιοσδήποτε τα θεωρούσε προσωρινά, όπως εγώ, γινόταν δεκτός με περιφρόνηση». Ο ίδιος ο Τρότσκυ δέχθηκε αργότερα ότι σκοπός των μπολσεβίκων ήταν να μετεξελίξουν τον πολεμικό κομμουνισμό σε γνήσιο κανονικό κομμουνισμό. Άλλωστε τα πρώτα μέτρα που απέβλεπαν στην υλοποίηση του κομμουνιστικού προτύπου ελήφθησαν τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1918 (εθνικοποίηση εμπορικής ναυτιλίας και τραπεζών) δηλαδή πολύ πριν αρχίσει ο εμφύλιος πόλεμος που προσέθεσε το επίθετο «πολεμικός» σε εκείνον τον κομμουνισμό. Το τελευταίο μέτρο κομμουνιστοποίησης της χώρας (κρατικοποίηση μικροβιοτεχνιών) ελήφθη στις 29 Νοεμβρίου 1920 δηλαδή μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου στην ευρωπαϊκή Ρωσία. Ο κομμουνισμός υποκατέστησε την αγορά με ένα ορθολογικής συλλήψεως «Ενιαίο Σχέδιο» το οποίο θα οργάνωνε την παραγωγή και την κατανομή αγαθών σύμφωνα με τα λαϊκά συμφέροντα και μόνον, καταργώντας δια παντός τις εκμεταλλευτικές σχέσεις του παρελθόντος, την κερδοσκοπία, και την απόσπαση υπεραξίας. Το κομμουνιστικό αυτό σύστημα οδήγησε τη χώρα «στο χείλος της αβύσσου», όπως αναγνώρισε ο ίδιος ο Τρότσκυ ο οποίος χαρακτήρισε εκ των υστέρων «ουτοπικές» τις ελπίδες της εποχής του πολεμικού κομμουνισμού» (Irving Howe (ed) The Basic Writings of Trotsky, σελ. 161, 162).

To τελευταίο εξάμηνο του 1920 υπήρξε εφιαλτικό για τη νεαρή σοβιετική εξουσία. Η αποτυχία του πρωτοκομμουνιστικού εκείνου πειράματος απεδείχθη τόσο οικτρή, ο κίνδυνος λιμού λόγω πλή ρους απραξίας των αγροτών τόσο μεγάλος και η απειλή ανατροπής της εξουσίας των Μπολσεβίκων από τις πεινασμένες μάζες τόσο άμεση ώστε τον Μάρτιο του 1921 ο Λένιν αποφάσισε να καταργήσει τον κομμουνισμό στην οικονομία και να εισαγάγει την λεγόμενη «Νέα Οικονομική Πολιτική» (ΝΕΠ κατά το ρωσικό της ακρωνύμιο) που ήταν στην ουσία η παραδοσιακή οικονομία της πολυκατηγορηθείσης αγοράς. Ο φίλος τού Λένιν συγγραφέας Μαξίμ Γκόρκι την ονόμαζε αστεϊζόμενος ευθύς εξαρχής «Παλαιά Οικονομική Πολιτική». Έτσι το Μάρτιο του 1921 συνέβη στην ΕΣΣΔ κάτι που έγινε έκτοτε προσπάθεια να συγκαλυφθεί ή να αποσιωπηθεί: Καταργήθηκε ο κεντρικός σχεδιασμός. Ο Λένιν δεν αρκέστηκε να αποκαταστήσει το χρήμα στο ρόλο του ως μέσου για τις συναλλαγές στο εσωτερικό της χώρας αλλά έκοψε και χρυσό ρούβλι, το chevronets (που καταργήθηκε μόλις το 1926) για να διευκολύνει τις εμπορικές συναλλαγές της χώρας με το εξωτερικό. Το παλαιό ταυ όνειρο ότι θα ερχόταν κάποτε η στιγμή όπου ο θριαμβεύων κομμουνισμός θα χρησιμοποιούσε τον αποθησαυρισμένο χρυσό σε όλον τον κόσμο για την κατασκευή αποχωρητηρίων για τους εργάτες ετάφη έτσι οριστικώς. Η σοβιετική οικονομία κατά την περίοδο της ΝΕΠ δεν ήταν «μικτή» ήταν ελεύθερη. Ο Λένιν έπεισε μάλιστα τον Αμερικανό κεφαλαιούχο Armand Hammer, γιο Εβραίου γιατρού από την Οδησσό που είχε μεταναστεύσει τον 19ο αιώνα στις ΗΠΑ και υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος του κομμουνιστικού κόμματος των ΗΠΑ, να κατασκευάσει ένα εργοστάσιο μολυβιών στα Ουράλια για να δείξει στους Σοβιετικούς πώς λειτουργεί μια κερδοφόρα καπιταλιστική επιχείρηση. Ο Armand Hammer πέθανε βαθύπλουτος τον Δεκέμβριο του 1990 έχοντας διατηρήσει φιλικές σχέσεις με όλους τους Σοβιετικούς ηγέτες πλην του Στάλιν τον οποίο δεν συνάντησε ποτέ. Οι σοβιετικές αρχές επί ΝΕΠ έπαψαν να εκπονούν οικονομικά σχέδια. Το κόμμα, εγκαταλείποντας την οικονομία στην τύχη της, δηλαδή στην αγορά, διετήρησε απλώς το μονοπώλιο της εξουσίας.

Όταν πέθανε ο Λένιν το 1924 η αγορά στην αχανή ΕΣΣΔ ήταν ελεύθερη και ο σοσιαλισμός απλώς ένα όραμα που είχε καταγραφεί στο σοβιετικό σύνταγμα, είχε δοκιμασθεί, είχε αποτύχει και είχε καταργηθεί από τον ίδιο τον αρχηγό των Μπολσεβίκων. Όταν χάρις στην ΝΕΠ, δηλαδή την οικονομία της αγοράς, η παραγωγή το 1927 έφθασε τα προεπαναστατικά επίπεδα η ΝΕΠ θεωρήθηκε ότι είχε πια πετύχει τον σκοπό της και είχε κλείσει τον κύκλο της. Ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τσουγκασβίλι, επονομασθείς Στάλιν (Ατσάλινος) (1879-1953) που ανέλαβε τις τύχες της χώρας μετά το θάνατο του Λένιν επανέφερε τότε τον σχεδιασμό εισάγοντας τα «πεντάχρονα πλάνα», κρατικοποίησε την αγροτική παραγωγή εξοντώνοντας τους «κουλάκους» (ανεξάρτητους αγρότες) κατά την αιματηρή εκστρατεία αναγκαστικής κολλεκτιβοποίησης της γεωργίας (1929-1931) και προώθησε τη βαριά βιομηχανία παρά τον λιμό και την εξαθλίωση των μαζών που προκάλεσε η πολιτική του, αποφεύγοντας ωστόσο την κατάργηση του χρήματος και τις άλλες «υπερβολές» του «πολεμικού», κομμουνισμού της τριετίας 1918-1921. Η διεξοδικότης της ταξικής εξολοθρεύσεως των κουλάκων δεν έχει ακόμη ξεχαστεί στη Σοβιετική ύπαιθρο όπου ο Στάλιν αφαίρεσε από τους καλλιεργητές κάθε κίνητρο (πλην του φόβου) να παράγουν. Όπως εξήγησε επί Γκορμπατσώφ ένας αγρότης σε Σοβιετικό δημοσιογράφο: «Άλλοτε δεν εργαζόμασταν διότι έτσι κι αλλιώς δεν πληρωνόμασταν. Σήμερα δεν εργαζόμαστε διότι έτσι κι αλλιώς πληρωνόμαστε». («Πράβντα», 4.2.87).

Ο «πολεμικός κομμουνισμός» δεν υπήρξε μέτρο επειγούσης ανάγκης αλλά μέτρο επειγούσης καταστροφής που επεβλήθη για λόγους ιδεολογικούς και όχι λόγω πολέμου. Η απροκατάληπτη έρευνα της σκοτεινής αυτής εποχής η οποία έχει μόλις τώρα αρχίσει, δεν αποκλείεται καθόλου να τεκμηριώσει ότι ο ίδιος ο Λένιν που εισήγαγε τη ΝΕΠ να μην την έβλεπε ως προσωρινό μέτρο αλλά ως μόνιμη κατάσταση πραγμάτων. Άλλωστε, εάν ο κομμουνισμός υπήρξε όντως «πολεμικός» γιατί να μην νοηθεί η ΝΕΠ ως κατάλληλη για την ειρηνική εποχή; Οι κομμουνιστές που υπέταξαν τα πάντα στην οικονομία απέτυχαν ακριβώς στην οικονομία. Η αποτυχία του σχεδιασμού δεν υπήρξε κεραυνός εν αιθρία. Δεν ήταν απλώς προβλεπτή, είχε ρητώς προβλεφθεί. Ο φον Μίζες είχε επισημάνει από το 1918 ήδη ότι η σχεδιασμένη οικονομία θα αποτύχει διότι επιβάλλει ότι τίποτε δεν μπορεί να αποφασισθεί έως ότου όλα τα άλλα αποφασισθούν. Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι δεν είναι δυνατόν να έχεις λύσει όλα τα προβλήματα πριν αρχίσεις να εκπαιδεύεις το γιο σου αλλά ότι πρέπει να προχωρήσεις εν αγνοία, να διορθώνεις τα λάθη σου και να ελπίζεις. Ο κεντρικός σχεδιαστής όμως δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του την πολυτέλεια της ασχεδίαστης πρωτοβουλίας διότι σε μια σύγχρονη οικονομία όπου όλα εξαρτώνται από όλα, πρέπει να έχουν σχεδιαστεί κατά τρόπο τέλειο όλα. Η κατάρρευση επέρχεται διότι ο σχεδιαστής δεν ξέρει κυριολεκτικά τι του γίνεται, έχοντας καταργήσει τις ελευθέρως διαμορφούμενες τιμές, τα πολύτιμα αυτά οδηγά σημεία μιας λειτουργικής οικονομίας. Ο Hayek που τεκμηρίωσε ο ίδιος διεξοδικώς αυτή την άποψη με πλήθος μελέτες μνημονεύει επαινετικώς τη διατύπωση ενός στρατιωτικού ότι «ο σχεδιασμός είναι η αντικατάσταση του τυχαίου από το σφάλμα», προσθέτοντας ωστόσο κάπως αινιγματικά, ότι ο εν λόγω στρατιωτικός ήταν… Ελβετός. Οι σοσιαλιστικές οικονομίες —προέβλεψε πάντως με ακρίβεια ο φον Μίζες το 1918— θα αποτύχουν, θα νεκρώσουν την παραγωγή, θα προκαλέσουν λιμό και θα αναγκασθούν να σφραγίσουν τα σύνορα τους για να εμποδίσουν τόσο την εισροή ξένων προϊόντων όσο και την έξοδο των δικών τους πολιτών.

Το πρόβλημα που ετέθη με οξύτητα στους Σοβιετικούς σχεδιαστές, όταν κατάργησαν με μια μονοκοντυλιά τις προτιμήσεις υπήρξε περιέργως και πρόβλημα κατεύθυνσης, σκοπών. Σε μια οικονομία που έχει εξοβελίσει το πρωτείο του ατόμου, προς τα πού πρέπει να διοχετευθεί το περίσσευμα; Σε βότκα, εκπαίδευση, υγεία, προστασία του περιβάλλοντος, καθαρή έρευνα, καλές τέχνες, άμυνα, μυστική αστυνομία ή σε κάποιο μείγμα όλων αυτών; Στην πράξη του υπάρξαντος σοσιαλισμού, οι προτεραιότητες άμυνα, μυστική αστυνομία, ενίσχυση του κόμματος και προπαγάνδα επεβλήθησαν, ούτως ειπείν, αφ’ εαυτών. Ορισμένοι σύγχρονοι μαρξιστές υποστηρίζουν ότι τούτο δεν προκύπτει «νομοτελειακούς» από τη σκέψη του Μαρξ. Ίσως όχι. Όμως όταν όλα τα γνωρίσματα του σοσιαλισμού μοιάζουν αβέβαια και αρχίζουν να εμφανίζονται αμφιλεγόμενα, ένα είναι αυτό που προκύπτει με εκτυφλωτική ενάργεια: Ο σοσιαλισμός πρέπει να είναι τουλάχιστον υπαρκτός. Η σοσιαλιστική εξουσία χρειάζεται δύναμη και όχι δικαιώματα του ανθρώπου.

Στην πορεία αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι αυτή η στρατηγική του primum vivere των μαρξιστών-λενινιστών υπήρξε απλώς μια αναβολή του μοιραίου. Η συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής απεδείχθη τόσο αντιφατική και παράλογη όσο ακριβώς ακούγεται, επιβεβαιώνοντας έτσι το αριστοτελικό απόφθεγμα: «Κοινή περιουσία κοινή αμέλεια». Τελικώς ουδείς μερίμνησε για τα «εργοστάσια του λαού». Η απουσία ατομικής ιδιοκτησίας απεθηρίωσε τη γραφειοκρατία που επεκράτησε πια πανίσχυρη σε όλους τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας και παγίωσε τα προνόμια της. Η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος σταμάτησε στα σύνορα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο Μαρξ διεπίστωνε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ότι «η αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς να αναστατώνει συνεχώς τα εργαλεία παραγωγής…». Οι μαρξιστές που κατέλαβαν την εξουσία απέφυγαν αυτή την αναστάτωση, ηρέμησαν και σχεδίασαν, γαλήνιοι, αυτάρκεις και χωρίς κανέναν ενδοιασμό μια οικονομία με λιπάσματα που καταστρέφονται ελλείψει αποθηκών, μηχανήματα που αχρηστεύονται ελλείψει ανταλλακτικών και αγροτικά προϊόντα που σαπίζουν ελλείψει δικτύου διανομής, εργοστάσια παραγωγής οματοϋαλίων που παρήγαν φακούς χωρίς να υπάρχουν οι αντίστοιχοι σκελετοί και παραγωγής φορτηγών αυτοκινήτων ακατάλληλων για το οδικό δίκτυο της χώρας. Η ΝΕΠ —στην οποία αναφερόταν συχνά με θαυμασμό ο Γκορμπατσόφ— πέτυχε διότι οι επιχειρηματίες και οι κουλάκοι ήσαν ακόμη ζωντανοί, ο κομμουνισμός αριθμούσε βίο μόλις τριών ετων ενώ η κομματική νομενκλατούρα ήταν ακόμη μικρή.

Ο σχεδιασμός απέτυχε, με αποτέλεσμα κατά τη δεκαετία του’80 οι Σοβιετικές εξαγωγές να θυμίζουν τριτοκοσμική χώρα με 80% πρώτες ύλες (πετρέλαιο, χρυσό, διαμάντια) ενώ οι αξιόλογοι Σοβιετικοί επιστήμονες υποαπασχολούντο και η Σοβιετική βιομηχανία έμεινε καθηλωμένη στην εποχή του Μαρξ (μέσα του 19ου αιώνα). Η Σοβιετική κοινωνία δεν έπαυσε όλα αυτά τα χρόνια να βιώνει τα ως τώρα καταγγελλόμενα υποπροϊόντα του καπιταλισμού (ανεργία, οργανωμένο έγκλημα, πορνεία, διαφθορά, εθνοτικές συγκρούσεις, διαμαρτυρίες) χωρίς να έχει γευθεί κανένα από τα προϊόντα του.

Ένας Σοβιετικός επίσημος λέγεται ότι αποκάλεσε την ΕΣΣΔ σε μια στιγμή ειλικρίνειας «Κογκό με πυραύλους» θέλοντας να τονίσει το δισυπόστατο αυτής της μεγάλης χώρας: την υπανάπτυξη συν την στρατιωτική της ισχύ. Η έκταση αυτής της υπανάπτυξης άρχισε να τεκμηριώνεται από τότε που οι Σοβιετικοί οικονομολόγοι αφέθηκαν επιτέλους ελεύθεροι να πουν την αλήθεια. Έτσι, οι Σοβιετικοί που εβίωναν βέβαια σε όλη τους τη ζωή την αθλιότητα του κομμουνισμού έμαθαν τελικώς από τον οικονομολόγο Zaichenko («Moscow news», φύλλο 3.4.1988) ότι εβδομήντα χρόνια μετά την «Επανάσταση» η χώρα κατανάλωνε 26 κιλά κρέας κατά κεφαλήν λιγότερα από ό,τι κατανάλωναν οι Ρώσοι το 1913. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ύστερα από 65 χρόνια σοσιαλιστικής «ανάπτυξης» ο μέσος Σοβιετικός πολίτης είχε λιγότερες πιθανότητες να αποκτήσει δικό του αυτοκίνητο από ό,τι είχε τότε ένας μαύρος στη Ν. Αφρική.

Αυτή η καθυστέρηση απεδείχθη 100% πολιτική. Η ΕΣΣΔ θα μπορούσε να έχει βιώσει το οικονομικό θαύμα που σημειώθηκε μεταπολεμικώς στη Δυτική Γερμανία, την Ιαπωνία, τη Νότιο Κορέα. Επρόκειτο για μια χώρα με 280 εκατ. κατοίκους η οποία εκάλυπτε το ένα έκτο της επιφάνειας του πλανήτη, και ήταν απίστευτα πλουσιότερη από όλες αυτές τις χώρες σε πρώτες ύλες, ορυκτά, χρυσό και πετρέλαιο. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο που την διαφοροποιούσε τελείως από το επίσης πλούσιο Κογκό είναι τούτο: Η ΕΣΣΔ διέθετε έναν μεγάλο αριθμό εγγραμάτων ατόμων, (μόλις ένα 1% του πληθυσμού ήταν αναλφάβητοι) επιστημόνων και ειδικευμένων εργατών. Η Ρωσία —η μεγαλύτερη από τις 15 σοσιαλιστικές δημοκρατίες που συναπαρτίζουν την ΕΣΣΔ και δίνει τη σφραγίδα της στην αχανή αυτή χώρα— έχει πίσω της πολιτισμό αιώνων, με εξαιρετική επίδοση στις τέχνες, τα γράμματα, τη μουσική και τις επιστήμες. Η άρχουσα τάξη της περιείχε πάντοτε ανήσυχα πνεύματα που έδειχναν ενδιαφέρον για την τεχνική πρόοδο. Το 1696 ο Μέγας Πέτρος επεσκέφθη την Ολλανδία και την Αγγλία για να μάθει από πρώτο χέρι πώς αναπτύσσονται οι χώρες στην Ευρώπη. Βεβαίως, η Ρωσία έμεινε εκτός της εμπορικής επαναστάσεως του 18ου αιώνα και της βιομηχανικής του 19ου. Τούτο όμως ισχύει οπωσδήποτε και για την Ιαπωνία, ως ένα σημείο δε και για την ίδια την Γερμανία. Φυσικά ισχύει έτι μάλλον για τη Ν. Κορέα, την Ταϊβάν, το Χογκ-Κογκ, τη Σιγκαπούρη και την Κύπρο, την οποία δεν πρέπει να λησμονούμε ποτέ όταν μιλάμε για πρόσφατα «αναπτυξιακά θαύματα». Ίσως να έλειψαν όντως στη Ρωσία οι ενδιάμεσοι κρίκοι, καθότι οι ευγενείς και ο κλήρος δεν έδειχναν ιδιαίτερο ενθουσιασμό για τις μεταρρυθμίσεις, ακόμη και όταν ορισμένοι τσάροι, όπως ο Μέγας Πέτρος, τις επεδίωκαν. Το Κ.Κ. ωστόσο δεν κάλυψε ποτέ αυτή την έλλειψη μετά τη συγκρότηση της ΕΣΣΔ διότι το κόμμα αυτό δεν υπήρξε ποτέ ομάδα ανθρώπων που επεδίωκαν να εφαρμόσουν μια συγκεκριμένη πολιτική αλλά λειτούργησε απλώς ως εκτελεστικός μηχανισμός εφαρμογής της πολιτικής τΐου καθόριζε η εκάστοτε ηγεσία του. Η έκθεση πεπραγμένων των Ρώσων κομμουνιστών διαβάζεται σαν μυθιστόρημα φρίκης.

Τον βαρβαρικό χαρακτήρα του Σοβιετικού κομμουνισμού αρχίζουν μόλις τώρα να τον μισοαναγνωρίζουν ορισμένοι μαρξιστές. Έτσι, ο Αιμίλιος Ζαχαρέας («Αναζητώντας την Αριστερά», σελ. 112-113) καταδικάζει, ή μάλλον —για να μην υπερβάλλουμε— επικρίνει τα «αυταρχικά φαινόμενα στην ΕΣΣΔ μετά το 1917» ενώ ως τώρα τα «αρνητικά φαινόμενα» απεδίδοντο στον Στάλιν προσωπικώς ο οποίος απεδείχθη ότι είχε πολύ κακό χαρακτήρα όπως απεκάλυψε ως γνωστόν ο Χρουστσώφ το 1956. Ωστόσο ο Ζαχαρέας σπεύδει να προσθέσει ότι «χρειάζεται κάποιος σεβασμός και κάποια περισυλλογή για αυτή την ηρωική προσπάθεια που είχε ως ιστορικό αποτέλεσμα μια τόσο τραγική ήττα». Ο ηρωισμός εν προκειμένω είναι σαφώς λιγότερο προφανής από την τραγωδία ενώ οι «επιστημονικές, πολιτιστικές, κοινωνικές και άλλες δυνάμεις» τις οποίες —κατά τον μαρξιστή της Ε.Α.Ρ.— «απελευθέρωσε» η Οκτωβριανή Επανάσταση «όχι μόνο στη Ρωσία αλλά κυρίως στην Ευρώπη», δυστυχώς δεν μνημονεύονται ούτε καν συντομογραφικώς από τον ίδιο ώστε να μπορέσουν να τις πληροφορηθούν επιτέλους οι αναγνώστες του. Χωρίς αυτές τις διευκρινίσεις ο πολύς κόσμος θα μείνει με την εντύπωση ότι ενώ η Γαλλική Επανάσταση ακτινοβόλησε στα πέρατα της Οικουμένης, έχοντας διακηρύξει το πρωτείο του ατόμου και του πολίτου, η Οκτωβριανή κατέρρευσε στην ίδια της τη χώρα, αφήνοντας πίσω της βουνά πτωμάτων χωρίς ούτε ένα (υπ. αριθμ. 1) επίτευγμα γενικής αποδοχής.

Το επίπεδο του προβληματισμού του Ζαχαρέα, ωστόσο, πέφτει απότομα όταν προσθέτει: «Αν από τον υπαρκτό σοσιαλισμό ξεπήδησαν τα γκούλαγκ και τα ψυχιατρεία, να μην ξεχνάμε ότι τα χιτλερικά κρεματόρια, οι φασισμοί κ.λπ. είναι προϊόντα του καπιταλισμού». Βεβαίως δεν είναι. Ο καπιταλισμός είναι ένα ουδέτερο ιδεολογικώς σύστημα παραγωγής-για-την-αγορά και τίποτε παραπάνω. Ο φιλελευθερισμός, όμως, που ερείδεται στο πρωτείο του ατόμου γενικώς, και όχι μόνο στον τομέα της οικονομίας, υπήρξε ασυμβίβαστος αντίπαλος κάθε ολοκληρωτισμού και ιδίως του Άξονος. Οι Χιτλερικοί διεκήρυσσαν υπερηφάνως τον εθνικο-σοσιαλισμό τους και δεν σταμάτησαν ποτέ να καθυβρίζουν τον «σάπιο φιλελευθερισμό» της Δύσεως, την «εβραιοκρατούμενη πλουτοκρατία» του Σίτυ και της Ουώλ-Στρητ και τον «εκφυλισμένο κοινοβουλευτισμό» των Άγγλων και των Γάλλων, Η αντιφιλελεύθερη ρητορική οξύνθηκε μετά την υπογραφή του Γερμανο-Σοβιετικού συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότωφ στις 23.8.1939 και φυσικά πήρε το χαρακτήρα προπαγανδιστικής φρενίτιδος όταν ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ των φιλελευθέρων καπιταλιστικών δημοκρατιών της Δύσεως και των ολοκληρωτικών της Μεσευρώπης. Κατά την άποψη μιας από τις τρεις Κεντρικές Επιτροπές του ΚΚΕ που λειτουργούσαν τότε, της μόνης που δεν είχε τελείως διαβρωθεί από πράκτορες της Ασφάλειας του Μανιαδιάκη, ο ελληνοϊταλικός πόλεμος στην Αλβανία προκλήθηκε από τη βασιλομεταξική σπείρα και τους Εγγλέζους ιμπεριαλιστές, χωρίς να έχει την παραμικρή σχέση με την υπεράσπιση της πατρίδος. Το «γνήσιο» ΚΚΕ καλούσε τον ελληνικό λαό να μην πολεμήσει και να εγκαταλείψει τα αλβανικά εδάφη για να αποφευχθεί ένας νέος Σαγγάρειος. Η επιστολή Ζαχαριάδη από τη φυλακή της Κέρκυρας που ανέτρεπε αυτήν την πολιτική υπήρξε καθαρώς ιδιωτική πρωτοβουλία η οποία είχε και αντισοβιετικές αιχμές. Τόση ήταν την εποχή εκείνη η φιλία του Στάλιν με τον Χίτλερ ώστε οι Σοβιετικοί έκλεισαν την ελληνική πρεσβεία στη Μόσχα και έδιωξαν όλους τους Έλληνες διπλωμάτες όταν η Γερμανία επετέθη κατά της Ελλάδος. Ο συμψηφισμός γκούλαγκ και χιτλερικών στρατοπέδων που επιχειρεί ο Ζαχαρέας είναι έωλος διότι οι ολοκληρωτισμοί που εγκατέστησαν αμφότερα υπήρξαν για μεγάλο διάστημα εξαιρετικά φιλικοί ο ένας προς τον άλλον και αδυσωπήτως εχθρικοί προς ο,τιδήποτε ήταν επιδεκτικό χαρακτηρισμού ως φιλελεύθερο. Εάν ο Χίτλερ δεν είχε παρασπονδήσει και δεν είχε επιτεθεί απρόκλητα κατά της ΕΣΣΔ δεν υπήρχε λόγος να μη διαιωνισθεί το ειδύλλιο των δύο μεγάλων ολοκληρωτισμών του μεσοπολέμου.

Προκύπτει ωστόσο ένα ερώτημα που δεν μπορεί τελικώς να παρακαμφθεί: Η Σοβιετική οικονομία με τα πεντάχρονα σταλινικά πλάνα τελικώς επέζησε, ο λιμός αποσοβήθηκε, ο πληθυσμός της ΕΣΣΔ αυξήθηκε, η γενική εκπαίδευση θεσμοθετήθηκε, ο στρατός έγινε αξιόμαχος, το διάστημα διερευνήθηκε. Σημειώθηκε έτσι κάποια ανάπτυξη και όχι απλώς εκσυγχρονισμός της αθλιότητας. Πώς συνέβησαν όλα αυτά; Η πλήρης απάντηση στο ερώτημα θα προέλθει βέβαια από τους ίδιους τους Ρώσους που ερευνούν ήδη μεθοδικώς τώρα πια την ιστορία του καθεστώτος τους χωρίς κίνδυνο να σταλούν σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Μια θεμιτή υπόθεση πάντως είναι η εξής: Μήπως στο μέτρο που αναπτύχθηκε δεν υπήρξε απολύτως «σχεδιασμένη» η σοβιετική οικονομία; Υπό την «καθαρή» του μορφή ο Σοβιετικός κομμουνιστικός σχεδιασμός καταργήθηκε (αφού απέτυχε οικτρά την τριετία 1918-1921) με την επιβολή της ΝΕΠ από τον Λένιν την οποία ο ίδιος δεν μετρίασε ποτέ έως το θάνατό του. Έκτοτε ο σχεδισμός επαναφέρθηκε μεν από τον Στάλιν αλλά αισθητώς νοθευμένος, εφόσον διετηρήθη το χρήμα, υπήρξε έστω σε χαμηλό επίπεδο ένα είδος ανταλλακτικής οικονομίας με φαιά ή μαύρη αγορά σε ορισμένα προϊόντα πρώτης ανάγκης (κυρίως τρόφιμα) και κάποια ελευθερία στην επιλογή επαγγέλματος και σπουδών, με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση στρωμάτων σκεπτόμενων ανθρώπων ικανών να προβληματισθούν για το καθεστώς. Η αντινομία που περιλαμβάνει η έκφραση «Κογκό με πυραύλους» υποδηλώνει την ύπαρξη ακριβώς πυρηνικών φυσικών που σπούδασαν και αναπτύχθηκαν στο περιθώριο της τριτοκοσμικής σοβιετικής οικονομίας, πράγμα που δεν παρατηρείται στις πραγματικά τριτοκοσμικές αφρικανικές χώρες. Στον τομέα της βιομηχανίας κατασκευάσθηκαν κάποια προϊόντα —κυρίως μηχανήματα— βάσει μιας αρχής την οποία ο Αμερικανός δημοσιολόγος Michael Polanyi ονόμασε εύστοχα «επιδεικτική παραγωγή» (conspicuous production) κατ’ αντιστοιχία προς τον όρο «επιδεικτική κατανάλωση» (conspicuous consumption) με τον οποίο ορισμένοι διανοούμενοι στιγματίζουν την «καταναλωτική κοινωνία» της Δύσης. Αυτή η παραγωγή-για-την-παραγωγή ή μάλλον η παραγωγή-για-τη-νομενκλατούρα και για-την-προπαγάνδα αλλά ποτέ βέβαια παραγωγή-για-την-αγορά επέτρεπε να συντάσσονται θριαμβολογικές στατιστικές προς ανάγνωσιν στα συνέδρια του κόμματος, ασχέτως φυσικά των πραγματικών αναγκών της οικονομίας (τις οποίες άλλωστε ουδείς μπορούσε να γνωρίζει εν απουσία ελεύθερης αγοράς). Ο σοβιετικός σχεδιασμός δεν υπήρξε ποτέ μεθοδικός ούτε φυσικά πλήρης. Νομιμοποιείται λοιπόν να πιστέψει κανείς ότι ίσως οι αποκεντρωμένες κρατικές υπηρεσίες, οι τοπικοί χωροδεσπότες και κομματικοί φεουδάρχες, αυτοί οι Βουρβώνοι του κομμουνισμού αποφάσιζαν την ίδρυση εργοστασίων ή επιχειρήσεων έχοντας κάποια γνώση των τοπικών αναγκών και εκπονούσαν καταλόγους έργων, οριακής έστω χρησιμότητας, που έφταναν έως την κεντρική επιτροπή σχεδιασμού και υιοθετούνταν στο «Πλάνο» ύστερα από σκληρό παζάρι. Όπως και η μεσαιωνική των ευγενών, έτσι και η Σοβιετική φεουδαρχία των κομματικών δεν ήταν τελείως αντιπαραγωγική. Απλώς όταν αποφεύχθηκε η κομμουνιστική καταστροφή με την υιοθέτηση της ΝΕΠ η ΕΣΣΔ αυτοαπομονώθηκε και ξανακύλισε ομαλά σε φεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής οι οποίες άλλωστε ήσαν ακόμη πρόσφατες ως εμπειρία στην αχανή αυτή χώρα.

Θα μπορούσε δηλαδή κανείς να νοήσει το σοβιετικό πρότυπο όχι ως έναν τελείως αυθαίρετο σχεδισμό εκ των άνω (όπως συνέβη στην εφιαλτική τριετία 1918-1921) αλλά ως μαζική παρέμβαση του κράτους σε μια οικονομία όπου η παραγωγή ανταποκρινόταν, στοιχειωδώς έστω, σε κάποια ζήτηση εκ των κάτω και διατηρούσε έτσι κάποια επαφή με τις ανάγκες των καταναλωτών όπως τις αντιλαμβανόταν και τις διατύπωνε κάθε πενταετία η τοπική κομματική νομενκλατούρα. Ακόμη και η γενικευμένη διαφθορά μπορεί να νοηθεί ως κατευθύνουσα ως ένα σημείο την παραγωγή διότι η μαύρη αγορά στην οποία στηρίζεται είναι μεν μαύρη αλλά δεν παύει να είναι και αγορά που αφήνει κέρδη ακριβώς επειδή ικανοποιεί προτιμήσεις καταναλωτών και όχι σχεδιαστών. Τα διεφθαρμένα κομματικά στελέχη είχαν λοιπόν συμφέρον να περιλαμβάνουν και ζητούμενα αγαθά στην κρατική παραγωγή για να μπορούν να τα υπεξαιρούν και να τα μεταπωλούν με το μέγιστο δυνατό όφελος στη μαύρη αγορά. Η προτίμηση των καταναλωτών θα μπορούσε έτσι να νοηθεί ως λειτουργούσα εμμέσως στο Σοβιετικό σύστημα παραγωγής-για-τη-νομενκλατούρα. Σύμφωνα με αυτήν την υπόθεση, οι κεντρικοί σχεδιαστές μπορούν να νοηθούν απλώς ως παρεμβαίνοντες συνεχώς και απροσχηματίστως σε μια οικονομία που αναπτυσσόταν —όσο της το επέτρεπαν— κατά κάποιο τρόπο πολυκεντρικώς, αν όχι «αυθορμήτως», έστω και χωρίς τη θεσμοθετημένη λειτουργία της αγοράς. Η συγκρότηση αξιόπιστων ενόπλων δυνάμεων, η εξερεύνηση του διαστήματος και η εκπαίδευση προόδευσαν ανεξάρτητα διότι οι δραστηριότητες αυτές είναι κατ’ εξοχήν κρατικές —ακόμη και στη Δύση— και δεν χρειάζονται την αγορά.

Την καθαρώς ποσοτική αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής (συχνά άχρηστης) ευνόησε και η ιδεολογική ροπή του καθεστώτος στη βαριά βιομηχανία. Το ατσάλι μάγευε τους κομμουνιστές οι οποίοι γαλουχήθηκαν με βιβλία τύπου: «Πώς δενόταν το ατσάλι», υμνούσαν τον Ατσάλινο Άνθρωπο (Στάλιν) και περιβάλλονταν από απεικονίσεις προλεταριακών ηρώων μεταξύ των οποίων δεσπόζουσα θέση κατείχαν οι σιδηρουργοί. Ταινίες, βιβλία, εκπομπές εκθείαζαν τη λάμψη και τη θερμότητα του λυωμένου μετάλλου εμφανίζοντας την παραγωγή του ως μια τιτάνια νίκη του ανθρώπου που καθυπέτασσε και έδινε σχήμα στη διάπυρη ύλη. Μέσα σε πανδαιμόνιο εργοστασιακών θορύβων και πίδακες ατμών ο «σοβιετικός άνθρωπος» σφυρηλατούσε το μέλλον χτίζοντας έτσι τον κομμουνισμό.

Νόμιμο είναι λοιπόν να αναρωτηθεί κανείς, τι ακριβώς κατέρρευσε στο τέλος της δεκαετίας του ’80στις χώρες του ανατολικού συνασπισμού εκτός των μύθων. Εάν δηλαδή δεχθεί κανείς ότι ο πλήρης σχεδιασμός της οικονομίας, ο καθαυτό «κομμουνισμός» κατέρρευσε το 1921 για τους λόγους που είχε εξηγήσει ο φον Μίζες το 1918, τότε θα πρέπει να νοήσει ότι ύστερα από 70 χρόνια, το 1991, κατέρρευσε όχι τόσον ο σχεδιασμός —που υπήρξε εν πολλοίς αιματηρή φάρσα— αλλά ο παρεμβατισμός, μια διατύπωση που έχει μεγάλο ενδιαφέρον για την Δύση και κυρίως για την Ελλάδα. Θα μπορούσε δηλαδή κανείς να αντικαταστήσει πια την πόλωση καπιταλισμός-σοσιαλισμός με την αναλυτικώς προσφορότερη διχοτομία παρεμβατισμός-ελευθερία ανταλλαγών. Ο καπιταλισμός θα μπορούσε τότε να νοηθεί ως το σύστημα όπου ο παρεμβατισμός είναι ελάχιστος και το πρωτείο του οικονομικώς ενεργού ατόμου δεσπόζων, ενώ ο σοσιαλισμός το σύστημα όπου το άτομο εμποδίζεται με βίαιο τρόπο να δράσει (ανατολικό πρότυπο) ή αποθαρρύνεται απλώς με ήπια μέσα να ασκήσει την πρωτοβουλία του (δυτικό πρότυπο). Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι στην ΕΣΣΔ ο Γκορμπατσώφ προσπάθησε να παρέμβει αποπαρεμβατικώς και να καταργήσει με πολιτικές αποφάσεις το πρωτείο της πολιτικής στην οικονομία.

Οι μεταρρυθμίσεις του Γκορμπατσώφ

Σε ένα αυταρχικό καθεστώς οι αλλαγές είναι φυσικό να έρχονται εκ των άνω: ο Μακιαβέλλι διεπίστωνε ήδη τις δυσκολίες αυτού του εγχειρήματος επισημαίνοντας ότι «ο ηγεμόνας που καινοτομεί δημιουργεί πλήθος εχθρών που ζούσαν καλά με την προηγουμένη κατάσταση πραγμάτων ενώ αυτοί που προσδοκούν να ωφεληθούν από την καινούργια την υποστηρίζουν χλιαρά». («Ο ηγεμόνας» σελ. 52). Η λύση του προβλήματος, προσθέτει, είναι η χρήση βίας και για αυτό οι «ένοπλοι προφήτες» όπως ο Μωυσής, ο Κύρος, ο Θησεύς, ο Ρωμύλος πετυχαίνουν ενώ οι άοπλοι όπως ο Savonarola ηττώνται. Ο Montesquieu παρατήρησε ότι οι μεγάλες χώρες ρέπουν προς τον δεσποτισμό όπου μόνον ο δεσπότης μπορεί κάτι να αλλάξει. Στην παλαιά Ρωσία οι μεταρρυθμιστές τσάροι (Αικατερίνη η Μεγάλη, Αλέξανδρος ο I, Αλέξανδρος ο II) προσπαθούσαν να πάρουν με το μέρος τους τις λαϊκές μάζες για να εφαρμόσουν τις φιλελευθερίζουσες ιδέες τους ενώ ο διοικητικός μηχανισμός αντιστεκόταν φοβούμενος ότι θα χάσει τα προνόμια του. Ο λαός ερμήνευε συχνά την παραχώρηση δικαιωμάτων εκ των άνω ως δείγμα αδυναμίας της εξουσίας και ως παρότρυνση προς εξέγερση. Όταν αυτή εκδηλωνόταν, ο «φιλελεύθερος» τσάρος υπαναχωρούσε, ο αυταρχισμός απεκαθίστατο και η γραφειοκρατία θέριευε. Αυτός ο κύκλος συνεχίσθηκε και μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση με διαδοχικές «αποσταλινοποιήσεις» μετά από περιόδους Τρόμου με τη διαφορά ότι τώρα πια τα πράγματα δυσκολεύθηκαν διότι το Κόμμα ενσάρκωνε όχι απλώς την πολιτική εξουσία αλλά και την επίσημη κρατική ιδεολογία, ωσάν δηλαδή να συγχωνεύονταν άλλοτε ο μηχανισμός της τσαρικής διοίκησης με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Εφόσον κάθε αλλαγή στη διακυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης σήμαινε αλλαγές στο δόγμα, ήταν επόμενο ότι οι δογματικοί ως σύγχρονοι Βουρβώνοι που τίποτε δεν εδιδάχθησαν και τίποτε δεν ελησμόνησαν θα τις καταπολεμούσαν με όλα τα μέσα. Τελικώς ηττήθηκαν διότι δεν κατόρθωσαν κατά την περίοδο της εξουσίας τους να αναδεχθούν την αποτυχία τους, να διδαχθούν από αυτήν και να αλλάξουν έγκαιρα πολιτική.
Παρά τις φλυαρίες περί «κριτικής και αυτοκριτικής» η διαχείριση της αποτυχίας υπήρξε δύσκολη, αν μη ανέφικτη, στο κομμουνιστικό καθεστώς το οποίο δεν διέθετε μηχανισμούς ήπιας, αναίμακτης αναπροσαρμογής του. Πώς θα γινόταν ο αναγκαίος καταλογισμός ευθυνών; Δεν ήταν πάντοτε εύκολο να αποδίδονται τα δεινά στις προηγούμενες ηγεσίες διότι οι πιστοί δεν μπορούσαν εύκολα να εξηγήσουν πώς είναι δυνατόν ένα κατά τεκμήριο αλάθητο κόμμα, οπλισμένο με την «ορθή» θεωρία να γίνεται κάθε τόσο έρμαιο στα χέρια ηγετών που σφάλλουν, σφάζουν και κλέβουν. Ο εφηρμοσμένος επιστημονικός σοσιαλισμός που οδηγεί κάθε τόσο σε αιματηρές εκκαθαρίσεις, καταγγελίες και συγκρούσεις μεταξύ επιστημόνων σοσιαλιστών δεν γίνεται —ως ιστορικό φαινόμενο— εύκολα αποδεκτός από ανθρώπους που διατηρούν ίχνη κριτικού πνεύματος. Ο Γκορμπατσώφ δεν ξέφυγε αρχικώς από αυτό το δίλημμα: Καταλόγισε, έτσι στον Στάλιν ευθύνες για τον εκτροχιασμό της επανάστασης και για τα εγκλήματα, στον Χρουστσώφ αφέλεια και παρορμητισμό, στον Μπρέζνιεφ νεποτισμό, διαφθορά και αποτελμάτωση χωρίς να εξηγήσει ποτέ γιατί και πώς συνέβησαν όλα αυτά. Με τις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε, ωστόσο, έδειξε να έχει καταλάβει —χωρίς ποτέ να το διακηρύξει ανοιχτά— ότι ένας οργανισμός υπόλογος μόνο στον εαυτό του κινδύνευε να ξανακυλίσει στις παλιές κακές του έξεις αν δεν υπαγόταν σε ένα —στοιχειώδες— κράτος δικαίου. Ο Γκορμπατσώφ έδειξε ευθύς εξαρχής να έχει πεισθεί ότι μια σύγχρονη χώρα χωρίς νομιμότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να ευημερήσει ακόμη και αν η ανωτάτη ηγεσία της συνέβαινε να είναι προς στιγμήν αδιάφθορη, ικανή και σώφρων. Εξαγγέλλοντας στις 28.6.88 στην Κ.Ε. του ΚΚΣΕ την αρχή κατά την οποία «ό,τι δεν απαγορεύεται από τον νόμο, επιτρέπεται», έθεσε για πρώτη φορά αντικειμενικούς περιορισμούς στην αυθαιρεσία.της τελοκρατικής κομμουνιστικής πολιτείας του Λένιν και του Στάλιν. Στην ίδια συνεδρίαση μνημόνευσε τα ανθρώπινα δικαιώματα με το όνομα τους (επί Μπρέζνιεφ αυτά χαρακτηρίζονταν αισχυντηλώς ως «ανθρωπιστικά θέματα») σημειώνοντας έτσι πλήρη ρήξη με τη νοοτροπία που επέτρεπε στην —διαλυθείσα τον Οκτώβριο του 1991—KGB να δηλώνει με αυταρέσκεια όταν συνελάμβανε τον Ζαχάρωφ: «Εμείς δεν συλλαμβάνουμε ποτέ αθώους». Με τον Γκορμπατσώφ εισήχθη έτσι για πρώτη φορά στην ΕΣΣΔ ένα είδος «τεκμηρίου αθωότητος», ότι δηλαδή «όλοι είναι αθώοι μέχρις αποδείξεως του εναντίου».

