- e-rooster.gr - http://e-rooster.gr -

Κρίση σαν έτοιμη από καιρό (και μία διέξοδος)

«Δεν ανησύχησεν ο Νέρων όταν άκουσε
του Δελφικού Μαντείου τον χρησμό.
“Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται”.
Είχε καιρό ακόμη να χαρεί.
Τριάντα χρονώ είναι. Πολύ αρκετή
ειν’ η διορία που ο Θεός του δίδει
Για να φροντίσει για τους μέλλοντας κινδύνους.

Αυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλλος
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ.»
Κ.Π. Καβάφης, «Η Διορία του Νέρωνος», 1918

Όταν στις 2 Δεκεμβρίου του 2009 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ανακοινώνει- με βάση το άρθρο 104 πργ. 8 συνθΕΕ- την υπαγωγή της Ελλάδας σε καθεστώς επιτήρησης, η ελληνική κοινωνία και το πολιτικό μας σύστημα βρίσκονται αντιμέτωπες με την υποχρέωση της αναγνώρισης της σκληρής πραγματικότητας της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής χρεοκοπίας. Ο εγκλωβισμός της ελληνικής οικονομίας στο επίκεντρο της κρίσης του ευρώ, οι διεθνείς αντιδράσεις για τις ακολουθούμενες μεθοδεύσεις μας (τα περίφημα πλέον «greek statistics») και ο υπαρκτός κίνδυνος πτώχευσης, λειτούργησαν ως καθρέφτης που αποκάλυψε τις χρόνιες αδυναμίες μας κατά τρόπο που δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε να αγνοούμε. Ο «μεγάλος ασθενής της Ευρώπης», σύμφωνα με το έγκυρο περιοδικό BusinessWeek, πρέπει άμεσα να αλλάξει ρότα προκειμένου να μην τσακιστεί στα απότομα βράχια των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, της αδυναμίας εξυπηρέτησης του χρέους και της πολιτικής αναξιοπιστίας, παράγοντες που απειλούν να θέσουν τη χώρα μας στο περιθώριο της Ιστορίας για τις επόμενες δεκαετίες.

το χαμηλό κόστος δανεισμού, απόρροια της συμμετοχής στην ΟΝΕ, αντί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο διευκόλυνσης της μετάβασης σε ένα σύγχρονο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, επέτρεψε την αναβολή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων και την αναπαραγωγή του κυρίαρχου οικονομικο-πολιτικού συστήματος, το οποίο και αρθρώνεται στην πελατειακή αναδιανομή του εθνικού πλούτου μέσω της κατοχύρωσης και διανομής προσόδων σε πλήθος κοινωνικών ομάδων και επαγγελματικών φορέων

Η ύφεση του 2009 τερματίζει μία πολύχρονη περίοδο συνεχούς οικονομικής μεγέθυνσης (1995-2008) που ενέτεινε τον εφησυχασμό για τις δομικές ανεπάρκειες του ακολουθούμενου αναπτυξιακού μοντέλου, κύρια χαρακτηριστικά του οποίου υπήρξαν τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, η διαρκής πιστωτική επέκταση και οι σημαντικές μεταφορές κοινοτικών πόρων. Ειδικά το χαμηλό κόστος δανεισμού, απόρροια της συμμετοχής στην ΟΝΕ, αντί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο διευκόλυνσης της μετάβασης σε ένα σύγχρονο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, επέτρεψε την αναβολή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων και την αναπαραγωγή του κυρίαρχου οικονομικο-πολιτικού συστήματος, το οποίο και αρθρώνεται στην πελατειακή αναδιανομή του εθνικού πλούτου μέσω της κατοχύρωσης και διανομής προσόδων σε πλήθος κοινωνικών ομάδων και επαγγελματικών φορέων.

Είναι προφανές ότι, οι ευθύνες του δημοσιονομικού εκτροχιασμού βαρύνουν πρώτιστα την καραμανλική διακυβέρνηση των ετών 2007-2009, περίοδο κατά την οποία δεν υπήρξε η παραμικρή αντίδραση στην ταυτόχρονη χειροτέρευση όλων των δημοσιονομικών μεγεθών (χρέος, έλλειμμα, ισοζύγιο πληρωμών). Το υψηλότερο κόστος δανεισμού λόγω της διεθνούς κρίσης, όχι μόνο δεν αποτρέπει τη συνέχιση των υψηλών ρυθμών ιδιωτικής κατανάλωσης αλλά και, δεν επηρεάζει τις πολιτικές επιλογές της αύξησης των (μη παραγωγικών) δημόσιων δαπανών. Ταυτόχρονα, η κατάρρευση των εισπρακτικών μηχανισμών και γενικότερα η επικρατούσα πλαδαρότητα σε όλα τα επίπεδα της διακυβέρνησης, εκπέμπουν σήμα μίας κυβέρνησης αδύναμης και απρόθυμης να ανταπεξέλθει στις πιέσεις του εσωτερικού και εξωτερικού περιβάλλοντος.

Ωστόσο, τα σημάδια της κρίσης, για όποιον δεν επαναπαυόταν στη ψευδή (πλην όμως βολική) ασφάλεια της επίπλαστης οικονομικής μεγέθυνσης και της μετάθεσης των αναγκαίων αλλαγών, ήταν εκεί πολύ πριν, προδιαγράφοντας τα μελλούμενα κατά τρόπο σχεδόν αναπόδραστο. Η υστέρηση της Ελλάδας σε κρίσιμους δείκτες ανάπτυξης όπως, μεταξύ άλλων, η ανταγωνιστικότητα και το επιχειρηματικό περιβάλλον, η διαφθορά και η παρα-οικονομία, η λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και η καλή διακυβέρνηση (good governance), δημιουργούσε δυνάμει επικίνδυνες συνθήκες στο σύγχρονο περιβάλλον των διεθνοποιημένων και αλληλοεξαρτώμενων οικονομιών. Και όπως τελικά αποδείχτηκε με δραματικό τρόπο, η ελληνική οικονομία δεν ήταν τόσο θωρακισμένη όσο θέλαμε να πιστεύουμε.

Διόλου τυχαία λοιπόν, τα τελευταία χρόνια συντηρείται και αναπαράγεται μία φιλολογία της κρίσης, αν και όχι με σαφήνεια οριοθετημένη. Και όπως εύστοχα παρατηρούσε ο ιταλός πολιτικός στοχαστής Αντόνιο Γκράμσι στα Τετράδια της Φυλακής, «μία κρίση μπορεί να διαρκέσει για δεκαετίες. Αυτή η ξεχωριστή διάρκεια σημαίνει ότι αθεράπευτες διαρθρωτικές αντιθέσεις έχουν αποκαλυφθεί και παρά το γεγονός αυτό