Με επιμονή του Γκορμπατσώφ αποκαταστάθηκε στην ΕΣΣΔ η ελευθερία της συνειδήσεως και της θρησκείας, καταργήθηκε η κρατική προπαγάνδα υπέρ του αθεϊσμού, μεθοδεύτηκε ο διαχωρισμός εκκλησίας από το κράτος και επετράπη η λειτουργία θρη-σκευτικών σχολείων. Εισήχθη επίσης ένας βαθμός ελευθεροτυπίας και αναγνωρίσθηκαν τα δικαιώματα του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι και του ιδρύειν πολιτικά κόμματα. Η διαφορά του Γκορμπατσώφ από άλλους Σοβιετικούς μεταρρυθμιστές υπήρξε ότι επέμεινε στο σεβασμό των αρχών του κράτους δικαίου ακόμη και όταν τούτο δεν του άρεσε, όπως ήταν π.χ. η εκλογή του Μπόρις Γιέλτσιν ως προέδρου της Ρωσίας τον Ιούνιο του 1991. Το λυκόφως της ιδεολογίας η οποία έπαψε πια να προβάλλεται ως η μόνη ορθή και η μόνη υποστηρικτέα από τις κρατικές υπηρεσίες, φανερές και μυστικές, οδήγησε σε ένα φυλλορόημα του ΚΚ το οποίο έχασε 2,4 εκατ. μέλη μόνο το 1990 («Sunday Times», 16.6.91). Το πιο σημαντικό είναι ωστόσο, ότι μπροστά στον κίνδυνο να εξαφανισθεί ολωσδιόλου από τον πολιτικό χάρτη, το ΚΚΣΕ ακόμη και πριν αυτοχειριασθεί με τη στάση του στο πραξικόπημα του Αυγούστου 1991 είχε πια εγκαταλείψει κάθε αναφορά στον μαρξισμό-λενινισμό και κάθε βαυκαλιστική ονειροφαντασία για το θεσπέσιο μέλλον του κομμουνισμού.

Η διαφορά με το παρελθόν υπήρξε χτυπητή. Ο Στάλιν και οι επίγονοί του είχαν βρει έναν βολικό τρόπο να αντιμετωπίζουν την παρούσα αποτυχία. Καλλιεργούσαν μιαν ιδεολογική φυγή προς τα πρόσω όπου όλες οι συμφορές εθεωρούντο ως σταθμοί μιας πορείας προς κάποιο φωτεινό μέλλον, οπότε δεν θα υπήρχε πια ούτε σπάνις, ούτε πόνος ούτε οδύνη ούτε στεναγμός. Οι αποδέκτες αυτού του μηνύματος εκαλούντο όπως οι πρώτοι χριστιανοί να υφίστανται σε όλη τη ζωή ανείπωτα δεινά με τη βεβαιότητα ότι έτσι κάπου «μεταβαίνουν». Φυσικά, οι μακαριζόμενες κομμουνιστικές γενεές που θα εγεύοντο σύντομα την παραδείσια ευτυχία επί γης πέθαιναν με τη σειρά τους στην ανέχεια. Η ουτοπία ωστόσο παρηγορούσε τους κομμουνιστές όλου του κόσμου. Καταργώντας τη ρητορική των «αύριο που τραγουδάνε» ο Γκορμπατσώφ ενόθευσε αυτό το συγκεκριμένο όπιο του λαού χωρίς και να το αντικαταστήσει με άλλο. Το αποτέλεσμα ήταν να αποκαλυφθεί όλη η φρίκη του παρελθόντος χωρίς να εξωραϊσθεί το αδιέξοδο του παρόντος και να αποκρυβεί το αβέβαιον του μέλλοντος.

Η συγκεκαλυμμένη ως τότε αποτυχία του κομμουνισμού έγινε ολοφάνερη μόλις αφαιρέθηκαν οι ιδεολογικές παρωπίδες οι οποίες και μόνον διατηρούσαν εν ζωή τον υπαρκτό —τότε— σοσιαλισμό. Εάν ήταν αλήθεια αυτό που είπε ο Μαρξ ότι «σε τελευταία ανάλυση όλα τα προβλήματα είναι οικονομικά», ο κομμουνισμός θα είχε ανατραπεί προ πολλού διότι έφερε ακριβώς την οικονομική καταστροφή σε πρώτη ήδη ανάλυση κατά την τραγική τριετία 1918-1921. Η αποτυχία εκείνη όμως σκεπάστηκε από παχέα στρώματα προπαγάνδας. Ο Γκορμπατσώφ την απεκάλυψε εμβολιάζοντας το σύστημα με τα δύο εκείνα συστατικά που απεδείχθησαν θαυματουργά και διαβρωτικά κάθε δόγματος στη Δύση: Ελευθερία και αγορά. Η συσκευασία που χρησιμοποίησε ήταν η διαφάνεια (γκλάσνοστ) και η ανασυγκρότηση (περεστρόικα). Οι δύο αυτές λέξεις προστέθηκαν έτσι στη λέξη «πογκρόμ», τη μόνη ρωσική λέξη που είχε ωστότε πολιτογραφηθεί στις δυτικές γλώσσσες. Δια τον φόβον των Βουρβώνων, ωστόσο, ξεκίνησε την μεταρρυθμιστική του προσπάθεια προσεκτικά, αρχίζοντας από τα κατασταλτικά μέτρα που πάντοτε γοητεύουν τους κομμουνιστές, αναθεωρητές και μη: Καταπολέμηση της διαφθοράς (των άλλων), αντιαλκοολική εκστρατεία, αποκατάσταση της πειθαρχίας στην παραγωγή. Γρήγορα ωστόσο καταπιάσθηκε και με το πρόβλημα της οικονομίας γενικώς.

Ο Γκορμπατσώφ ξεκίνησε από τη διαπίστωση ότι στη σοβιετική φεουδαρχία — όπως και στον ύστερο μεσαίωνα— οι άνθρωποι δεν είχαν πια κανένα συμφέρον να αναπτύξουν ιδίαν πρωτοβουλίαν. Επειδή δεν ήθελε να την ανατρέψει, δηλαδή να διαλύσει το κόμμα και να αποκαταστήσει την αγορά, προσπάθησε να τετραγωνίσει τον κύκλο, να δώσει δηλαδή στους πολίτες κίνητρα αλλά όχι ιδιοκτησία γης και μέσων παραγωγής. Η κατάργηση των στρατοπέδων συγκεντρώσεως και των αυθαιρέτων συλλήψεων εξάλειψαν μεν το φόβο που στήριζε την «σχεδιασμένη αθλιότητα» της σταλινο-μπρεζνιεφικής οικονομίας αλλά την αντικατέστησαν με το «σχεδιασμένο χάος» της περεστρόικα. Οι τιμές —στην επίσημη οικονομία— δεν έπαυσαν να καθορίζονται από το κράτος με αποτέλεσμα να μην λειτουργήσουν ποτέ ως «μήνυμα» για κανέναν, ενώ το αφθόνως παραγόμενο χρήμα δεν αγόραζε στην ουσία τίποτε και εναπετίθετο από τους πολίτες στα κρατικά ταμεία φύλαξης που ονομάζονταν σοβιετικές τράπεζες. Ο εφιάλτης των Βουρβώνων ήταν μη τυχόν και ο Γκορμπατσώφ ελευθερώσει μιαν ωραίαν πρωίαν τις τιμές των προϊόντων —όπως έγινε στην Πολωνία— με αποτέλεσμα το 45% του εθνικού εισοδήματος που ήταν από το 1988 ήδη κατατεθειμένο στις τράπεζες («Economist», 9.11.88) να διοχετευθεί στην αγορά εις αναζήτησιν ανύπαρκτων αγαθών προξενώντας πληθωρισμό τύπου Βαϊμάρης και κατάρρευση του κομμουνισμού στην ΕΣΣΔ. Για να απομακρυνθεί αυτός ο εφιάλτης, ο μετέπειτα πραξικοπηματίας πρωθυπουργός Βαλεντίν Πάβλωφ αποφάσισε στις 23.1.91 να κάνει κάτι ρηξικέλευθο. Έβγαλε ένα διάταγμα μεταρρύθμισης του νομίσματος με το οποίο τα χαρτονομίσματα των 50 και 100 ρουβλίων έπαυσαν αμέσως να ισχύουν. Οι Σοβιετικοί πολίτες διέθεταν τρεις μέρες για να τα ανταλλάξουν με άλλα χαρτονομίσματα μικρότερης ονομαστικής αξίας αλλά όχι πέραν του ποσού των 1000 ρουβλίων κατά κεφαλήν. Η σκέψη του Πάβλωφ ήταν ότι το μέτρο θα έθιγε μόνο τους πλουσίους που εικαζόταν ότι θα κατείχαν άνω των 1000 ρουβλίων σε πενηντάρουβλα και εκατόρουβλα χαρτονομίσματα οι οποίοι θα έβλεπαν έτσι την —κατά τεκμήριο ανόμως κτηθείσα— περιουσία τους να δημεύεται. Το μέτρο έθιξε βέβαια μόνο τους νομιμόφρονες που κρατούσαν ρούβλια. Οι άλλοι, οι μαφιόζοι που το είχαν πληροφορηθεί είχαν μετατρέψει από καιρό τα ρούβλια τους σε δολάρια, χρυσό ή διαμάντια, θέτοντας εαυτούς αυτομάτως εκτός της εμβέλειας των μέτρων του Πάβλωφ. Ταυτοχρόνως, με το ίδιο διάταγμα ο Πάβλωφ απαγόρευσε την απόσυρση ποσών άνω των 500 ρουβλίων το μήνα κατά κεφαλήν από τις τράπεζες, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό ότι το αποθηκευμένο ρευστό δεν θα έπεφτε ποτέ στην αγορά για να προκαλέσει πληθωρισμό.

Έτσι, ο επιστημονικός σοσιαλισμός απεδείχθη σύστημα που πληρώνει τους ανθρώπους για τις υπηρεσίες τους στο λαό, δεν παράγει αγαθά τα οποία αυτοί να μπορούν να αγοράσουν νομίμως στις επίσημες κρατικές τιμές, τους παρωθεί να καταθέτουν το χρήμα τους στις «τράπεζες» και εκεί τους το παγιδεύει με νόμο για να μην μπορούν να το χρησιμοποιήσουν για τίποτε. Οι πρώτοι εκείνοι Μπολσεβίκοι που ήθελαν να καταργήσουν το χρήμα ήταν τουλάχιστον συνεπέστεροι στην απλοϊκή τους αντίληψη για την οικονομία.

Τα μέτρα αυτά κατερράκωσαν τα τελευταία ίχνη εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα —αν μπορεί κανείς να το αποκαλέσει έτσι— και διέλυσαν κάθε ελπίδα επενδύσεων στην ΕΣΣΔ από οιονδήποτε. Για να μην μείνει δε η παραμικρή αμφιβολία ως προς τις διαθέσεις της κυβερνήσεως έναντι των επιχειρηματιών, το διάταγμα του Πάβλωφ ανέθεσε επίσης στην KGB την ευθύνη ελέγχου των βιβλίων των επιχειρήσεων, πράγμα που πάγωσε τους νομιμόφρονες επιχειρηματίες, τους μόνους δηλαδή που τηρούν βιβλία. Οι πραγματικοί μαφιόζοι προτιμούν να εξαγοράζουν τους αστυνομικούς, μυστικούς τε και φανερούς. Στο μεταξύ η ΕΣΣΔ βάλθηκε να αποδεικνύει κάθε μέρα την ευστοχία των παρατηρήσεων του Μίλτον Φρήντμαν. Ο Vasily Seluymin, μεταρρυθμιστής οικονομολόγος, έγραψε απελπισμένος στο ριζοσπαστικό περιοδικό «Ogonyok» τον Φεβρουάριο του 1991 ότι από το 1980 έως το 1985, επί μπρεζνιεφικής «στασιμότητος» τυπώνονταν 3-4 δισ. ρούβλια το χρόνο. Το 1988 τυπώθηκαν 11,5 δισ., τον επόμενο χρόνο 16 δισ., το 1990 ο αριθμός έφθασε τα 20 δισ. ενώ το 1991 αναμενόταν να φθάσει τα 50 δισ. Ο πρωθυπουργός Πάβλωφ εδήλωσε από την πλευρά του στις 15 Φεβρουαρίου 1991, εισηγούμενος τα νέα μέτρα, ότι υπάρχει «δυτική συνωμοσία» να πλημμυρίσει η σοβιετική οικονομία με ρούβλια για να υπονομευθεί η «περεστρόικα». Ο Γκορμπατσώφ απέφυγε να σχολιάσει αυτή την βλακώδη δήλωση. Την ωμή αλήθεια επί του προκειμένου την είπε ο Σοβιετικός οικονομολόγος Grigory Yavlinsky («Economist», 28.0.1991) διαπιστώνοντας ότι «ο μόνος περιορισμός στην προσφορά χρήματος είναι η δυναμικότης των εκτυπωτικών μηχανών του νομισματοκοπείου».

Το πρόβλημα του χρήματος είναι διαρθρωτικό στην ΕΣΣΔ. Οι σοβιετικές βιομηχανίες – οι περισσότερες των οποίων θα έκλειναν σε συνθήκες ανταγωνισμού—γεννούν, όπως οι ελληνικές ΔΕΚΟ, ελλείμματα τα οποία καλύπτονται από το νομισματοκοπείο. Εάν έκλεινε αυτός ο κρουνός ρευστού και η σοβιετική αγορά διανοιγόταν στον έξω κόσμο, οι επιχειρήσεις που θα ήθελαν να επιβιώσουν θα έπρεπε να απολύσουν το υπεράριθμο προσωπικό τους και να πληρώσουν καλύτερα τους υπόλοιπους. Το παλαιό σύνθημα: «Προσποιούμεθα ότι δουλεύουμε και προσποιούνται ότι μας πληρώνουν» θα κατηργείτο καθώς το υγιές χρήμα θα προσέφερε πια στον κάτοχό του πρόσβαση σε ποικίλα αγαθά και υπηρεσίες ποιότητας. Η μοιρολατρική αντίληψη ότι δεν είχε απομείνει επιχειρηματίας στην ΕΣΣΔ δεν ευσταθούσε. Βεβαίως, εκτός αγοράς, στο σπίτι τους, δεν αναπτύσσονται επιχειρηματίες όπως συμβαίνει με τους ζωγράφους, τους συγγραφείς και τους μουσικοσυνθέτες. Τούτο όμως δεν σήμαινε ότι έπρεπε πρώτα να υπάρξουν εκατομμύρια φανατικών του επιχειρείν στην ΕΣΣΔ για να ανοίξει η αγορά στους ιδιώτες. Ορισμένοι αντιρρησίες χρησιμοποιούσαν επιχειρήματα που θύμιζαν τη γνωστή διαμάχη ως προς το τι εμφανίσθηκε πρώτα: η κότα ή το αυγό; Για να δημιουργηθεί μια οικονομία της αγοράς απαιτείται ατομική ιδιοκτησία αλλά για να ιδιωτικοποιηθούν τα σοσιαλιστικά εργοστάσια πρέπει, έλεγαν, να προϋπάρξει αγορά διότι αλλιώς πώς θα καθορισθούν οι τιμές πωλήσεως τους; Μια παραλλαγή αυτού του επιχειρήματος χρησιμοποιείται και στην Ελλάδα από αυτούς που καταπολεμούν την αποκρατικοποίηση. Οι πρακτικοί Γερμανοί φαίνεται πάντως ότι βρήκαν τη λύση διότι μέσα στους πρώτους 6 μήνες του 1991 ο Οργανισμός Καταπιστεύσεως που ίδρυσαν (Treuhandanstalt) κατόρθωσε να εκ-ποιήσει σε ιδιώτες 2000 από τις 9000 δημόσιες επιχειρήσεις της τέως Ανατολικής Γερμανίας. Τούτο κατέστη δυνατόν διότι οι Γερμανοί δεν παίζουν με την αγορά, δεν την εισάγουν κατά δόσεις και «ελεγχόμενη», απλώς την αποκαθιστούν χωρίς να παρεμβαίνουν. Η πορεία της περεστρόικα απέδειξε για μια ακόμη φορά ότι «η ελεύθερη οικονομία δεν είναι τούρτα που τρώγεται κατά κομμάτια» κατά την επιτυχή έκφραση του Ανδριανόπουλου («Τύπος της Κυριακής», 25.11.90). Ο «λίγος» και ελεγχόμενος καπιταλισμός υπήρξε μια σύλληψη «ανανεωτικού κομμουνισμού» που απέτυχε οικτρώς. Όταν οι Σοβιετικοί μιλούσαν για «οικονομία της αγοράς», εννοούσαν απλώς αποκέντρωση της διαχείρισης των δημοσίων επιχειρήσεων και πιο ελαστικό κρατικό σχεδιασμό. Η αθυρόστομη Σοβιετική οικονομολόγος Popkova κατειρωνεύθηκε την έννοια («Monde», 26.6.87) γράφοντας στην «Novy Mir» ότι «μια γυναίκα δεν μπορεί να είναι ολίγον έγκυος… Η ιδέα ότι ολίγη αγορά είναι χρήσιμη και ολίγος σχεδιασμός καλός με ξενίζει». Το αποτέλεσμα αυτής της νοθεύσεως των συστημάτων του ενός δια του άλλου ήταν ότι η σοβιετική οικονομία είχε από καιρό παύσει επί περεστρόικας να είναι ενιαία.

Σύμφωνα με μια οξυδερκή ανάλυση του Καναδού δημοσιογράφου Stephen Handelman, διαπιστευμένου στη Μόσχα, την οποία δημοσίευσε το βρετανικό περιοδικό «Spectator» στις 17.11.90 μπορούσε κανείς τότε να διακρίνει τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικές οικονομίες στην ΕΣΣΔ. Η πρώτη ήταν η κρατική που πρόσφερε διαμερίσματα με ασήμαντο νοίκι ύστερα από πολυετή αναμονή, δημόσιες μεταφορές με ασήμαντο εισιτήριο, δωρεάν εκπαίδευση (καλή) και περίθαλψη (άθλια), εγγυημένη απασχόληση (κακοπληρωμένη) καθώς και διάφορα άλλα επιδοτούμενα καταναλωτικά αγαθά (κυρίως ψωμί). Η οικονομία αυτή λειτουργούσε στο δικό της κύκλωμα με απίστευτες σπατάλες και χαρακτηριζόταν από σπάνι όλων των προϊόντων και υπηρεσιών με αποτέλεσμα μεγάλες «ουρές» στα καταστήματα και λίστες αναμονής. Η δεύτερη οικονομία εκάλυπτε την επιτρεπόμενη «ελεύθερη» αγορά όπου π.χ. οι αγρότες; μπορούσαν να πουλάνε νομίμως την ιδιοπαραγωγή τους και οι κάτοχοι εστιατορίων, κουρείων και ταξί μπορούσαν να προσφέρουν ελεύθερα τις υπηρεσίες τους, υπό το άγρυπνο πάντως βλέμμα του εντεταλμένου αρμοδίου ενός από τα 60 υπουργεία που διέθετε τότε η ΕΣΣΔ. Η οικονομία αυτή μετρίαζε κάπως τον παραλογισμό της πρώτης καθώς εξασφάλιζε κάποια κατανομή προϊόντων και υπηρεσιών με βάση τις προτιμήσεις των καταναλωτών και όχι με αυθαίρετες αποφάσεις γραφειοκρατών. Η τρίτη οικονομία ήταν η καθαυτό μαύρη αγορά, τελείως ελεύθερη καθό τελείως παράνομη η οποία θύμιζε εν πολλοίς τη διακίνηση οινοπνευματωδών επί ποταπαγορεύσεως στις ΗΠΑ και διακίνηση ναρκωτικών σήμερα. Η αγορά αυτή, στην οποία κυριαρχούσαν τα σοβιετικά ισοδύναμα του Αλ Καπόνε, πρόσφερε έναντι δολαρίων τα πάντα, από αυτοκίνητα έως μπαζούκας. Κατά τον Καναδό δημοσιογράφο, μελέτες Σοβιετικών οικονομολόγων έδειξαν ότι η οικονομία αυτή απασχολούσε 20 εκατομμύρια άτομα, δηλαδή το 30% της εργατικής δύναμης. Με τις μεταρρυθμίσεις του Γκορμπατσώφ ορισμένοι από τους «μαύρους» επιχειρηματίες έγιναν νόμιμοι ή έστω και νόμιμοι ανοίγοντας εστιατόρια, κουρεία, ραφεία και εταιρίες παροχής οικοδομικών υπηρεσιών. Άλλωστε και στις ΗΠΑ η Μαφία διαχειρίζεται καθαριστήρια, πλυντήρια και πιτσερίες. Η τέταρτη οικονομία ήταν η παραγωγή προϊόντων για τους προνομιούχους του κόμματος, την νομενκλατούρα.

Η οικονομία αυτή, καθαρώς φεουδαρχική, πρόσφερε στα κομματικά στελέχη που διοικούσαν τον κρατικό μηχανισμό προνομιούχο πρόσβαση σε όλα τα ουσιώδη αγαθά (ακριβά κρασιά, ρούχα, αυτοκίνητα, εξοχικά σπίτια) έστω και αν αυτά δεν τους ανήκαν τυπικώς. Έτσι το «ευ ζην» της νομενκλατούρας καθιστούσε τον φορέα της κομματικής εξουσίας διπλά προσεκτικό στην εφαρμογή των εντολών που ελάμβανε καθώς η απώλεια της κομματικής ιδιότητας σήμαινε αυτομάτως απώλεια των προνομίων. Έτσι εξηγείται σε μεγάλο βαθμό η αδράνεια της κομματικής και εξωκομματικής νομενκλατούρας κατά το τριήμερο του χουντικού πραξικοπήματος. Σε πολλές περιπτώσεις στην επαρχία και δη στις ασιατικές δημοκρατίες η νομενκλατούρα συνεργαζόταν αρμονικά με τον υπόκοσμο της μαύρης αγοράς, της τρίτης δηλαδή οικονομίας, εξασφαλίζοντάς του με το αζημίωτο ατιμωρησία και χρήσιμες πληροφορίες.

Οι δημοκράτες ανατροπείς του κομμουνισμού οραματίσθηκαν νομιμοποίηση της μαύρης αγοράς με ταυτόχρονη πάταξη του εγκληματικού στοιχείου και απομάκρυνση του κράτους από τους μοχλούς ελέγχου της οικονομίας έτσι ώστε να εξαφανισθούν οι Σοβιετικοί γκάγκστερς —που θάλλουν στην παρανομία— και να χάσουν τα προνόμια τους οι διεφθαρμένοι βουρβώνοι —που θάλλουν στον κρατικισμό και τα πεντάχρονα πλάνα—ενώ παράλληλα θα κυριαρχήσει σε όλη την αγορά η δεύτερη οικονομία της νόμιμης αγοράς. Αυτή υπήρξε η πολιτική που εξήγγειλε ο Γιέλτσιν στις 28.10.1991. Επρόκειτο για δύσκολο έργο εκτός των άλλων και διότι η άγνοια των μηχανισμών της αγοράς ήταν κυριολεκτικά απίστευτη στην ΕΣΣΔ. Ο κατάλογος βιβλίων των οποίων απαγορευόταν η έκδοση και που φυσικά δεν έχουν ποτέ μεταφρασθεί στα Ρωσικά περιελάμβανε εκτός των συγχρόνων όλα τα έργα του ‘Ανταμ Σμιθ. «Ακόμη και τώρα —γράφει ο Economist (22.9.90)— δεν διατίθεται σε ρωσική μετάφραση ούτε ένα δυτικό εγχειρίδιο οικονομικής. Ο αναπληρωτής δήμαρχος του Σβερντλόφσκ αυτομορφώνεται στα πραγματικά οικονομικά διαβάζοντας σε φωτοτυπία μια εισαγωγή στην οικονομική επιστήμη που γράφτηκε για τα παιδιά του τσάρου το 1911»..

Πώς βγαίνει κανείς από το χάος

Η καθυστέρηση στις ιδέες, τους θεσμούς, το νομοθετικό πλαίσιο και την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών καθώς και η επί 6 έτη εμμονή του Γκορμπατσώφ στην μεταρρύθμιση του κομμουνισμού αντί της κατάργησής του εξηγεί ως ένα σημείο την εικόνα της απίστευτης σύγχυσης, παλιμβουλίας, αναβλητικότητας, προχειρότητας, διστακτικότητας, ευσεβών πόθων μεγαλοφροσύνης, απογοητεύσεων και υπαναχωρήσων που παρουσίαζε η οικονομική πολιτική του Γκορμπατσώφ. Περιέργως, για μεγάλο χρονικό διάστημα ο πολυμήχανος αυτός Γενικός Γραμματέας ενός διαβλητού κομμουνιστικού κόμματος αξιοποίησε την κρίση προς όφελός του για να απαλλαγεί προοδευτικώς από συντηρητικούς αντιπάλους (Λιγκατσώφ), να συγκεντρώσει όλο και περισσότερες εξουσίες στα χέρια του, και να επιβάλει όλο και πιο «προχωρημένους» νόμους τροποποιώντας τους, ενίοτε υπο πίεσιν, αφήνοντας ορισμένους ανενεργούς και πότε-πότε εφαρμόζοντας τους εν μέρει. Ύστερα από πέντε χρόνια ισορροπιστικών ασκήσεων ο Γκορμπατσώφ αποφάσισε να ξεπεράσει τις αντιφάσεις και να αναμορφώσει την οικονομία της χώρας του «βάσει σχεδίου». Στις 23 Μαΐου 1990, ο πρωθυπουργός του Νικολάι Ρίζκωφ — μετριοπαθής Βουρβώνος που καταποντίσθηκε με ένα 16% ως κομμουνιστής υποψήφιος για το αξίωμα του Προέδρου της Ρωσίας στις εκλογές της 16.6.91— αποκάλυψε ένα σχέδιο «ρυθμιζόμενης οικονομίας της αγοράς» που δεν προέβλεπε εισαγωγή της αγοράς αλλά «εξασφάλιση ικανοποιητικού εισοδήματος σε όλους», ελευθέρωση του 15% μόνο των τιμών και διπλασιασμό της τιμής του ψωμιού και άλλων τροφίμων από 1ης Ιουλίου. Η ολιγοψυχία συνδέθηκε στην περίπτωση αυτή και με την ηλιθιότητα διότι όταν ανακοινώνεις τον διπλασιασμό της τιμής ενός αγαθού οσονδήποτε απαραδέκτως φθηνού, δύο μήνες πριν τον επιβάλεις, είναι φυσικό ότι θα προκαλέσεις πανικό, άδειασμα των ραφιών ακόμη και συγκρούσεις μεταξύ νοικοκυρών.

Αποτέλεσμα όλων αυτών των ημιμέτρων, αστοχιών ή στραβοπατημάτων ήταν να χάσει η περεστρόικα το λίγο κύρος που της είχε απομείνει. Η προσπάθεια του Γκορμπατσώφ να μεταθέσει σιωπηρώς την ευθύνη στον πρωθυπουργό του δεν απέδωσε κυρίως διότι ο εκλεγμένος από το λαό Μπόρις Γιέλτσιν, ζήτησε την αποπομπή του Ρίζκωφ πράγμα που ο Γκορμπατσώφ αρνήθηκε να κάνει. Αυτό το νόθο στη σύλληψή του σχέδιο της «ρυθμιζόμενης αγοράς» το οποίο ένας Αμερικανός σχολιαστής απεκάλεσε «τετράγωνη ρόδα» και ένας άλλος «τηγανητό χιόνι» για να δείξει το ασυμβίβαστο του επιθετικού προσδιορισμού «ρυθμιζόμενη» με το ουσιαστικό «αγορά» αιτιολογήθηκε επισήμως από το φόβο της «θεραπείας σοκ» της Πολωνίας όπου η απότομη ελευθέρωση όλων των τιμών από τη μια μέρα στην άλλη κατάργησε αυθημερόν τις «ουρές» και γέμισε τα μαγαζιά με αγαθά τα οποία ωστόσο έγιναν απλησίαστα για πολλούς Πολωνούς. Η σοβιετική ηγεσία —εξηγούσαν οι εκπρόσωποί της—δεν διέθετε την αντιπροσωπευτικότητα της πολωνικής που είχε την υποστήριξη ή έστω την ανοχή εκατομμυρίων εργατών της «Αλληλεγγύης». Κατά τον Σοβιετικό οικονομολόγο Πάβελ Μπούνιχ αυτό που εφάρμοσε τελικώς ο Ρίζκωφ ήταν «μόνο σοκ χωρίς θεραπεία».

Μετά την γελοιοποίηση της «ρυθμιζόμενης αγοράς» —η οποία ήταν απλώς πρόταση ρύθμισης, χωρίς αγορά— ο ριζοσπάστης οικονομολόγος Σατάλιν, οικονομικός σύμβουλος του Προέδρου, υπέβαλε στον Γκορμπατσόφ αλλά και στον Γιέλτσιν τον Σεπτέμβριο του 1990 ένα σχέδιο «500 ημερών» όπου προβλεπόταν με κάθε λεπτομέρεια ένα χρονοδιάγραμμα σύμφωνα με το οποίο 46.000 βιομηχανικές και 76.000 εμπορικές επιχειρήσεις θα περνούσαν στα χέρια ιδιωτών σε 500 ημέρες. «Με δύο λόγια —σχολίασε ο «Economist» (15-9-90)— ο Σατάλιν θέλει καπιταλισμό και τον θέλει χτές». Αυτό το καπιταλιστικό μανιφέστο ωστόσο είχε περισσότερο αντίκτυπο στο εξωτερικό από ό,τι στους ίδιους τους Σοβιετικούς οι οποίοι τις μέρες ακριβώς που αυτό δημοσιεύθηκε διάβαζαν, μην πιστεύοντας τα μάτια τους, επιγραφές στα μπακάλικα που τους πληροφορούσαν ότι «οι πελάτες που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν σε τσιγάρα θα εξυπηρετηθούν κατά προτεραιότητα». Η απότομη έλλειψη τσιγάρων σε αυτή τη χώρα μανιωδών καπνιστών είχε καταστήσει το είδος αυτό πιο αξιόπιστο συναλλακτικό μέσο από το ρούβλι, ακριβώς όπως συνέβαινε στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως του Χίτλερ και του Στάλιν. Επί περεστρόικας τα καταναλωτικά προϊόντα γενικώς και όχι μόνο τα τσιγάρα, άρχισαν να παίρνουν το χαρακτήρα σπανίου αντικειμένου. Σύμφωνα με μια μελέτη που είχε γίνει τότε στην ΕΣΣΔ («Economist», 20.10.90) επί 1000 τυχαίως επιλεγμένων αγαθών που παράγει η ΕΣΣΔ βάσει του πεντάχρονου, βρέθηκαν να λείπουν από τα καταστήματα τα 996.

Την εφιαλτική ατμόσφαιρα μιας πρωτεύσουσας που χρεωκοπεί δίνει ζωντανά ο ανταποκριτής του «Αντί» Στ. Κούλογλου γράφοντας στο τεύχος της 21.9.90: «Για τους κατοίκους της Μόσχας, της πρωτεύουσας του παράλογου, οι τελευταίες ελλείψεις στο ψωμί είναι κάτι που ήρθε φυσιολογικά: τον Ιανουάριο, εξαφανίστηκε από τα μαγαζιά το τυρί, τον Φεβρουάριο ήταν αδύνατο να βρεί κανείς στα ράφια απορρυπαντικό ή κοινό σαπούνι. Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο ήταν η σειρά του αλατιού και των σπίρτων που προστέθηκαν στις κουρτίνες, τις μαξιλαροθήκες, ή τις καρέκλες, είδη τα οποία είναι αδύνατο πλέον να βρεθούν. Τον Μάιο δεν είχαμε χαρτί. Τον Ιούλιο εξαφανίστηκαν τα τσιγάρα, ακόμη και αυτά τα σοβιετικά «στούκας» που μοιάζουν σαν να καπνίζεις εφημερίδα. Μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, ήρθε η σειρά του ψωμιού που δεν είχε λείψει από το τέλος του πολέμου». Σημειώθηκε ωστόσο μια ουσιώδης διαφοροποίηση εν σχέσει με το σταλινο-μπρεζνιεφικό παρελθόν οπότε ο κόσμος να χαλούσε, το κόμμα έμενε αλώβητο από οιαδήποτε οικονομική κρίση: Στις 30 Σεπτεμβρίου 1990 δεν εκδόθηκε —για πρώτη φορά στην ιστορία της— η «Ισβέστια» (10 εκατομμύρια φύλλα ημερησίως) λόγω ελλείψεως χαρτιού.

Η τύχη του σχεδίου Σατάλιν δεν υπήρξε καλύτερη από άλλες τέτοιες προσπάθειες. Στις 16.10.90 ο Γκορμπατσώφ το απέρριψε, στην ουσία, αποκαλύπτοντας ένα σχέδιο που συνιστούσε, καθώς είπε, συμβιβασμό των προτάσεων Σατάλιν και των απόψεων του Ρίζκωφ. Ο αθυρόστομος Μπόρις Γιέλτσιν απεκάλεσε αυτήν την προσπάθεια ως «απόπειρα ζευγα-ρώματος σκαντζόχοιρου με φίδι» (International Herald Tribune, 17.10.90). Βάσει αυτού του «συμβιβασμού» η ελευθέρωση των τιμών αναβαλόταν, η ιδιωτικοποίηση επίσης ενώ η λαβή των 60 σοβιετικών υπουργείων επί της οικονομίας δεν χαλάρωνε καθόλου. Από τον Σατάλιν διετηρείτο η πίστη στην αγορά. «Η επιλογή —αναφέρεται στο προοίμιο— έχει γίνει. Η μετάβαση στην οικονομία της αγοράς είναι οριστική. Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση». Το σχέδιο Σατάλιν είχε πολλά συζητήσιμα κρατικιστικά στοιχεία καθώς περιελάμβανε ένα σύστημα αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, εγγυημένης απασχόλησης για όλους και διατίμησης του 30% των σοβιετικών προϊόντων. Υπήρχε ωστόσο, η βάσιμη ελπίδα ότι όλα αυτά θα τα διόρθωνε μια νέα μεταρρύθμιση όταν θα είχαν πια αποξηλωθεί οι δεινοσαυρικές σοβιετικές επιχειρήσεις. Πάσα ελπίς όμως απέπτη με την απόρριψη του σχεδίου. Χάθηκε έτσι μια ιστορική ευκαιρία σχετικώς ανώδυνης ευθανασίας του κομμουνισμού στη χώρα όπου αυτός επεβλήθη το 1917.

Ο ορίζων ξεκαθάρισε τον Αύγουστο του 1991 με το πραξικόπημα των χουντικών Βουρβώνων που πρόσφεραν όντως μια μεγάλη υπηρεσία στη χώρα τους, στις παγιδευμένες εθνότητες και σε όλον τον κόσμο, προκαλώντας την οριστική κατάρρευση του συστήματος. Δεν υπάρχει προηγούμενο τέτοιας απότομης κονιορτοποίησης καθεστώτος χωρίς πόλεμο σε μια μεγάλη χώρα. Το κίνημα των 8, υπό τον άχρωμο Γενάγιεφ, δεν υπήρξε κεραυνός εν αιθρία. Είχε αρχίσει να προετοιμάζεται ευθύς ως οι Βουρβώνοι αντελήφθησαν ότι υπήρχε κίνδυνος ο Γκορμπατσώφ να τους εξουδετερώσει σιωπηρώς αλλά τελεσεδίκως, καταργώντας σιγά-σιγά τις αρμοδιότητες τους στην οικονομία, την πολιτεία και την κοινωνία. Ήδη τον Μάρτιο του 1990 ο περίεργος αυτός «Γραμματέας» του ΚΚΣΕ διακήρυξε το τέλος του «καθοδηγητικού ρόλου του κόμματος», «πείθοντας» μια πτοημένη Κ.Ε. να δεχθεί αυτή την άποψη περίπου αδιαμαρτύρητα. Το σχέδιο Σατάλιν των 500 ημερών —που παρολίγον να γινόταν δεκτό— σήμαινε μεταξύ άλλων και ουσιαστική κατάργηση του συγκεντρωτικού κράτους της Σοβιετικής Ενώσεως με εκχώρηση εκτεταμένων εξουσιών στις Δημοκρατίες. Οι Βουρβώνοι πέτυχαν τη ματαίωση αυτού του σχεδίου μόνον όταν κατέστησαν σαφείς τις προθέσεις τους με τις «μυστηριώδεις» στρατιωτικές ασκήσεις στα περίχωρα της Μόσχας τον Σεπτέμβριο του 1990. Τον Νοέμβριο ο Γκορμπατσώφ, οιονεί όμηρος στα χέρια τους, αντικατέστησε, ύστερα από μια «σύσκεψη» με υπερχίλιους αξιωματικούς του στρατού, τον υπουργό εσωτερικών μεταρρυθμιστή Βαντίμ Μπακάτιν με τον μετέπειτα εγκέφαλο της χούντας των «8» Μπόρις Πούγκο, στρατηγό της KGB, ο οποίος αυτοκτόνησε μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος. Μπροστά σε αυτήν την παράδοση άνευ όρων του Γκορμπατσώφ στην χούντα που τον εξεβίαζε και εν όψει νέων αιματηρών επεισοδίων στις Βαλτικές χώρες που αυτή μεθόδευε, απεχώρησε τον Δεκέμβριο του 1990 από την κυβέρνηση ο Υπουργός Εξωτερικών Σεβερντνάτζε καταγγέλλοντας, την επερχόμενη δικτατορία ενώ ο εκκολαπτόμενος πραξικοπηματίας Βλαντιμίρ Κριούτσκωφ, αρχηγός της KGB, κατηγορούσε επισήμως την CIA (διάβαζε Γκορμπατσώφ) διότι με την προπαγάνδα της υπέρ της αγοράς απέβλεπε στην καταστροφή του σοβιετικού σοσιαλισμού.

Ο πόλεμος φθοράς συνεχίστηκε αμείωτος έως τον Ιούνιο οπότε ο θρασύτατος χουντικός πρωθυπουργός Πάβλωφ ζήτησε από το Ανώτατο Σοβιέτ να περικόψει ουσιαστικές αρμοδιότητες από τον πρόεδρο Γκορμπατσώφ και να τις δώσει στον ίδιο. Ο Γκορμπατσώφ χρησιμοποίησε όλες τις ρητορικές του ικανότητες για να αποκρούσει αυτή την επίθεση και το επέτυχε αλλά δεν τόλμησε να θίξει τον πρωθυπουργό «του». Υπό την πίεση του Γιέλτσιν, προώθησε τέλος Ιουλίου, ένα σχέδιο συμφωνίας με τις Δημοκρατίες το οποίο τους εκχωρούσε εξουσίες να εισπράττουν φόρους και να δίνουν απλώς ένα μέρος από αυτούς στην κεντρική κυβέρνηση. Επρόκειτο για τη σταγόνα που έκανε να ξεχειλίσει το ποτήρι των «σκληρών» της νομενκλατούρας. Στις αρχές Αυγούστου ο Γκορμπατσώφ πήγε να κάνει διακοπές στην Κριμαία αφήνοντάς τους ελεύθερο το πεδίο να υλοποιήσουν την συνωμοσία τους. Ο Γκορμπατσώφ κατηγορήθηκε ότι δεν προέβλεψε το πραξικόπημα, πράγμα άδικο, διότι και οι ίδιοι οι πραξικοπηματίες έμοιαζαν να αυτοσχεδιάζουν.

Το πραξικόπημα της 19ης, 20ής και 21ης Αυγούστου επεχείρησε να διατηρήσει ένα
«συνταγματικό» φύλλο συκής βγάζοντας τον Γκορμπατσώφ «άρρωστο με τη θέληση του». Το σχέδιο απέτυχε, ο Γιέλτσιν και οι δημοκράτες ανέτρεψαν τους πραξικοπηματίες και πέτυχαν χάρη στην πρωτοφανή λαϊκή υποστήριξη την οριστική απαλλαγή της χώρας από τον βραχνά των Βουρβώνων. Η πρώτη ενέργεια της νέας κυβέρνησης υπό τον μετανοημένο για τη διστακτικότητα του (αλλά όχι για την τελική του πίστη σε έναν αναμορφωμένο κομμουνισμό) Γκορμπατσώφ ήταν να αποξηλώσουν τους κομμουνιστικούς θεσμούς. Ο κρατικός μηχανισμός, η τοπική αυτοδιοίκηση, η οικονομία, ο στρατός και η KGB ελευθερώθηκαν μέσα σε 24 ώρες από τη λαβή αυτής της άπληστης μαφίας των Σοβιετικών κομμουνιστών που δεν παρήγαν τίποτε και παρασιτούσαν εδώ και 70 χρόνια στο σώμα της κοινωνίας. Η ταχεία και αποφασιστική απαγόρευση δράσης του κόμματος και η κατάσχεση όλης της περιουσίας του απεσόβησε εξελίξεις τύπου Αλβανίας και Ρουμανίας όπου οι κομμουνιστές μεταβαπτίσθηκαν σε σοσιαλδημοκράτες και συνέχισαν να διακυβερνούν με ελαφρώς παραλλαγμένα μέσα. Οι ολίγοι «ιδεολόγοι» μαρξιστές-λενινιστές που έχουν απομείνει μπορούν βεβαίως να ιδρύσουν κόμμα όπως όλοι αλλά τα προνόμια τους ως μέλη του μοναδικού στη χώρα Κ.Κ. τα έχασαν. Υπάρχει έτσι η ελπίδα ότι τα φοβερά οικονομικά προβλήματα της χώρας θα αντιμετωπισθούν χωρίς παρωπίδες. Η ΕΣΣΔ είχε το 1990 αρνητική ανάπτυξη —όπως την λένε οι οικονομολόγοι— της τάξεως του 6% (δηλαδή έγινε κατά 6% πτωχότερη) ποσοστό που αναμένεται να φθάσει το 1991 το 17%. Στη χειρότερη χρονιά της μεγάλης κρίσης του 1929-30 η πτώση της οικονομικής δραστηριότητας στις ΗΠΑ δεν ξεπέρασε ποτέ το 9%. Ήδη ο Μπόρις Γιέλτσιν, χάρη στον οποίο ματαιώθηκε το πραξικόπημα, χάραξε μια σαφή πορεία επιστροφής στον καπιταλισμό. Με το διάταγμα της 28ης Οκτωβρίου 1991 το οποίο παρουσίασε στο ρωσικό κοινοβούλιο προτείνει ελευθέρωση των τιμών χωρίς μέτρα τύπου ΑΤΑ, δραστική μείωση των ελλειμμάτων, άγρια περικοπή των κρατικών δαπανών και σύντομη ιδιωτικοποίηση 10.000 επιχειρήσεων. Τέλος, υποσχέθηκε ότι θα επιτραπεί για πρώτη φορά η ελεύθερη αγοραπωλησία γης. Πρόκειται για εξαγγελία μιας πραγματικής μεταρρύθμισης. Η περεστρόικα εγκαταλείφθη. Ο θάνατος του ΚΚ σήμαινε ωστόσο και θάνατο της ΕΣΣΔ, όπως συνειδητοποίησε αμέσως ο Γιέλτσιν και οι άλλοι εκλεγμένοι ηγέτες των δημοκρατιών αλλά όχι ο ίδιος ο Γκορμπατσώφ.

Η κατάρρευση του σοβιετικού κομμουνισμού δεν μοιάζει με τις εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη, διότι η ΕΣΣΔ ήταν μια περίεργη χώρα κατοικούμενη από «συμβουλιακούς» (δηλαδή σοβιετικούς) ανθρώπους η οποία δεν περιέχει στην ονομασία της αναφορά σε καμιά γεωγραφική περιοχή ή εθνική προέλευση. Η ιδιόμορφη αυτή αυτοκρατορία, χωρίς διακριτή μητρόπολη, απετελείτο από πλήθος αποικίες υποταγμένες ως τώρα σε έναν πυρήνα, ένα κέντρο, το Κόμμα, με μόνη ταυτότητα την κομμουνιστική. Όλα τα άλλα, εθνότητες, θρησκείες, φυλές ήσαν για την ΕΣΣΔ περιφέρεια.

Οι τρεις ισχυρές δυνάμεις που εκδηλώθηκαν στο προσκήνιο επί Γκορμπατσώφ, δηλαδή η λαχτάρα για δημοκρατία, οικονομική ελευθέρωση και εθνική αυτοκατάφαση υπήρξαν και οι τρεις ασύμβατες με το λενινιστικό κρατικό πρότυπο. Τούτο δεν σήμαινε ωστόσο ότι έπρεπε να κατισχύσουν όλες μαζί ταυτοχρόνως. Όντως, εάν η οικονομική αλλαγή και η δημοκρατία είχαν επιτευχθεί, οι εθνότητες θα μπορούσαν ίσως να συγκατοικήσουν για μεγάλο ακόμη διάστημα στο ίδιο ομοσπονδιακό σπίτι. Η γενικευμένη αποτυχία ωστόσο σε όλους τους τομείς προετοίμασε θρυμματισμό της ομοσπονδίας ακριβώς όπως συνέβη και στη Γιουγκοσλαβία. Το πρόβλημα περιπλέκεται διότι η σοβιετική επικράτεια δεν απετελείτο από περιοχές με εθνοτικώς συμπαγείς πληθυσμούς που να χωρίζονται με σαφή φυσικά σύνορα από τη διπλανή εθνότητα. Η Γαλλίδα ειδικός Helene Carrère d’Encausse υπολόγιζε ότι στην ΕΣΣΔ υπήρχαν 60 εκατομμύρια «εκτοπισμένοι» —και μεταξύ τους πολλοί Ρώσοι— που ζουν εκτός των ορίων της εθνοτικής τους πατρίδας (International. Herald Tribune 1.12.1990). Πολλοί έχουν αρχίσει να αποδημούν, ιδίως αυτοί που έχουν κάπου να πάνε (Εβραίοι στο Ισραήλ, Πόντιοι στην Ελλάδα). Άλλοι πολεμούν τους γείτονες που τους απειλούν όπως οι Αρμένιοι. Δεν είναι εύκολο να αποξηλωθεί μια αυτοκρατορία-μωσαϊκό της οποίας το κέντρο καταρρέει ενώ η συνεκτική πίστη αποκηρύσσεται. Παρ’ όλα αυτά, η απόφαση των τριών σλαβικών δημοκρατιών (Ρωσίας, Ουκρανίας, Λευκορωσίας) να δώσουν στις 7-12-91 την χαριστική βολή στην ΕΣΣΔ, ιδρύοντας στο Μινσκ την Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών έδειξε την σωφροσύνη των εκλεγμένων ηγετών τους. Δηλώνοντας ότι η ΕΣΣΔ έπαυσε να είναι «γεωπολιτική πραγματικότης», αποκήρυξαν τον κομμουνισμό αλλά όχι τη συνεργασία μεταξύ τους. Εάν λύσουν τα προβλήματα των μειονοτήτων, των πυρηνικών όπλων, της οικονομίας και κατοχυρώσουν την αγορά, τα δικαιώματα του ανθρώπου και την δημοκρατία, θα ολοκληρώσουν το έργο του Γκορμπατσώφ, έστω και χωρίς τον ίδιο. Το πρόβλημα που τίθεται στη Δύση είναι τι μπορεί να κάνει για να διευκολύνει αυτές τις εξελίξεις.

Αρωγή ή αυτοβοήθεια; Το πρότυπο της Πολωνίας

Πολλοί δυτικοί υποστηρίζουν —ιδίως μετά το αποτυχόν πραξικόπημα του Αυγούστου— ότι οι καπιταλιστικές χώρες πρέπει να εξαγγείλουν ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ για να στηρίξουν αυτήν την προσπάθεια. Άλλοι επισημαίνουν ότι χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Το σχέδιο Μάρσαλ έκανε θαύματα διότι δόθηκε σε δημοκρατικές καπιταλιστικές χώρες των οποίων οι κυβερνήσεις διοχέτευσαν τους πόρους στον ιδιωτικό κυρίως τομέα. Αντιθέτως, η βοήθεια στις κρατικιστικές τυραννίες του Τρίτου Κόσμου δεν απέδωσε οικονομικούς καρπούς ενώ σταθεροποίησε τους δικτάτορες στην εξουσία δίνοντας τους τα μέσα για να εξαγοράσουν τους πραιτωριανούς που τους εστήριζαν. Η βοήθεια δεν είναι ελεημοσύνη πλουσίων προς πτωχούς, είναι μεταφορά πόρων από μια κυβέρνηση στην άλλη. Εξαιρετικά αποτελεσματική μορφή βοήθειας θα ήταν βέβαια η τόνωση του εμπορίου και κατάργηση των φραγμών, δασμολογικών και άλλων. Δυστυχώς, οι ευρωπαϊκές χώρες και κυρίως η Γαλλία αντιδρούν στις εισαγωγές φθηνών αγροτικών προϊόντων από την ανατολική Ευρώπη διότι οι καλομαθημένοι αγρότες της έχουν συνηθίσει στα επιδόματα που τους δίνει η Κοινότητα και απεχθάνονται γενικώς τον ανταγωνισμό.

Δεν πρέπει πάντως να λησμονείται ότι το αίτημα για βοήθεια 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων που απηύθυνε ο Γκορμπατσώφ στη Δύση τον Ιούνιο του 1991 προερχόταν από τον ηγέτη μιας μεγάλης, εύφορης, πλούσιας χώρας με μορφωμένο πληθυσμό που βρισκόταν επί 7 δεκαετίες αιχμάλωτη του δόγματος που την καθήλωσε στην φεουδαρχική υπανάπτυξη. Εάν προ της αποξηλώσεως του κομμουνισμού ή και μετά από αυτήν, κάποιος τοπικός Κραβτούκ, ή Ναζαρμπάγιεφ ή-οποιοσδήποτε άλλος τοπικός τέως Βουρβώνος και νυν εθνικιστής οιασδήποτε «αποχρώσεως» χρησιμοποιήσει τη δυτική βοήθεια για να εξαγοράσει την εύνοια του πληθυσμού εισάγοντας βίντεο, αρώματα και σοκολάτες, η σωτήρια αποκατάσταση του καπιταλισμού θα αναβληθεί δι’ ευθετώτερον χρόνον μετά την ευωχία. Η χρηματική βοήθεια χωρίς όρους ισοδυναμεί με την επιδότηση εισαγωγών. Από το 1985 έως το 1990 το εξωτερικό χρέος της ΕΣΣΔ διπλασιάσθηκε από 30 σε 60 δις δολάρια με παράλληλη πτώση όλων των δεικτών της οικονομίας. Τα χρήματα δεν χρησίμευσαν σε τίποτε.

Όλοι οι Δυτικοί βέβαια συμφωνούν ότι ένα καλά οργανωμένο πρόγραμμα μεταφοράς καπιταλιστικής τεχνογνωσίας είναι άριστη μορφή βοήθειας που μόνο καλό μπορεί να κάνει: Οι επιχειρηματίες δεν εκτρέφονται σε σεμινάρια αλλά όσοι —λίγοι έστω— έχουν μέσα τους το «δαιμόνιο» μπορούν να ωφεληθούν από αυτά. Την άποψη αυτή υιοθέτησαν τελικώς και οι «7 μεγάλοι της οικονομίας» (δηλαδή η ομάδα των επτά πιο ανεπτυγμένων χωρών της Δύσεως) στη διάσκεψη τους στο Λονδίνο τον Ιούλιο του 1991 όταν ο Γκορμπατσώφ τους ζήτησε να τον βοηθήσουν για να «εντάξει την ΕΣΣΔ στη διεθνή οικονομία». Αποφασίστηκε έτσι ότι η ΕΣΣΔ όταν θα γίνει δεκτή με ειδικό καθεστώς συνδεδεμένης χώρας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στη Διεθνή Τράπεζα που έχουν συσσωρεύσει τεράστια πείρα επιβολής «πειθαρχίας της αγοράς» σε αποχαλινωμένους κρατικιστές και μπορούν να προσγειώσουν στην σκληρή, καπιταλιστική πραγματικότητα κάθε «αιθεροβάμονα». Οι «7» αποφάσισαν τη μεταφορά τεχνογνωσίας, την ανάπτυξη του εμπορίου και των επαφών.

Στην ουσία πρόσφεραν στην ΕΣΣΔ κυρίως καπιταλισμό, όχι χρήματα. Η άποψη αυτή, σημειωτέον, δεν είναι καινούργια. Την καλλιέργησε επί πολλά χρόνια μέσα στη βαθιά νύχτα του κομμουνισμού η φιλελεύθερη πολωνική σχολή του Πανεπιστημίου της Κρακοβίας.

Ο Miroslaw Dzilski υπήρξε ο πρώτος που διετύπωσε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 τη ρηξικέλευθη πρόταση για ένα «φιλελευθερισμό εκ των άνω», στην κομμουνιστική Πολωνία που θα ήταν, είπε, συμβατός με τα συμφέροντα της κυβερνώσας ολιγαρχίας ενώ οι καθαρώς δημοκρατικές διεκδικήσεις της Αλληλεγγύης (ειρηνική ανατροπή της κυβερνήσεως με εκλογές) την απειλούσαν ευθέως. Κατά τους Πολωνούς φιλελεύθερους ολόκληρη η οικονομία θα μπορούσε να γίνει σιγά-σιγά ιδιωτική χωρίς να αλλάξει το «καθεστώς». Επρόκειτο για ένα «ειρηνικό πέρασμα στον καπιταλισμό, αλλά όχι κατ’ ανάγκην και την πλουραλιστική δημοκρατία». Ο Dzilski ομιλούσε περί «δημιουργικού αντικομμουνισμού», δηλαδή περί κατάρρευσης του συστήματος χωρίς να θιγούν τα προνόμια των κομμουνιστών που το διαχειρίζονταν. Ωστόσο, πολλοί «μη δημιουργικοί» Πολωνοί αντικομμουνιστές ποικίλης προελεύσεως, ακόμη και ορισμένοι φιλελεύθεροι, δεν συμφωνούσαν με αυτή την αντίληψη. Υποστήριζαν ότι ενώ οι δικτατορίες στην Ισπανία, την Ελλάδα και τη Λατινική Αμερική δεν είχαν καταργήσει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και επομένως οι λαοί τους μπορούσαν να προσβλέπουν σε ενεργοποίηση κέντρων οικονομικής και πολιτικής δύναμης ανεξαρτήτων από την εξουσία, οι άρχουσες κομμουνιστικές ελίτ στην Ανατολική Ευρώπη και στην Πολωνία θα έπρεπε ξαφνικά να εγκαταλείψουν την εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής, τη δικτατορία του προλεταριάτου που «νομιμοποιούσε» το μονοκομματικό σύστημα, το μονοπώλιο της αλήθειας, τη θεωρία της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και να προστατεύσουν την ατομική –ιδιοκτησία, την κερδοφορία, το επιχειρείν και την αγορά, παίρνοντας μέτρα που θα ήσαν αρχικώς σκληρά, αντιδημοτικά και θα αύξαναν την ανεργία. Ποια κομμουνιστική κυβέρνηση θα αναλάμβανε το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας επανάστασης η έκβαση της οποίας θα ήταν πιθανότατα η οριστική κατάργηση του κομμουνισμού και το σάρωμα του ΚΚ από την εξουσία;

Η ρηξικέλευθη ιδέα των Πολωνών φιλελευθέρων ότι θα μπορούσαν ίσως κάποτε να εισαγάγουν στη χώρα τους τον φιλελευθερισμό από την πίσω πόρτα, κατά δόσεις και υπό κομμουνιστική διακυβέρνηση, όπως το είχαν δοκιμάσει mutatis mutandis οι Chicago boys στη Χιλή του Πινοσέτ, δεν καρποφόρησε. Ο σπόρος που έσπειραν όμως δεν πήγε χαμένος. Ο καθηγητής Dzielski που πέθανε στην Αμερική στις 15 Οκτωβρίου 1989 όταν άρχιζε η μεγάλη κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, άφησε πίσω του ως έργο ζωής την «Βιομηχανική Εταιρία της Κρακοβίας» η οποία οργάνωσε κατά τη δεκαετία του ’80 μιαν αξιόλογη σχολή για επιχειρηματίες, προσφέροντας έτσι μια έτοιμη δεξαμενή στελεχών στην πρώτη μετακομμουνιστική πολωνική κυβέρνηση της Αλληλεγγύης. Άλλωστε, ο ίδιος ο μετασχηματισμός της «Αλληλεγγύης» από λαϊκιστικό κίνημα σε πολιτική δύναμη —πράγμα που οδήγησε και στη διάσπασή της, όπως έδειξαν οι προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου του 1990— οφείλει πολλά στις φιλελεύθερες ιδέες που εκπορεύθηκαν από την Κρακοβία. Ο υπουργός Βιομηχανίας Tadeusz Syrujcyk στην κυβέρνηση του Μαζοβιέτσκι υπήρξε μαθητής του Dzielski και ενδελεχής αναγνώστης των έργων του Hayek και του Φρήντμαν.

Το πολωνικό πρότυπο αποξήλωσης του κομμουνισμού προκάλεσε πανικό στους Σοβιετικούς Βουρβώνους διότι εφαρμόσθηκε σε μια μεγάλη σλαβική χώρα 38 εκατομμυρίων και κυρίως διότι έδειξε για άλλη μια φορά ότι το πρόβλημα της οικονομίας είναι πολιτικό (όπως δεν παύει να επισημαίνει στην Ελλάδα ο Μητσοτάκης). Η ελευθέρωση των τιμών την οποία εισήγαγε ο πρώτος μη κομμουνιστής Πολωνός πρωθυπουργός και που θα είχε ανατρέψει αυθημερόν οιαδήποτε κομμουνιστική κυβέρνηση, έγινε ανεκτή χωρίς μεγάλες απεργίες από τους Πολωνούς εργαζόμενους διότι ο Μαζοβιέτσκι διέθετε την «έξωθεν καλήν μαρτυρίαν». Οι τάσεις εξισωτισμού και χορηγήσεως μεγάλων μισθών δεν επεκράτησαν. Οι Πολωνοί κομμουνιστές που θέλησαν να τις εκμεταλλευθούν για να δημαγωγήσουν δεν κατάφεραν τίποτα και αυτοκαταργήθηκαν ως μαρξιστικό κόμμα τον Ιανουάριο του 1990. Τελικώς, η «Μεγάλη Έκρηξη» όπως απεκλήθη η απότομη κατάργηση όλων των παρεμβάσεων, έγινε στην Πολωνία την 1η Ιανουαρίου 1990. Οι τιμές πέταξαν αμέσως στα ύψη, με αποτέλεσμα να εξαφανισθούν οι ουρές στα μαγαζιά λόγω ελλείψεως «ενεργού ζητήσεως» ενώ τα ράφια τους γέμισαν με όλων των ειδών τα προϊόντα για όσους μπορούσαν να αγοράσουν. Όσοι είχαν δολάρια τα κατέθεσαν άφοβα στις τράπεζες διότι εμπιστεύονταν πια την κυβέρνησή τους και δεν φοβούνταν ότι θα τους τα δημεύσει. Η κινητικότητα στην αγορά εργασίας υπήρξε αρχικώς μικρή: Πολλοί Πολωνοί εργάτες προτίμησαν να υποφέρουν μάλλον παρά να αλλάξουν απασχόληση ή να ανακαταρτισθούν αλλά ο ιδιωτικός τομέας (που δεν υπήρξε ποτέ αμελητέος στην Πολωνία) επεκτάθηκε κατά 25% μέσα στα 1990. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 24% ενώ οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 25% σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο («Economist», 17.11.90), με αποτέλεσμα το ισοζύγιο πληρωμών να παρουσιάζει περίσσευμα. Πολλοί Πολωνοί πολίτες χάρισαν στις αρχές του ’90 τα. τιμαλφή τους στο κράτος για να διευκολυνθεί η μετάβαση στην οικονομία της αγοράς.

Ο πρωθυπουργός Μαζοβιέτσκι εξέφρασε το θαυμασμό του στη Θάτσερ και δήλωσε ότι μελετά προσεκτικά το «Βρετανικό θαύμα» της δεκαετίας του ’80. Οι κυβερνώντες εξήγησαν ότι η απώλεια απασχολήσεων, ο τετραπλασιασμός των ενοικίων, ο επταπλασιασμός της τιμής των καυσίμων είναι οδυνηρά μέτρα αλλά απαραίτητα. Οι θυσίες, ωστόσο, άρχισαν σύντομα να αποδίδουν.

Ο Πολωνός οικονομολόγος Jan Piotrovski έκανε έναν πλήρη απολογισμό μιλώντας σε ένα συνέδριο στο Παρίσι («Le Monde», 29.4.90). Ο πληθωρισμός είπε, έπεσε από 80% τον Ιανουάριο του 1990 σε 24% τον Φεβρουάριο για να φτάσει μόλις το 5% τον Μάρτιο. Ο προϋπολογισμός εμφανίζει περίσσευμα το πρώτο τρίμηνο του 1990. Το ζλότυ υποτιμήθηκε απότομα περνώντας από 500 ζλότυ το δολάριο το 1989 (επίσημη ισοτιμία) σε 9.500 ζλότυ το δολάριο τον Απρίλιο του 1990 καταργώντας ή μάλλον νομιμοποιώντας έτσι τη μαύρη αγορά του δολαρίου. Η χώρα δεν χρειάστηκε να αγγίξει ούτε ένα δολάριο από το ποσό των 1,5 δις δολαρίων που έθεσαν στη διάθεσή της 24 δυτικές χώρες για να βοηθήσουν τη σταθεροποίηση του εθνικού νομίσματος. Απεδείχθη έτσι και θετικώς ότι μια κυβέρνηση που θέλει να αποξηλώσει τον κομμουνισμό χρειάζεται κυρίως πολιτική βούληση, όχι τόσο χρήματα. Οι Πολωνοί δεν καταναλώνουν πια περισσότερα από όσα παράγουν. Φυσικά υποφέρουν διότι παράγουν λίγα και ακατάλληλα προς εμπορίαν (στη Δύση) ενώ η ανεργία έφτασε το 12-15%. Η ΑΤΑ καταργήθηκε, οι μισθοί και τα ημερομίσθια μειώθηκαν σε πραγματικές τιμές κατά 35% τον Ιανουάριο και 25% τον Μάρτιο του 1990. Το 1991 η πορεία υπήρξε λιγότερο ευθύγραμμη, το δημοσιονομικό έλλειμμα έφθασε το 2,5% του ΑΕΠ (στην Ελλάδα φθάνει το 20%) ξεπερνώντας τα όρια που είχαν συμφωνηθεί με το ΔΝΤ ενώ οι ιδιωτικοποιήσεις προχωρούν βραδέως, βραδύτατα. Ωστόσο, οι ξένες επενδύσεις εισρέουν και η αγορά παγιώνεται («Economist», 7.9.91).

Μήπως η εγχείριση επέτυχε ενώ ο ασθενής πεθαίνει; Καθόλου. Ο μέσος Πολωνός ζη δύσκολες μέρες αλλά όπως εξηγεί ο «Economist» (26.1.91) έχει υψηλό φρόνημα διότι γνωρίζει ότι απηλλάγη δια παντός από τον κομμουνισμό και ότι η χώρα έχει μπει οριστικά στο δρόμο της οικονομίας της αγοράς. Ορισμένες στατιστικές, άλλωστε, χρήζουν ερμηνείας. Η βιομηχανική παραγωγή έπεσε κατά 30% σε σχέση με τα επίπεδα που εμφάνιζαν οι παραφουσκωμένες στατιστικές της κομμουνιστικής περιόδου μεταξύ άλλων και διότι τώρα οι διευθυντές των επιχειρήσεων, ως καλοί καπιταλιστές, έχουν συμφέρον να εμφανίζουν όσο το δυνατόν μικρότερη την παραγωγή τους για φορολογικούς λόγους. Εκτός τούτου, η μείωση της παραγωγής δεν είναι κατ’ ανάγκην απόλυτο κακό όταν σημαίνει ότι παράγονται λιγότερα ελαττωματικά ψυγεία και κακοραμμένα κοστούμια. Η μικρότερη έστω παραγωγή της μετακομμουνιστικής Πολωνίας είναι ποιοτικώς πιο προσεγμένη και βρίσκει πραγματικούς αγοραστές ακόμη και στο εξωτερικό. Όλες οι πόλεις έχουν λαϊκές αγορές όπου βρίσκει κανείς τα πάντα. Οι ουρές είναι κακή ανάμνηση ενώ πλήθος ελευθεροεπαγγελματιών (υδραυλικοί, χτίστες, μεταφορείς, κηπουροί) προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε προσιτές τιμές χωρίς τα έσοδα τους να μνημονεύονται σε καμία στατιστική. Όσο για τα εισοδήματα αυτά, κατά μια εκδοχή δεν έπεσαν στην ουσία καθόλου. Στη σουρρεαλιστική κομμουνιστική οικονομία του 1987 ο μέσος μηνιαίος μισθός στην Πολωνία, εκφρασμένος σε ισοτιμίες της τότε μαύρης αγοράς, ισοδυναμούσε με 40 δολάρια. Τον Οκτώβριο του 1990 είχε φθάσει τα 131 δολάρια. Ακόμη και ο αριθμός των 1,2 εκατ. ανέργων πρέπει να εκτιμηθεί κατ’ αξίαν, Στον κομμουνισμό, ως γνωστόν, «δεν υπάρχουν άνεργοι» διότι πάντα υπάρχουν θέσεις εργασίας για ένα κομμάτι ψωμί. Στην ουσία όμως οι περισσότεροι σημερινοί άνεργοι ήσαν ήδη χωρίς —στοιχειωδώς αξιοπρεπή— δουλειά από τότε. Η ζήτηση εξάλλου για ειδικευμένους και καλοπληρωμένους τεχνίτες έχει πολλαπλασιασθεί, με αποτέλεσμα η κατάρτιση σε νέες δεξιότητες να είναι οικονομικώς όλο και πιο συμφέρουσα. Τέλος, η πλήρης ελευθερία του τύπου επιτρέπει την ουσιαστική διερεύνηση όλων των προβλημάτων και γεννά ένα αίσθημα ασφάλειας στους πολίτες ότι η κυβέρνησή τους τελεί υπό τον συνεχή τους έλεγχο και ότι μπορούν να την αλλάξουν όποτε το θελήσουν. Ο πληθωρισμός έπεσε από τα 2000% το χρόνο στο 40% καθ’ όλο το 1990, τα μαγαζιά είναι γεμάτα, ο αριθμός των ιδιωτικών επιχειρήσεων έφτασε τα 2,5 εκατομμύρια (από 1,3 εκατομμύρια το 1989) ενώ δημιουργήθηκαν στον ιδιωτικό τομέα 420.000 νέες θέσεις εργασίας (International Herald Tribune 29.10.1991). Οι ιδιωτικοποιήσεις καθυστερούν αλλά πρόοδος υπάρχει. Αν οι Πολωνοί αντέξουν την «βαριά καλογηρική» της αγοράς υπολογίζεται ότι το 1996 η χώρα τους θα έχει πια γίνει μια «κανονική» καπιταλιστική ευρωπαϊκή χώρα με εδραίους θεσμούς. Οι εκλογές του Οκτωβρίου 1991 με το απίστευτο σχεδόν ποσοστό αποχής του 60% δεν έδωσαν ξεκάθαρα αποτελέσματα υπέρ της οικονομίας της αγοράς αλλά δεν ανέστειλαν και τις εξελίξεις. Το 12% των τέως κομμουνιστών δεν σημαίνει διεύρυνση της επιρροής τους. Το αίτημα των καθολικών κομμάτων για έναν «ανθρώπινο» τρίτο δρόμο αφορά κυρίως όχι τόσο την οικονομία όσο θέματα όπως οι αμβλώσεις και η εξάπλωση της πορνογραφίας. Οι Πολωνοί μεμψιμοιρούν και απέχουν της ψηφοφορίας αλλά γνωρίζουν ότι είναι καταδικασμένοι να αναπτυχθούν μέσω της αγοράς και ότι θα το πετύχουν με τις δικές τους και μόνο δυνάμεις.

Στην Πολωνία, την Ανατολική Γερμανία, την Ουγγαρία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Αλβανία αλλά και στην Ιταλία οι κομμουνιστές απεκήρυξαν τον κομμουνισμό και τον εξοβέλισαν από τον τίτλο τους, διάλεξαν ως σήμανση του πολιτικού προϊόντος που προσφέρουν στους εκλογείς κάποια παραλλαγή του όρου «σοσιαλισμός» ως αυτός έχει πολιτογραφηθεί στη Δύση. Έτσι ο ασαφής αυτός όρος που πρωτοεμφανίσθηκε στις θεωρίες του Fourrier (1772-1837) και στην κίνηση του Saint-Simon (1760-1825) στη Γαλλία καθώς και στις ιδέες και προσπάθειες του Robert Owen (1771-1858) στην Αγγλία χρησίμευσε στο τέλος του 20ού αιώνα ως καταφύγιο απογοητευμένων κομμουνιστών. Τούτο διευκολύνθηκε από το γεγονός ότι ο όρος αυτός έχει παύσει πια από καιρό να δηλώνει κάτι συγκεκριμένο. Ορισμένοι σοσιαλιστές, γενικώς, εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι τα «δεινά» του καπιταλισμού ως τα διαγιγνώσκουν οι ίδιοι (μονοπώλια, ανισότητα, φτώχεια, κοινωνική αδικία, ανεργία, πληθωρισμός, κρίσεις) είναι εγγενή στο σύστημα και αναπόφευκτα ενώ τα «λάθη» του σοσιαλισμού (οικονομική καθυστέρηση, στασιμοπληθωρισμός, διαφθορά) είναι αποφευκτά και οφείλονται σε συγκυριακά αίτια . Η άποψη αυτή χάνει έδαφος όσο αποδεικνύεται ότι η καταστροφή που επέφερε ο υπαρκτός σοσιαλισμός στην Ανατολή και οι ζημίες που προκάλεσε ο δημοκρατικός σοσιαλισμός στη Δύση είναι ανατάξιμες μόνο με πλήρη αποκατάσταση του πρωτείου του ατόμου στην πολιτεία, στην εκπαίδευση, στον πολιτισμό και στην αγορά. Έτσι, ύστερα από 150 χρόνια που πρωτοχρησιμοποιήθηκε ο όρος, γίνεται πια όλο και πιο φανερό ότι το αντίθετο του σοσιαλισμού δεν είναι ο καπιταλισμός αλλά γενικότερα ο φιλελευθερισμός ο οποίος δεν υπόσχεται τέλεια ανθρώπινη πολιτεία .και κοινωνία αλλά ατελή οικονομία, ατελή αγορά και σύννομη ελευθερία που επιτρέπει διόρθωση όλων αυτών των ατελειών.

Σοσιαλισμός δυτικού τύπου: Πρωταξία ή ισότητα

Η παράδοση φιλαλληλίας σφραγίζει τον δυτικό πολιτισμό ο οποίος είναι προϊόν συγκρητισμού της ελληνικής φιλοσοφίας, της ρωμαϊκής πολιτείας και του ιουδαιοχριστιανικού συστήματος ηθικών αξιών. Η συνιστώσα της ευσπλαχνίας, της φροντίδας για τον πλησίον με ταυτόχρονη απέχθεια στην αδικία, τη φτώχεια και τα φαινομενικώς αδικαίωτα δεινά που ταλανίζουν τον άνθρωπο, υπήρξε πάντα λίαν ενεργός στην πολιτισμική και πολιτική παράδοση της Δύσης. Παράλληλα, τα κάπως αντιφατικά αιτήματα, αφ’ ενός της περιφρόνησης προς τα εγκόσμια αγαθά (που παίρνει ενίοτε τη μορφή εχθρότητος προς τους κατόχους των) και αφ’ ετέρου της ισοκατανομής τους σε όλους (πράγμα που τα αναβαθμίζει έτσι από μέσα εκμαυλισμού σε «αγαθά»), επανέρχεται υπό διάφορες μορφές στον ευρωπαϊκό στοχασμό και την πολιτική πρακτική. Ήδη ο Πλάτων στην «Πολιτεία» του είχε διευκρινίσει ότι η πολιτική είναι δύσκολο έργο. Απαιτεί ηρωισμό, βαθιά γνώση και βασιλικούς άνδρες που αποφασίζουν για όλα εν τη σοφία τους και διαπλάθουν πολίτες με βάση τη μεθυστική για κάθε κοσμοσωτήρια αρχή ότι η αρετή μπορεί να διδαχθεί και εν ανάγκη να επιβληθεί. Το θέμα πάντως που απασχολεί τον τελοκρατικό λογισμό από τον Πλάτωνα έως τις ημέρες μας είναι πάντοτε πώς πρέπει να ασκείται η εξουσία και ποτέ στο όνομα τίνος ασκείται. Η έννοια του ουδετέρου κράτους που ασκεί εξουσία στο όνομα όλων και για αυτό δεν έχει ίδιους σκοπούς είναι ανύπαρκτη στην πολιτισμένη προ-χριστιανική αρχαιότητα. Με τον Χριστιανισμό το «τέλος» απέκτησε νέο περιεχόμενο που συνεδύαζε τη συμπεριφορά του ανθρώπου με προσδοκίες κατακτήσεως της βασιλείας των ουρανών. Ο σοσιαλισμός κατέστησε το «τέλος» εγκόσμιο και προγραμμάτισε επίγειους παραδείσους. Κράτος φορέας των «σωστών» αξιών, φροντίδα για τον (φτωχό) πλησίον, μίσος προς τους πλουσίους και εξισωτισμός σφραγίζουν έτσι αξιολογικώς τον σοσιαλισμό στο ξεκίνημα του.

Ισονομία και ισότητα εκβάσεων

Ο σοσιαλισμός γεννήθηκε κυρίως ως αντίδραση στις ανισότητες πλουτισμού που προκάλεσε η παραγωγή-για-την-αγορά. Υπήρξε λοιπόν εξ υπαρχής, «αντιδραστικό» κίνημα, με την ετυμολογική σημασία της λέξης, και για το λόγο αυτό περιλαμβάνει κατ’ ανάγκην την έννοια ανατροπής, ή τουλάχιστον μεταρρύθμισης του καπιταλισμού εναντίον του οποίου και ανεπτύχθη. Η σοσιαλιστική έννοια της ισότητας απέκτησε έτσι ευθύς εξ αρχής αναδιανεμητικό χαρακτήρα τον οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα ως τη βασική σοσιαλιστική αξία. Για τον Roy Hattersley, υπαρχηγό των Άγγλων Εργατικών, «ισότητα είναι για μας η ισότητα εκβάσεων (equality of outcome), η μείωση δηλαδή και όχι ο τονισμός των φυσικών διαφορών». Επειδή οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις στη Δύση δεν μπορούν εύκολα να εξισώσουν τους ανθρώπους, έβαλαν από την πρώτη στιγμή στο στόχαστρο τους τα εισοδήματα τα οποία θεώρησαν ότι μπορούν άνετα να δημεύουν και αναδιανέμουν. Το πρόβλημα είναι ότι πολλοί άνθρωποι πίστεψαν έτσι ότι εφόσον το κράτος—και όχι η αγορά—διανέμει ή αναδιανέμει το εισόδημα η ευημερία των πολιτών είναι γενικώς ευθύνη του κράτους και όχι δική τους.

Στην ακραία του λογική ο συνεπής εξισωτικός απαιτεί ένα κράτος πανταχού παρόν το οποίο θα αντισταθμίζει συνεχώς με τα μέτρα που παίρνει την έλλειψη των τυχόν εκ γενετής «φυσικών προσόντων» των ατόμων (ευφυία, ρώμη, δεξιότητες, κλίσεις), των επικτήτων τα οποία το άτομο οφείλει στους γονείς του (χρήματα, πολιτισμικό κεφάλαιο, αγωγή, συνήθειες) καθώς και εκείνων που αναπτύσσει με δική του πρωτοβουλία (εργατικότητα, ευσυνειδησία, κατάρτιση). Αυτό το κράτος παντογνώστης θα υπεισέρχεται στις πιο μύχιες πτυχές της διαβίωσης των πολιτών. Ο ολοκληρωτισμός ελλοχεύει έτσι πάντοτε όταν ανατίθεται στο κράτος η ευθύνη να καθιστά τους ανθρώπους ίσους μεταξύ τους. Η μέχρι παραλογισμού επιδίωξη ισότητος σε όλους τους τομείς εξεικονίζεται γλαφυρά σε ένα διήγημα επιστημονικής φαντασίας του Kurt Vonnegut Junior με τίτλο «Harrison Bergeron». Στις ΗΠΑ το έτος 2081 μετά τη ψήφιση των τροπολογιών 211, 212, και 213 στο Σύνταγμα της χώρας, γράφει ο Vonnegut, όλοι οι Αμερικανοί πολίτες γίνονταν πια ίσοι στην πράξη και όχι απλώς ενώπιον του νόμου όπως επέτασσαν οι παρωχημένες αντιλήψεις της Αμερικανικής Επαναστάσεως. Κατ’ ανάγκην λοιπόν ορισμένες μπαλλαρίνες φοράνε μολυβένιες ζώνες και βαρίδια στα πόδια για να μην διαφέρουν πολύ από τις λιγώτερο ανάλαφρες συναδέλφους τους. Οι άνδρες και οι γυναίκες εξαιρετικής ομορφιάς κυκλοφορούν με μάσκες στο δρόμο για να μην προκαλούν το φθόνο που προκαλούσαν άλλοτε οι ευγενείς στην Ευρώπη με τα χρυσοποίκιλτα αμάξια τους. Ύστερα από διαμαρτυρίες και για λόγους ευθυδικίας καλύπτονται και τα πρόσωπα των ασχημομούρηδων διότι αλλιώς όλοι οι μασκοφόροι θα ξεχώριζαν αυτομάτως ως οι καταγεγραμμένοι ωραίοι. Ο αθλητισμός έχει γίνει σκέτη αθλοπαιδιά: η έννοια της νίκης μιας ποδοσφαιριστικής ομάδας εις βάρος άλλης έχει καταργηθεί, καθώς τα τέρματα παύουν πια να καταμετρώνται. Στα εκπαιδευτικά ιδρύματα έχει καταργηθεί η βαθμολογία, τα βραβεία και κάθε διάκριση. Όλοι, ανεξαρτήτως επιδόσεως, παίρνουν το ίδιο πτυχίο με άριστα. Το διήγημα δεν είναι τόσο φανταστικό όσο φαίνεται. Το 1978 το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ επέβαλε την εγγραφή ενός λευκού στην Ιατρική Σχολή κάποιου πανεπιστημίου το οποίο τον είχε αποκλείσει παρά τα προσόντα του, μόνο και μόνο διότι οι πανεπιστημιακές αρχές είχαν κάνει δεκτούς αρκετούς μαύρους με χαμηλότερους βαθμούς από αυτόν, βάσει ενός συστήματος ποσοστώσεων για μαύρους. Αυτή η πολιτική «θετικών διακρίσεων» υπέρ των μαύρων απερρίφθη από το Δικαστήριο το οποίο θεώρησε ότι η κατάργηση της ισονομίας στο όνομα της ισότητος εκβάσεων υπέρ των μελών μιας μειονότητος ήταν αντισυνταγματική.

Το σοσιαλιστικό αίτημα της ισότητας εκβάσεων γίνεται ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο όταν πρόκειται για ταλέντα ή ανθρώπους με ιδιαίτερες δεξιότητες. Οι μετριοπαθείς εξισωτιστές δεν φτάνουν να υποστηρίξουν ότι οι έχοντες δύο οφθαλμούς πρέπει να δίνουν τον ένα στους αόμματους, τώρα που η επιστήμη έχει ίσως καταστήσει δυνατές αυτού του είδους τις μεταμοσχεύσεις. Ισχυρίζονται απλώς ότι οι ανάπηροι, οι άσχημοι και οι ατάλαντοι δεν φταίνε για την κατάσταση τους και επομένως δεν πρέπει να ζημιώνονται λόγω αυτής. Τούτο ερμηνεύεται με την πρόταση ότι οι αρτιμελείς, οι ωραίοι και οι δεξιοτέχνες δεν θα πρέπει να ωφελούνται από τα φυσικά τους προσόντα και ότι οποιεσδήποτε ηυξημένες απολαυές λόγω των προσόντων τους πρέπει να αναδιανέμονται στους άλλους, τους μη-προνομιούχους της φύσεως. Στην κατηγορία των προνομιούχων θα υπαγόταν παραδόξως και μια γυναίκα-νάνος με γενειάδα που αντλεί εισοδήματα από τα «προσόντα» της στο τσίρκο όπου επιδεικνύεται. Η εξισωτική κοινωνία που επαγγέλλονται οι σοσιαλιστές (την οποία ορισμένοι από αυτούς καλούν «δίκαιη» κοινωνία), θα πρέπει λοιπόν να διαθέτει έναν αποτελεσματικό αναδιανεμητικό μηχανισμό έτσι ώστε προσόντα ή ελλείψεις να εξουδετερώνονται αποτελεσματικώς ως πηγές ωφελειών ή ανωφελειών. Κατά την αντίληψη αυτή το ταλέντο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως πηγή πλουτισμού. Ο Πικασσό θε έπρεπε να χαρίζει τους πίνακες του ή μάλλον να υποχρεώνεται να μοιρασθεί το προϊόν της πωλήσεως τους με όλους τους ήσσονες ανεγνωρισμένους ζωγράφους.

Προβλήματα γεννιούνται ωστόσο όταν προσπαθήσει κανείς να αποτιμήσει το ταλέντο, όχι στην ώριμη και αποδοτική του φάση αλλά στην ωρίμανση του. Η Μαρία Κάλλας περνούσε πολλές ώρες την ημέρα κάνοντας φωνητικές ασκήσεις χωρίς τις οποίες —παρά το ταλέντο της— δεν θα ήταν σε θέση να κατακτήσει και να διατηρήσει την πρώτη θέση ανάμεσα στις «ντίβες» του κόσμου. Γιατί θα έπρεπε αυτή η προσπάθεια να μείνει χωρίς αμοιβή; Οι δυτικοί σοσιαλεξισωτιστές είναι υπέρ του να αμείβεται ικανοποιητικώς η καταβολή έργου αλλά προτιμούν περιέργως αυτό να είναι χειρωνακτικό και ανειδίκευτο. Με βάση αυτή τη λογική ωστόσο, ο Γιακούμπ αντί να αμείβεται ικανοποιητικώς όταν χειρουργεί επιτυχώς σοσιαλιστές ηγέτες όπως τον Α. Παπανδρέου θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει ξυλοσχίστης από τη στιγμή που η τέχνη του χειρουργείν δεν θα του προσκόμιζε κανένα ιδιαίτερο όφελος. Η αλήθεια είναι ότι τα ταλέντα δεν είναι χρυσωρυχεία αλλά ρευστές δυνατότητες οι οποίες δεν είναι πουθενά γραμμένο ότι θα υλοποιηθούν. Το κράτος δεν έχει τη δυνατότητα να ανακαλύπτει ιδιοφυίες και να τις υποχρεώνει να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους έναντι ευτελούς τιμήματος όπως όταν ανακαλύπτει κοιτάσματα πετρελαίου και τα εθνικοποιεί. Εάν οι φορείς του ταλέντου δεν έχουν κίνητρα και ελευθερία, ο δυνάμει θησαυρός που κλείνουν μέσα τους θα πάει χαμένος. Οι σοσιαλιστές δεν έχουν καταλάβει ότι ο πλούτος μιας κοινωνίας είναι ακριβώς η ποικιλία και η φυσική ανισότητα επιδόσεων των μελών της η οποία γεννά τη «φυσική αριστοκρατία» για την οποία μιλούσε ο Τόμας Τζέφερσον, αντιπαραθέτοντάς την στην τεχνητή αριστοκρατία των φεουδαρχικών προνομίων.

Η ισότητα, υπό την έννοια της ισονομίας, δηλαδή της ισότητας ενώπιον του νόμου είναι βεβαίως πάγια φιλελεύθερη αρχή που διακηρύχθηκε από τη Γαλλική Επανάσταση και υλοποιήθηκε αμέσως με την κατάργηση των προνομίων των ευγενών από την Εθνοσυνέλευση το 1789. Για αυτό άλλωστε ο Έγκελς την κατειρωνεύεται στο βιβλίο του «Αντι-Ντύριγκ» και την χαρακτηρίζει ως καθαρώς αστικό πολιτικό σύνθημα συμμετοχής των πολιτών στα δικαιώματα και τα προνόμια της αριστοκρατίας και του κλήρου. Η ισονομία εμπεδώνεται σήμερα σε όλα τα συντάγματα των δυτικών χωρών επιτρέποντας έτσι σε όλους εξίσου να αναπτύσσουν στο έπακρο τις εκ φύσεως άνισες δυνατότητες τους. Η νομοκρατική επιταγή της Γαλλικής Επανάστασης «όλοι έχουν δικαίωμα να αγοράσουν γη» (που καταργούσε έτσι το κατ’ εξοχήν προνόμιο των ευγενών), δεν σήμαινε ποτέ ότι όλοι πρέπει και να αποκτήσουν γη με φροντίδα του κράτους ή ότι όλη η γη πρέπει να εθνικοποιηθεί. Σήμαινε απλώς ότι όλοι θα είχαν το ίδιο ακριβώς δικαίωμα να αποκτήσουν γη πληρώνοντας φυσικά την τιμή της αγοράς είτε είχαν τίτλους ευγενείας είτε όχι.

Το επιχείρημα ότι με σκέτα δικαιώματα δεν ζη κανείς απαντιέται με τη διαπίστωση ότι χωρίς δικαιώματα δεν έχει κανείς ούτε καν ελπίδες για μια αξιοβίωτη ζωή. Η Γαλλική Επανάσταση έγινε για αυτόν ακριβώς τον λόγο, για να μπορεί δηλαδή ο καθένας να ζη χωρίς να εξαρτάται από την καλή διάθεση του προνομιούχου ευγενούς. Η πρόσφατη κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού έδειξε για μιαν ακόμη φορά ότι οι άνθρωποι προτιμούν την ανισότητα με προσδοκία αποκτήσεως αγαθών και ελευθερία, από την ισότητα χωρίς ελευθερία και δη στη φτώχεια. Σε ένα εύστοχο σημείωμα του στην «Καθημερινή» της 13.4.90. ο Τάκης Μίχας αναφέρει ότι ο Σοβιετικός κοινωνιολόγος Ζ. Zaichenko αποκαλύπτει με άρθρο του στο περιοδικό «Argumenti i Facti» ότι «στην ΕΣΣΔ η αναλογία πλουσίων, μεσαίων εισοδημάτων και φτωχών είναι 2,5%, 11,3% και 86%. Στις ΗΠΑ το αντίστοιχο ποσοστό είναι 20%, 60% και 20%». Η ισότητα ως ισοκατανομή της φτώχειας υπήρξε το μόνο επίτευγμα των κομμουνιστών στον τομέα της ισότητας εκβάσεων.

Ισότητα ευκαιριών

Πιο πρόσφατη εξέλιξη της έννοιας της ισότητας είναι η λεγόμενη «ισότητα ευκαιριών» που διευρύνει κάπως την απλή ισονομία, καθότι προβλέπει ότι τα άτομα έχουν ανάγκη όχι απλώς προστασίας στο πλαίσιο της έννομης τάξης αλλά και παροχής συγκεκριμένων υπηρεσιών (εκπαίδευση, περίθαλψη) για να αξιοποιήσουν τα έμφυτα ταλέντα τους. Στην ουσία πρόκειται για ισότητα ευκαιριών αναδείξεως ατόμων ανίσου επιδόσεως, που διαφέρουν μεταξύ τους σε όλα, ακόμη και στις ικανότητες.

Οι σοσιαλιστές της Δύσης —και ο Παπανδρέου— προσπαθούν να αποδείξουν ότι η ανισότητα που γεννά ο καπιταλισμός βλάπτει τους παγιδευμένους στο τελευταίο σκαλί της κοινωνικής κλίμακος οι οποίοι κατ’ αυτούς καταδικάζονται με αυτό τον τρόπο εσαεί στη μοίρα των «μη-προνομιούχων». Αφήνουν έτσι να εννοηθεί ότι στον καπιταλισμό ορισμένοι άνθρωποι γεννιούνται σε μια κοινωνικοοικονομική φυλακή από την οποία δεν μπορούν να δραπετεύσουν. Η άποψη αυτή συγχέει τον καπιταλισμό, όπου όλα —πλην της υπάρξεως κανόνων του παιγνιδιού— αλλάζουν συνεχώς, με τις στάσιμες εκείνες κοινωνίες της θεσμοθετημένης ανισότητας και των προνομίων όπου διάφορες «κάστες» αναπαράγουν το είναι τους και λειτουργούν όντως ως θεσμοποιημένες φυλακές (ή ανάκτορα) για την απογονή τους. Απεδείχθη επίσης ότι, ο άνισος ρυθμός πλουτισμού συμβαίνει να ωφελεί όλους, ακόμη και τους, προς στιγμήν, «μη-προνομιούχους» πολλαπλασιάζοντας τις απασχολήσεις, τις ευκαιρίες και τα φτηνά προϊόντα. Δεν είναι καθόλου βέβαιο, τέλος, ότι η ισότητα εκβάσεων απετέλεσε ποτέ λαϊκό αίτημα. Οι μη-προνομιούχοι θέλουν να γίνουν προνομιούχοι όχι ίσοι. Συγκρινόμενοι με τους συνανθρώπους τους θέλουν να νιώθουν «ανώτεροι».

Το ύστατο επιχείρημα των εξισωτιστών —όταν έχουν καταρρεύσει όλα τα άλλα— αφορά την οικογένεια η οποία όταν είναι πλούσια προσφέρει, λένε, στο άτομο ένα «άδικο» πλεονέκτημα. Είναι βέβαια αλήθεια ότι η οικογένεια έχει αποδειχθεί ο πιο αποτελεσματικός θεσμός για τη φροντίδα, προστασία και αγωγή των παιδιών διότι είναι κοινωνικό σχολείο που δεν μεταδίδει απλώς πολιτισμικό κεφάλαιο, δηλαδή γνώσεις, στάσεις, ανάπτυξη περιέργειας, καλλιέργεια ενδιαφερόντων, τρόπους συμπεριφοράς αλλά και πολιτικές έννοιες όπως η υπακοή, συμμόρφωση, δικαιώματα, υποχρεώσεις, ισχύς άγραφων και ρητών κανόνων, ανταγωνισμός, συνεργασία, εξισορρόπηση ελευθερίας με τάξη καθώς και οικονομικό λογισμό με τον συνεχή προβληματισμό των μελών της για εισόδημα; δαπάνες, αποταμίευση, επενδύσεις, χρέη και υπολογισμό κόστους-ωφελειών. Τέλος, οι μεγάλες οικογένειες είναι και σχολείο ανθρωπίνων σχέσεων με το πλήθος των θείων και ξαδελφιών, ο καθένας εκ των οποίων έχει τη δική του στοχοθεσία, στυλ διαβίωσης, χαρακτήρα και συμπεριφορά. Το πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της οικογένειας φαίνεται από την καχυποψία και την εχθρότητα με την οποία την αντιμετώπισαν οι κάθε λογής ολοκληρωτικοί, ακριβώς διότι δεν κατάφεραν ποτέ να την ποδηγετήσουν. Έτσι, ο Χίτλερ και ο Στάλιν επιβράβευαν τα παιδιά που κατέδιδαν τους γονείς τους στο κόμμα. Οι φανατικότεροι Ναζιστές ήσαν εκείνοι που ξέκοβαν από την οικογένεια τους, τους φίλους, συναδέλφους και γνωστούς τους για να ενταχθούν άνευ όρων στο κίνημα. Περιέργως, ακόμη και ο χριστιανισμός εμφανίζεται αδιάλλακτος στο θέμα της οικογένειας. Ο Ιησούς π.χ. φέρεται λέγων: «Ήλθον γαρ διχάσει άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ, ι, 35) διότι όπως εξηγείται παρακάτω «και εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ. ι, 36).

Η οικογένεια είναι όντως δυνάμει εμπόδιο σε όλες τις εξωγενείς επιδράσεις. Οι πιο φανατικές θρησκευτικές αιρέσεις στις ΗΠΑ το πρώτο που ζητάνε από τους νεοπροσήλυτους είναι όχι απλώς να αποκοπούν αλλά συχνά και να καταγγείλουν τους δικούς τους. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο ότι ο πανάρχαιος αυτός θεσμός, κατ’ εξοχήν προϊόν της «αυθόρμητης τάξης» όπως και η γλώσσα, συγκεντρώνει τα πυρά των εξισωτιστών οι οποίοι ενοχλούνται βαθύτατα από αυτό το φυτώριο ποικιλότητος και ανισότητος ιδίως όταν ορισμένες οικογένειες δεν αρκούνται να μεταδόσουν στην απόγονή τους το μητρικό γάλα, τη μητρική γλώσσα και την πατρική (σήμερα γονική) περιουσία και τις πατροπαράδοτες αξίες αλλά λειτουργούν άλλοτε ως ωδεία (Μπαχ, Μότσαρτ, Στράους) και άλλοτε ως σχολή γλωσσών, φιλοσοφίας ή ρητορικής. Σε συνθήκες ραγδαίων οικονομικών και πολιτικών μεταβολών τα υλικά αγαθά είναι ίσως τα λιγότερο σημαντικά στοιχεία ενεργητικού μιας κληρονομιάς γονέων προς τέκνα που αναπαράγει την ετερογένεια στην κοινωνία. Η οικογένεια είναι πολύτιμη διότι καλλιεργεί ορισμένα ανθρώπινα γνωρίσματα πέραν της μιας γενιάς. Η κατάργηση της είναι πάντοτε δείγμα ολοκληρωτισμού. Ο Πλάτων επαινεί στην «Πολιτεία» την πρακτική των Σπαρτιατών να αποσπώνται τα παιδιά από τους γονείς τους αμέσως μετά τη γέννηση τους και να μην τους αποκαλύπτεται ποτέ η πραγματική τους ταυτότητα. Το σκεπτικό του Πλάτωνος ήταν ότι αν οι άνθρωποι δεν εγνώριζαν ποια ήσαν τα δικά τους παιδιά θα αγαπούσαν και θα εφρόντιζαν εξίσου όλα τα παιδιά της κοινότητας ωσάν να ήταν δικά τους. Οι Οθωμανοί, πρακτικότεροι, ανέτρεφαν Γεννίτσαρους για να τους έχουν τελείως υποχείριους του Σουλτάνου.

Η άποψη του Γάλλου κοινωνιολόγου Pierre Bourdieu ότι σήμερα η κοινωνική ανέλιξη οφείλεται κυρίως στην κληροδότηση «κοινωνικού κεφαλαίου» (γνώσεις, γλώσσες, δεξιότητες, αξίες, προσανατολισμοί, κίνητρα) εξηγεί ένα μηχανισμό που λειτουργούσε πάντοτε αλλά που στρεβλώνονταν από τη θεσμοθέτηση τυπικών προνομίων. Ο ανίκανος, σπάταλος και γενικώς άσωτος γόνος ευγενούς στο «Παλαιό Καθεστώς» κατέστρεφε παραγωγικές δυνάμεις (κυρίως γη) και εμπόδιζε, ως εκ των προνομίων του. άλλους, μη ευγενείς, να τις αξιοποιήσουν. Σήμερα όπου οι «Δυναστείες» έχουν μείνει μόνο ως σήριαλ στην τηλεόραση, η διαρκής αναμόχλευση των τάξεων όπου άλλοι ανεβαίνουν και άλλοι κατεβαίνουν δεν επιτρέπει να παγιωθούν νέα φεουδαρχικά προνόμια. Ωστόσο, η μήνις των σοσιαλιστών εξισωτιστών δεν στρέφεται τόσο κατά του πολιτισμικού κεφαλαίου το οποίο εκ φύσεως διαφεύγει της φορολογίας τους αλλά κατά του κληροδοτούμενου υλικού πλούτου τον οποίο θεωρούν ως το άκρον άωτον της κοινωνικής αδικίας. Οι πρακτικές συνέπειες, ωστόσο, της απαγορεύσεως στους πολίτες να αφήνουν την περιουσία τους στα παιδιά τους (δια της επιβολής φορολογίας άνω του 90%) θα οδηγούσε σε πολύ δυσάρεστες συνέπειες. Περί το τέλος του βίου τους οι άνθρωποι θα σπαταλούσαν αλογίστως τις αποταμιεύσεις τους (εάν υποτεθεί ότι θα αποταμίευαν καν) ή θα προσπαθούσαν να κληροδοτήσουν στα παιδιά τους θέσεις στο δημόσιο ή άλλα αξιώματα δημιουργώντας άλλου είδους δυναστείες (στην Ελλάδα εκληροδοτούντο στο παρελθόν, ακόμη και με διαθήκη βουλευτικές έδρες). Άλλωστε σήμερα οι οικονομικές ανισότητες λόγω κληροδοτημένου πλούτου έχουν αισθητώς μειωθεί διότι συμβοηθούντος και του πληθωρισμού ο σημερινός πλούτος εξατμίζεται σε μία ή δύο το πολύ γενεές όταν ο κάτοχός του δεν έχει διαχειριστικές ικανότητες.

Δεν είναι, τέλος, καθόλου βέβαιο ότι συνιστά κίνδυνο η παρουσία σε μια κοινωνία ανθρώπων ευκατάστατων που γεννήθηκαν πλούσιοι και δεν έχουν ανάγκη να ικανοποιούν εξ υπαρχής προϊστάμενο ή πελάτες. Δεν είναι κατ’ ανάγκην τεμπέλης αυτός που δεν κερδίζει μεν τα προς το ζην αλλά καλλιεργεί τις τέχνες, συλλέγει έργα και τα μελετά, γράφει ή στοχάζεται. Χωρίς τους Esterhazy δεν θα έγραφε μουσική ο Χάυδν, χωρίς τους Μεδίκους ο Μιχαήλ Άγγελος μπορεί να έβαφε απλώς τοίχους, χωρίς τον Έγκελς δεν θα επιζούσε ο Μαρξ, χωρίς τον πλούτο των Βικτωριανών και την οργάνωση της σχόλης τους δεν θα υπήρχε σήμερα το ποδόσφαιρο, το τέννις, το γκολφ και το κρίκετ. Οι μεγάλες ανθρωπιστικές εκστρατείες κατά της δουλείας σε όλο τον κόσμο, κατά της σκληρότητας στα παιδιά και της κακομεταχείρισης ζώων καθώς και το κίνημα για κατάργηση της θανατικής ποινής προήλθαν ως επί το πολύ από πρωτοβουλίες ανθρώπων που γεννήθηκαν εύποροι. Οι άλλοι δεν έχουν καιρό για τέτοια. Φυσικά, υπάρχουν και οι καλοζωιστές, οι οποίοι απλώς δαπανούν τα χρήματα που κληρονόμησαν, υλοποιώντας κατά το δικό τους τρόπο την αριστοτέλεια επιταγή «ζην ως βούλεταί τις». Δεν είναι ωστόσο αλήθεια ότι η αργία (με την έννοια της αποχής από εισοδηματοφόρο εργασία) είναι πάντοτε μήτηρ πάσης κακίας, διότι οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες πολίτες που την διετύπωσαν, εμπιστεύονταν στους δούλους την εργασία και την παραγωγή αγαθών για να επιδοθούν οι ίδιοι απερίσπαστοι στον διαστοχασμό, τη φιλοσοφία, την πολιτική, τον έρωτα, την τέχνη και τον πόλεμο.

Μια κοινωνία όπου όλα τα μέλη της καλλιτεχνικής και πνευματικής ελίτ θα ήσαν υπάλληλοι, θα έμενε πνευματικώς στείρα. Τι θα συνέβαινε εάν ο Darwin, ο Schliehman και ο Toqueville δεν ήσαν «οικονομικώς ανεξάρτητοι»; Επί χούντας, στην Ελλάδα οι πιο πρώιμες και πιο ισχυρές φωνές εναντίωσης ατόμων προς το καθεστώς προήλθαν από ανθρώπους όπως ο Ρόδης Ρούφος ή ο Μίκης Θεοδωράκης που είχαν τα προς το ζην και δεν εξηρτώντο οικονομικώς από το κράτος (είτε ως δανειοδίαιτοι επιχειρηματίες είτε ως μισθωτοί). Η αντίληψη ότι ο ανεξάρτητος πνευματικός άνθρωπος είναι οιονεί ανορθογραφία και ότι όλοι πρέπει να εξαρτώνται από κάπου και να πειθαρχούν στις εντολές της διοίκησης είναι γερά ριζωμένη στην Ελλάδα. Λέγεται ότι όταν το 1897 ο Κωστής Παλαμάς διορίσθηκε γενικός γραμματέας του Πανεπιστημίου, ο τότε πρύτανης Αλκιβιάδης Κρασάς του είπε: «Ελπίζω κύριε Παλαμά ότι τώρα που έχετε μια αξιοπρεπή θέση δεν θα έχετε πλέον ανάγκη να γράφετε ποιήματα».

Είναι πάντως αδιαμφισβήτητο ότι η οικογένεια που παράγει και αναπαράγει ανισότητα, τόσο στον πολιτισμικό όσο και στον υλικό τομέα άλλους, ευνοεί και άλλους όχι, ακριβώς όπως και η φύση (από την οποία άλλωστε δεν διαφορίζεται αισθητώς διότι η οικογένεια δεν έχει μόνο κοινωνική αλλά και βιολογική συνοχή). Το πλεονέκτημα του ανήκειν σε μια «πετυχημένη» οικογένεια (όπως και αν ήθελε ορίσει κανείς την έννοια της επιτυχίας), είναι δοσμένο και δεν καταργείται χωρίς μέτρα θεσμοθετημένης βαρβαρότητος. Όσο ο καπιταλισμός αυξάνει γενικώς τον πλούτο και τις βιοτικές ευκαιρίες για όλο τον πληθυσμό, τόσο αυξάνεται και ο αριθμός των οικογενειών που λειτουργούν ως πολιτισμικό εφαλτήριο. Ο σοσιαλισμός, που δεν θέλει να πολλαπλασιάσει τους επιτυχημένους αλλά να τους καταργήσει, οδηγεί πρακτικώς στην ισοπέδωση και την πνευματική στειρότητα.

Η αξία της διαφοράς

Μελετώντας την οικογένεια, συναντούμε και πάλι το ανθρώπινο γνώρισμα στο οποίο προσκρούουν αργά ή γρήγορα όλες οι «συλλογοκεντρικές» θεωρίες: οι άνθρωποι διαφέρουν ο ένας από τον άλλον όσο κανένα άλλο είδος, λόγω προφανώς της προσαρμοστικότητας τους και του γεγονότος ότι από τους ιστορικούς χρόνους και δώθε η ταχύρρυθμη πολιτισμική εξέλιξη —παραγωγός ποικιλίας, ανισότητας και διαφορών—έχει υπερκεράσει την αργόσυρτη φυσική εξέλιξη του είδους μέσω της φυσικής επιλογής. Αν οι διαφορές ήσαν μικρές, αν οι άνθρωποι ήσαν προϊόντα κλωνισμού πολλαπλά αντίτυπα του ιδίου πρωτοτύπου (όπως οι δίδυμοι) ο προβληματισμός για θέματα ισότητος θα περίττευε τελείως. Τα ίδια κίνητρα θα οδηγούσαν πάντοτε στο ίδιο αποτέλεσμα και οι όποιες ανισότητες έβλεπαν το φως της ημέρας θα ήσαν συνέπειες εξωτερικών επιδράσεων (νοσημάτων, ατυχημάτων, κλπ.) και μόνον. Στην περίπτωση αυτή θα θριάμβευε πραγματικά η ισότητα και η ομοιομορφία: Ένα είδος σχολείου, μια οδός αναπτύξεως, ένα πρότυπο συμπεριφοράς, μια θρησκεία, ένα κόμμα… Δεν θα χρειαζόταν στην περίπτωση αυτή έμφαση στο πρωτείο του ατόμου διότι τα άτομα δεν θα διέφεραν αισθητώς μεταξύ τους ώστε να διεκδικούν «δικαιώματα» το καθένα για τον εαυτό του. Εάν ωστόσο υπήρχε έστω και κόκκος αλήθειας στη φιλοσοφία των εξισωτιστών, εάν δηλαδή η άσκηση των ατομικών ελευθεριών δηλαδή η άσκηση του δικαιώματος του διαφέρειν, δεν απεδείκνυε συνεχώς, κάθε μέρα, σε όλα τα μήκη και πλάτη την υπεροχή της ισονομικής κοινωνίας άνισων επί όλων των άλλων πολιτειακών προτύπων, ο φιλελευθερισμός θα είχε σβύσει από καιρού. Σήμερα, μετά την κατάρρευση του υπάρξαντος σοσιαλισμού, με την φεουδαρχική του νομενκλατούρα και την επιβεβλημένη κομματοκρατική ανισότητα, η διεκδίκηση ισότητος απολαυών με βάση την αρχή «το ίδιο σε όλους διότι όλοι το ίδιο είμαστε», έπαυσε να επέχει θέσιν πολιτικής θεωρίας και έμεινε απλώς ψυχολογικό κίνητρο και ενίοτε σύνθημα του πεζοδρομίου.

Στη σοσιαλιστική εκδοχή που αναγορεύει σε κυρίαρχη μέριμνα την ισότητα εκβάσεων, το φιλελεύθερο πρότυπο αντιπαραθέτει το δικαίωμα όλων στο διαφέρειν, το επιχειρείν, το αδρανείν, το ονειρεύεσθαι, το συνδικαλίζεσθαι, το συγγράφειν, το διαστοχάζετσθαι, το πολιτεύεσθαι, το διαδηλώνειν και όλα γενικώς τα απαρέμφατα που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του εισαγγελέως. Για τους σοσιαλεξισωτιστές, ωστόσο, η δικαιοσύνη υπερβαίνει κατά πολύ την έννοια της ερμηνείας και εφαρμογής των νόμων, παύει να είναι τυφλή, εισέρχεται πάνοπλη στο στίβο της πολιτικής αναμετρήσεως και θεμελιώνει την αναδιανεμητική λειτουργία της τελοκρατικής πολιτείας που οι ίδιοι ευνοούν με ένα λόγο γίνεται «κοινωνική».

Κοινωνική δικαιοσύνη: Μια σκοτεινή έννοια

Το επίθετο «κοινωνική», συνδυαζόμενο με το ουσιαστικό «δικαιοσύνη» δεν προσδιορίζει το καθ’ ύλην αντικείμενο, όπως π.χ. στην πρόταση «φορολογική δικαιοσύνη» ούτε την κατηγορία των ανθρώπων που υπάγονται στη δικαιοδοσία της όπως είναι π.χ. η «στρατιωτική δικαιοσύνη», αλλά εμπεριέχει μιαν αξιολογική κρίση δεκτική υποκειμενικών και μόνον ερμηνειών. Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι δηλαδή η δικαιοσύνη που ρυθμίζει τις σχέσεις των μελών της κοινωνίας διότι τούτο θα ήταν πλεονασμός, ωσάν να μιλούσε κανείς για «κοινωνική γλώσσα». Η κοινωνική δικαιοσύνη προβάλλεται ως μια λειτουργία που ευνοεί φτωχούς και καταφρονεμένους, χήρες και ορφανά, ασθενείς και ηλικιωμένους, κάτι τελοσπάντων το καλό, το φιλολαϊκό, το «προοδευτικό», το «αριστερό». Στην πιο επιθετική του μορφή, το ασαφές αυτό ιδεολόγημα συνιστά την αιχμή του δόρατος κατά των ισχυρών και των πλουτισάντων καθότι η αναδιανεμητική αυτή «δικαιοσύνη» παίρνει από τους μεν και δίνει στους δε. Τα αγαθά τα οποία μοιράζει ανήκουν βέβαια σε κάποιους, δεν είναι μάννα εξ ουρανού που συγκεντρώνεται προς διανομήν από την αρμόδια κρατική υπηρεσία.

Είναι χαρακτηριστικό πως διαρθρώνονται τα άρθρα και τα βιβλία που διεκδικούν «περισσότερη» —πάντοτε— κοινωνική δικαιοσύνη. Η παρουσίαση αρχίζει με μνεία κάποιου ποσοστού (μεγάλου) του εθνικού πλούτου που συγκεντρώνεται στα χέρια ενός ποσοστού (μικρού) ευπόρων. Τούτο καταγγέλλεται έντονα εξ υπαρχής και ζητείται παρέμβαση του κράτους για να θεραπευθεί η «αδικία». Οι οπαδοί της κοινωνικής δικαιοσύνης, οι οποίοι ομιλούν πάντοτε για λογαριασμό των φτωχών, όσο πλούσιοι και αν είναι οι ίδιοι, τάσσονται πάντοτε κατά της ιδιωτικής αγαθοεργίας καθώς οιαδήποτε εθελούσια μεταφορά πόρων από ευέχοντας σε φτωχούς θα αποτελούσε κατ’ αυτούς «σταγόνα στον ωκεανό». Το επιχείρημα είναι έωλο. Η ίδια ακριβώς σταγόνα θα έφευγε από τη δική τους δεξαμενή είτε χάριζαν τα δικά τους μόνον αγαθά είτε αυτά εδημεύοντο μαζί με τα αγαθά άλλων και ανεδιανέμοντο καταναγκαστικώς. Εάν βεβαίως οι πλούσιοι θιασώτες της κοινωνικής δικαιοσύνης επιθυμούσαν να μοιράσουν τα ιμάτια τους και να δεσμευθούν με «όρκο πενίας» να μην προσπαθήσουν ποτέ πια να ξαναπλουτίσουν διότι η ιδιοκτησία είναι κλοπή και ο πλουτισμός εκμετάλλευση, ουδείς θα τους εμπόδιζε σε αυτό το σχέδιο διαβίωσης διότι η δωρεά είναι ελεύθερη στον καπιταλισμό ακριβώς όπως και το επιχειρείν. Τούτο όμως δεν συμβαίνει. Σε αντίθεση π.χ., με τους οικολόγους που ζητάνε μεν διαρκώς παρέμβαση του Κράτους υπέρ του περιβάλλοντος αλλά φυτεύουν πότε-πότε και κανένα δένδρο οι ίδιοι, οι εύποροι που εξεγείρονται κατά των κοινωνικών ανισοτήτων δεν αρχίζουν ποτέ την ανακατανομή του εισοδήματος από τον εαυτό τους ή από την παράταξη τους. Ζητούν παντού και πάντοτε και μόνον παρέμβαση του κράτους στο όνομα της «κοινωνικής δικαιοσύνης», η οποία σπανίως ορίζεται ως προς το περιεχόμενο της. Δεν ταυτίζεται πάντως με την έννοια της πρόνοιας, της αλληλεγγύης ή των κοινωνικών ασφαλίσεων. Η κοινωνική δικαιοσύνη αφορά κυρίως καταλήστευση ευπόρων όχι τόσο ενίσχυση απόρων.

Κατά τον Κ. Τσάτσο («Ελληνική Πορεία», σελ. 129) κοινωνική δικαιοσύνη «σημαίνει να διανέμεις στον καθένα ό,τι του ανήκει και ό,τι του ανήκει είναι ακριβώς η ελευθερία του… Όταν δεν διανέμεται κατ’ αξίαν σε όλους τότε κρατιέται από εκείνους που διανέμουν και αυτοί είναι συνήθως οι δυνατότεροι». Πρόκειται για περίεργη δυσνόητη διατύπωση η οποία προϋποθέτει ότι η ελευθερία γίνεται θετικό αγαθό μετρήσιμο, επιδεκτικό διανομής ωσάν να επρόκειτο για χρήμα. Ίσως ο Κ. Τσάτσος να εννοεί εδώ όντως την ισότητα ευκαιριών για όλους αλλά η ανάλυση του μάλλον σύγχυση προκαλεί η οποία επιτείνεται όταν λέει (ibid, σελ. 136) ότι «η κοινωνική δικαιοσύνη δεν έχει προορισμό να διορθώνει την αδικία της φύσης αλλά την αδικία της κοινωνίας». Η «αδικία της φύσης» είναι βέβαια τελείως παραπλανητική έννοια. Μια επιδημία, μια αρρώστια, μια θύελλα δεν μπορεί να είναι «άδικη». Ο «αδικοχαμένος γιός» του δημοτικού τραγουδιού είναι σκέτη ποίηση. Ούτε έχει βέβαια κανείς «δικαίωμα» στην αρτιμέλεια ή την υγεία. Η φύση δεν αδικεί ποτέ κανέναν διότι δεν είναι πρόσωπο που παίρνει αποφάσεις στο οποίο να μπορούν να καταλογισθούν ευθύνες. Ούτε όμως η «κοινωνία» αδικεί, εκτός αν την θεωρήσει κανείς ως συλλογικό μεγάλο Πρόσωπο αντιπαρατιθέμενο στα μυριάδες άτομα που την συναποτελούν. Ακόμη και τα υπαρκτά πρόσωπα δεν είναι «δίκαια», όπως είναι μελαγχολικά ή φιλομαθή, αλλά μόνον στη σχέση τους με άλλα πρόσωπα. Ο Ροβινσών Κρούσος γίνεται «δίκαιος» ή «άδικος» μόνο μετά την εμφάνιση του Παρασκευά, όχι πριν. Η δικαιοσύνη προϋποθέτει πράξεις (ενδεχομένως αδικήματα) που κάνουν άνθρωποι (ενδεχομένως υπαίτιοι) σε άλλους (ενδεχομένως θύματα) κατά παράβαση (ή όχι) τεθειμένων κανόνων. Οιαδήποτε άλλη χρήση του όρου γεννά σύγχυση.

Ο Hayek έχει περάσει μια ζωή τονίζοντας τα αυτονόητα: Δεν είναι δυνατόν, εξηγεί, να υπάρχει αδικία χωρίς αδίκημα, χωρίς συγκεκριμένο αδικοπραγούντα και χωρίς συγκεκριμένο θύμα που υπέστη βλάβη. Οι θεωρητικοί της κοινωνικής δικαιοσύνης ωστόσο, παραβλέπουν αυτή τη λεπτομέρεια. Η απονομή δικαιοσύνης χωρίς επίθετο, επιμένει ο Hayek, ερευνά το παρελθόν, τις πράξεις που έγιναν, και τις κρίνει εφαρμόζοντας το νόμο με κλειστά τα μάτια χωρίς να προδικάζει το αποτέλεσμα, δηλαδή αμερολήπτως. Επιτρέπει έτσι στον πολίτη να προβλέπει τις νομικές συνέπειες των ενεργειών του. Η κοινωνική δικαιοσύνη έχει ορθάνοιχτα τα μάτια έχει προαποφασίσει ότι φταίχτες είναι γενικώς οι πλούσιοι, ως πλούσιοι που πρέπει να πληρώσουν ενώ θύματα τα οποία πρέπει να αποζημιωθούν για τη φτώχεια τους είναι γενικώς οι φτωχοί, ως φτωχοί. Πρόδρομος της έννοιας υπήρξε ο γραφικός Ρομπέν των Δασών που λήστευε τους πλούσιους και μοίραζε —κατά την παράδοση— τη λεία στους φτωχούς κρατώντας ένα ποσοστό για τη συμμορία του, για τον ίδιο ακριβώς λόγο για τον οποίο πληρώνονται (και δη ικανοποιητικώς για να μην μπαίνουν σε πειρασμό) οι σημερινοί εφοριακοί.
Η ανοιχτή, ομολογημένη, κραυγαλέα «σκοπιμότητα» της «κοινωνικής δικαιοσύνης» της αφαιρεί έτσι κάθε οικουμενικότητα. Οι αποφάσεις της δεν εκδίδονται βάσει αρχών αλλά βάσει συσχετισμού κοινωνικών και κομματικών δυνάμεων. Κάθε κανονιστικό στοιχείο χάνεται σε αυτή τη διαδικασία καθώς διανοίγεται ορθάνοιχτος ο στίβος να «αγωνισθούν» όλοι για την απόσπαση της μεγίστης ωφέλειας. Νόμος —στην περίπτωση αυτή— γίνεται όντως «το δίκιο του εργάτη» όπως λέει απερίφραστα το ΚΚΕ χωρίς να απαιτείται καμία εκ των προτέρων νομιμοποίηση του αιτήματος. Πρόκειται για ιδιότυπη εκδοχή ενός «πολέμου όλων εναντίον όλων» στην διεξαγωγή του οποίου πρυτανεύει η αναπόδεικτη αντίληψη —νομιμοποιητική όλων των Ρομπέν των Δασών— η οποία δια-συνδέει λογικώς, ή αιτιωδώς τον πλούτο των πλουσίων με την φτώχεια των φτωχών. Η πλέον διαδεδομένη εκδοχή αυτής της σχέσης είναι ότι «ο Α είναι φτωχός επειδή ο Β είναι πλούσιος» ή αντιστρόφως «ο Β είναι πλούσιος επειδή ο Α είναι φτωχός». Την πρωτόγονη αυτή άποψη αναπτύσσει ο Ζαχαρέας ο οποίος ισχυρίζεται («Αναζητώντας την Αριστερά», σελ. 21) ότι η «ευημερία μιας μειοψηφίας (των καπιταλιστικών χωρών)… προκύπτει από την απελπισία της μεγάλης πλειοψηφίας (των χωρών του τρίτου κόσμου)».

Επειδή είναι μάταιο να ζητάει κανείς από μαρξιστές να «τεκμηριώσουν» ότι οι φτωχοί του κόσμου τούτου μένουν φτωχοί διότι τους εκμεταλλεύονται οι πλούσιοι, επιβάλλεται μια άλλη τακτική. Οι φιλελεύθεροι πρέπει να απευθύνουν ασταμάτητα στους πολιτικούς και πανεπιστημιακούς θιασώτες της «κοινωνικής δικαιοσύνης» συγκεκριμένες ερωτήσεις: Πώς απονέμεται αυτή η κοινωνική δικαιοσύνη; Ποια είναι τα κοινωνικά δικαστήρια, ποιοι οι εισαγγελείς, ποια η νομοθεσία, ποιες οι εγγυήσεις για τη λυσιτέλεια της διαδικασίας, ποιες οι δικονομικές αρχές και ποια τα δικαιώματα της υπερασπίσεως και του κατηγορουμένου; «Η φτώχεια —λέει ο Hayek— είναι δεινό όπως ο σεισμός αλλά ποιός πρέπει να συλληφθεί;» Το Κράτος εμφανίζεται εδώ ως ένοχος λαθροχειρίας. Διαθέτοντας το μονοπώλιο της δύναμης που του έχει αναγνωρισθεί, ακριβώς διότι είναι κράτος-διαιτητής, χρησιμοποιεί την αστυνομία και τα δικαστήρια για να απονείμει πλην της κανονικής και την «κοινωνική» δικαιοσύνη χωρίς ωστόσο να προβλέπονται για την απονομή της δικονομικές εγγυήσεις, ακροαματική διαδικασία, τεκμήριον αθωότητος και άλλες τέτοιες «λεπτομέρειες». Μένει έτσι τελείως ασαφές ποιοι συγκαταλέγονται κάθε φορά στα «μη-προνομιούχα» θύματα-δικαιούχους, ποιοι στους «προνομιούχους» ενόχους, με ποια λογική θα αφαιρεθούν πόροι και από ποιους και θα δοθούν σε ποιους με ποιες προϋποθέσεις, για πόσο διάστημα και για ποιον ακριβώς λόγο. Επειδή ακριβώς η έννοια της «δίκαιης διανομής» είναι ηθική και όχι οικονομική η οιαδήποτε διανομή αφήνει πάντοτε πλήθος δυσαρεστημένων.

Στην κοινωνική δικαιοσύνη όλα παίζονται. Η ασάφεια είναι ηθελημένη διότι μόνον έτσι μπορεί το ιδεολόγημα να λειτουργήσει ως σύνθημα. Η ελαστικότης του απεδείχθη με ιδιαίτερη ενάργεια όταν ο τέως σοσιαλιστής δήμαρχος Χαλκηδόνος Παπαδόπουλος, εγκέφαλος της γνωστής εταιρίας δολοφόνων που σκότωνε ανυπεράσπιστους ηλικιωμένους εύπορους έχοντας εξασφαλίσει προηγουμένως υπέρ αυτής τις διαθήκες τους, είπε στην απολογία του: «… απέδιδα κοινωνική δικαιοσύνη… διότι έπαιρνα διαθήκες πλουσίων και μοίραζα τις περιουσίες στους φτωχούς». Αυτός ο εγκληματίας κατέληξε με μια ενδιαφέρουσα κορώνα: «Αν υπήρχαν 100 εταιρίες θανάτων δεν θα ταν σήμερα έτσι η κατάσταση» («Ελευθεροτυπία», 19.7.89). Βεβαίως ο σύγχρονος αυτός Ρομπέν των διαμερισμάτων δεν έπεισε ούτε την κοινή γνώμη ούτε φυσικά τη δικαιοσύνη (χωρίς επίθετο) ότι είχε «αγνά κίνητρα». Η «17 Νοέμβρη» όμως που δεν φαίνεται να ληστεύει «δι’ ίδιον όφελος» (τουλάχιστον υλικό), εκδίδει προκηρύξεις που δονούνται από ιερή οργή κατά της «κοινωνικής αδικίας». Εδώ ο Ρομπέν δεν λειτουργεί ως αναδιανεμητής αγαθών αλλά μόνον ως τιμωρός των πλουσίων τους οποίους μάλιστα σκοτώνει χωρίς να ληστεύει.

Το ιδεολόγημα της κοινωνικής δικαιοσύνης εξυπηρετεί όλο το φάσμα των αντιφιλε-λεύθερων αντιλήψεων από την ακρότατη αριστερά έως την ακρότατη δεξιά. Ο προπαγαν-διστής της χούντας Γεωργαλάς διαπιστώνει με το κενόσπουδο ύφος του ότι «το ιλιγγιωδώς αυξηθέν εθνικό εισόδημα δεν κατανέμεται όσον θα έπρεπε δικαίως» («Καταναλωτική Κοινωνία», σελ. 135). Πιο συγκροτημένος ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου αποφαίνεται στο κεφάλαιο «Η Επανάστασις της 21ης Απριλίου» του βιβλίου του «Πολιτική Αγωγή» (σελ. 223) ότι «από απόψεως περιεχομένου… η Επανάστασις της 21ης Απριλίου είναι φαινόμενον α) εθνικόν… β) πολιτικόν… και γ) κοινωνικόν διότι αντεπεκρίθη εις το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης το οποίον παρέμεινεν ανικανοποίητον από της λήξεως του πολέμου». Ο θεωρητικός της χούντας προσθέτει ότι στους «σκοπούς» της «Επαναστάσεως» ήταν και «η άμβλυνσις των κοινωνικών διαφορών» διότι όπως ανέφερε στο διάγγελμά της: «Δεν ανήκομεν εις την οικονομικήν ολιγαρχίαν την οποίαν όμως δεν είμεθα διατεθειμένοι να αφήσωμεν να προκαλεί την πενίαν. Ανήκομεν εις την τάξιν του μόχθου… Βασικός μας στόχος είναι η κοινωνική δικαιοσύνη, η δικαία κατανομή του εισοδήματος…» (σελ. 225-226). Η φρασεολογία —παρά τις ομοιότητες με την αριστερή— είναι καθαρώς εθνικοσοσιαλιστική. Το «κοινωνικόν» του «φαινομένου» της «Απριλιανής Επαναστάσεως» για το οποίο μιλάει ο Παπακωνσταντίνου είναι μετάφραση του λήμματος σοσιαλ- στην κατονομασία του κόμματος που ίδρυσε ο Χίτλερ. Το σημείο 11 του προγράμματος αυτού του κόμματος όπως το διεκήρυξε ο Χίτλερ την 24η Φεβρουαρίου 1920 προέβλεπε την «κατάργηση όλων των εισοδημάτων που δεν προέρχονται από εργασία» ενώ το σημείο 13 προέβλεπε «εθνικοποίηση όλων των μεγάλων επιχειρήσεων». Το πρόγραμμα προέβλεπε επίσης αύξηση των συντάξεων καθώς και «αγροτική μεταρρύθμιση προσαρμοσμένη στις ανάγκες τους έθνους μας, συμπεριλαμβανομένης της δημεύσεως χωρίς αποζημίωση των γαιών για ανάγκες της κοινότητας». Ο Ρομπέν των Δασών λειτουργεί εδώ υπέρ του «λαού των κυρίων» γενικώς. Ο Hayek επιμένει ότι η προσπάθεια εφαρμογής της «κοινωνικής δικαιοσύνης» κατά το δοκούν του επικρατεστέρου περικλείει κινδύνους ολοκληρωτισμού σοβαρότερους από ό,τι ο ρατσισμός. Ενώ ο ρατσισμός —εξηγεί— γεννά ολοκληρωτισμό μόνο όπου υπάρχουν συγκρουόμενες φυλές, η φανατική επιδίωξη κοινωνικής δικαιοσύνης μπορεί να προκαλέσει εμφύλιο πόλεμο και να στηρίξει ποικίλους ολοκληρωτισμούς σε οιαδήποτε κοινωνία, εφόσον οι προνομιούχοι και οι αδικούμενοι μπορούν ανά πάσαν στιγμήν να ορισθούν αυθαιρέτως.

Στο τρέχον, καθημερινό επίπεδο, τα αιτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης προϋποθέτουν πάντοτε αξιολογική κατάταξη των ανθρώπων σε καλούς και λιγότερο καλούς, η οποία έρχεται μεν φαινομενικά σε θεωρητική αντίθεση με τη εξισωτική ιδεολογία του «όλοι το ίδιο είμαστε», στην πράξη όμως την ενισχύει. Πώς είναι δυνατόν, αναφωνούν ορισμένοι χρονογράφοι εφημερίδων, να παίρνει ένας καλαθοσφαιριστής εκατό φορές περισσότερα από έναν διαπρεπή χειρουργό; Γιατί η λαϊκή τραγουδίστρια να θησαυρίζει και η νοσοκόμος να πεινάει; Τα ρητορικά αυτά ερωτήματα εξυπονοούν ότι ο πλούτος και τα υλικά αγαθά σε αυτή τη ζωή είναι δίκαιο, «κοινωνικώς» δίκαιο να πηγαίνουν στους καλούς, τους ηθικούς, τους χρήσιμους ανθρώπους που δείχνουν έμπρακτα την αγάπη τους για τον πλησίον. Ο Παττακός θεωρούσε ότι μόνον οι αγρότες και οι στρατιωτικοί (από αγροτικές κατά προτομήσιν περιφέρειες) είναι αγνοί και άδολοι. Η βασίλισσα—τότε— Φρειδερίκη μιλούσε τη δεκαετία του ’50 για τα χωριά-αγάπη τα οποία υποφέρουν σε αντιπαράθεση με τις πόλεις-μίσος που ευημερούν. Για την «Αυριανή» «αγνοί Έλληνες» είναι οι χαμηλών εισοδημάτων και χαμηλού μορφωτικού επιπέδου ενώ οι «κουλτουριάρηδες» είναι ποταπά όντα ακόμη και όταν ανήκουν στο ΠΑΣΟΚ.
Οι αντιλήψεις περί του στρώματος που αδικείται και του οποίου τα αιτήματα πρέπει να ικανοποιηθούν κατά προτεραιότητα, ποικίλλουν. Υπάρχουν ωστόσο κάποια όρια. Έτσι, παρόλον ότι οι κρατούμενοι στις φυλακές (πλην χουντικών) θεωρούνται από μια μερίδα θιασωτών της κοινωνικής δικαιοσύνης ως θύματα (της οικογένειας, της «κοινωνίας», κτλ.) δεν έχουν ως τώρα υποβληθεί αιτήματα συνταξιοδοτήσεως διαρρηκτών που εγκαταλείπουν το επάγγελμα. Δεν έχει επίσης τεθεί έως σήμερα θέμα αποζημιώσεως χαρτοπαικτών που χάνουν την περιουσία τους, αλκοολικών που χάνουν τη δουλειά τους, μεσαζόντων που χάνουν τις μίζες τους όταν αλλάξει η κυβέρνηση, πορνών που χάνουν πελάτες λόγω ανταγωνισμού από νεώτερες συναδέλφους τους και χαλαζόπληκτων καλλιεργητών ινδικής καννάβεως. Ωστόσο ο καπνοπαραγωγός της Καβάλας που επιμένει να καλλιεργεί καπνό για τον οποίο ουδείς ενδιαφέρεται καθώς και ο αγρότης που επιμένει να καλλιεργεί χοντρόφλουδα πορτοκάλια όχι για την αγορά αλλά για τη χωματερή, εμφανίζονται ως θύματα κοινωνικής «αδικίας» και με τον κατάλληλο συνδυασμό παραπόνων, επιθετικότητας και θράσους αποσπούν επιδόματα, υψηλές τιμές συγκεντρώσεως και γενικώς λύτρα στο όνομα κάποιας θολής έννοιας «κοινωνικής δικαιοσύνης». Τα λύτρα που αυτοί αποσπούν με τους «αγώνες» τους τα καταβάλλει ο προϋπολογισμός, δηλαδή οι φορολογούμενοι, μισθωτοί στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Ο Ρομπέν των Δασών ληστεύει έτσι τους φτωχούς που εργάζονται παραγωγικώς και δίνει τη λεία σε άλλους φτωχούς ανεπρόκοπους, κρατώντας φυσικά πάντοτε το ποσοστό του.

Όταν πρόκειται να υποστηριχθεί ένα «κοινωνικό» αίτημα, προωθείται συχνά η εξισωτική αντίληψη ότι «όλοι οι άνθρωποι έχουν αξία» και επομένως όλοι πρέπει να βοηθηθούν. Από τη στιγμή όμως που ικανοποιείται το αίτημα, οι καπνοπαραγωγοί που ξόδεψαν χρόνο και χρήμα για να αλλάξουν καλλιέργειες και να ανταποκριθούν στη ζήτηση της αγοράς νιώθουν όντως αδικημένοι διότι οι άλλοι πετυχαίνουν μέσω του κράτους ακόπως αυτό που οι ίδιοι πέτυχαν μέσω της αγοράς κοπιωδέστατα. Το μήνυμα προς τους επιδοτούμενους παραγωγούς αχρήστων προϊόντων δεν είναι «προσαρμοσθείτε για να πετύχετε» αλλά «διαμαρτυρηθείτε, αγωνιστείτε, διεκδικήσετε και θα ωφεληθείτε». Είναι γνωστό που οδηγεί αυτός ο δρόμος. Όσο για την εγγενή αξία που λέγεται ότι έχουν όλα τα πλάσματα του θεού αυτή είναι ίσως μια ψυχολογική ή θρησκευτική ή έστω κοινωνική έννοια αλλά δεν έχει αντίκρυσμα στην οικονομία. Ο άνθρωπος που παράγει προϊόντα ή προσφέρει υπηρεσίες πρέπει να μπορεί να βρίσκει καταναλωτές των προϊόντων του, ειδεμή θα είναι δύσκολο στους άλλους (που μπορούν να προβάλλουν τον ίδιο ακριβώς ισχυρισμό, ότι έχουν δηλαδή αξία) να πεισθούν να τον σιτίζουν επ’ άπειρον σε κάποιο «κοινωνικό» πρυτανείο.

Η αχίλλειος πτέρνα της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι ακριβώς το γεγονός ότι θεσμοθετεί «κοινωνικά» δικαιώματα (στον καλό μισθό, την επιδότηση προϊόντων, την αποζημίωση λόγω φυσικών καταστροφών), χωρίς να προσδιορίζει ούτε κριτήρια επιλογής δικαιούχων (πλην των ψηφοθηρικών που ποικίλλουν) ούτε ποιον ακριβώς βαρύνουν οι αντίστοιχες υποχρεώσεις. Όταν οι πολίτες αντιλήφθηκαν πλέον ότι τελικώς οι ίδιοι πληρώνουν τα πάντα, φυσικά δε και τον ίδιο τον Ρομπέν των Δασών, επανέρχονται μετανιωμένοι στη θεία απλότητα της αγοράς όπως προσπάθησε να κάνει ο Γκορμπατσώφ. Στην αγορά δεν υπάρχει «Μέγας Διανομέας» στον οποίο να μπορούν να υποβληθούν αιτήματα αδικούμενων διότι το εισόδημα εδώ είναι έκβαση παιγνίου, μείγματος δηλαδή δεξιότητας, γνώσεων και τύχης. Δεν είναι δωρεά ούτε παραχώρηση ουδενός προς ουδένα. Ο εσοδεύων δεν έχει ανάγκη εξιλέωσης διότι δεν αμάρτησε πλουτίζοντας, ούτε νόμους παρεβίασε (αν το έκανε θα τιμωρηθεί για αυτό) ούτε αδίκησε κανένα, ούτε λήστευσε κανένα για «καλό σκοπό» ή όχι. Αποφεύγεται έτσι, μέσω του μηχανισμού της αγοράς, και η μεγάλη αναταραχή η οποία αρχίζει μετά την αναδιανομή εισοδήματος και που οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους: Πρώτον, ουδείς είναι βέβαια ποτέ ευχαριστημένος από αυτά που απέσπασε φωνασκών στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεύτερον όταν θεωρεί ότι παίρνει λίγα έχει με ποιον να τα βάλει. Στην αγορά ο παραγωγός προϊόντων που δεν έχουν ζήτηση δεν μπορεί βέβαια να «αγωνισθεί» κατά των καταναλωτών που αδιαφόρησαν για τα προϊόντα του διότι δεν τους γνωρίζει καν. Ο τρόφιμος όμως των κρατικών ταμείων αρωγής το βρίσκει εύκολο να διαδηλώνει με τους ομοίους του έξω από το καθ’ ύλην αρμόδιο υπουργείο. Φυσικά, όλοι οι διαδηλωτές δεν συμφωνούν πάντοτε σε όλα. Το περίεργο με τους κατ’ όνομα εξισωτιστές είναι ότι περιλαμβάνουν στο «κεκτημένο» και τις διαφορές τους από τους πιο χαμηλόμισθους. Στη Βρετανία, προ Θάτσερ, μόλις δινόταν μια αύξηση σε χαμηλόμισθους ακολουθούσε καταρράκτης απεργιών σε όλες τις βαθμίδες, με αίτημα νέες αυξήσεις για να διατηρηθούν, αν μη αυξηθούν, οι μισθολογικές διαφορές (differentials). Τούτο φάνηκε και στην απεργία της ΔΕΗ το καλοκαίρι του 1990 που έγινε για να προστατευθούν τα κεκτημένα των «ρετιρέ» όπως αποκαλούσε τους υψηλόμισθους ο Γεώργιος Παπανδρέου. Ο Ρομπέν δίνει συχνά σε ορισμένους πλούσιους της επιλογής του τα λεφτά που ληστεύει από όλους.

Όταν είναι τόσο προφανές ότι ο όρος κοινωνική δικαιοσύνη δεν σημαίνει τίποτα το συγκεκριμένο αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τους πιο ανόμοιους αντιδημοκρατικούς και αντιφιλελεύθερους σκοπούς, από τον Παπαδόπουλο της εταιρίας δολοφόνων έως τον Παπαδόπουλο της 21ης Απριλίου, από τον Χίτλερ έως τον Πολ-Ποτ και τους Άγγλους εργατικούς έως τον Κ. Τσάτσο, είναι κρίμα να διαπιστώνει κανείς ότι ένας από τους συνεπέστερους Έλληνες φιλελεύθερους, ο Α. Ανδριανόπουλος αφήνει τον εαυτό του να παρασυρθεί στη χρήση του όρου. Γράφοντας στην «Καθημερινή» (22.12.85) με ευκαιρία το τότε συνέδριο της «Νέας Δημοκρατίας», αναφέρει τα εξής: «Στη σύλληψη του δικού μας φιλελευθέρου οράματος η ελευθερία με την κοινωνική δικαιοσύνη αποτελούν αξίες αλληλοσυμπληρούμενες…» Τούτο διευκρινίζεται παρακάτω ως εξής: «Στους δικούς μας ενατενισμούς η κοινωνική δικαιοσύνη υλοποιείται μέσα από τη συμμετοχή του λαού στην ευημερία». Βέβαια μπορεί να υπήρξαν τακτικές εσωκομματικές σκοπιμότητες που επέβαλαν αυτή τη γλώσσα και βέβαια ο ορισμός που δίνει ανατρέπει τελείως την ουσία του ιδεολογήματος αλλά και μόνη η χρήση αυτού του όρου μεταφέρει επικινδύνως το παιχνίδι στο γήπεδο του αντιπάλου. Τούτο δέχεται εμμέσως και ο ίδιος όταν καταφέρεται («Βήμα», 1.3.87) κατά των «προνομιούχων μονοπωλιστών μιας παρεξηγημένης κοινωνικής δικαιοσύνης», αναγνωρίζοντας έτσι ότι η κυρίαρχη και επικρατούσα ερμηνεία του όρου δίνεται από τους ποικίλους κρατικοπαρεμβατικούς, οι οποίοι φυσικό είναι να «μονοπωλούν» ένα ιδεολόγημα αφού οι ίδιοι το κατασκεύασαν και το κατοχύρωσαν διεθνώςως νομιμοποιητικό των δικών τους σκοπών. Απλούστερο είναι να πει κανείς ότι η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι φιλελεύθερη έννοια, ότι αφορά την κατά το δοκούν του καθενός διανομή αγαθών και ότι η πολιτεία που θα τη θέσει ως λυδία της λίθο δεν θα περιορισθεί στους ερασιτεχνισμούς του Ρομπέν στο δάσος του Sherwood αλλά θα χρειασθεί να συγκροτήσει μεγάλους και ισχυρούς μηχανισμούς απονομής κοινωνικής δικαιοσύνης, δηλαδή εισπράξεως φόρων και χρηματοδοτήσεως μιας πολυπλοκότατης κρατικής υπηρεσίας για αυτό το σκοπό.

Το ζήτημα των φόρων

Χρήσιμο είναι να επανέρχεται κανείς ενίοτε στις πρώτες έννοιες, ιδίως όταν αυτές έχουν κακοπάθει. Το Κράτος δεν μας παίρνει φόρους. Εμείς τους δίνουμε, ελεύθερα, αβίαστα, ύστερα από διεξοδική συζήτηση των αντιπροσώπων μας στη Βουλή. Από την εποχή της Magna Carta Libertatum το 1215 στην Αγγλία, έχει κατοχυρωθεί η αρχή ότι η πολιτεία (τότε ο μονάρχης) δεν μπορεί να εισπράττει φόρους χωρίς τη συναίνεση των εκπροσώπων των φορολογουμένων. Ορισμένοι αναρχοκαπιταλιστές υποστηρίζουν σήμερα πλήρη κατάργηση των φόρων και ελεύθερη πώληση όλων των κρατικών υπηρεσιών έτσι ώστε το εισόδημα να μένει ολόκληρο στις τσέπες των πολιτών. Εις επίρρωσιν των απόψεών τους επισημαίνουν την εξής ασυμμετρία: Οι ιδιώτες δαπανούν το χρήμα τους κατά το δικό του ο καθένας δοκούν και μπορούν έτσι και να το σπαταλούν αλόγιστα αν θέλουν. Το κράτος όμως δεν έχει αυτό το δικαίωμα, καθότι δεν διαθέτει δικά του χρήματα αλλά διαχειρίζεται χρήματα άλλων, των φορολογουμένων οι οποίοι του τα εμπιστεύονται για σκοπούς που έχουν προσυμφωνηθεί. Ωστόσο, το σύγχρονο κράτος, με το μονοπώλιο της δύναμης που διαθέτει, παραβιάζει συχνά τα συμπεφωνημένα και ρίχνει χρήματα που δεν είναι δικά του σε διάφορους πίθους Δαναΐδων που προσφέρουν εκλογικά οφέλη στους κυβερνώντες. Για αυτό, λένε, επιβάλλεται να καταργηθεί η φορολογία.

Η δημόσια διαφθορά, ωστόσο, που παρατηρείται συχνά στα δημοκρατικά πολιτεύματα δεν δικαιολογεί, κατά τον Hayek, κατάργηση της φορολογίας καθ’ εαυτήν. Κατ’ αρχήν υπάρχουν ορισμένες απαραίτητες υπηρεσίες σε μια σύγχρονη ευνομούμενη χώρα τις οποίες δεν μπορεί κανείς να αγοράσει όπως αγοράζει ένα αεροπορικό εισιτήριο ή ένα γεύμα στο εστιατόριο. Στις γενικές αυτές υπηρεσίες υπάγονται η άμυνα, η αστυνόμευση, τα δικαστήρια, τα μέτρα δημόσιας υγείας και σήμερα η προστασία του περιβάλλοντος, η συγκρότηση κτηματολογίου, η εκπόνηση αξιόπιστων στατιστικών, οι απογραφές του πληθυσμού, ο έλεγχος ποιότητος υπηρεσιών και αγαθών, οι δρόμοι γενικής χρήσεως ο πολεοδομικός έλεγχος και η διαχείριση πάρκων, λιμένων και φάρων. Οι υπηρεσίες αυτές πρέπει, κατά τον Hayek, να παρέχονται με ευθύνη του κράτους (όχι κατ’ ανάγκην από κρατικές υπηρεσίες στελεχωμένες με δημοσίους υπαλλήλους) το οποίο νομιμοποιείται να συλλέγει φόρους για την χρηματοδότηση τους. Δεν είναι τέλος πρακτικό να νοήσει κανείς μια πολιτεία όπου όλα είναι ιδιωτικά, όπου κάθε κομμάτι γης ανήκει σε κάποιον και όπου δεν υπάρχουν δημοσιές, αυτοκινητόδρομοι, πλατείες, δάση, πάρκα, με αποτέλεσμα κάθε μετακίνηση να απαιτεί διαπραγμάτευση και έγκριση από τρίτους. Στο μέτρο που υπάρχουν κοινά αγαθά θα χρειασθεί να ανατεθεί στην πολιτεία η φροντίδα τους. Άρα κάποια φορολογία θα καταστεί οπωσδήποτε απαραίτητη.

Η φορολογία προβλέπει ένα βαθμό καταναγκασμού διότι εάν η πληρωμή φόρων αφηνόταν στην αγαθή προαίρεση των πολιτών, πολλοί θα διάλεγαν να είναι «τζαμπατζήδες» (freeriders) και να ωφελούνται από τις γενικές υπηρεσίες χωρίς να καταβάλουν κανένα τίμημα γι’ αυτές. Χρειάζεται ωστόσο διεξοδική συζήτηση για το κοινό αγαθό που θα προκύψει από τη φορολογία. Ο Hayek τονίζει ότι είναι απολύτως θεμιτό να υποχρεώνεται ο φορολογούμενος να πληρώνει για υπηρεσίες που ενδεχομένως δεν θα χρησιμοποιήσει ο ίδιος ποτέ (π.χ. ο άνδρας για αποχωρητήρια γυναικών) διότι κατ’ ανάγκην θα χρησιμοποιήσει περισσότερο κάποιες άλλες. Εάν δεν χρησιμοποιήσει ποτέ καμιά, μάλλον θα υπάγεται στην κατηγορία των πολύ χαμηλών εισοδημάτων και δεν θα πληρώνει ούτως ή άλλως φόρους. Οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται «δωρεάν» στους χρήστες υπό την έννοια —διευκρινίζει ο Hayek— ότι τις πληρώνουν όλοι μέσω της φορολογίας, όχι βεβαίως ότι αυτές δεν κοστίζουν τίποτε όπως μοιάζουν να πιστεύουν ορισμένοι. Οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται σε όλους εξίσου, δηλαδή και σ’ αυτούς που δεν πληρώνουν φόρους (σε αντίθεση με τη μαφία που παρέχει «προστασία» μόνο σε όσους την πληρώνουν) με αποτέλεσμα να παρατηρείται έτσι ανισοκατανομή φορολογικών βαρών και ισοκατανομή ωφελειών. Το ερώτημα που τίθεται είναι: Εφόσον ο Hayek δέχεται να ωφελούνται εξ αντικειμένου οι μη-φορολογούμενοι φτωχοί από τους φόρους που πληρώνουν οι εύποροι γιατί αρνείται την αναδιανομή εισοδήματος μέσω μεταβιβαστικών πληρωμών που συνιστά την ουσία της «κοινωνικής δικαιοσύνης»;

Ο λόγος είναι απλός. Οι υπηρεσίες που παρέχονται εξίσου σε όλους ή μάλλον στον καθένα, δεν εισάγουν διακρίσεις δεν διαστέλλονται επ’ άπειρον παρακολουθώντας τις απεριόριστες και ακόρεστες ανθρώπινες επιθυμίες, δεν κεντρίζουν την απληστία όσων ζητούν τα πάντα χωρίς να προσφέρουν τίποτα και, το κυριότερο, δεν στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό ούτε παρεμβαίνουν στους μηχανισμούς της αγοράς ενισχύοντας π.χ. παραγωγούς προϊόντων που δεν έχουν ζήτηση. Ο Hayek τονίζει ότι ακριβώς επειδή τα σύγχρονα κράτη έπαψαν να ασχολούνται με το γνησίως γενικό συμφέρον, όπως είναι η άμυνα, η αστυνόμευση και σήμερα το περιβάλλον και άρχισαν να μεριμνούν για τα ειδικά, οργανωμένα συμφέροντα εκείνων οι οποίοι επιδίδονται σε «προσοδοθηρία» θέτουν σε σκληρή δοκιμασία την συναινετική συνιστώσα που θεμελιώνει τη φορολογία. Η δημόσια ζωή γίνεται στίβος διαφθοράς διότι η εκάστοτε κυβέρνηση θέλει να εισπράξει όσο το δυνατόν περισσότερους φόρους χωρίς ει δυνατόν να χάσει πολλές ψήφους, ελαχιστοποιώντας το λεγόμενο «πολιτικό κόστος», για να μπορέσει να δίνει όσο το δυνατόν περισσότερες παροχές, μεγιστοποιώντας έτσι το πολιτικό της όφελος. Οι πολίτες από την πλευρά τους θέλουν μεγιστοποίηση των παροχών, φτάνει να τις πληρώνουν… άλλοι. Καταστρέφεται έτσι και η παράδοση οικονομικού λογισμού που αναδύεται στους κόλπους του νοικοκυριού όπου ο οικογενειακός προϋπολογισμός είναι δοσμένος καθώς καλλιεργείται η ολέθρια αντίληψη ότι ο κρατικός προϋπολογισμός είναι κέρας της Αμάλθειας. «Το ταμείο του Πατισάχ —έλεγαν οι αυλικοί του Σουλτάνου επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας— είναι ανεξάντλητο όπως η θάλασσα και όποιος δεν πίνει είναι χοίρος».

Οι συνδικαλιστές θιασώτες της «κοινωνικής δικαιοσύνης», ωστόσο, δεν ενδιαφέρονται τόσον για την αναδιανομή καθ’ εαυτήν όσο για την ταξική τους ρεβάνς· θέλουν την «προοδευτική» φορολογία υψηλή, ει δυνατόν δημευτική των μεγάλων εισοδημάτων για να μπορούν να ισχυρίζονται στην κοινή γνώμη ότι για τις αυξήσεις που ζητούν «πρέπει να πληρώσουν οι πλούσιοι». Η κατάσταση γινόταν ανεκτή από τους ίδιους τους επιχειρηματίες οι οποίοι ήσαν πρόθυμοι, εφόσον η οικονομία ήταν σε άνοδο, να καταβάλουν αυτά τα λύτρα όπως πληρώνει κανείς υψηλά ασφάλιστρα κατά του κινδύνου πυρκαϊάς. Το σύστημα όμως έφτασε σε αδιέξοδο όταν η υψηλή φορολογία συνδυάσθηκε με πλήθος άλλες κρατικοπαρεμβατικές πρακτικές που οδήγησαν —λόγω και του πετρελαϊκού σοκ— στον στασιμοπληθωρισμό των ετών της δεκαετίας του ’70. Στη Σουηδία, όπου η πολιτική υψηλής φορολογίας στο όνομα της «κοινωνικής δικαιοσύνης» υπήρξε τουλάχιστον συνεπής διότι δεν συνδυάσθηκε με αντικαπιταλιστική ρητορική ενώ η αναδιανομή δεν συνοδεύθηκε από κρατικοποιήσεις, το σύστημα άντεξε για πολλές δεκαετίες. Εκεί η καπιταλιστική κότα που γεννούσε τα χρυσά αυγά δεν ζούσε υπό Δαμόκλεια σπάθη. Στην Ελλάδα, όπου κατά τη δεκαετία του ’80 δεν υπήρξε αναδιανομή αλλά κυρίως διανομή χρημάτων τα οποία δανείστηκε το κράτος από το εσωτερικό και το εξωτερικό, η απονομή αυτής της ιδιότυπης «κοινωνικής δικαιοσύνης» οδήγησε σε αδιέξοδο διότι παρεβίασε απλώς τους κανόνες της αγοράς χωρίς σχέδιο, ενώ το όπλο της φορολογίας στα χέρια του Δρεττάκη (με τον αλήστου μνήμης ΦΑΠ) και του Τσοβόλα, έδωσε την ευκαιρία σε πολιτικές κυρίως επιθέσεις κατά της «ολιγαρχίας» με παράλληλη ανάπτυξη της φοροδιαφυγής. Ο Έλληνας Ρομπέν των Δασών αντί να επιδοθεί σε ληστείες και αναδιανομές προτίμησε να μοιράσει στους οπαδούς του (φτωχούς και λιγότερο φτωχούς) κυρίως δανεικά, δημιουργώντας ενίοτε και νέους πλούσιους («νέα τζάκια») στην πορεία.

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ υπήρξε η παραμέληση ακριβώς του πραγματικού γενικού συμφέροντος. Τούτο είχε το δικό του «πολιτικό κόστος». Η αθλιότης των συγκοινωνιών, των νοσοκομείων, των κρατικών εργοστασίων κατελογίσθη ως ευθύνη μιας κυβερνήσεως που είχε αναγνωρίσει εις εαυτήν αρμοδιότητες και ευθύνη θεραπείας πάσης νόσου. Εάν η Ελλάδα εκυβερνάτο από σφιχτοχέρηδες θιασώτες του κράτους-νυχτοφύλακα ουδείς θα μπορούσε να ψέξει τους άρχοντες για επίδειξη ολιγωρίας στο θέμα του νέφους, και των συγκοινωνιών διότι αυτό θα συνιστούσε την διακηρυγμένη πολιτική τους για την οποία και ψηφίστηκαν. Όταν όμως οι κυβερνήσεις υπόσχονται «ακόμη καλύτερες μέρες», οι ψηφοφόροι τους νομιμοποιούνται να τους καταρασθούν μόλις αρχίσει να βρέχει. Εάν τουλάχιστον οι Έλληνες σοσιαλιστές είχαν αποδειχθεί άριστοι διαχειριστές του δημοσίου χρήματος, η οποιαδήποτε αντίρρηση στην πολιτεία τους θα αφορούσε, όπως π.χ. στη Σουηδία, τους στόχους και την εμβέλεια της πολιτικής τους και όχι την εφαρμογή της. Επειδή τούτο δεν συνέβη, η υψηλή φορολογία των νομίμως κτώμενων εισοδημάτων διεβλήθη ακριβώς διότι αυτοί που την επέβαλαν έχασαν με τα σκάνδαλα, τις σπατάλες και την πολυτελή ιδιωτική ζωή την «έξωθεν καλή μαρτυρία». Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και στις χώρες του τρίτου κόσμου όπου η οργανωμένη φοροδιαφυγή «δικαιώνεται» λόγω της ανικανότητας, αβελτηρίας διαφθοράς και λαϊκιστικής αποχαλινώσεως εκείνων που επιβάλλουν τους φόρους. Η συχνά τελείως αυθαίρετη παρέμβαση του κράτους υπέρ ορισμένων λαϊκών στρωμάτων, ή ομάδων, ή «νέων τζακιών» ή φίλων του Προέδρου γεννά έτσι έναν ιδιότυπο πουζαντισμό ο οποίος, σε αντίθεση με το αντιφορολογικό κίνημα του Γάλλου βιβλιοπώλη Πουζάντ του 1954, δεν οδηγεί τόσο σε συλλογικό κίνημα διαμαρτυρίας κατά της επιβολής φόρων όσο σε ατομικές πρακτικές αποφυγής καταβολής τους με απάτες, δωροδοκίες και άλλα «μέσα». Οι αιχμάλωτοι του συστήματος, οι μισθωτοί, δεν μπορούν να αποφύγουν τη φορολογία η οποία παίρνει έτσι στα μάτια τους χαρακτήρα μεσαιωνικής «αγγαρείας» εφόσον πλήττει αυτούς σίγουρα, αυτούς οπωσδήποτε και συχνά αυτούς μόνον. Γεννάται έτσι μια επικίνδυνη αντίθεση μεταξύ αυτών που επιτυγχάνουν στο άθλημα της προσοδοθηρίας, αυτούς δηλαδή που ωφελούνται από την κρατική παρέμβαση και που μπορούν να ονομασθούν φοροκαταναλωτές αφενός και εκείνους που ζημιώνουν από αυτήν, τους φοροπληρωτές αφετέρου. Το σύστημα επιτρέπει έτσι σε όλους να ωφεληθούν πότε-πότε κάτι ως φοροκαταναλωτές ενώ ταυτόχρονα βλάπτονται πληρώνοντας για τη φοροκατανάλωση άλλων. Αλγεβρικώς είναι έτσι δυνατόν να ζημιώνουν όλοι οι πολίτες πλην των εφοριακών, που διαχειρίζονται την είσπραξη των φόρων και των πολιτικών που διαχειρίζονται την είσπραξη των ψήφων.

Στην Ελλάδα η κατάφωρη αδικία του φορολογικού συστήματος δεν αφορά τόσο τα υψηλά εισοδήματα που έχουν τρόπους, ακόμη και νομίμους να την αποφεύγουν, αλλά τους μισθωτούς. «Ο φόρος των μισθωτών και συνταξιούχων —έγραφαν τα ‘Νέα’ της 27.1.87, μετά δηλαδή από 6 έτη σοσιαλιστικής διακυβέρνησης— αντιπροσώπευε το 1973 ποσοστό 37% του συνόλου και το 1985 έφθασε το 70%». Σε μια χώρα όπου οι αγρότες δεν πληρώνουν στην ουσία φόρους —προς μεγίστη απορία των εταίρων μας στην ΕΟΚ— και όπου οι ελεύθεροι επαγγελματίες πληρώνουν περίπου ό,τι θέλουν (13,2 του συνόλου φόρων του 1973 που έπεσε στο 8,8% το 1985 σύμφωνα με τα ‘Νέα’ της 27.1.87), οποιαδήποτε συζήτηση περί αναδιανομής εισοδήματος και ιδεολογικής δικαιώσεως του φορολογικού συστήματος παρέλκει. Οι κρατικοσοσιαλιστές που διατυπώνουν απόψεις για το πώς θα δαπανηθεί το δημόσιο χρήμα και ποτέ για το πώς θα εξευρεθεί, οφείλουν να αντιμετωπίσουν κάποτε την μείζονα αυτή αδικία που διαπράττεται κατ’ εξακολούθησιν εις βάρος των μισθωτών. Ο μόνος μετριασμός της αδικίας οφείλεται στο γεγονός ότι μεταξύ των μισθωτών είναι και οι στρατιές των διορισμένων με ρουσφέτι οι οποίοι, καλώς επιτέλους, πληρώνουν υπό μορφή φόρου και ένα τμήμα της αργομισθίας τους. Δεν είναι όμως καθόλου προφανές γιατί οι πραγματικώς εργαζόμενοι, μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα πρέπει στην ουσία να συντηρούν και αυτούς. Η εκμετάλλευση των εργαζομένων από τους κηφήνες δεν συνιστά «προοδευτική πολιτική» ούτε υλοποιεί την «κοινωνική δικαιοσύνη» όπως και αν νοήσει κανείς αυτό το ιδεολόγημα.

Η λύση είναι τόσο προφανής, τόσο απλή και τόσο δύσπεπτη για ορισμένους ώστε όταν τόλμησε κάποτε να την προβάλει ο Στ. Μάνος, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, τον διέγραψαν για έξι μήνες από τη Νέα Δημοκρατία επί αρχηγίας Αβέρωφ. Πρόκειται για την κατάργηση του φόρου εισοδήματος. Πριν ληφθεί το ρηξικέλευθο αυτό μέτρο χρειάζονται ορισμένες προκαταρκτικές διασαφήσεις. Κατ’ αρχήν απαιτείται μια συγκεκριμένη μελέτη κόστους-ωφελειών για να αποδειχτεί τι ακριβώς αποδίδει ο φόρος εισοδήματος ανά φορολογικό κλιμάκιο. Τι ποσό δηλαδή μένει τελικώς στα ταμεία του κράτους όταν αφαιρεθούν από τα εισπραττόμενα ποσά τα έξοδα είσπραξης τους, οι ανθρωποώρες που καταναλίσκουν οι εφοριακοί, τα φορολογικά δικαστήρια, το κόστος των ελέγχων, των αμφισβητήσεων και γενικώς το κόστος της τεράστιας γραφειοκρατίας που γεννά το φορολογικό σύστημα. Όσο για τα κρατικά έσοδα εκ της αμέσου φορολογίας του εισοδήματος, χρειάζεται και δω κάποια προσγείωση. Το 1986, επί πραγματικών και όχι προϋπολογισθέντων εσόδων ύψους 1475 εκατ., οι άμεσοι φόροι απέδωσαν 399 εκατ. περίπου («Οικ. Ταχυδρόμος», 4.7.86). Μόνο το 30% της φορολογίας αντιπροσωπεύει λοιπόν η φορολογία του εισοδήματος. Φυσικά η έμμεση φορολογία ρυθμίζεται σε μεγάλο ποσοστό από την ΕΟΚ αλλά δεν είναι αδύνατον να αυξήσει κανείς εύστοχα τους εμμέσους φόρους τηρώντας τις προδιαγραφές της ΕΟΚ για να καλύψει αυτό το 30%, σε συνδυασμό με δραστική μείωση των κρατικών δαπανών που θα μειώσει την ανάγκη εισπράξεως φόρων γενικώς. Στο σημείο αυτό οι λαϊκιστές πάσης αποχρώσεως εξεγείρονται και λένε ότι οι έμμεσοι φόροι είναι άδικοι διότι τόσο ο πλούσιος όσο και ο φτωχός πληρώνουν τον ίδιο φόρο αγοράζοντας ένα πακέτο τσιγάρα.

«Ο ισχυρισμός ότι οι έμμεσοι φόροι είναι από τη φύση τους μη προοδευτικοί —γράφει σε έναν λίαν ενδιαφέρον άρθρο του στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» (22.1.87) ο οικονομολόγος Γιώργος Αλογοσκούφης— είναι μια πλάνη διάχυτη στη χώρα μας. Οι έμμεσοι φόροι μπορούν να είναι όσο προοδευτικοί θέλουμε. Αν ο συντελεστής φορολογίας στα είδη πρώτης ανάγκης είναι χαμηλός, και στα είδη πολυτελείας υψηλός, τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα θα πλήρωναν αναλογικά λιγότερους φόρους από αυτούς με μεγάλα εισοδήματα». Η έμμεση φορολογία καλύπτει ευρύ φάσμα αγαθών και επομένως μπορεί να είναι όσο επιλεκτική επιθυμεί η Κυβέρνηση. Ας πληρώνει δηλαδή ο πλούσιος λίγα για τα λαϊκής καταναλώσεως τσιγάρα (που ούτως ή άλλως περιφρονεί και σπανίως αγοράζει) και πολλά για το κόττερό του. Όπως εξήγησε ο Ανδριανόπουλος απαντώντας σε έρευνα της «Μεσημβρινής» (24.4.87) ο φόρος καταναλώσεως είναι δικαιότερος διότι φορολογεί τις επιλογές: «Δεν σε υποχρεώνει να καταναλώσεις τα άλφα ή το βήτα προϊόν… ενώ η φορολογία εισοδήματος είναι άδικη διότι είναι περισσότεροι οι φτωχοί που φορολογούνται από τους πλούσιους». Στην Ελλάδα ειδικώς η άμεση φορολογία είναι πολύ πιο άδικη από την έμμεση. Άλλωστε στη λαϊκή αντίληψη, ο πλούτος δεν συνδέεται τόσο με την κτήση όσο με τη χρήση. Ένας μεγαλοεισοδηματίας τσιγγούνης που δεν καταναλώνει ακριβά πράγματα για να μην πληρώσει φόρους δεν προκαλεί κανέναν και βεβαίως δεν βλάπτει κανέναν. Αντιθέτως, συμπεριφερόμενος ασκητικώς ως οικεία βουλήσει φτωχός αυξάνει με τις καταθέσεις του τα ποσά που θα διατεθούν μέσω του τραπεζικού συστήματος για δάνεια και επενδύσεις. Από την άλλη, ο φτωχός με το χαμηλό εισόδημα που το δαπανά ολόκληρο στα «σκυλάδικα» επιλέγει έτσι ελευθέρως όχι μόνο ένα στυλ διαβίωσης αλλά και ένα συγκεκριμένο επίπεδο φορολογίας.

O James Mead, Άγγλος οικονομολόγος, έχει προτείνει ως ενδιάμεση λύση να επιτρέπεται στον φορολογούμενο να αφαιρεί από τη φορολογική του δήλωση τα εισοδήματα που αποταμιεύει επιλέγοντας έτσι το επίπεδο φόρου που θέλει να πληρώσει. Αυτή η φορολογία της δαπάνης, της οιασδήποτε δαπάνης και όχι πλέον του εισοδήματος, θα μείωνε τα εκ φορολογίας έσοδα του κράτους μόνον εάν οι πολίτες επέλεγαν κατά πλειοψηφία την μεγάλη αποταμίευση. Τούτο δεν θα πείραζε όμως διότι σε μια κοινωνία ασκητικών αποταμιευτών το σπάταλο κράτος θα ήταν ανορθογραφία, όπως καταδεικνύει το παράδειγμα της Ιαπωνίας, της Ν. Κορέας και της Ταϊβάν. Άλλωστε η μεγάλη αποταμίευση βοηθάει απευθείας την οικονομική ανάπτυξη μέσω του τραπεζικού συστήματος και μπορεί θαυμάσια να συνδυασθεί με μείωση των κρατικών εσόδων. Ο αυτόματος περιορισμός των κρατικών εσόδων λόγω υψηλού ποσοστού αποταμιεύσεως των πολιτών θα υποχρέωνε παγίως τις ελληνικές κυβερνήσεις να αποκτήσουν πολιτική δαπανών και κυρίως «αποτελεσματικότητα κόστους» να εξασφαλίσουν δηλαδή ότι οι περιορισμένες πια δαπάνες τους θα «πιάνουν τόπο». Θα έπρεπε δηλαδή στο όχι πολύ μακρινό μέλλον οι ελληνικές κυβερνήσεις να μάθουν να υπερηφανεύονται όχι για αυτά που ξόδεψαν αλλά για αυτά που επέτυχαν (τόσα παιδιά εκπαιδεύτηκαν, τόσοι ασθενείς νοσηλεύθηκαν, τόσα στρέμματα γης αποδόθηκαν στην καλλιέργεια). Ενδεικτικό είναι αυτό που συνέβη στο Δήμο Πειραιώς, όπου τον τελευταίο χρόνο της θητείας του Ανδριανόπουλου ως δημάρχου ένας δημοτικός σύμβουλος του ΠΑΣΟΚ τον κατηγόρησε ότι είχε διαθέσει για έργα τα μισά λεφτά από ότι είχε διαθέσει το ΠΑΣΟΚ όταν είχε στα χέρια του τη Δημαρχία. Ο Ανδριανόπουλος τον αποστόμωσε αποδεικνύοντας ότι με τα μισά λεφτά πραγματοποίησε πολλαπλάσια έργα και πρόσθεσε ότι το ζητούμενο είναι «το αποτέλεσμα όχι η δαπάνη, μέγα μέρος της οποίας ενθυλακώνεται από εργολάβους» («Μεσημβρινή», 5.7.88).

Ο ‘Ανταμ Σμιθ ετόνιζε ότι η φορολογία πρέπει να είναι δίκαιη, προβλεπτή, ευσύλληπτη και δυσαπόφευκτη. Έκτοτε απεδείχθη ότι συνδέεται και με την κρατική διαχείριση πόρων η οποία οφείλει να είναι νοικοκυρεμένη ώστε οι φορολογούμενοι να πείθονται (έστω όχι όλοι πάντοτε αλλά οι περισσότεροι συνήθως) ότι το χρήμα τους αξιοποιείται ορθώς. Η φορολογική συνέπεια των πολιτών συναρτάται κάπως, αν όχι απολύτως, με το δημοσιονομικό ήθος της πολιτείας. Η πολιτική επιβολής φόρων συνδέεται έτσι στενά με την κρατική πολιτική δαπανών. Ο Γκυ Σορμάν αναφέρει («Φιλελεύθερη λύση», σελ. 125) την εμπειρία ενός επιτυχημένου επιχειρηματία στις ΗΠΑ ονόματι Πήτερ Γκραίης ο οποίος κατ’ εντολή του Προέδρου Ρέηγκαν συνεκρότησε επιτροπή που πέρασε από ψιλό κόσκινο όλες τις δαπάνες του κράτους. Η επιτροπή τεκμηρίωσε ότι αν η διαχείριση του αμερικανικού δημοσίου διεπόταν από την πολιτική δαπανών που ίσχυε στις επιχειρήσεις του Γκραίης, ο αμερικανικός προϋπολογισμός θα εξοικονομούσε αμέσως ένα 30% (όσο ακριβώς αποδίδει ο φόρος εισοδήματος στην Ελλάδα). Μεταξύ άλλων η επιτροπή διεπίστωσε ότι ο υπουργός υγείας στέλνει κάθε χρόνο 8.000 επιταγές εξόφλησης ιατρικών εξόδων σε πεθαμένους και ότι τα χρήματα αυτά δεν επιστρέφονται ποτέ. Κάποιο ίδρυμα ξοδεύει κάθε χρόνο λεφτά των φορολογουμένων για μορφωτικά προγράμματα απευθυνόμενα σε φυλές ερυθροδέρμων που έχουν εκλείψει προ 50ετίας. Το Ναυτικό αγοράζει γυροσκόπια από ένα λιανοπωλητή προς 250 δολάρια το ένα, τα οποία ο ίδιος προμηθεύεται προς 11 δολάρια το κομμάτι από τον χονδρέμπορο. Η έκδοση μιας επιταγής στοιχίζει 1 δολάριο στον ιδιώτη αλλά 4,20 δολάρια στο Υπουργείο Αμύνης (συνολικό κόστος: 40 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο). Ο λογαριασμός τηλεφώνου στο Υπουργείο Εργασίας ανέρχεται σε 1 εκατομμύριο δολάρια το χρόνο λόγω προσωπικών τηλεφωνημάτων του προσωπικού. Η επιτροπή Γκραίης πρότεινε 2478 συγκεκριμένα μέτρα για τη μείωση των δαπανών τα οποία όλοι επαίνεσαν και κανείς δεν εφάρμοσε. Ο ίδιος ο Γκραίης απελπίστηκε ότι μπορεί ποτέ κάτι να αλλάξει «από τα μέσα» στην πολιτική δαπανών του κράτους. Συνειδητοποίησε, όπως είπε ο ίδιος, ότι κανείς υπάλληλος δεν προβιβάσθηκε ποτέ περιορίζοντας τις δαπάνες ή παίρνοντας πρωτοβουλίες για να εξοικονομήσει χρήματα στο Δημόσιο.
Εξετάζοντας το ζήτημα του φόρου εισοδήματος από «μηδενική βάση» νομιμοποιείται πάντως κανείς να αναρωτηθεί τι ακριβώς δικαιώνει την «προοδευτική» φορολογία του εισοδήματος. Γιατί αυτός που κερδοφορεί διότι εργάζεται περισσότερο ή καλύτερα πρέπει να πληρώνει μεγαλύτερο μερίδιο των απολαυών του στο κράτος από τον άλλον που εργάζεται ίσα-ίσα όσο χρειάζεται για να μην υπερβεί το αφορολόγητο όριο και διαθέτει έτσι άφθονο ελεύθερο χρόνο τον οποίο κανείς φυσικά δεν του αφαιρεί; Εκτός τούτου η «προοδευτική» φορολογία καθιστά συμφέρουσα την φοροδιαφυγή όσο και αν αυτή κοστίζει σε ακριβοπληρωμένους «συμβούλους» και δωροδοκίες ενώ η πάταξη της φοροδιαφυγής κοστίζει τεράστια ποσά στο κράτος που υποχρεώνεται να εγκαταστήσει όλο και πιό περίτεχνους πολυάνθρωπους μηχανισμούς ελέγχου και συστήματα μηχανογραφήσεως. Δεν υπάρχει οικονομική λογική σε ένα σύστημα «προοδευτικής φορολογίας» το οποίο τροφοδοτείται μόνον από λαϊκιστικά αισθήματα αντεκδίκησης κατά των «πλουσίων». Ο Μίλτον Φρήντμαν υπολόγισε ότι αν όλοι οι Αμερικανοί έδιναν το 16% των εισοδημάτων τους στο Κράτος, τα κρατικά έσοδα εκ της αμέσου φορολογίας θα ήσαν ακριβώς τα ίδια με τα ισχύοντα σήμερα με τη διαφορά ότι η εξαιρετική απλοποίηση του συστήματος θα εξοικονομούσε τεράστιους πόρους τόσο στο κράτος όσο και στους ιδιώτες καθώς και τις επιχειρήσεις. Ο Πρόεδρος Ρέηγκαν προσήγγισε αυτή τη λύση περιορίζοντας τα φορολογικά κλιμάκια για τα φυσικά πρόσωπα σε δυο μόνο (15% και 28%). Το αποτέλεσμα ήταν να αυξηθούν τα εκ φορολογίας έσοδα της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης από 580 εκατ. δολάρια που ήταν προ της φορολογικής επανάστασης σε 990 εκατ. δολάρια το 1988 μετά την επανάσταση (International Herald Tribune, 26.7.88). Η φορολογική πολιτική του Ρέηγκαν ενίσχυσε αφάνταστα το επιχειρείν και δημιούργησε εκατομμύρια νέων θέσεων εργασίας εκ των οποίων πάνω από τις μισές αμείβονταν με 20.000 δολάρια το χρόνο τουλάχιστον. Αυτή η πρωτοφανής άνθηση των επιχειρήσεων (κυρίως των μικρών) και των καλοπληρωμένων απασχολήσεων απέδωσε πλούσιους φορολογικούς καρπούς παρά τη δραστική μείωση των φορολογικών συντελεστών.

Το ίδιο φαινόμενο παρατηρήθηκε στην Αγγλία όπου το Μάρτιο του 1988 η κυβέρνηση της Θάτσερ ύστερα από μια 5ετία αυξήσεως του ΑΕΠ σε σταθερές τιμές κατά 3,5% ετησίως με προϊούσα πτώση της ανεργίας και πληθωρισμό γύρω στο 3,3% αποφάσισε να εισαγάγει έναν ριζοσπαστικό προϋπολογισμό που αντικατέστησε τα έξη φορολογικά κλιμάκια (από 27% έως 60%) με δύο, ένα ανώτερο 40% και ένα κατώτερο 25%. Η κατακραυγή από τους σοσιαλιστές υπήρξε εκκωφαντική. Κατάγγειλαν τη φορολογική μεταρρύθμιση ως δώρο προς τους πλουσίους και πλήγμα κατά των φτωχών. Μάταια τους εξηγούσε ο αρχιτέκτων του σχεδίου υπουργός των Οικονομικών Lawson ότι τα αποτελέσματα θα ήσαν αγαθά αφού όταν το 1979 οι Συντηρητικοί κατέβασαν το ανώτατο φορολογικό κλιμάκιο από 83% σε 62% το σύνολο των εισπραχθέντων φόρων από τους πλουσίους (δηλαδή από το 10% των φορολογουμένων που πληρώνουν τους περισσότερους φόρους στο κράτος) αυξήθηκε από 34% του συνολικού φόρου που ήταν επί Εργατικών στο 38%. Πρόκειται για μια ακόμη επιβεβαίωση της γνωστής καμπύλης Λαφέρ από το όνομα του Αμερικανού καθηγητή που διετύπωσε πρώτος κατά την δεκαετία του ’70 την καινοφανή τότε άποψη ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών μέχρις ενός οριακού σημείου, οδηγεί, χάρη στην τόνωση της παραγωγής και της κερδοφορίας σε αύξηση των φορολογικών εσόδων. Πρόσθετος λόγος αύξησης των εσόδων είναι ότι η φοροδιαφυγή η οποία δεν έχει αμελητέο κόστος παύει πια να συμφέρει τους επιχειρηματίες καθώς αυτοί πληρώνουν χωρίς διαμαρτυρίες τους λογικούς φόρους που τους επιβάλλονται. Εάν ο φορολογικός συντελεστής έφθανε το 100% τότε ουδείς θα επιχειρούσε ή όλοι θα φοροδιέφευγαν. Το σφάλμα των σοσιαλιστών είναι ότι δεν διακρίνουν ποτέ μεταξύ του φορολογικού συντελεστού, δηλαδή του ποσοστού του εισοδήματος που καταβάλλεται ως φόρος στο κράτος και των συνολικών φορολογικών εσόδων του κράτους, Η «προοδευτική» φορολογία λειτουργεί και αντιαναπτυξιακώς διότι πλήττει τις εκσυγχρονισμένες κερδοφόρες επιχειρήσεις: Το λαβυρίνθώδες σύστημα της «προοδευτικής» φορολογίας και το εξίσου λαβυρινθώδες σύστημα παροχών, βοηθημάτων και επιδομάτων με τις μυριάδες περιπτώσεις, υποπεριπτώσεις και εξαιρέσεις οδήγησε σε μια ρηξικέλευθη πρόταση, ενδιαφέρουσα για την απλότητα και την κομψότητα της.

Ο Μίλτον Φρήντμαν εισηγήθηκε τη δεκαετία του 60 («Free to Choose», σελ. 150-157) τον λεγόμενο αρνητικό φόρο εισοδήματος που συνοψίζεται στο εξής: Όλα τα ισχύοντα προγράμματα προνοίας καταργούνται. Όλοι χωρίς εξαίρεση υποβάλλουν φορολογική δήλωση αλλά, φυσικά, δεν φορολογούνται εφόσον το εισόδημα τους δεν υπερβαίνει το αφορολόγητο όριο. Ο Φρήντμαν προσθέτει στο σύστημα του μια ουσιώδη διάταξη: Όχι απλώς να μην φορολογούνται τα χαμηλά εισοδήματα αλλά να επιδοτούνται. Το κράτος θα παρέχει στον υποβάλλοντα φορολογική δήλωση ένα ποσοστό (π.χ. 50%) της διαφοράς που υπάρχει ανάμεσα στο δηλωθέν (χαμηλό) προσωπικό του εισόδημα αφ’ ενός και το αφορολόγητο όριο αφ’ ετέρου. Έτσι, το άτομο όχι μόνο απαλλάσσεται από φόρους επειδή είναι φτωχό αλλά παίρνει αυτομάτως χρηματικά βοηθήματα και παροχές ακριβώς διότι το εισόδημα του είναι χαμηλό. Αυτός είναι ο αρνητικός φόρος εισοδήματος ο οποίος δεν καταβάλλεται από τον πολίτη στο κράτος αλλά από το κράτος στον πολίτη.
Τα πλεονεκτήματα του συστήματος είναι κατά τον Φρήντμαν πολλά. Το σύστημα είναι γενικευμένο και καταργεί τη γραφειοκρατία του κράτους Προνοίας. Βάσει του αρνητικού φόρου εισοδήματος δεν χρειάζεται πια να αποδείξει κανείς ότι είναι άρρωστος, ηλικιωμένος, άνεργος κτλ., να δώσει δηλαδή πειστήρια γιατί χρειάζεται βοήθεια. Απλώς ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής αποφασίζει ότι εφόσον ο δικαιούχος έχει χαμηλό εισόδημα πρέπει να εισπράξει τη βοήθεια, δηλαδή τον αρνητικό φόρο εισοδήματος που του αναλογεί. Το σύστημα καθιστά έτσι διάφανο το κόστος της αλληλεγγύης εφόσον όλοι οι πολίτες γενικώς και καθένας από αυτούς ειδικώς θα γνωρίζουν εάν είναι φοροπληρωτές και συμβάλλουν στις κοινές δαπάνες ή αν είναι φοροκαταναλωτές και ωφελούνται από τη συμβολή άλλων. Το σύστημα λειτουργεί μέσω της εφορίας και μόνον, χωρίς ανάγκη οιουδήποτε νέου γραφειοκρατικού μηχανισμού για τη διαχείριση του. Θα μείωνε τη φοροδιαφυγή διότι θα υποχρέωνε πλέον όλους να υποβάλουν δηλώσεις φόρου εισοδήματος δίνοντας κίνητρο και στους φτωχούς να το κάνουν μια και θα είχαν χρηματικό όφελος από αυτήν τη διαδικασία. Θα έδινε επιπλέον πολύτιμες πληροφορίες για την οικονομική δραστηριότητα. Εκχρηματίζοντας τελείως όλες τις μορφές αρωγής θα καθι-στούσε τους δικαιούχους απαιτητικούς πελάτες και όχι πτοημένους ικέτες. Ο ίδιος χαρακτηρίζει την πρότασή του «ωραίο όνειρο που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε διότι τα κατεστημένα συμφέροντα των διαχειριστών του σημερινού συστήματος αποδείχθηκαν ακαταγώνιστα». Επίσης την πρότασή του απέρριψαν και ορισμένοι δικαιούχοι οι οποίοι αποσπούν σήμερα πολύ περισσότερα οφέλη από ότι θα τους έδινε η διαφάνεια και ο αυτοματισμός του αρνητικού φόρου εισοδήματος.

Στην Ελλάδα ζήτησε την εφαρμογή του αρνητικού φόρου εισοδήματος ο Α. Ανδριανόπουλος με άρθρο που έγραψε στην «Καθημερινή» (22.7.90) επ’ ευκαιρία της 200ής επετείου από το θάνατο του Adam Smith. Η ιδέα είναι αξιοπρόσεκτη διότι εάν η εισαγωγή της ρηξικέλευθης αυτής πρότασης συνδυασθεί με πραγματική φορολογική επανάσταση ρεηγκανίκών διαστάσεων θα έχουν συμφέρον οι πολίτες να δηλώνουν τα εισοδήματα τους στην εφορία με αποτέλεσμα να μειωθεί αισθητώς στη χώρα μας και η παραοικονομία η οποία κατά την καθηγήτρια Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη φθάνει το 40% του ΑΕΠ γενικώς («Οικονομικός Ταχυδρόμος», 15.3.90).

Η αδήλωτη, αφορολόγητη αυτή οικονομική δραστηριότητα απεδείχθη πολύτιμη στις χώρες του τέως υπαρκτού σοσιαλισμού διότι επέτρεψε τη λειτουργία της παράνομης μαύρης αγοράς και αρκετά χρήσιμη σε χώρες με παρανοϊκό φορολογικό σύστημα όπως η Ιταλία και η Ελλάδα όπου η παραοικονομία γέννησε (αφορολόγητα) κέρδη και θέσεις εργασίας. Είναι ενδιαφέρον ότι ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Θεόδωρος Κατσανέβας σε άρθρο του στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» της 18.10.90 χρησιμοποιεί τα στοιχεία που έχουν δοθεί για την έκταση της παραοικονομίας στην Ελλάδα για να τεκμηριώσει την άποψη ότι τα πράγματα δεν είναι και τόσο απελπιστικά όσο τα περιγράφουν «οι Κασσάνδρες που διεκτραγωδούν την τραγική κατάσταση της οικονομίας μας», υποστηρίζοντας δηλαδή ότι οι Έλληνες είναι χάρις στην παραοικονομία πλουσιότεροι απ’ όσο δείχνουν οι στατιστικές, ενώ το δημόσιο έλλειμμα είναι κατ’ αναλογία μικρότερο απ’ όσο εμφανίζεται επισήμως. Φυσικά, η παραοικονομία έχει και τα αρνητικά της καθώς δεν μπορεί να λειτουργήσει στον τομέα του εξαγωγικού εμπορίου, γεννά αγανάκτηση σε αυτούς που φορολογούνται επειδή δεν παραοικονομούν και προσφέρει υλικό κίνητρο στους πολίτες να παραβιάζουν τους νόμους. Η θεραπεία του κακού δεν είναι η καταστολή αλλά η νομιμοποίηση. Ήδη ο Τρικούπης έλεγε: «αφήστε τους Έλληνες να είναι έμποροι για να μην γίνουν λαθρέμποροι». Με την εισαγωγή του συστήματος αρνητικού φόρου εισοδήματος οι παραοικονομούντες θα είχαν συμφέρον να υποβάλουν ειλικρινή φορολογική δήλωση για να μην χάσουν τις ποικίλες «προσόδους» που σήμερα αποσπούν από το Κράτος. Μια φιλόδοξη, φιλελεύθερη ελληνική κυβέρνηση θα καλούσε τον καθηγητή Φρήντμαν και θα του ανέθετε να οργανώνει το σύστημα στην Ελλάδα.

Κρατική παρέμβαση. Μόνιμος πειρασμός των κυβερνώντων

Το σύγχρονο φαινόμενο της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία έλκει την καταγωγή του —στους νεώτερους χρόνους— από το έργο του φιλόσοφου και νομομαθούς Francis Bacon (1561-1626) που προσπάθησε —ανεπιτυχώς— να πείσει τον βασιλέα της Αγγλίας Ιάκωβο τον πρώτο, ότι οι οικονομικές δραστηριότητες πρέπει να ελέγχονται από τον Μονάρχη ο οποίος θα χρειαστεί να πάρει μέτρα κατά των τεμπέληδων, να πατάξει τους αντιρρησίες και να καθυποτάξει τους ιερωμένους. Ο Μαρξ θεωρούσε τον Bacon «πρωτοπόρο στοχαστή». Οι Σκώτοι οικονομολόγοι, αντίθετα, όπως ο Άνταμ Σμιθ, προτίμησαν, ως αφετηρία, την αγορά και όχι την Αυλή έχοντας πεισθεί ότι η φύση και η οικονομία αποκαλύπτουν τα μυστικά τους πιο εύκολα σε ιδιώτες παρά σε δημόσιους υπαλλήλους. Από τον μονάρχη ζήτησαν απλώς να προστατεύσει τις συναλλαγές και τον συναγωνισμό.

Η λογική των σημερινών παρεμβατικών έχει έξι σημεία αναφοράς τα οποία επανέρ-χονται υπό διαφορετικές μορφές στην επιχειρηματολογία τους: Πρώτον διαπιστώνουν «αποτυχίες» της αγοράς συμπεραίνοντας —όλως αυθαιρέτως— ότι το κράτος θα πετύχει εκεί που η αγορά απέτυχε. Έτσι ο Ανδρέας Παπανδρέου μιλώντας στο πανεπιστήμιο Complutense στη Μαδρίτη τον Ιούλιο του 1991 («Ποντίκι», 17.7.91) τόνισε ότι το σοσιαλιστικό μοντέλο που έχει στο μυαλό του (και που ως διευκρίνισε είναι εντελώς υποκειμενικό) «πρέπει να διορθώνει την αγορά εκεί που αυτή αποτυγχάνει». Διόρθωση, εξηγεί, «σημαίνει απουσία ανεργίας και κατανομή εισοδήματος που φτάνει σε υψηλά επίπεδα δικαιοσύνης». «Κάποιος», είπε ακόμη ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, «πρέπει να διορθώνει την αγορά σε σχέση με το περιβάλλον». Δεύτερον οι παρεμβατικοί διαιωνίζουν την δεισιδαιμονία ότι η κρατική πρωτοβουλία είναι εκ καταβολής προτιμητέα από την ιδιωτική. Έτσι ο Παπανδρέου στην ίδια ομιλία του καταγγέλλει «το νεοφιλελεύθερο πάθος για ιδιωτικοποίηση» και τονίζει ότι «υπάρχει μεγάλη δόση αλήθειας» στον ισχυρισμό των νεοφιλελεύθερων «ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις είναι αντιοικονομικές» πράγμα που κατ’ αυτόν θεραπεύεται «εάν διακηρυχθεί ο κανόνας ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις στοχεύουν στη μεγιστοποίηση του κέρδους». Είναι περίεργη αυτή η «εμμονή στο Κρατικό» όταν όλες οι μεγάλες εφευρέσεις και ανακαλύψεις (μικρόβια, αντιβιοτικά, ατμός, ηλεκτρισμός, αυτοκίνητο, ραδιόφωνο, υπολογιστές) όλες οι μεγάλες θρησκείες και όλα τα έργα τέχνης και φιλοσοφικού ετασμού έγιναν από ιδιώτες. Τρίτον, οι κρατικοπαρεμβατικοί ισχυρίζονται (όχι πια —για να είμαστε δίκαιοι— ο Παπανδρέου), ότι η κρατική πρωτοβουλία είναι αφιλοκερδής και κατά τούτο προτιμητέα από την ιδιοτελή ιδιωτική, πράγμα που δεν προκύπτει από τη θεωρία και δεν τεκμαίρεται από την κοινή πείρα. Τέταρτον, επιμένουν στην λογική ανακολουθία ότι επειδή κατά κοινή ομολογία ορισμένες λειτουργίες όπως είναι η άμυνα και η αστυνόμευση μπορεί να τις επιτελεί μόνο το κράτος, τούτο σημαίνει ότι όλες τις λειτουργίες μπορεί να τις επιτελεί καλύτερα το κράτος. Ο κρυφός (ή και φανερός) θαυμασμός της στρατιωτικής πειθαρχίας και αποτελεσματικότητος δεν εμφωλεύει μόνο στην ψυχή των Λενινιστών, των Χιτλερικών και των στρατοκρατών αλλά και όλων των φανατικών του Μεγάλου Σκοπού ο οποίος πρέπει να υπηρετηθεί «τυφλά» από όλους. Πέμπτον, θεωρούν ότι εφόσον το κράτος διαθέτει τόσο ισχυρά μέσα για να «κάνει καλό», πρέπει όλοι να συμβάλλουν στη βελτίωσή του και όχι να ζητούν περιορισμό του όπως κάνουν οι φιλελεύθεροι. Το γεγονός ότι οι πολίτες μπορούν να έχουν τη δική τους αντίληψη για το τι ακριβώς τους «κάνει καλό» και ότι οι κρατικοί υπάλληλοι μπορεί να ενδιαφέρονται κυρίως για τη δική τους ευημερία, θεωρείται αμελητέα μεμψιμοιρία. Έκτον, καλλιεργούν την αυταπάτη ότι οι κυβερνητικές υπηρεσίες υπερέχουν των ιδιωτικών διότι στελεχώνονται από ανθρώπους που υπηρετούν το σύνολο κατά άριστο τρόπο χωρίς φυσικά να εξηγούν πώς συμβαίνει να προσλαμβάνει πάντοτε αδάμαντες ήθους και εργατικότητας το Δημόσιο. Έχει άλλωστε τεκμηριωθεί πια σήμερα, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι εκ καταβολής αδιάφθορος δεν είναι κανένας. Ο παλαίμαχος Σοβιετικός μπολσεβίκος Ρακόφσκι κατάγγειλε το 1922 το σύνδρομο «αυτοκινήτου και χαρεμιού» που πρόσβαλε «καλούς συντρόφους» μόλις αποκτούσαν δύναμη. Ο Μιλοβάν Τζίλας περιέγραψε το φαινόμενο λεπτομερώς στη «Νέα Τάξη» ενώ οι πρακτικές της κλεπτοκρατίας του Μπρέζνιεφ και η χλιδή στην οποία ζούσαν οι Τσαουσέσκου, Χόνεκερ, Ζίφκωφ ακόμη και οι Σαντινίστας στην εξαθλιωμένη Νικαράγουα έχουν σήμερα τεκμηριωθεί επαρκώς. Το φαινόμενο των σχεδιαστών που ευλογούν τα γένια τους είναι διεθνές και διαπολιτισμικό. Πρόκειται άλλωστε για τον μόνο σκοπό που είναι σαφής και δεν παραλλάσσει από σχέδιο σε σχέδιο, από καθεστώς σε καθεστώς και από χώρα σε χώρα.

Ο κρατικοπαρεμβατισμός δεν ταυτίζεται πάντα με ένα σαφώς διατυπωμένο διακριτικό «τέλος», σοσιαλιστικό ή άλλο. Συχνά οι αποφάσεις των παρεμβατικών δεν είναι αποτέλεσμα προωθήσεως κάποιου σαφούς, περιγράπτου σκοπού γνωστού σε όλους, ή έστω σε μερικούς, αλλά μυριάδων αλληλεπιδράσεων, διασταυρούμενων επιρροών, αλληλοσυγκαλύψεων και αλληλοεξυπηρετήσεων. Το σταθερό εδώ είναι το πρωτείο του πολιτικού ή του κρατικού υπαλλήλου ο οποίος δεν επιδιώκει να είναι συνεπής ή αποτελεσματικός αλλά απλώς να συνεχίσει να αποφασίζει και να προΐσταται. Η παρουσία μιας ζωντανής κοινωνίας των πολιτών που έχει όλο και λιγότερο ανάγκη την εξουσία καταθλίβει τους παρεμβατικούς, ακριβώς όπως η προοπτική εισαγωγής μηχανισμών της αγοράς τρόμαζε τους Βουρβώνους του κομμουνισμού στη Μόσχα πριν καταρρεύσουν. Ήδη ο Μακιαβέλλι συμβούλευε τον ηγεμόνα να διατηρεί το κράτος πλούσιο και τους υπηκόους του φτωχούς ώστε αυτοί να εξαρτώνται εσαεί από τη γενναιοδωρία του. Η ιδιότυπη πάλη των τάξεων μεταξύ ιδιωτών που παράγουν πλούτο και της εξουσίας που τους τον δημεύει και τον δαπανά έχει μακρά ιστορία και δεν έχει βεβαίως λήξει. Απηχώντας τον Μακιαβέλλι ο κεϋνσιανός Αμερικανός οικονομολόγος Γκάλμπραιηθ συνεχίζει ακόμη να μυκτηρίζει την «ιδιωτική ευμάρεια εν μέσω δημοσίας ένδειας» που χαρακτηρίζει κατ’ αυτόν τις ΗΠΑ. Ο Μίλτον Φρήντμαν αντιπαρατηρεί ότι το κράτος πρέπει να είναι σχετικώς φτωχό, μικρό και ουδέτερο διότι αν αρχίσει και μεγαλώνει απρόσκοπτα δεν αναχαιτίζεται από τίποτε. Ενώ δηλαδή η δύναμη του κεφαλαιοκράτη περιορίζεται πάντοτε από εκείνη των ανταγωνιστών του —οι οποίοι μπορούν ανά πάσαν στιγμήν να του πάρουν πελάτες, στελέχη ακόμη και τα μυστικά του— το κράτος δεν έχει ανταγωνιστή και μπορεί να αποκτήσει τερατώδεις διαστάσεις εάν αφεθεί χωρίς χαλινό.

Ειδικώς εις ό,τι αφορά την παρέμβαση του κράτους στην οικονομία, ο φον Μίζες προειδοποιούσε ήδη από τις αρχές του αιώνα ότι η επιδότηση μη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων και η διατήρηση τους εν ζωή με τεχνητή αναπνοή ήταν έργο με τεράστιο κόστος. Για τον οξυδερκή αυτόν στοχαστή η ζημιά ήταν ευρύτερη διότι αυτό το σύστημα υποκαθιστά το κίνητρο του κέρδους με το κίνητρο του κυνηγητού επιδομάτων, φτηνών δανείων και χαριστικών φοροαπαλλαγών, με αποτέλεσμα κεφάλαια και άνθρωποι να παγιδεύονται σε αρχαϊκά συστήματα παραγωγής τα οποία αποβλέπουν στην ικανοποίηση των προτιμήσεων πολιτικού ή του γραφειοκράτη όχι του καταναλωτή. Οι αναλύσεις του φον Μίζες διατηρούν δυστυχώς όλη την επικαιρότητα τους, ιδίως στην Ελλάδα, όπου η παρέμβαση οδήγησε σε ποικίλες αρωγές, διαφορικά επιτόκια, διατιμήσεις, ειδικές ρυθμίσεις και ένα καφκαϊκό πλέγμα ελέγχων των εισαγωγών, των εξαγωγών, του συναλλάγματος, των τιμών, των ενοικίων, των μισθών, των μερισμάτων, των επενδύσεων, του ωραρίου εργασίας και του τρόπου εκμεταλλεύσεως των φυσικών πόρων που απασχόλησε χιλιάδες υπαλλήλους και όρθωσε τεράστια εμπόδια στις μικρές κυρίως επιχειρήσεις. Αποδείχθηκε δηλαδή ότι όπως σε όλο τον κόσμο έτσι και στη χώρα μας η παρέμβαση στο επιχειρείν παρεμποδίζει το επιχειρείν, η παρέμβαση στην αγορά χρήματος αυξάνει τα επιτόκια, η παρέμβαση στην αγορά στέγης αυξάνει τα ενοίκια και όλες αυτές οι παρεμβάσεις σωρευτικώς αυξάνουν το δημόσιο έλλειμμα.

Όταν ωστόσο, ο κάθε σύγχρονος πολίτης έχει δύο ρόλους, έναν στην αγορά ως παραγωγός ή καταναλωτής και έναν στην πολιτική, ως ψηφοφόρος είναι ως ένα σημείο φυσικό να θέλει να αντισταθμίσει με την ψήφο του τις ενδεχόμενες ζημίες ή ανασφάλειες που του προξενεί η αγορά. Ο Γκυ Σορμάν στο βιβλίο του «Η φιλελεύθερη Λύση», (σελ. 25) περιγράφει ζωντανά πώς μετά τον Β’ παγκόσμιο Πόλεμο θέριεψαν οι γραφειοκράτες στην Ευρώπη και δεν άφησαν ποτέ να τους ξεφύγει η κατάσταση από τα χέρια: «Έτσι γνωρίσαμε σε ολόκληρη τη Δύση —γράφει— από τον πόλεμο και κατόπιν, σοσιαλιστές, χριστιανοδημοκράτες, δημοκράτες, φιλελεύθερους και συντηρητικούς που όλοι τους ήσαν κρατικιστές». Η προσοδοθηρία των ψηφοφόρων παροτρύνει έτσι κάθε λογής άρχοντες να ελέγχουν όλο και μεγαλύτερο ποσοστό του εθνικού εισοδήματος και να διατηρούνται στην εξουσία εξαγοράζοντας με ποικίλες «εύνοιες», δηλαδή παρεμβάσεις, μεγάλα τμήματα του εκλογικού σώματος. Κρατικισμός και διαφθορά συμπαρομαρτούν. Γεννάται ωστόσο το εύλογο ερώτημα: Αφού οι πολιτικοί εκμεταλλεύονται την παρέμβαση για να επανεκλεγούν, οι γραφειοκράτες για να αυξάνονται, πληθύνονται και προάγονται, ενώ οι ψηφοφόροι την στηρίζουν για λόγους προσοδοθηρίας τότε πού, πώς και πότε θα σπάσει ο φαύλος αυτός κύκλος;

Όπως όλα τα φαινομενικά αδιέξοδα που αφορούν τη συμβίωση των ανθρώπων, έτσι και αυτό βασίζεται στην υποτίμηση του ατόμου και της ικανότητος του για ανεξάρτητη σκέψη. Εάν όντως ίσχυε αυτή η λογική ο υπαρκτός σοσιαλισμός θα ήταν αιώνιος και η Θάτσερ δεν θα είχε ποτέ εκλεγεί ούτε, πόσο μάλλον, διατηρηθεί στην εξουσία για ένδεκα χρόνια. Η Αχίλλειος πτέρνα της παρέμβασης είναι η αυθαιρεσία. Η διόγκωση του παρεμβατικού κράτους έφερε τους πολίτες που αγωνίστηκαν να απαλλαγούν από δεσπότες στο έλεος και πάλι ποικίλων «προστατών», ελάχιστοι εκ των οποίων είναι «πεφωτισμένοι». Εκτός τούτου η κρατική κραιπάλη προκαλεί αγανάκτηση ακόμη και σε εκείνους που ωφελούνται προσωρινώς από αυτήν. Έρχεται έτσι μια στιγμή που οι πολίτες ωριμάζουν και μαθαίνουν να επιλέγουν. Εάν κάποιος τους υπόσχεται συνεχώς «καλύτερες μέρες» και στέλνει διαρκώς το λογαριασμό σε απροσδιόριστους εχθρούς (ολιγαρχία, μονοπώλια, «προνομιούχους») έρχεται ωστόσο κάποτε η ώρα της αλήθειας, όταν ο λογαριασμός θα επιστραφεί απλήρωτος με προσαύξηση τόκων υπερημερίας, συνοδευό-μενος από συμπαρομαρτούντα δεινά όπως ο πληθωρισμός, η υπερχρέωση, η ανεργία, οι χρεωκοπίες. Εκείνοι οι πολιτικοί που στηρίζουν τις ελπίδες τους για εξουσία στην ευπιστία και τη συνεχή διαβουκόληση των εκλογέων δεν πετυχαίνουν πάντα τους σκοπούς τους ιδίως όταν δεν έχουν καταργηθεί τα δικαιώματα του ανθρώπου και η ελευθεροτυπία.

Τη δεκαετία του ‘ 80 ο κρατικοπαρεμβατισμός οδήγησε σε αδιέξοδο όλους όσους τον άσκησαν και ιδίως αυτούς που τον άσκησαν κατά τον πιο αδίστακτο τρόπο, στις χώρες του τότε ακόμη υπαρκτού σοσιαλισμού. Αντίθετα, η καταπολέμησή του και η αποκατάσταση του πρωτείου του οικονομικώς ενεργού ατόμου απεδείχθη κατά τη δεκαετία του ’80 σωτηρία για την οικονομία. Στη Βρετανία το Συντηρητικό Κόμμα γίνεται από το 1979 υπό την ηγεσία της Θάτσερ συνειδητά και μαχητικά αντικρατικιστικό. Στη Γαλλία οι σοσιαλιστές, αφού δοκίμασαν ανεπιτυχώς μεταξύ 1981 και 1982 τον «Κεϋνσιανισμό σε μια μόνο χώρα», έκαναν σιωπηρώς τη στροφή τους από το 1983, οπότε αποφάσισαν να γίνουν κόμμα εξουσίας, ανεκάλυψαν την κρυφή γοητεία των μηχανισμών της αγοράς, ενδιαφέρθηκαν για την παραγωγή πλούτου και την καλή διαχείριση του καπιταλισμού. Το αποτέλεσμα είναι ότι τον Νοέμβριο του 1991 η Γαλλία είχε πληθωρισμό 2,6% και χαμηλό δημόσιο χρέος αλλά σχετικά υψηλό επίπεδο ανεργίας (9,6%) που τροφοδοτούσε τη δημαγωγία του ακροδεξιού “Le Pen (“Economist” 23-11-91). Η σοσιαλιστική ρητορική έμεινε για τα συνέδρια. Το 1986 παρέδωσαν την εξουσία σε μια «Δεξιά» —γνωστή ως τότε για τον γκωλικού τύπου κρατικισμό της— η οποία αιφνιδίασε τους Γάλλους με τις αποκρατικοποιήσεις της. Το 1988 επανήλθαν στην εξουσία οι σοσιαλιστές αλλά όχι ο σοσιαλισμός. Καμία ιδιωτικοποιημένη επιχείρηση δεν άλλαξε ιδιοκτησιακό καθεστώς στη Γαλλία. Στην Ισπανία, ο σοσιαλιστής Γκονζάλεθ αποξήλωσε τον κρατικιστικό Λεβιάθαν του Φράνκο. Στην Ιταλία —χώρα που δεν αποτίναξε στην ουσία ποτέ τη βαριά κρατικιστική κληρονομιά του φασισμού— το ιταλικό σοσιαλιστικό κόμμα υπό τον Κράξι υιοθέτησε ανοιχτά φιλελεύθερη πολιτική, στην οποία δεν αντιτάχθηκαν — τουναντίον μάλιστα— οι Ιταλοί κομμουνιστές (όπως ονομάζονταν ακόμη τότε). Στην Ελλάδα, όπου όλα γίνονται με κάποια χρονική υστέρηση, τον Απρίλιο του 1990 σχημάτισε κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία με ένα πρόγραμμα σχεδόν ακραιφνώς φιλελεύθερο, όμοιο του οποίου δεν είχε δει ποτέ η χώρα από τότε που έγινε ανεξάρτητη. Οι αλλαγές αυτές δεν έγιναν μόνες τους. Έπρεπε να αποτύχει ολοκληρωτικά ο κρατικοπαρεμβατισμός για να χάσουν μία προς μία τις αυταπάτες τους οι Ευρωπαίοι (και οι Έλληνες) ψηφορόροι. Όσο δεν είχε ακόμη διαβληθεί στην πράξη η κρατική παρέμβαση, όσο υπήρχε ακόμη η αυταπάτη ότι ήταν δυνατόν να εφαρμοσθεί κάποιος «καλός» κρατικισμός που θάδινε την αναγκαία αναπτυξιακή ώθηση στις οικονομίες υποκαθιστώντας στο ρόλο αυτό τους αφερέγγυους ιδιώτες (άποψη Αρσένη) δεν θα ήταν δυνατόν να επιβληθούν οι ατομοκεντρικές φιλελεύθερες ιδέες. Έπρεπε οι χώρες να φθάσουν τα πρόθυρα της χρεωκοπίας για να πεισθούν οι πολίτες τους ότι η διαδικασία αναδείξεως του ατόμου ως θεμελίου της οικονομίας που δρομολόγησαν η Θάτσερ και ο Ρέηγκαν ήταν σε γενικές γραμμές σωστή.

Παρά την αποτυχία του κρατικοπαρεμβατικού προτύπου υπό όλες του τις εκδοχές σε Ανατολή και σε Δύση, ορισμένοι αριστεροί —ιδίως στην Ελλάδα— εξακολουθούν κατά οιονεί πλατωνικό τρόπο να διαχωρίζουν αυτό τούτο το πρότυπο από τις υλοποιήσεις του που απεδείχθησαν αλυσιτελείς. Έτσι οι διανοούμενοι της ΕΑΡ καταρώνται ενίοτε τον «κακό» κρατικισμό προσβλέποντας στον «καλό» τοιούτο αν και δεν συμφωνούν πάντοτε μεταξύ τους για τα χαρακτηριστικά που αυτός θα πρέπει να έχει. Ορισμένοι θέλουν καπιταλισμό χωρίς ει δυνατόν καπιταλιστές. Τη λογική αυτή αναπτύσσει και ο Γρηγόρης Γιάνναρος («Η Αριστερά μετά το ’89», σελ. 21) τονίζοντας ότι σημασία δεν έχει το «ιδιοκτησιακό καθεστώς της συγκεκριμένης οικονομικής μονάδος» αλλά κάτι το οποίο ονομάζει «η ποιότητα της διεύθυνσης». Προς χάριν δε των αναγνωστών του, τους οποίους θεωρεί προφανώς αγράμματους, διευκρινίζει ότι «στο σύγχρονο κόσμο η ιδιοκτησία διακρίνεται από τη διοίκηση των επιχειρήσεων». Η «ποιότητα της διεύθυνσης» ωστόσο πρέπει κάπως να συνδέεται και με τη στοχοθεσία του ιδιοκτήτη. Όταν ο ιδιοκτήτης είναι ιδιώτης επιδιώκει κερδοφορία καθότι ουδείς εχέφρων άνθρωπος επενδύει για να χρεοκοπήσει. Εάν προσλάβει διευθυντή ο οποίος αποδεικνύεται ότι δεν θέλει ή δεν μπορεί να αυξήσει το κέρδος της επιχείρησης τον απολύει και προσλαμβάνει άλλον καταλληλότερο με μεγαλύτερες ίσως αποδοχές. Όταν ιδιοκτήτης της επιχείρησης είναι το κράτος πρέπει στην κυβέρνηση να βρίσκεται η Θάτσερ για να επιδιώκει κερδοφορία. Στην Ελλάδα η κρατική επιχείρηση κατά την περίοδο της δεκαετίας του ‘ 80 δεν ήθελε να κερδίσει χρήματα αλλά ενδεχομένως και να χάσει για λόγους δημοσίου ή κομματικού συμφέροντος, «κοινωνικής δικαιοσύνης» ή ενίσχυσης του Κοσκωτά. Είναι προφανές ότι για μια τέτοια επιχείρηση η «ποιότητα της διεύθυνσης» συναρτάται με την υλοποίηση των δοτών στόχων. «Καλός» μάνατζερ είναι στην περίπτωση αυτή ο «μαλιστάνθρωπος», το κομματόσκυλο, έστω και αν είναι ολίγον διεφθαρμένος και «κάνει δωράκια στον εαυτό του». Το «ιδιοκτησιακό καθεστώς» αποκτά επομένως καιρία σημασία, όχι διότι οι ιδιώτες είναι άγγελοι και οι δημόσιοι υπάλληλοι διάβολοι, αλλά διότι οι πρώτοι επιδιώκουν εξ υπαρχής, εκ καταβολής, εξ ορισμού την κερδοφορία της δικής τους επιχείρησης ενώ οι δεύτεροι επιδιώκουν τον ατομικό τους πλουτισμό ή την προώθηση τους στην κομματική ιεραρχία, ενδεχομένως εις βάρος μιας δημόσιας επιχείρησης που δεν τους μέλει καθόλου εάν καταχρεωθεί ή χρεωκοπήσει. Ο ίδιος ο Γιάνναρος άλλωστε δεν θέτει ως πρώτο στόχο την κερδοφορία των δημοσίων επιχειρήσεων τις οποίες θέλει «κοινωνικά δίκαιες» και να προωθούν κάτι που ονομάζει «στρατηγικό προγραμματισμό» της οικονομίας…

Η πάγια υπεράσπιση κάθε παρεμβάσεως είναι η διακηρυσσόμενη αγνότης προθέσεων του παρεμβαίνοντος ο οποίος ισχυρίζεται πάντοτε ότι κήδεται συμπαθών τάξεων, του καθαρού περιβάλλοντος και μεγάλων δημοσίων έργων. Το πού ακριβώς οδηγούν οι καλές προθέσεις είναι εμφανές σε μια μορφή παρεμβάσεως που έχει τέτοια ιστορία και διάδοση τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα ώστε να νοείται σήμερα ως σχεδόν αυτονόητη. Πρόκειται για το ενοικιοστάσιο. Η παρέμβαση αυτή είναι «καθαρή» με την έννοια ότι δεν πλήττει τους φορολογουμένους αλλά μόνον τους ιδιοκτήτες ακινήτων επιλεκτικώς, ειδικώς και αποκλειστικώς. Η εισαγωγή του ενοικιοστασίου μετά τον πόλεμο σε όλες λίγο-πολύ τις ευρωπαϊκές χώρες απέβλεπε στην προστασία των (φτωχών υποτίθεται) ενοικιαστών από τους (πλούσιους υποτίθεται) ιδιοκτήτες. Ιδού οι «άριστες προθέσεις» αν και πολλοί ιδιοκτήτες ήσαν πολύ φτωχότεροι των ενοικιαστών τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι σημερινοί υποψήφιοι ενοικιαστές δεν βρίσκουν πια σπίτι να νοικιάσουν διότι τα ενοίκια σκαρφάλωσαν σε δυσθεώρητα ύψη, ιδίως στις μεγάλες πόλεις. Στη Βρετανία τα σπίτια που διετίθεντο προς ενοικίαση το 1950 ήταν 7,5 εκατ. ενώ το 1988 είχαν πέσει στα 1.250.000 («Economist», 19.6.88). Μέγα πλήθος νέων ανθρώπων παγιδεύθηκαν στις βόρειες επαρχίες διότι δεν έβρισκαν σπίτια να νοικιάσουν σε προσιτές τιμές στη νότιο Αγγλία όπου υπήρχε έντονη ζήτηση εργατικών χεριών. Με νόμο της βρετανικής κυβέρνησης του 1989 (Housing Act) επετράπη η ελεύθερη διαπραγμάτευση ιδιοκτητών και ενοικιαστών για το ύψος του μισθώματος και προβλέφθηκε κρατικό επίδομα έως 68 λίρες την εβδομάδα προς τους αποδεδειγμένως ενδεείς ενοικιαστές για να μπορούν να μετακινηθούν στις περιοχές μεγάλης ζήτησης εργατικών χεριών. Χρειάσθηκε δηλαδή δεύτερη κρατική παρέμβαση που να επιβαρύνει τους φορολογούμενους για να «διορθωθεί» η πρώτη που επεβάρυνε μόνο τους ιδιοκτήτες. Μακροπρόθεσμα το ενοικιοστάσιο υπονόμευσε την έννοια της ιδιοκτησίας και την ευθύνη για αυτήν, αφού τόσο οι ιδιοκτήτες όσο και οι ενοικιαστές αδιαφόρησαν τελείως για τα ακίνητα για άλλους λόγους ο καθένας (οι ενοικιαστές διότι δεν είχαν την κυριότητα οι ιδιοκτήτες διότι δεν είχαν πλήρη δικαιώματα στην ιδιοκτησία). Στο Παρίσι το φαινόμενο πήρε καταστροφικές διαστάσεις. Είναι λοιπόν προφανές ότι μια τολμηρή φιλελεύθερη πολιτική προοδευτικής ελευθερώσεως της αγοράς στέγης θα σήμαινε μεν βραχυπροθέσμως υψηλότερα ενοίκια για τους μέχρι πρότινος ενοικιοστασιακούς ενοικιαστές αλλά θα ωφελούσε μακροπρόθεσμα όλους λόγω πτώσεως των ελεύθερων ενοικίων εφόσον θα ηύξανε την προσφορά ακινήτων προς ενοικίαση και θα αναχαίτιζε την κατερείπωση των ακινήτων σε καίριες περιοχές των μεγαλουπόλεων.

Έτσι, με σημαία την «κοινωνική δικαιοσύνη», όπλο την φορολογική πολιτική και πρακτική τον παρεμβατισμό οι κρατικοσοσιαλιστές της Δύσης συνέχισαν όλον τον 20ό αιώνια σε πολλές βιομηχανικές χώρες (πλην ΗΠΑ) τις αντιφιλελεύθερες παραδόσεις της ευρωπαϊκής σοσιαλιστικής τελοκρατίας.

Η εξέλιξη του σοσιαλισμού στη Δύση

Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα οι δυτικοί σοσιαλιστές άλλαξαν προσανατολισμό τρεις φορές.
Η πρώτη μεγάλη τους στροφή υπήρξε η εγκατάλειψη της ιδέας της επανάστασης και η διεκδίκηση της εξουσίας με κοινοβουλευτικές μεθόδους. Ως ιδεολογία, ο σοσιαλισμός αντιπαθεί γενικώς το Κοινοβούλιο το οποίο αναδεικνύεται από πολίτες ανεξαρτήτως ταξικής προελεύσεως. Οι σοσιαλιστές προτιμούν τα συνδικάτα που είναι οι καθ’ αυτό οργανώσεις των εργαζομένων. Μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, ωστόσο, τα κόμματα της εργατικής τάξης διεπίστωσαν ότι μπορούσαν να αποκτήσουν την πλειοψηφία στις εκλογές και το επεχείρησαν, αφού έτσι και αλλιώς η επανάσταση έμοιαζε να αναβάλλεται. Το Εργατικό Κόμμα στην Αγγλία ξεκίνησε με έναν τίτλο που ήταν συνάμα και πρόγραμμα. Σήμερα το κόμμα αυτό πληρώνει ακριβά το τίμημα εκείνης της επιλογής, πρώτον διότι πλείστοι φηφοφόροι του (διανοούμενοι, ελευθεροεπαγγελματίες, μικρομαγαζάτορες) δεν θεωρούν εαυτούς εργάτες, δεύτερον διότι οι πραγματικοί εργάτες εργοστασίων συρρικνώνονται ραγδαίως και τρίτον διότι η ταύτιση του κόμματος με τα —προϊστορικά εν πολλοίς— συνδικάτα έχει εκθέσει το κόμμα στα μάτια ακόμη και δυνάμει οπαδών του. Η επιλογή πάντως της κάλπης και όχι της σφαίρας (the ballot not the bullet) δεν έχει ανατραπεί από τότε που το εργατικό κίνημα διεσπάσθη από τον Λένιν με την ίδρυση της Γ’ Διεθνούς σε κομμουνιστές επαναστάτες και σοσιαλιστές κοινοβουλευτικούς. Αντιθέτως μάλιστα. Οι κομμουνιστές συμβιβάστηκαν με το κοινοβούλιο. Ελάχιστοι είναι πια αυτοί που το καταπολεμούν. Η άποψη του Βάσου Γεωργίου σε άρθρο του το καλοκαίρι του ‘ 90 στο «Ριζοσπάστη» κατά την οποία «το αστικό κοινοβούλιο διεκπεραιώνει τις αποφάσεις του κεφαλαίου», είναι μεν ακραιφνώς μαρξιστική-λενινιστική αλλά δεν υπο-στηρίζεται ανοιχτά ούτε καν από τους επίσημους εκπροσώπους του ΚΚΕ. Η εποχή που το παράνομο, τότε, ΚΚΕ κατηγορούσε τον Ηλία Ηλιού της ΕΔΑ ως άτομο «μειωμένης αδιαλλαξίας» διότι ευνοούσε την κοινοβουλευτική διαδικασία και όχι τις «εξωκοινοβου-λευτικές μορφές πάλης» μοιάζει να παρήλθε. Σήμερα, άλλωστε, οι αριστεροί σε όλο τον κόσμο ζητούν να δοθεί δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στους μαύρους της Ν. Αφρικής, πράγμα που υπολαμβάνει ότι η εξουσία μπορεί να κατακτηθεί κοινοβουλευτικώς, ενώ η αριστερά στην Ελλάδα ζητάει παγίως απλή αναλογική, πράγμα που υπολαμβάνει ότι η Βουλή παίζει κάποιο ρόλο και ότι έχει σημασία για το κόμμα να αυξήσει τους εκπροσώπους του σε αυτήν.

Η δεύτερη —χρονολογικός— μεγάλη στροφή που έκαναν οι σοσιαλιστές της Δύσης είναι όταν εγκατέλειψαν τον σχεδιασμό και συμβιβάστηκαν με την αγορά. Πρώτοι έκαναν την στροφή οι Σουηδοί στη δεκαετία του ‘ 30 ύστερα οι Δυτικογερμανοί στο συνέδριο του Bad Godesberg το 1959, οι Ισπανοί στη δεκαετία του ‘ 70, οι Γάλλοι το 1983 χωρίς, ωστόσο, να το πολυδιαφημίσουν και τέλος οι Άγγλοι Εργατικοί σταδιακώς στη δεκαετία του ‘ 80 όταν έπρεπε ως αντιπολίτευση να αντιμετωπίσουν τον θριαμβεύοντα Θατσερισμό αλλά και επισήμως στο συνέδριο τους του 1991 οπότε ο παλαίμαχος Denis Healey είπε ότι οι «Άγγλοι σοσιαλιστές εβίωσαν πια και αυτοί το δικό τους Bad Godesberg». Η ιδέα του σχεδιασμού άσκησε επί μεγάλο διάστημα ιδιαίτερη γοητεία στη σκέψη των σοσιαλιστών της Δύσεως. Εμφανίστηκε μάλιστα ως φυσική απόρροια του δυτικού ορθολογισμού και της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης φιλαλληλίας με το σκεπτικό ότι μόνο τρελοί ή τυφλωμένοι από την απληστία τους κεφαλαιοκράτες μπορούν να εναντιώνονται στην προσπάθεια ορθολογικής λύσεως των προβλημάτων από ένα πανάγαθο κράτος που φροντίζει για όλους, ιδίως δε για τους «μη προνομιούχους».

Άλλωστε οι οικογένειες, οι επιχειρήσεις, τα θέατρα, τα νοσοκομεία και φυσικά ο στρατός, οι τράπεζες, οι οργανισμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και τηλεπικοινωνιών σχεδιάζουν ασταμάτητα. Γιατί ενώ οι πάντες σχεδιάζουν, το κράτος πρέπει να είναι αδρανές, τη στιγμή που θα μπορούσε τόσα να επιτύχει κατανέμοντας ορθώς τους πόρους και επενδύοντας «σωστά»; Το γεγονός ότι ο σχεδιασμός προϋποθέτει έλεγχο (κανείς δεν μπορεί να σχεδιάζει τις αποταμιεύσεις του γείτονα) και ότι ο αποτελεσματικός κρατικός σχεδιασμός σημαίνει παντοδύναμο αυταρχικό κράτος που θα έχει προαποφασίσει αυτό και όχι η καταραμένη αγορά τι θα παραχθεί και πώς θα μοιρασθεί, θεωρήθηκε «λεπτομέρεια». Η ομάδα αναφοράς, άλλωστε των σοσιαλιστών ήταν κυρίως οι μισθωτοί οι οποίοι δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για το πώς παράγονται κατά άριστο τρόπο τα αγαθά αλλά πίεζαν μέσω των συνδικάτων για συνεχείς κρατικές αναδιανεμητικές παρεμβάσεις υπέρ αυτών. Όταν απεδείχθη ότι ο βίαιος κρατικός σχεδιασμός στην Ανατολή οδηγεί στη «φτώχεια από κοινού» και ο ήπιος κοινοβουλευτικός σχεδιασμός στη Δύση οδηγεί σε στασιμοπληθωρισμό οι σοσιαλιστές επανανακάλυψαν εμβρόντητοι την αξία της αγοράς την οποία και προσπάθησαν να αποκαταστήσουν διατηρώντας, όσο μπορούσαν, από το σοσιαλιστικό τους πρόγραμμα το κράτος προνοίας και τη φιλεργατική ρητορική. Στην πράξη προσπάθησαν ακόμη να απεμπλακούν κατά το δυνατόν από τους κρατικούς ελέγχους, την πολύπλοκη γραφειοκρατία, τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, το κυνηγητό των πλουσίων και την πανοπλία των καταναγκασμών με αιχμή του δόρατος τον καθορισμό των τιμών.

Παρά τη στροφή τους υπέρ της αγοράς, οι δυτικοί σοσιαλιστές την θεώρησαν πάντοτε ένα είδος «αναγκαίου κακού» και παρά τη ρήξη τους με τους κομμουνιστές «αξιοποιούσαν» στην προπαγάνδα τους την ύπαρξη ενός «σοσιαλιστικού στρατοπέδου» που την είχε καταργήσει και έπασχε κυρίως λόγω του ασιατικού αυταρχισμού του, επιδεκτικού διορθώσεως, ωστόσο, σε χέρια δυτικοευρωπαίων. Η τέλεια δυσφήμιση της επιστημονικής βάσης του σοσιαλισμού στις ανατολικές χώρες απορρύθμισε τους δυτικούς σοσιαλιστές που έμειναν χωρίς ιδεολογική πυξίδα. Η ίδια η λέξη σοσιαλισμός έγινε προβληματική. Έτσι, οι σοσιαλιστές της Δύσεως επιμένουν σήμερα περισσότερο στο ηθικό στοιχείο προβάλλοντας πλέον ως οιονεί αυταξία το ιδανικό ενός συναινετικού αλτρουισμού έστω και αν τούτο δεν είναι ιδιαιτέρως παραγωγικό και κατακεραυνώνοντας τις ατομικές ελληνορωμαϊκές ατομικές αρετές (επίδοση, αξιοσύνη, ηγετική ικανότητα, ευφυία) ως «εγωιστικές» αξίες του φιλελευθερισμού. Ή επανάσταση εγκαταλείφθηκε οριστικώς, ο ενθουσιασμός για εθνικοποίηση μειώθηκε, η ρητορική της «εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο» έχασε σε επιθετικότητα και γενικώς η «δομική διαμαρτυρία» μετεξελίχθηκε αλλού σε ήπια μεμψιμοιρία και αλλού σε υποσχέσεις ευημερίας για όλους μέσω «λελογισμένης» «διορθωτικής» κρατικής παρέμβασης (όχι πια σχεδιασμού που έμεινε στα αζήτητα).

Συστηματική πάντως θεωρία του «Γενικού Καλού» δεν εκπονήθηκε ποτέ από τους σοσιαλιστές της Δύσεως. Η μαρξιστική εσχατολογία εγκαταλείφθηκε χωρίς να αντικατασταθεί από άλλη. Οι αρχές της «στοργικής πολιτείας» και οι επιμέρους «βελτιώσεις» προβλήθηκαν ως θεραπευτικά μέτρα κατά των δυσμενών πτυχών του καπιταλισμού μάλλον παρά ως μόνιμη εναλλακτική λύση στο πρόβλημα παραγωγής και διανομής αγαθών. Οι σοσιαλιστές κατενόησαν ότι μετά την κατάρρευση του εφηρμοσμένου μαρξισμού δεν συνέφερε πια η εκπόνηση νέας κοσμοθεωρίας κατά της αγοράς.

Η τρίτη μεγάλη αλλαγή παρατηρείται στις μέρες μας και θα κυριαρχήσει κατά πάσαν πιθανότητα στη σκέψη των δυτικών σοσιαλιστών έως το τέλος του αιώνα. Πρόκειται για την αναγωγή της ρυπάνσεως του περιβάλλοντος σε μείζονα εχθρό των εργαζομένων. Θα είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πώς ακριβώς θα «πρασινίσουν» τα σοσιαλιστικά κόμματα μια και η οικολογική μέριμνα δεν συμβιβάζεται καθόλου με τον κρατικισμό. Το μεγάλο κράτος είναι συνήθως ο μέγας ρυπαντής διότι είναι ανεξέλεγκτο και βεβαίως αναποτελεσματικό. Τούτο απεδείχθη περιτράνως στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, ακόμη και προ του Τσερνομπίλ. Η νέα αντίφαση που αναδύεται στα κείμενα των ανεξάρτητων, σοσιαλιστικής εμπνεύσεως «οικολόγων», είναι η καταφορά τους κατά του ασύδοτου και ρυπαίνοντος κράτους και ταυτόχρονα η επίκληση τους σε αυτό το κράτος-ρυπαντή να παρεμβαίνει συνεχώς και σθεναρώς κατά των ιδιωτών-ρυπαντών.

Ωστόσο, εάν οι οικολόγοι δεν είχαν σχεδόν όλοι αριστερή προέλευση θάπρεπε να είναι υπέρ της ελευθερίας του ανταγωνισμού, διότι εάν κάπου προχωρεί ουσιαστικά και πρακτικά η απορρύπανση, τούτο συμβαίνει σε ορισμένες χώρες (όχι όλες) του προχωρημένου καπιταλισμού (ΗΠΑ, Γερμανία, Καναδάς). Εν αναμονή της ηλεκτροκίνησής τους, τα αυτοκίνητα θα καίνε πια σε λίγο όλα βενζίνη χωρίς μόλυβδο ενώ οι ρυπαίνουσες βιομηχανίες θα αναγκαστούν να κλείσουν ακριβώς όπως κλείνουν εκείνες που προσφέρουν στην αγορά κακοδιατηρημένα ή ακατάλληλα προς βρώσιν τρόφιμα. Ήδη τα μεγάλα σούπερ-μάρκετ εγκαινιάζουν μέρες «πράσινης πώλησης». Μια «πράσινη οικονομία» είναι μια οικονομία που δεν εξάγει το περιβαλλοντικό της κόστος στους γείτονες της ή δεν το φορτώνει στις επόμενες γενεές αλλά το εσωτερικεύει, το αναλαμβάνει η ίδια και επομένως επινοεί τρόπους να το μειώσει. Όταν η αντιρύπανση θα αρχίσει να «συμφέρει» στους επιχειρηματίες τότε θα πρασινίσει η οικονομία. Άλλωστε, όλες ως τώρα οι ουσιώδεις αλλαγές στη διάρθρωση της οικονομίας, όλες οι καινοτομίες υπήρξαν έργο ιδιωτών, ποτέ του κράτους. Ο σοσιαλισμός θα πρασινίσει όταν απομακρυνθεί από το κράτος.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών των μεταμορφώσεων του στο πέρασμα του χρόνου είναι ότι ο δημοκρατικός σοσιαλισμός δυτικού τύπου έχει σήμερα αποκτήσει πολλά πρόσωπα, τόσα ώστε μερικοί να αναρωτιούνται εάν η ονομασία εξακολουθεί να δηλώνει κάτι. Αυτό που ξεκίνησε ως πουριτανική ιδεολογική έφεση χριστιανών (νυν ή πρώην), να επιτύχουν σωτηρία του ανθρώπου με πολιτικά μέσα στο επέκεινα, διακλαδίσθηκε σε τόσες παραφυάδες ώστε να έχει πια γίνει κάτι σχεδόν αφηρημένο, ένα φάσμα δυνατοτήτων, ένα χώρος, μια στάση μάλλον παρά μια ιδεολογία ή μια πολιτική. Ο δυτικός σοσιαλισμός δεν έχει βέβαια ούτε τον Μαρξ ούτε τον Λένιν του, ακριβώς διότι δεν είναι κοσμοαντίληψη αλλά σύνολο πολιτικών αντιδράσεων σε ποικίλα ερεθίσματα που παραλλάσσουν στο χώρο και στο χρόνο. Γι’ αυτό άλλωστε το συνέδριο της Β’ Διεθνούς (η Γ’ διελύθη) θυμίζουν σεμινάριο μάλλον παρά συζητήσεις αποφασίζοντος σώματος ομοϊδεατών με κάποιο κοινό σκοπό.
Κατά τον θεωρητικό του αγγλικού Εργατικού Κόμματος Anthony Crossland ο σο-σιαλισμός δεν είναι ακριβώς περιγραφικός όρος μιας συγκεκριμένης κρατικής διαρθρώσεως αλλά μια σειρά καλών προθέσεων τις οποίες οι σοσιαλιστές προσπαθούν να υλοποιήσουν με την πολιτική τους. Τις απόψεις αυτές της δεκαετίας του ‘ 60 επιβεβαιώνει στις μέρες μας ο Roy Hattersley, υπαρχηγός του εργατικού Κόμματος, ο οποίος άρχισε ένα άρθρο του στο περιοδικό «New Socialist» (ως μνημονεύεται στον «Listener», 24.9.87), γράφοντας ότι οι Εργατικοί θεωρούνται από πολλούς «ως άνθρωποι που δεν πιστεύουν σε πολλά εκτός από το πολιτικό ισοδύναμο του να βοηθάς γερόντισσες να περνάνε στο απέναντι πεζοδρόμιο» (ακόμη και όταν αυτές δεν το επιθυμούν, παρετήρησε σαρκαστικά ένας συντηρητικός σχολιαστής). Ο Hattersley, προσπαθώντας να δώσει τη νεότερη εκδοχή του αγγλικού σοσιαλισμού, αναπτύσσει την άποψη ότι θεμέλιο της ελευθερίας (η οποία δεν μπορεί πια να αγνοηθεί ως αυταξία στην Αγγλία μετά την Θάτσερ) είναι ακριβώς ο σοσιαλισμός ο οποίος δίνει τη δυνατότητα σε άνδρες και γυναίκες «να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες που τους παρέχει η ελεύθερη κοινωνία». Πρόκειται για διατύπωση που πλησιάζει πολύ την έννοια της ισότητας ευκαιριών αλλά αφήνει και περιθώρια εφαρμογής κλασικών κρατικοσοσιαλιστικών μέτρων διότι για να καταστούν οι άνδρες και οι γυναίκες ικανοί να «αξιοποιήσουν» τις ευκαιρίες μπορεί να κριθεί ότι θα χρειασθούν κάθε είδους κρατική βοήθεια και παρέμβαση.
Ο σοσιαλισμός έχει έτσι γίνει μια ρευστή και φευγαλέα έννοια. Στη γενικότητά του, στο ενστικτώδες δηλαδή επίπεδο του θυμικού, ο σοσιαλισμός πιστός στην δυτική παράδοση της φιλαλληλίας, είναι το πλατύ εκείνο κίνημα υπέρ των φτωχών και καταφρονεμένων των οποίων η πολιτική δύναμη είναι μικρή αλλά η δύναμη επιρροής επί των συνειδήσεων μεγάλη. Σημασία έχει εδώ η λεξούλα υπέρ. Οι σοσιαλιστές δεν είναι συνήθως οι ίδιοι φτωχοί και καταφρονεμένοι αλλά αγωνίζονται για αυτούς, διεκδικούν αλλαγές στο όνομά τους. Αυτός ο διχασμός μεταξύ φτωχών μαζών από τη μια —από τις οποίες ζητείται κυρίως να ψηφίζουν τους «προοδευτικούς ηγέτες»— και των ηγετών καθ’ εαυτών από την άλλη που είναι συχνά αυταρχικοί, υπέρ του ευ ζην και αλαζόνες, καθρεφτίζεται και στην κυβερνητική πρακτική του σοσιαλισμού. Η άποψη «εμείς ξέρουμε καλύτερα», «εμπιστευθείτε μας γιατί είμαστε οι φυσικοί σας ηγέτες» οδηγεί ομαλά στην κεντρική ιδέα, στον πυρήνα του δυτικού σοσιαλισμού που θεωρεί το προσωποιημένο πια κράτος σε σοσιαλιστικά χέρια πανάγαθο, πάνσοφο, στοργικό προς τους έχοντας την ανάγκη του, άτεγκτο προς τους πλουσίους, αμείλικτο έναντι των εκμεταλλευτών, πηγή έμπνευσης, καταφύγιο, ιδανικό εργοδότη και λύση για όλα τα προβλήματα που απασχολούν τους «απλούς» ανθρώπους.

Παρατηρείται έτσι στο σύγχρονο σοσιαλισμό μια διαρκής ταλάντευση ανάμεσα στο άτομο και στο σύνολο, το μεσσιανισμό και τη μεταρρύθμιση, την παραγωγή πλούτου και τη διανομή του. Η σοσιαλιστική παράδοση ωθεί προς σύνολα, συγκεντρωτική εξουσία, παροχές, ισότητα εκβάσεων, παρέμβαση. Οι ανάγκες της οικονομίας και η πίεση των φιλελευθέρων ιδεών οδηγούν στην αποκέντρωση εξουσίας προς όφελος της κοινωνίας των πολιτών, παραγωγή πλούτου, ανταγωνισμό, ανισότητα εκβάσεων, αξιοκρατία και ουδετερότητα του κράτους. Στα συνέδριά τους οι σοσιαλιστές αναπολούν τα παλιά (οι Άγγλοι Εργατικοί κλείνουν κάθε χρόνο το δικό τους τραγουδώντας την «Διεθνή» πιασμένοι χέρι-χέρι). Στα έδρανα της Βουλής τα παραμερίζουν. Στα υπουργικά γραφεία τα ξεχνάνε ολότελα. Η σοσιαλιστική διγλωσσία είναι απαραίτητη διότι η ταξική ρητορική προσκρούει μεν στην κυβερνητική πρακτική αλλά είναι χρήσιμη στους σοσιαλιστές διότι τους προσδίδει «λαϊκό χρώμα» και τους διαφορίζει οφθαλμοφανώς από τους «αστούς» πολιτικούς, πράγμα που δεν επιτυγχάνει πια η πολιτική τους. Μέσα σε αυτήν την πολυμορφία πρόβαλαν πάντως έως σήμερα δύο τάσεις, δύο ρεύματα τα οποία διακρίνονται κυρίως ως προς τη στάση τους έναντι της αγοράς: οι δημοκρατικοί σοσιαλιστές αφενός και οι σοσιαλδημοκράτες αφετέρου. Τελευταίως έχει αρχίσει να επέρχεται η συγχώνευση τους καθώς άλλωστε προσχωρούν πια στην αγορά ανεπιφυλάκτως και οι τέως κομμουνιστές.

Οι δημοκρατικοί σοσιαλιστές και οι σοσιαλδημοκράτες συμπίπτουν στην αποκήρυξη της επανάστασης. Οι σοσιαλιστές, όμως, πίστευαν ως τώρα ότι το κράτος πρέπει να εθνικοποιεί τις μεγάλες επιχειρήσεις και να ελέγχει έτσι τις «δεσπόζουσες κορυφές της οικονομίας» (The commanding heights of the economy) κατά τη διατύπωση του αριστερού Άγγλου Εργατικού Aneurin Bevan μετά τον πόλεμο. Οι σοσιαλδημοκράτες δεν αγγίζουν τον ιδιωτικό τομέα, τον φορολογούν όμως αγρίως και οργανώνουν κράτος προνοίας σε συνεργασία με τα συνδικάτα. Πατρίδα της σοσιαλδημοκρατίας ήταν ως σήμερα η Σουηδία αλλά σε σαφή αποκήρυξη των εθνικοποιήσεων είχαν προβεί και οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες οι οποίοι έχουν αναδεχθεί και τον ιδιότυπο, άνευ σαφούς νοήματος όρο της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς» (Soziale Marktwirtschaft) του αρχιτέκτονος του «Γερμανικού θαύματος» Λούντβιχ Έρχαρντ ο οποίος πίστευε ότι μια οικονομία ευημερεί όταν «άνθρωποι, χρήμα και αγαθά κυκλοφορούν ανεμπόδιστα».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η οικονομική πολιτική των Ισπανών σοσιαλιστών, οι οποίοι έχοντας απορρίψει απερίφραστα το πρότυπο του Φράνκο, ελευθέρωσαν τελείως —ως κυβέρνηση— την αγορά ακόμη και την αγορά εργασίας. Οι Ισπανοί επιχειρηματίες δρώντας «ασύδοτα», όπως θα έλεγαν οι κ.κ. Παπανδρέου, Κουλούρης, Αρσένης, Μουζέλης, Γιάνναρος, Φλωράκης και Ζαχαρέας, αύξησαν το ΑΕΠ και μείωσαν τον πληθωρισμό. Οι σοσιαλιστές επέμειναν στην ανάπτυξη μέσω της αγοράς και όχι μέσω του κράτους χωρίς να φοβηθούν το «πολιτικό κόστος» της υψηλής ανεργίας που ανέβηκε από 11.5% το 1982 όταν οι σοσιαλιστές πήραν την εξουσία στο 20,5% το 1987 με προϊούσα έκτοτε πτώση στο 19,3% το 1988 και 17,1%) το 1989. Σημειωτέον ότι το ισπανικό κράτος δεν δίνει ιδιαίτερα κίνητρα στους επιχειρηματίες, απλώς εξασφαλίζει ηρεμία και σύννομο ανταγωνισμό με την ελάχιστη δυνατή γραφειοκρατία. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι Ισπανοί —όπως διαπιστώνει ο Γ. Κύρτσος («Οικονομικός Ταχυδρόμος», 22.12.88) «μείωσαν το δημοσιονομικό τους έλλειμμα σε 3,5% του ΑΕΠ, ποσοστό που είναι περίπου το ένα πέμπτο του ελληνικού… Επέτυχαν για 4 συνεχή έτη πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών .συναλλαγών… ενώ η αγοραστική δύναμη των Ισπανών αυξήθηκε κατά 5% από τις αρχές του 1987, παρά τη συγκρατημένη λιτότητα που εφαρμόζει η κυβέρνηση». Διερωτάται έτσι κανείς τι νόημα έχει πια να χαρακτηρίζονται με το ίδιο πολιτικό επίθετο οι Γκονζάλες και Αρσένης.

Στην κοιτίδα της σοσιαλδημοκρατίας, τη Σουηδία, οι εξελίξεις υπήρξαν ενδιαφέρουσες διότι η χώρα αυτή επηρέαζε με το παράδειγμα της την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή από το 1932. Στα μάτια πολλών η Σουηδία ήταν ένα είδος πραγματωμένης ουτοπίας όπου οι άνθρωποι συμβίωναν αρμονικά σε ένα σύστημα ορθολογικό χωρίς ελλείψεις, με ελάχιστη εγκληματικότητα. Η Σουηδία γοήτευε τους οπαδούς της «μεσότητας» που ήθελαν να συνδυάσουν την παραγωγικότητα του καπιταλισμού με την «ανθρωπιά» του κράτους προνοίας, τη συμμετοχή των συνδικάτων στο δημόσιο βίο, την ουδετερότητα στο διεθνές επίπεδο και τη διαρκή ειρήνη. Το σουηδικό πρότυπο δεν εξήχθη πάντως ποτέ εκτός των συνόρων της χώρας και είναι ζήτημα εάν θα μπορούσε να εφαρμοσθεί αλλού. Ήδη, μοιάζει να έχει πια διαγράψει την τροχιά του. Η διαδρομή του υπήρξε πάντως διδακτική. Οι Σουηδοί σοσιαλδημοκράτες δεν προστάτευσαν ποτέ τους εργαζόμενους από απόλυση, απλώς τους ανακατάρτισαν με έξοδα του κράτους. Τις προβληματικές τους επιχειρήσεις δεν τις διέσωζαν, τις εκκαθάριζαν, ενώ ευνόησαν τις καινοτομίες και τη βιομηχανική εξειδίκευση, όπως την κατασκευή αυτοκινήτων για τραχείς δρόμους, με αποτέλεσμα η Volvo και η Saab να έχουν κατακλύσει την υφήλιο. Οι Σουηδοί σοσιαλδημοκράτες κατάλαβαν έγκαιρα κάτι που κατάλαβε και το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία, το Χογκ-Κογκ, η Σιγκαπούρη, η Κύπρος και αρχίζει να διαδίδεται εσχάτως και στην Ελλάδα, ότι δηλαδή η μικροσκοπική εσωτερική τους αγορά, οσοδήποτε και αν την «προστάτευε» το κράτος, δεν θα επαρκούσε ποτέ ως βάση για την ανάπτυξη. Έτσι, εργοδότες, κυβερνήσεις και συνδικάτα ξανοίχτηκαν από κοινού στο ανοιχτό πέλαγος του διεθνούς ανταγωνισμού και προσέδωσαν στη χώρα οικονομική δύναμη ασύμμετρη προς τα 8,6 εκατομμύρια του πληθυσμού της.

Το σουηδικό πρότυπο υπήρξε επί πολλά χρόνια πρόκληση για τον φιλελευθερισμό. Η σοσιαλδημοκρατία στη χώρα αυτή οδήγησε σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ 21.300 δολαρίων, ενώ η Θάτσερ στη Βρετανία δεν ξεπέρασε τα 14.100 («Economist», 1.4.89). Πώς συνέβη αυτό το θαύμα; Οι φιλελεύθεροι όπου γης επιμένουν ότι οι άκαμπτες ρυθμίσεις στον τομέα της εργασίας, η επιβολή υψηλής αμοιβής της εργασίας με υπογραφή συλλογικών συμβάσεων σε εθνικό επίπεδο, η υψηλή φορολογία και ένα κράτος προνοίας με τόσο πλούσιες παροχές ώστε αυτές να λειτουργούν ως αντικίνητρο στην αναζήτηση εργασίας, αλλαγή απασχολήσεως και καταρτίσεως σε νέες δεξιότητες οδηγούν κατ’ ανάγκην σε στασιμότητα, ανεργία και εξαθλίωση. Ιδού όμως η Σουηδία που είχε επί δεκαετίες το πιο άκαμπτο σύστημα ρυθμίσεων της αγοράς εργασίας του κόσμου, πρωτοφανείς σε ύψος μισθούς και κοινωνικές παροχές και φορολογία που τσάκιζε κόκαλα, διατήρησε έως το τέλος της δεκαετίας του ’80 υψηλότατο βιοτικό επίπεδο, ακόμη και σε περιόδους διεθνούς υφέσεως, με ανεργία που δεν ξεπέρασε την τελευταία εικοσαετία το 2% με 80% των γυναικών να εργάζονται και ρυθμούς ανάπτυξης που προκαλούσαν το φθόνο των ανταγωνιστών της. Ο κ, Bernard Brunhes προσπάθησε να εξηγήσει το φαινόμενο πηγαίνοντας επί τόπου, σταλμένος από τον ΟΟΣΑ («Mond», 11.10.88). Αυτό που διεπίστωσε είναι ένα σύστημα «λειτουργικής ευκαμψίας», όπως το ονόμασε, που βασίζεται στο πρωτείο —αλλά και στην αυτοπειθαρχία – του εργαζομένου στην επιχείρηση. Οι πεπαλαιωμένες οριακές επιχειρήσεις οδηγούνται στη χρεωκοπία μια ώρα αρχύτερα. Όταν έπρεπε να γίνουν απολύσεις, οι πρώτοι που τις ζητούσαν ήσαν οι ίδιοι οι συνδικαλιστές. Η προσπάθεια κράτους, εργοδοτών και συνδικάτων για την επιμόρφωση του προσωπικού ήταν κολοσσιαία και ασταμάτητη, με στόχο την κατάρτιση «πολυσθενών» εργαζομένων. Οι ελάχιστοι που αρνούνταν να καταρτισθούν έχαναν τα επιδόματα τους. Μόνον το 8% των Σουηδών ανέργων ήσαν άνεργοι πάνω από ένα χρόνο ενώ το ποσοστό αυτό φθάνει ενίοτε το 50% σε χώρες της ΕΟΚ (“Economist», 3.3.90). Οι ρυθμίσεις δηλαδή λειτουργούν όχι εναντίον αλλά μέσω της αγοράς, με σκοπό την αύξηση της κερδοφορίας δια της συνεργασίας όλων των παραγόντων της παραγωγής (κράτος, εργασία, κεφάλαιο).

Ο σουηδικός νεοκορπορατισμός ακολουθούσε την αόρατο χείρα, δεν την καταργούσε ούτε προσπαθούσε να την κατευθύνει. Ακόμη και η εξουθενωτική φορολογία γινόταν ανεκτή διότι στη Σουηδία ο κρατικός Ρομπέν των Δασών ανακατένεμε το εισόδημα υπέρ των φτωχών χωρίς να κραδαίνει όπλο, πείθοντας τους πλούσιους ότι τους συμφέρει να δώσουν μεγάλο μέρος από το περίσσευμα τους για να εξασφαλίσουν κοινωνική ειρήνη και απρόσκοπτη επικερδή επιχειρηματική δραστηριότητα. Το σύστημα αυτό λειτούργησε υπό την εποπτεία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, το οποίο είχε γίνει καθεστώς, διατηρώντας την εξουσία επί 52 από τα πρόσφατα 59 χρόνια. Με εξαίρεση την περίοδο 1976-82 οπότε κυβέρνησαν αρκούντως προβληματικοί κεντροδεξιοί συνασπισμοί χωρίς ξεκαθαρισμένο φιλελεύθερο πρόγραμμα, η Σουηδία ποδηγετήθηκε από τους σοσιαλδημοκράτες στην κυβέρνηση, στα συνδικάτα και στη δημόσια διοίκηση και το κράτος πρόνοιας. Η συναίνεση για την αξία του προτύπου ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη ώστε ακόμη και οι «κεντροδεξιοί» αντιρρησίες εμφανίζονταν ως καλύτεροι υπερασπιστές του από τους σοσιαλδημοκράτες κυβερνώντες.

Όλα τα καλά πράγματα, ωστόσο, έχουν ένα τέλος και το σουηδικό πρότυπο, που ίσχυσε ουσιαστικώς αναλλοίωτο από το 1932, δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ξαφνικά, τους πρώτους μήνες του 1990, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, άρχισε και η Σουηδία να δείχνει συμπτώματα κανονικής σοσιαλιστικής νόσου, ωσάν να έχασε ξαφνικά την επίκτητη ανοσία που της έδινε ως τότε η συνεργασία επιχειρηματιών, συνδικάτων και κράτους, με συνεχή ανακατάρτιση του προσωπικού και τεχνολογικές καινοτομίες. Ο πληθωρισμός άρχισε να αυξάνεται (έφθασε το 7%) και ο ρυθμός αναπτύξεως να μειώνεται (1,7%). Εάν η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση άλλαζε πρότυπο και ελευθέρωνε την αγορά εργασίας α-λα-Γκονζάλες ίσως να ξεπερνούσε τότε την κρίση με τίμημα βέβαια και εδώ τη σημαντική για ένα διάστημα αύξηση της ανεργίας, έννοια άγνωστη στους Σουηδούς. Αντ’ αυτού, πρότεινε ένα παραδοσιακό κεϋνσιανό πακέτο πολιτικής λιτότητας και απαγόρευσης απεργιών επί μία διετία, προσπαθώντας να καταπολεμήσει το κακό με παραδοσιακό τρόπο. Μεταξύ 1956 και 1970, επί 14 δηλαδή συναπτά έτη, η Σουηδία έχασε λόγω απεργιών 54.000 ώρες εργασίας. Την τριετία 1985-88 έχασε 503.000 (“Economist”, 17.2.90).

Η πολιτική πλήρους απασχολήσεως και απεργιακής ασυδοσίας άργησε μεν να εμφανισθεί αλλά έφερε τελικώς και στη Σουηδία τους γνωστούς από άλλες χώρες δηλητηριώδεις καρπούς της, δηλαδή στασιμοπληθωρισμό, ανάσχεση των επενδύσεων, ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών, υποτιμήσεις του νομίσματος, φυγή των κεφαλαίων και πτώση διεθνώς της ανταγωνιστικότητος των σουηδικών προϊόντων. Τα συνδικάτα απέρριψαν το κεϋνσιανό πακέτο και οι κομμουνιστές που στήριζαν την σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση στη βουλή, την καταψήφισαν, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί για ένα διάστημα ο πρωθυπουργός Ingvar Carlson και να ανασχηματίσει την κυβέρνηση. Οι αντιρρησίες εναντιώθηκαν στις συνέπειες των μέτρων και ανάγκασαν την κυβέρνηση να επανέλθει στην παλιά γνωστή πολιτική, χωρίς να ασχοληθούν καθόλου με τις δομικές πλευρές της κρίσεως που προκάλεσε η σοσιαλδημοκρατική πολιτική του εφαρμοσμένου εξισωτισμού. Το 1988 ο καθαρός μισθός ενός υπουργού ήταν μόλις διπλάσιος των αποδοχών ενός ανειδίκευτου εργάτη, ενώ το 1939 ήταν οκταπλάσιος. Το καύχημα των σοσιαλδημοκρατών ως προς την πολιτική πλήρους απασχολήσεως που είχαν εφαρμόσει επιτυχώς έχασε τη λάμψη του όταν το κίνητρο για ανακατάρτιση σε νέες δεξιότητες έπαψε πια να είναι κυρίως οικονομικό και έμεινε απλώς ηθικοπολιτικό. Η ισοπέδωση των μισθών, σε συνδυασμό με τη σιγουριά της απασχολήσεως αποδείχθηκε ολέθριο μίγμα.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής υπήρξε ότι οι Σουηδοί εργάζονται λιγότερες ώρες από οιουσδήποτε άλλους ανά τον κόσμο κυρίως διότι τους συμφέρει. Οι Σουηδοί γιατροί δουλεύουν κατά μέσο όρο 1.600 ώρες το χρόνο, ενώ οι Αμερικανοί συνάδελφοι τους ξεπερνούν τις 2.800.Τούτο συμβαίνει διότι συμφέρει τον Σουηδό γιατρό να κάνει δουλειές και μαστορέματα στο σπίτι του διότι τα μεν δικά του εισοδήματα τα δημεύει από ένα σημείο και πέρα το κράτος, με την αγρίως «προοδευτική» φορολογία ενώ το μεροκάματο του τεχνίτη που θα απασχολούσε είναι απαγορευτικό. Αυτή η μερική επιστροφή στην ιδιοπαραγωγή υπηρεσιών υπήρξε αποτέλεσμα της φορολογικής πολιτικής των σοσιαλδημοκρατών στη Σουηδία. Στο μεταξύ, το μεγαλύτερο μέρος της δαπάνης του δημοσίου, η οποία φθάνει το 61% του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος, αναλίσκεται για το κράτος Προνοίας. Οιαδήποτε προσπάθεια αναμορφώσεως του προϋπολογισμοφάγου συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων σκοντάφτει στο γεγονός ότι το 55% των ψηφοφόρων εξαρτώνται αμέσως ή εμμέσως από τις κρατικές παροχές οι οποίες έχουν καλλιεργήσει στους Σουηδούς εργαζομένους ένα αίσθημα ασυδοσίας. Ο μέσος όρος απουσίας από τη δουλειά λόγω ασθενείας ήταν 18 ημέρες το χρόνο το 1983 και έφθασε τις 26 μέρες το 1988. Στη Βρετανία δεν ξεπερνά τις 11 μέρες. Μια έρευνα έδειξε ότι το 10% των «ασθενών» εργάζονται αλλού καθώς δεν τους ελέγχει ποτέ κανένας.

Αποτέλεσμα αυτού του αδιεξόδου είναι ότι το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα περιέπεσε σε βαθιά κρίση και έχασε την εξουσία στις εκλογές της 15.9.1991. Σοβαρή υποχώρηση σημείωσαν και τα κόμματα του Κέντρου καθώς και το αυτοαποκαλούμενο «Φιλελεύθερο» που συνεργάστηκαν με τους σοσιαλδημοκράτες. Το πρότυπο που εισήγαγαν οι σοσιαλδημοκράτες το 1932 και που βασίζονταν στην έννοια της Trygghet, δηλαδή της ασφάλειας και θαλπωρής την οποία νιώθει το παιδί στην αγκαλιά της μάνας του, έχει πια αρχίσει να φθείρεται ανεπανορθώτως. Με επιτόκια 16%, πληθωρισμό που έφθασε το 11,5% και ένα κράτος προνοίας που θάλπει την αντιπαραγωγικότητα, τον απουσιασμό και την ψευδοασθένεια, ενώ το φορολογικό σύστημα καταπνίγει κάθε ατομική διάθεση προκοπής, ο επιχειρηματίας Lars Kylberg, πρόεδρος της «Alfa Laval» εξήγησε γιατί δεν θα επενδύσει πια στην πατρίδα του. «Παντού γύρω μας —είπε— βλέπουμε τον σοσιαλισμό να καταρρέει. Εμείς θα μείνουμε οι τελευταίοι θιασώτες του;

Νομίζω ότι έχουμε πια φτάσει στο τέλος του δρόμοι» («European», 2.11.90). Ο Λόριν, πρόεδρος της SAF (οργάνωση που εκπροσωπεί 45 χιλιάδες ιδιωτικές επιχειρήσεις και απασχολεί το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού της χώρας), εδήλωσε σε συνέντευξη τύπου ότι θέλει να δει «μαζική σφαγή ιερών αγελάδων», με ιδιωτικοποίηση ταχυδρομείων, σιδηροδρόμων και οργανισμών κοινής ωφέλειας, περιορισμό του ρόλου του κράτους στο ρόλο του εγγυητή της έννομης τάξης και υπεύθυνου για ένα δίκτυο κοινωνικών υπηρεσιών οι οποίες θα χρηματοδοτούνται απλώς από το κράτος αλλά θα είναι ιδιωτικές και θα λειτουργούν ανταγωνιστικώς για την παροχή αρίστων υπηρεσιών στους ασφαλισμένους. Το σχέδιο προωθημένου Θατσερισμού της SAF προβλέπει επίσης πώληση των δημοτικών οικιών στους κατοίκους τους, ελευθέρωση των στεγαστικών επιτοκίων, εισαγωγή κουπονιών για την εκπαίδευση, κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, σύνδεση της αμοιβής με την παραγωγικότητα, διασπορά των μετοχών στους εργαζομένους και περιορισμό των συνδικάτων στους εργασιακούς χώρους και μόνο. («Καθημερινή» / «Financial Times», 9.11.90).

Τον Ιούνιο του 1991 οι σοσιαλδημοκράτες ζήτησαν, εν τη απελπισία τους, να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ευελπιστώντας ότι η εξωγενής πειθαρχία που θα επέβαλλαν οι Βρυξέλλες θα τους διευκόλυνε να τιθασσεύσουν το τέρας που οι ίδιοι δημιούργησαν και αδυνατούσαν πλέον να ελέγξουν. Έτσι, η πετυχημένη αυτή οικονομία που άντεξε επί δεκαετίες λύγισε τελικώς υπό το βάρος του δημόσιου τομέα που χρησιμοποιήθηκε απερισκέπτως για την καταπολέμηση της ανεργίας και ενός κράτους προνοίας που οδήγησε νομοτελειακώς στην καταπολέμηση της εργασίας. Ο νέος συντηρητικός πρωθυπουργός Carl Bildt ανέφερε στις προγραμματικές δηλώσεις της τετρακομματικής κυβέρνησης που παρουσίασε στη Βουλή την 4.10.91 ότι θα εργασθεί για την αναγέννηση της ιδιωτικής επιχείρησης, ενίσχυση της αποταμίευσης, των επενδύσεων και ανάπτυξη μέσω της αγοράς.

Το πώς θα λύσουν τα προβλήματα τους οι Σουηδοί είναι βέβαια δική τους υπόθεση. Πρότυπο ωστόσο δεν αποτελούν πια για κανέναν. Η πολωνική αντιπροσωπεία που επεσκέφθη τη Σουηδία περί τα μέσα Φεβρουαρίου 1990 επείσθη απολύτως περί τούτου. Όπως εξήγησε με εξαίσια λεπτότητα ο επικεφαλής της Krysitof Dowgiako «Η Πολωνία ύστερα από 45 χρόνια κομμουνισμού χρειάζεται μια ριζοσπαστική πολιτική που θα στηρίζεται στους μηχανισμούς της αγοράς. Πρώτη μας μέριμνα —είπε— είναι η δημιουργία πλούτου. Το πώς θα τον δαπανήσουμε θα μας απασχολήσει αργότερα». Καθώς η πολωνική αντιπροσωπεία έμπαινε στο αεροπλάνο για να επιστρέψει στη χώρα της, ο καθηγητής Lars Johanson επικεφαλής του σουηδικού ινστιτούτου για την ελεύθερη αγορά δήλωσε ότι θα ήταν καλό να πήγαιναν μαζί τους και ορισμένα μέλη της σουηδικής κυβερνήσεως. «Είναι καλύτερα να πηγαίνουμε εμείς στην Ανατολική Ευρώπη — εξήγησε— παρά να έρχονται ανατολικοευρωπαίοι εδώ. Αυτοί έχουν μάθει πώς να ανατρέπουν τα μαρξιστικά δόγματα. Εμείς όχι». («S. Times», 25.2.90).

«Νέα Αριστερά»: Αυτοδιαχείριση και αποτυχία

Η αποτυχία του στίλβοντος, ως τώρα, σουηδικού προτύπου ή αδυναμία των σοσιαλι-στών παλαιού τύπου να συλλάβουν τις τεχνολογικές αλλαγές του 20ού αιώνα και η ραγδαία συρρίκνωση των προλεταρίων στις καπιταλιστικές χώρες εξεικονίζουν τις ανεπάρκειες της παραδοσιακής σοσιαλιστικής αριστεράς. Κατά τη δεκαετία του ’60, ωστόσο, γεννήθηκε μια «Νέα Αριστερά» —κυρίως στις ΗΠΑ όπου δεν υπήρξε ποτέ άξια μνείας «παλαιά αριστερά»— η οποία επεχείρησε να ξεπεράσει την κρίση του συστήματος απορρίπτοντας τον πυρήνα του, δηλαδή την ίδια την ιδέα της οικονομικής αναπτύξεως και καταδικάζοντας αυτή καθ’ εαυτή την κατανάλωση, την κερδοφορία και τον ανταγωνισμό. Φορείς αυτής της αλλαγής δεν θα ήταν πια το «χορτασμένο» προλεταριάτο αλλά μια συλλογή καταπιεσμένων μειοψηφιών, ένα «ουράνιο τόξο» από αμφισβητίες και ποικίλους «εναλλακτικούς», ιδίως νέους, που στοιχίζονταν όλοι υπό την ίδια πλατιά ελευθεριστική ομπρέλα.

Η τάση αυτή δεν έχει χάσει ακόμη και σήμερα τη λάμψη της στα μάτια των απογοητευμένων από την παραδοσιακή αριστερά. Μια τέτοια συγκεκριμένη προσπάθεια κατέβαλε π.χ. η οργάνωση του Εργατικού Κόμματος του Λονδίνου έως και το 1987, στρατολογώντας στις γραμμές της ομοφυλόφιλους, μαύρους, οπαδούς του μονόπλευρου αφοπλισμού, λεσβίες, φεμινίστριες, Ιρλανδούς επαναστάτες, οικολόγους και τροτσκιστές. Ένας από τους λόγους του θριάμβου της Θάτσερ στις εκλογές του 1987 ήταν και το γεγονός ότι πλήθος πολιτών, όχι μόνο «νοικοικυρέων», αλλά κυρίως προλεταρίων, τρόμαξαν με την ιδέα ότι μια νέα Εργατική Κυβέρνηση —που είχε έτσι και αλλιώς διαχειρισθεί άθλια το σύστημα όσο ήταν στην εξουσία τη δεκαετία του ’70— δεν θα απετελείτο πλέον μόνο από τους οικείους παραδοσιακούς σοσιαλιστές αριστεράς, δεξιάς ή απολιτικής τεχνοκρατικής αποχρώσεως, αλλά θα εμφανιζόταν ως «κουρελού» από ποικίλους «εναλλακτικούς». Μετά την εκλογική συντριβή των Εργατικών, η ηγεσία του κόμματος υπό τον Κίννοκ πήρε αμέσως αυστηρά μέτρα πρώτα, για να περιορίσει τη «σκληρή αριστερά» (Τροτσκιστές), και ύστερα για να εξαλείψει το αποκληθέν «σύνδρομο του Λονδίνου». Η στρατηγική του «ουρανίου τόξου» που επιχείρησαν να εφαρμόσουν και στην Ελλάδα οι οικολόγοι-εναλλακτικοί απέτυχε επίσης διότι με τέτοια πρώτη ύλη ιδιαζούσης ρευστότητας δεν είναι δυνατόν να «δέσει» ένα πολιτικό κίνημα. Άλλωστε οι περισσότερες από αυτές τις ομάδες, στις οποίες προσετέθηκαν στην Ελλάδα και οι παρενδυτικοί (τραβεστί), δεν ζητούν ανατροπή του συστήματος αλλά ισότιμη συμμετοχή στα αγαθά του. Δεν είναι δηλαδή τόσο κατά του καπιταλισμού όσο κατά των κοινωνικών διακρίσεων εις βάρος τους που τους εμποδίζουν να εξασφαλίσουν ένα ικανοποιητικό εισόδημα και μια καταξίωση στην κοινωνία.

Το χαρακτηριστικό της «Νέας Αριστεράς» των ετών ’60 δεν ήταν απλώς η στρατηγική του ουράνιου τόξου αλλά το έντονο ηθικιστικό στοιχείο που διείπε ιδίως τους νέους που την αποτελούσαν. Ο πόλεμος του Βιετνάμ, τα πυρηνικά όπλα, η αθλιότητα των χωρών του Τρίτου Κόσμου έδιναν την ευκαιρία σε εξεγερμένες συνειδήσεις να αγωνισθούν για την ειρήνη, κατά του ρατσισμού και της «εκμετάλλευσης». Σε ένα δεύτερο στάδιο έγιναν προσπάθειες παρεμβάσεως στην εκπαιδευτική πολιτική (ιδίως στα Πανεπιστήμια) στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γερμανία, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του ’60 αναπτύχθηκαν ιδιότυπα «κοινόβια» (στις ΗΠΑ και τη Γερμανία) σε συνδυασμό με «ομάδες πολιτικής δουλειάς» στη γειτονιά ώστε να αφυπνισθούν οι επαναστατικές συνειδήσεις των φτωχών και των καταφρονεμένων. Τρίτη φάση αυτού του διάχυτου αμφισβητησιακού κινήματος υπήρξε η ανοιχτή οιονεί επαναστατική σύγκρουση με το «Κατεστημένο» η οποία τον Μάη του 1968 πήρε στη Γαλλία περισσότερο τον χαρακτήρα ελευθέρωσης της φαντασίας παρά ουσιαστικής αμφισβήτησης των θεσμών. Το πρώτο εκείνο κίνημα μαρξισμού- ναρκισσισμού δεν οδήγησε σε συγκρότηση αξιομνημόνευτου τρομοκρατικού κινήματος στη Γαλλία όπως συνέβη ακολούθως στη Γερμανία και την Ιταλία. Η παράδοση του αγώνος ιδεών και συνθημάτων, η εντόπιση της «επαναστάσεως» στο Quartier Latin —μετά την αποκήρυξη της από τους κομμουνιστές— και η ενασχόληση των Γάλλων διανοουμένων όχι τόσο με την «αντιδραστική εξουσία» όσο με άλλους διανοούμενους που έγραφαν σε αντίπαλα περιοδικά και εξέδιδαν αντίθετα βιβλία τα οποία δεν μπορούσαν να μείνουν αναπάντητα, δεν μετέτρεψαν τις ιδέες σε πυρίτιδα και άφησαν τη γαλλική πολιτεία απερίσπαστη να τακτοποιήσει τα θέματα των πανεπιστημίων και της γενικότερης δυσφορίας των νέων κατά το δικό της δοκούν.

Στην Ιταλία και τη Γερμανία ένα κομμάτι της τέως Νέας Αριστεράς εξελίχθηκε στην παλιμπαιδική ασθένεια του κομμουνισμού με τις κόκκινες ταξιαρχίες και τις ομάδες τύπου Μπάαντερ-Μάινχοφ που χρησιμοποίησαν βία με την ελπίδα ότι θα γκρέμιζαν τον καπιταλισμό εάν μείωναν τον αριθμό των εν ζωή κεφαλαιοκρατών. Με κάποια καθυστέρηση —όπως πάντα— μεταφυτεύθηκε το είδος αυτό και στην Ελλάδα όπου διάφορες ομαδούλες χρησιμοποιούν ακόμη βία για να μπορούν να σχολιάζουν, «επαναστατικώς» εξελίξεις τις οποίες δεν μπορούν ούτως ή άλλως να επηρεάσουν. Ένα άλλο κομμάτι της Αριστεράς —ιδίως στη Γερμανία— έχει τροφοδοτήσει ως ουσιαστικός παραπόταμος το ποτάμι της μαχόμενης οικολογίας, που αντιμάχεται πλέον τον καπιταλισμό, όχι διότι προκαλεί εξαθλίωση όπως έλεγε ο Μαρξ, αλλά διότι παραείναι παραγωγικός και τείνει να εξαντλήσει την φέρουσα ικανότητα της γης.

Το κίνημα της Νέας Αριστεράς αναπτύχθηκε κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, όταν η ιδεολογική κατάρρευση του μαρξισμού —του τελευταίου των «μεγάλων ιδεολογιών»— άφησε στους ανήσυχους νέους ένα επώδυνο ιδεολογικό κενό. Όσο επι-κρατούσε μεν η «αντίδραση» αλλά διεσώζετο κάποια ελπίδα για τα «τραγουδιστά και χαρούμενα αύριο» υπήρχε ίσως απογοήτευση αλλά μαζί υπομονή, προσμονή και προσδοκία. Όταν φάνηκε ότι οι «ιστορικοί νόμοι» διαψεύσθηκαν, ότι ο «κομμουνισμός» όχι μόνο απομακρύνεται ως προοπτική αλλά εγκληματεί στην Ανατολή και αποστεώνεται στη Δύση, όταν απεδείχθη ότι η «Ιστορία» δεν είναι προβλεπτή, δεν έχει σχέδιο, νόμους, ρυθμό και νόημα αλλά τρέχει ακυβέρνητη, τι άλλο μπορεί να κάνει ένας νέος διανοούμενος παρά να εξεγερθεί; Στην εξέγερση του Μάη του ’68 υπολάνθανε και μια ρουσσωική αντίληψη για την παρθενικότητα της συνείδησης των νέων που ως «ευγενείς άγριοι» δεν έχουν ακόμη διαφθαρεί από τους θεσμούς, μια απέχθεια στην τεχνολογική πρόοδο, και την ιεραρχικώς διαστρωματωμένη κοινωνία, τα σταυρωτά σακάκια, το συμβατικό κούρεμα και τις αξίες της «επιτυχίας» στη ζωή. Παράλληλα, το κίνημα, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ, χαρακτηρίσθηκε από σκανδαλιάρικο πνεύμα, γενναιοφροσύνη, χιούμορ, ειρωνεία, φαντασία, μουσική και καλλιτεχνική παραγωγή υψηλής ενίοτε ποιότητας, πρωτοτυπία, φρεσκάδα και θέρμη που επιβιώνει ακόμη και σήμερα σε μερικά σκωπτικά συνθήματα Ελλήνων αναρχικών στους τοίχους της Αθήνας. Αυτή η ασεβής κυρίως νεανική συνιστώσα στο κίνημα της Νέας Αριστεράς εκλόνισε το μύθο ότι οι ηλικιωμένοι έχουν αυτομάτως δίκιο λόγω της λευκής τους κόμης, ότι οι ιεραρχίες είναι εγγενώς απαραίτητες και το μαστίγιο χρήσιμο διότι οι άνθρωποι είναι τάχα από φυσικού τους οκνοί και αφερέγγυοι. Το κίνημα αμφισβήτησης έφερε έναν άλλο «αέρα» ελευθεροφροσύνης στα Πανεπιστήμια της Ευρώπης, όπου οι φοιτητές άρχισαν να αμφισβητούν τα διδασκόμενα, να προβληματίζονται οι ίδιοι και να απορρίπτουν την άποψη ότι δουλειά τους ήταν απλώς να γουρλώνουν τα μάτια έμπλεοι ευγνωμοσύνης για το ότι έγιναν επιτέλους δεκτοί από αλάνθαστους καθηγητές στους ναούς της επιστήμης. Η Νέα Αριστερά υπήρξε —για όσο διήρκεσε— ελευθερόφρων, γενικώς μη-βίαιη (στη μαζική της φάση) ενίοτε γοητευτική— και έμεινε κυρίως ως κοινωνικό και όχι πολιτικό κίνημα του 20ού αιώνος. Φυσικά οδηγήθηκε και σε δυσανεξίες, άκριτη βιετναμολατρεία, αβανγκαρντισμό, απόρριψη της πειθαρχίας που απαιτεί οιαδήποτε παιδευτική διαδικασία με ροπή προς τα ναρκωτικά ως χειρονομία απαρνήσεως της «κοινωνίας των μεγάλων». Δεν άλλαξε την ιστορία, ούτε έγραψε ιστορία αλλά έμεινε στην ιστορία, έστω ως υποσημείωση.

Σήμερα ο χώρος της μη κομμουνιστικής και μη σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς γενικώς (παλαιότερης, νέας και αναπαλαιωμένης) χαρακτηρίζεται από πολυδιάσπαση και πλήθος αντιφάσεων. Όπως έδειχναν οι δηλώσεις στελεχών του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου», πριν αυτός διασπασθεί, ένα τμήμα —το παραδοσιακό— εξακολουθούσε να προωθεί νωχελικώς και με επιφυλάξεις τα καθαρώς ταξικά οικονομικά αιτήματα (αυξήσεις, ΑΤΑ, επιδόματα) και να καταγγέλλει τον καπιταλισμό —ή απλώς την ολιγαρχία, ή τα μονοπώλια, ή τις πολυεθνικές ή έστω τη «Δεξιά» εν ανάγκη δε μόνο τη «δεξιά πολιτική»— ως εχθρό των εργαζομένων διότι τους στερεί από υποφερτά μεροκάματα και κοινωνικές υπηρεσίες. Τούτο υπολαμβάνει ότι ο πλούτος είναι επιθυμητός ίσως και απαραίτητος για την ευτυχία (πάντως δε ότι η φτώχεια είναι δεινό). Η παραδοσιακή αυτή αριστερά επιθυμεί βεβαίως αύξηση του εισοδήματος των εργαζομένων αλλά αντενεργεί συνήθως στην παραγωγή του, διότι δεν θέλει να ενισχύσει τον ταξικό αντίπαλο συμβάλλοντας στην κερδοφορία των επιχειρήσεων. Ένα άλλο τμήμα της αριστεράς, που εμφανιζόταν με «ανανεωτική» σήμανση, ενίοτε οικολογούσα ή φεμινίζουσα, και γενικώς «εναλλακτική» όπως καμιά φορά η ΕΑΡ και συχνά οι οικολόγοι, συνέχιζε στην τροχιά της πάλαι ποτέ Νέας Αριστεράς, καταγγέλλοντας τον καπιταλισμό ως προωθούντα υλοζωιστικές αντιλήψεις που διαφθείρουν τους εργαζομένους και ως μέγα ρυπαντή. Πρόκειται για την πνευματική κληρονομιά του Τσε Γκουεβάρα ο οποίος έλεγε ιδεαλιστικότατα, ότι ο πραγματικός επαναστάτης δεν αποδίδει σημασία στα υλικά αγαθά και τις υλικές απολαύσεις. Η άποψη αυτή υπολαμβάνει ότι ο πλούτος δεν φέρνει την ευτυχία, η οποία πρέπει να αναζητηθεί εκτός καταναλώσεως στο ζήλο για τη γνώση της αλήθειας, στη φιλότητα, στην απόλαυση της τέχνης, του αμόλυντου περιβάλοντος, του σεξ υπό όλες του τις εκδοχές και ποικιλίες και της δημιουργικής τεμπελιάς. Η πρώτη βασίζεται κυρίως στους εργαζομένους, η δεύτερη στους διανοούμενους και το ουράνιο τόξο των αρνητών της ανάπτυξης. Έτσι, στις μέρες μας, η κατακραυγή κατά του καπιταλισμού έχει χάσει τον «προγραμματικό» χαρακτήρα που της έδινε ο Μαρξ και παίρνει συχνά τη μορφή ενός γενικευμένου σχετλιασμού: Υπάρχει φτώχεια, δυστυχία, απανθρωπιά στις σχέσεις, τίποτε δεν λειτουργεί σωστά, σημειώνονται αδικίες, οι καλοί παραμερίζονται από τους ακόρεστους και τους διεφθαρμένους, ήρθε ο καιρός να αλλάξουμε αυτή την άδικη τάξη πραγμάτων, ή, αν δεν το μπορέσουμε, να διαμαρτυρηθούμε και πάντως να «τοποθετηθούμε».

Η ψυχική εξανάσταση είναι συχνά γνήσια και γενναιόφρων. Η ελευθερία εκφράσεως που είναι κατοχυρωμένη και στην Ελλάδα, όπως σε όλες τις δημοκρατικές καπιταλιστικές πολιτείες, επιτρέπει βέβαια την άμορφη σώρευση όλων των ατελειών της ανθρωπότητος και την ανέξοδη φραστική τους καταδίκη, αν όχι πια ως σκεπτικό για εξέγερση, πάντως ως θέμα συζητήσεως και αρθρογραφίας χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση εκπονήσεως εναλλακτικών λύσεων. Η μεμψιμοιρία χωρίς πρόγραμμα είναι ανθρώπινο γνώρισμα και λειτουργεί συχνά λίαν εκτονωτικώς. Το θετικό στοιχείο, ωστόσο, στην εξέλιξη του δυτικού σοσιαλισμού είναι ότι η κρατικοπαρεμβατική πανάκεια στην οποία άλλοτε ύμνυαν οι θιασώτες του μοιάζει πια να έχει ανεπανορθώτως διαβληθεί στα μάτια των νεωτέρων οπαδών του.

Πολλοί από τους απογοητευμένους της αριστεράς, ωστόσο, που διαπιστώνουν τη χρεωκοπία του κρατικισμού αρνούνται συχνά κατά πεισματικό τρόπο να υιοθετήσουν την αγορά και τους κανόνες παιγνιδιού που αυτή επιβάλλει. Η λύση που προβάλλουν, χωρίς να την έχουν πάντοτε πολυσκεφθεί, είναι η «αυτοδιαχείριση» η οποία συχνά εμφανίζεται ως «κράτος ελεγχόμενο από το λαό», ως «ανάγκη δημοκρατικού προγραμματισμού» ή ακόμη και ως προστασία «κοινωνικών ελευθεριών» όπως τις ονομάζει ο Α. Ζαχαρέας («Η Ελλάδα σε κρίση», σελ. 49), αντιπαραθέτοντάς τις στις «απλές» πολιτικές ελευθερίες των οποίων υπεραμύνεται κατ’ αυτόν περιοριστικώς η «φιλελεύθερη δημοκρατία». Στο βιβλίο του «Αναζητώντας την Αριστερά» (σελ. 18) διασαφηνίζει ότι απαιτείται «αυτοδιεύθυνση της παραγωγικής διαδικασίας και αναπαραγωγής της ζωής». Η «αυτοδιαχείριση» με την οποία ο Ζαχαρέας μας παρακινεί να πειραματισθούμε δεν είναι το τελικό στάδιο της μαρξιστικής νομοτέλειας όπου η «διαχείριση των πραγμάτων» θα αντικαταστήσει «την διακυβέρνηση των ανθρώπων». Αν τον κατάλαβα καλά, πρόκειται για σύστημα που μπορεί να εφαρμοσθεί «εδώ και τώρα». Γιατί λοιπόν δεν εφαρμόζεται με ή χωρίς τη βοήθεια οικονομολόγων της ΕΑΡ; Γιατί όταν το Φεβρουάριο του 1991 η ελληνική κυβέρνηση πρότεινε στους εργαζομένους της Επιχείρησης Αστικών Συγκοινωνιών να πάρουν τις αστικές συγκοινωνίες στα χέρια τους χαρίζοντας τους μάλιστα και 140 δις που αυτές χρωστούσαν στο κράτος, οι εργαζόμενοι απέρριψαν την πρόταση ασυζητητί; Ίσως διότι οι συνδικαλιστές αρέσκονται να διεκδικούν χρήματα (κατά προτίμηση από το κράτος) αλλά όχι ευθύνες διότι είναι εξοπλισμένοι για «ταξικούς» αγώνες και όχι για λήψη οικονομικών αποφάσεων. Εάν, πάντως, οι διανοούμενοι της ΕΑΡ καλλιεργούν στους εργαζόμενους την αυταπάτη ότι «παίρνοντας τα εργοστάσια στα χέρια τους» θα μπορούν να παράγουν περίπου ό,τι θέλουν και να πληρώνουν εις εαυτούς όσα θέλουν, τους προετοιμάζουν για πολύ μεγάλες απογοητεύσεις όπως αυτές που βίωνε επί χρόνια μια όμορος χώρα.

Η Γιουγκοσλαβία, χώρα με πολυκύμαντη ιστορία, που δημιουργήθηκε το 1918 και διαμορφώθηκε μετά τον πόλεμο ως κράτος με συνεκτική δύναμη τον τιτοϊκό κομμουνισμό, έχει εισαγάγει από το 1948 ένα σύστημα «αυτοδιαχειριστικού σοσιαλισμού» που επιτρέπει μόνο την ιδιοκτησία καταναλωτικών αγαθών (αυτοκίνητο, σπίτι). Τα μέσα παραγωγής υπήχθησαν όλα σε επιχειρήσεις διευθυνόμενες αυτοδιαχειριστικώς από εργατικά συμβούλια.

Προέκυψε αμέσως πρόβλημα επενδύσεων. Τα συμβούλια επεδίωξαν διανομή χρημάτων «εδώ και τώρα», όχι μακροπρόθεσμες, ενδεχομένως επισφαλείς επενδύσεις. Οι επιχειρήσεις που έχουν έσοδα ή κατορθώνουν να αποσπούν μεγάλα δάνειο τις τράπεζες δεν ευνοούν υπό το καθεστώς αυτό προσλήψεις που θα μειώσουν το κατά κεφαλήν διανεμόμενο χρήμα. Η ανεπάρκεια των επιχειρήσεων «θεραπεύθηκε» επί χρόνια με θηριώδη προστατευτισμό που απαγόρευσε στα ξένα ανταγωνιστικά προϊόντα να τραυματίσουν το σύστημα. Φυσικά, το σύστημα οδήγησε σε αδιέξοδο διότι, όπως επισημάνει ευστόχως από καιρό η Hanna Arendt, οι επαναστάτες σοσιαλιστές αποσκοπούν κυρίως στην κατάκτηση της εξουσίας και τη διατήρηση της με όλα τα μέσα, όχι στην άσκησή της προς προαγωγήν του δημοσίου συμφέροντος. Τούτο απεδείχθη περιτράνως στη Γιουγκοσλαβία όπου οι συμμετέχοντες στη διαδικασία της αυτοδιαχείρισης δεν σταμάτησαν ποτέ «να ευλογούν τα γένια τους», να μοιράζονται το χρήμα αντί να το επενδύουν και να συμπεριφέρονται έναντι των επιχειρήσεων ως ξένοι προς αυτές, ενίοτε και ως διαρρήκτες. Σε περίπτωση ζημίας, το λογαριασμό πλήρωνε η Τράπεζα ακριβώς όπως συνέβη και στην Ελλάδα με τους γεωργικούς συνεταιρισμούς κατά τη δεκαετία του ’80. Η έλλειψη ανταγωνισμού οδήγησε τους αυτοδιαχειριστές σε μείωση της παραγωγής, πράγμα που τους εξασφάλιζε άκοπη και επικερδή διάθεση όλων τους των προϊόντων όσο ακριβά και κακής ποιότητας και αν ήσαν αυτά. Απεδείχθη έτσι ότι όπως το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων δεν καθορίζεται από την «δικτατορία» τους έτσι δεν επηρεάζεται και από το γεγονός ότι «παίρνουν τις επιχειρήσεις στα χέρια τους». Μόνο η παραγωγικότητα τους παίζει ρόλο και αυτή αριστοποιείται στον καπιταλισμό.

Τα αποτελέσματα του αυτοδιαχειριστικού πειράματος στη Γιουγκοσλαβία υπήρξαν διδακτικά. Τον Σεπτέμβριο του 1988 η χώρα είχε πληθωρισμό 217% ο οποίος τον Σεπτέμβριο του 1989 είχε φθάσει το 1200%. Η ανεργία ξεπέρασε το 15%, το εξωτερικό χρέος τα 21 δις δολάρια ενώ η χώρα δεν έπαυσε να συγκλονίζεται από οικονομικά σκάνδαλα. Η μόνιμη οικονομική κρίση προκάλεσε διαρκείς συγκρούσεις μεταξύ εθνοτήτων. Η ομοσπονδιακή διάρθρωση της χώρας θύμιζε λίγο την ΕΣΣΔ με τους Σέρβους (6 εκατομμύρια) να παίζουν το ρόλο της κυρίαρχης εθνότητας, τον οποίο στη Σοβιετική Ένωση έπαιξαν οι Ρώσοι. Οι Σλοβένοι που αποτελούσαν το 8% του πληθυσμού και προσέφεραν το 20% του εθνικού προϊόντος καθώς και το 25% των συναλλαγματοφόρων εξαγωγών προς τη Δύση, δεν κατάλαβαν ποτέ γιατί πρέπει οι καρποί της δικής τους εργασίας να διοχετεύονται στους «τεμπέληδες» του Νότου, Μαυροβούνιους και «Μακεδόνες». Άλλωστε, οι Σλοβένοι που ήσαν επί έξι αιώνες, μεταξύ 1315 και 1918 υπό τη διακυβέρνηση των Αψβούργων ήταν φυσικό να θελήσουν να αποσχισθούν από τη Γιουγκοσλαβία και να (ξανα)γίνουν «Ευρώπη».

Σε μια λίαν ενδιαφέρουσα δημόσια συζήτηση που έγινε στην Πάντειο την 21.4.88 και δημοσιεύθηκε στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» της 9.6.88, ο Τ. Θωμόπουλος έδωσε την εξής εικόνα για την οικονομία της χώρας: «Χάρη και στις τοπικιστικές εντάσεις —είπε— η αγορά είναι κατατεμαχισμένη. Οι Γιουγκοσλαβικοί σιδηρόδρομοι αποτελούνται από 360 ημιαυτόνομες επιχειρήσεις. Οι μισθοί είναι καθηλωμένοι, η οικονομία προστατευμένη πίσω από πανύψηλα τείχη παράγει πανάκριβα, κακής ποιότητας προϊόντα ενώ οι επιχειρήσεις χρηματοδοτούνται από τράπεζες με επιδοτούμενα αρνητικά επιτόκια. Η μόνη σωτηρία είναι τα μεταναστευτικά εμβάσματα τα οποία έχουν αισθητώς μειωθεί.

Καμία επιχείρηση δεν καταβάλλει προσπάθεια εξυγίανσης διότι καμία δεν έχει ανάγκη να το κάνει».
Ύστερα από φοβερές αναταραχές, παραιτήσεις τοπικών κυβερνήσεων, συγκρούσεις εθνοτήτων και γενικευμένη κατάρρευση ανέλαβε το Μάιο του 1989 πρωθυπουργός ο Άντε Μάρκοβιτς ο οποίος στις 16.3.89 απηύθυνε διάγγελμα προειδοποιώντας ότι ο πληθωρισμός θα φτάσει το 1000% («Ελευθεροτυπία», 17.3.89). Έπεσε έξω διότι ο πληθωρισμός έφτασε το 2600% («Monde», 1.7.90). Είπε ακόμη ότι «η ελεύθερη αγορά είναι το τελικό επίτευγμα της ανθρωπότητας για το οποίο δεν έχει βρεθεί ακόμη εναλλακτική λύση» και εξήγγειλε ελευθέρωση της αγοράς εργασίας, κεφαλαίων και προϊόντων. Χρειάζεται, είπε «αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος κατά τα δυτικά πρότυπα». Τόνισε ακόμη ότι «πρέπει να σταματήσει η κρατική βοήθεια στις επιχειρήσεις που έχουν παθητικό». Στις 13 Σεπτεμβρίου 1991, σε μια πρες-κόνφερανς παραδέχθηκε ότι τίποτε από όσα προσδοκούσε δεν μπόρεσε να πετύχει, ότι ο εμφύλιος πόλεμος «αυξάνεται σαν καρκίνος», ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν έχει πια τη δύναμη επιβολής στις επιμέρους δημοκρατίες, δεν διαθέτει ξένη βοήθεια και δεν μπορεί ούτε καν να σχεδιάσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, πόσο μάλλον να τις υλοποιήσει. Έτσι, η μόνη «σοσιαλιστική χώρα» της Ευρώπης της οποίας ο ιδιότυπος, έστω, σοσιαλισμός δεν επεβλήθη από τον Ερυθρό Στρατό καταρρέει με δικό της τρόπο που δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Αυτό που απέτυχε στη χώρα αυτή είναι η έννοια της αυτοδιαχείρισης η οποία έχει διατηρήσει ελάχιστους πια οπαδούς στη Δύση. Στην Ελλάδα την διεκδικούν μόνον οι φοιτητές στο πλαίσιο των ΑΕΙ, όπου το ΠΑΣΟΚ τους επέτρεψε να συνδιοικούν, με στόχο τη γρήγορη και άκοπη απόκτηση πτυχίου.

Η γενικευμένη αποτυχία όλων των μορφών του σοσιαλισμού ο οποίος στο τέλος του 1991 διετηρείτο μόνο κατ’ όνομα σε ορισμένες χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία, όπου τα σοσιαλιστικά κόμματα τον είχαν ουσιαστικώς αποκηρύξει στην πράξη, έχει φέρει μεγάλη σύγχυση στους ιδεολόγους, οι οποίοι δεν ξέρουν πια τι πιστεύουν αλλά πιστεύουν ότι ξέρουν και συνεχίζουν την αντικαπιταλιστική τους ρητορική, αποκρύπτοντας από τους οπαδούς τους την επιτυχία του υπαρκτού φιλελευθερισμού υπό τη μορφή του δημοκρατικού καπιταλισμού. Η σοσιαλιστική προπαγάνδα έχει έτσι μετατραπεί σε περιβόλι ασυναρτησιών. Ο καπιταλισμός καταγγέλλεται ως αντιπαραγωγικός, σπάταλος και εξαθλιωτικός. Όταν αποδεικνύεται ότι αυξάνει πλούτο και ελευθερία μέσω του μηχανισμού της αγοράς, οι σοσιαλιστές αλλάζουν γήπεδο και τον κατηγορούν ως άδικο σύστημα ζητώντας ισοκατανομή των αγαθών που παράγει αυτό το αντιπαραγωγικό —υποτίθεται— σύστημα. Όταν το βιοτικό επίπεδο των πολιτών ανεβαίνει —άνισα έστω— υπό καπιταλισμόν οι αριστεροί το αποδίδουν σε επιτυχίες των «λαϊκών αγώνων» ενώ διαμαρτύρονται ταυτόχρονα για την καταστροφή του περιβάλλοντος… που επέτυχαν ωστόσο αυτοί οι «λαϊκοί αγώνες». Όταν τα σοσιαλιστικά κόμματα, ή «κινήματα», παίρνουν την εξουσία και προκαλούν πληθωρισμό, χρεωκοπημένες ΔΕΚΟ, υπερχρέωση και πτώση του βιοτικού επιπέδου, οι σοσιαλιστές στην κυβέρνηση κατηγορούν τις «συντεχνίες» και επιβάλλουν λιτότητα ενώ οι αριστεροί των άκρων ζητούν εντατικοποίηση των λαϊκών αγώνων κατά της δεξιάς πολιτικής και περισσότερο σοσιαλισμό.

Θάλεγε κανείς ότι ένα κίνημα που δεν έχει σταματήσει να καταγγέλλει τον καπιταλισμό και να προβλέπει συνεχώς κρίσεις και καταστροφές θα είχε τουλάχιστον διδαχθεί ως τώρα κάτι και από τα δικά του λάθη. Οι κρατικοσοσιαλιστές ωστόσο δεν το έχουν κάνει κυρίως διότι αντιμετωπίζουν διττό πρόβλημα: Δυσκολεύονται να εξηγήσουν την επιτυχία του καπιταλισμού κυρίως διότι δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη δική τους αποτυχία. Ο Ζαν Φρανσουά Ρεβέλ, στο βιβλίο του «Θεία Χάρις» (μνημονεύεται στο βιβλίο του Γ. Ράλλη «Χωρίς προκατάληψη», σελ. 169-171) αναφέρει ότι οι σοσιαλιστικές αποτυχίες καταλογίζονται κατά σειρά προτεραιότητας στον «εσωτερικό εχθρό» (βδελυρούς κερδοσκόπους, ολιγαρχία) τον «εξωτερικό εχθρό» (Αμερικανούς) και τον «προγενέστερο εχθρό» (τις προηγούμενες κυβερνήσεις). Έτσι, συμπεραίνει ο Ρεβέλ, «όταν ο καπιταλισμός ναυαγεί είναι φανερά λάθος του καπιταλισμού. Όταν ο σοσιαλισμός ναυαγεί είναι πάλι λάθος του καπιταλισμού». Ο Ράλλης εξεικονίζει γλαφυρά την χρήση αυτής της τακτικής και στην Ελλάδα όπου οι καταγγελίες για «καμμένη γη», οι επιθέσεις κατά του «ντόπιου κατεστημένου» το οποίο δήθεν «σαμποτάρει» την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και φυσικά οι «σκευωρίες των Αμερικανών», διεδέχθησαν άλληλες για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Η απλή εξήγηση βέβαια είναι ότι η αποτυχία του κρατικοσοσιαλισμού σε Δύση και Ανατολή δεν οφείλεται ούτε στη συγκυρία, ούτε στην έλλειψη φυσικών πόρων ούτε σε κάποια εγγενή ανικανότητα των σοσιαλιστών υπουργών. Οφείλεται στο γεγονός ότι ο σοσιαλισμός γενικώς ενδιαφέρεται για την αναδιανομή εισοδήματος και όχι για την παραγωγή πλούτου.

Κατά τη δεκαετία του ’80, οι αριστερές ιδέες γενικώς δέχθηκαν ισχυρά πλήγματα σε όλο τον κόσμο, σε σημείο να μπορεί κανείς πια σήμερα να μιλάει για το λυκόφως της Αριστεράς. Οι οικονομικές επιτυχίες του Ρέηγκαν στις ΗΠΑ, δηλαδή η δημιουργία εκατομμυρίων νέων απασχολήσεων και η αδιατάρακτη αύξηση χωρίς περιόδους υφέσεως, ο θρίαμβος του Θατσερισμού στη Βρετανία με τρεις συνεχείς εκλογικές νίκες, η επικράτηση της φιλελεύθερης κεντροδεξιάς στην Ιαπωνία, παρά τα σκάνδαλα ορισμένων στελεχών της (που οδήγησαν βέβαια εκεί σε παραιτήσεις ακόμη και σε αυτοκτονίες), η κατάργηση οιασδήποτε πολιτικής που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «σοσιαλιστική» τόσο στην Ισπανία και τη Γαλλία υπό σοσιαλιστική διακυβέρνηση όσο και στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία από τους Εργατικούς, η σταθεροποίηση στην εξουσία των Χριστιανοδημοκρατών στη Γερμανία, η ευρύτατη εισαγωγή της αγοράς στην Κίνα —έστω υπό στυγνό καθεστώς θεσμικού κομμουνισμού— η αναγνώριση της υπεροχής της αγοράς επί του σχεδιασμού στην ΕΣΣΔ, η αποξήλωση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη και η λαχτάρα των λαών της περιοχής να επαναφέρουν το πρωτείο του ατόμου στην οικονομία και την πολιτεία, όπως απέδειξαν οι επιτυχίες της κεντροδεξιάς στις ελεύθερες εκλογές σε αυτές τις χώρες αλλά και στη Ρωσία, η χρεωκοπία του κρατικοσοσιαλιστικού προτύπου στις χώρες του τρίτου κόσμου με παράλληλο θρίαμβο της αγοράς στις νεοβιομηχανικές χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, η συρρίκνωση της τάξεως των προλεταρίων στις βιομηχανικές χώρες και της επιρροής του συνδικαλιστικού κινήματος γενικώς, το γεγονός ότι οι ιδέες του Κέϋνς για αδιάκοπη κρατική παρέμβαση στην αγορά και διαχείριση της ζήτησης απέτυχαν οικτρά και κατέστησαν διαβλητές ενώ οι ιδέες των φιλελευθέρων στοχαστών όπως του Hayek, του Φρήντμαν κ.ά., απλώθηκαν σε όλο τον κόσμο, όλες αυτές οι εξελίξεις μαζί και η καθεμία χωριστά, δείχνουν ότι ο σοσιαλισμός ως κρατική ιδιοκτησία μέσων παραγωγής, ως κρατικός έλεγχος στην οικονομία, ως κρατικός σχεδιασμός για την ανάπτυξη της οικονομίας, ο σοσιαλισμός ως αυτοδιαχείριση, ως αναδιαναμή εισοδήματος με βάση τις αρχές της «κοινωνικής δικαιοσύνης», ο. σοσιαλισμός ως εχθρός της αγοράς, της ανταλλακτικής οικονομίας, της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και του κατοχυρωμένου δικαιώματος ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, απέτυχε. Ο φασισμός έχασε τον παγκόσμιο πόλεμο, οι κομμουνιστές έχασαν τον ψυχρό πόλεμο, ο σοσιαλισμός έχασε τον ιδεολογικό πόλεμο κατά της αγοράς. Οι ολιγώτερον διορατικοί αριστεροί στην Ευρώπη αναγνωρίζουν πια και αυτοί ότι δεν κέρδισαν και ούτε θα κερδίσουν, οι περισσότερον διορατικοί παραδέχονται καθαρά ότι έχασαν ενώ, οι πραγματικώς ανοιχτομάτηδες αριστεροί παραδέχονται δημοσίως ότι κέρδισαν οι αντίπαλοι τους, οι φιλελεύθεροι. Δυστυχώς, το τέλος του σοσιαλισμού δεν σήμανε και το τέλος της πίεσης για κρατικοπαρεμβατική ρύθμιση των προβλημάτων, μια πολιτική που έχει μακραίωνη ιστορία. Το πρώτο γραφτό κείμενο της ανθρωπότητας σε σφηνοειδή γραφή είναι μια διαταγή του Χαμουραμπί που πρέπει να εκδόθηκε γύρω στα 1750 π.Χ. με την οποία ο Ασσύριος αυτός αυτοκράτορας καθορίζει τις τιμές πωλήσεως ορισμένων προϊόντων ακριβώς όπως γίνεται σήμερα ακόμη στην Ελλάδα, πατρίδα ενός ιδιότυπου κρατικισμού όπου, όμως, δεν έλλειψαν ποτέ οι φιλελεύθερες ιδέες.

4 σχόλια
Leave a comment »

  1. Ωραίες οι θεωρίες αλλα η πραγματικοτητα είναι σοφότερη. Δηλαδη το ιδιόκτητο κρατος των ολιγοπωλίων που προκύπτει μετά την κατάργηση του δημοσίου είνα λιγότερο κρατος(=άσκηση εξουσίας) για τον πολίτη; Μήπως η επιβίωση του δημόσιου κράτους παρα τι ς θεωρίες του φιλελευθερισμού δεν απηχει την επιλογή των πολιτων, με βάση το μη χειρον βελτιστον, υπέρ του δημοσίου, που εστω και μερικα ελέγχεται μέσω της πολιτικής, σε σχέση με την αδυναμία παρέμβασης σε ένα ιδιόκτητο κράτος; Η μηπως θα περιμένουν να λειτουργήσει ο ανταγωνισμός, τόσο ουτοπικά ανεφάρμοστος μεταξύ ολιγόπωλιών όσο και η ιδέα της αταξικής κοινωνίας μεσω κρατικοποίησης των μέσων παραγωγής; Νομίζω η επιλογη υπερ του δημοσίου ως εκφραση του συνόλου των πολιτων έναντι της de facto εξουσίας του πλούτου τοποθετείται για τις δυτικές κοινωνίες ήδη στις απαρχές της αθηναικής δημοκρατίας, και κατα την γέννηση της μεσα απο την αντιπαράθεση με την αριστοκρατία, για την οποία παραδόξως δεν γίνεται λόγος στο άρθρο.

  2. Περισσότερες από 100 αναφορές στον Μαρξ και τη μαρξιστική θεωρία σε ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε τη δεκαετία του ’90! Περίεργο τόσες αναφορές και ενασχόληση με μια «χρεοκοπημένη» θεωρία…

  3. […] […]

  4. […] e-rooster.gr Share this:TwitterFacebookPrintEmailLike this:Like […]

Σχολιαστε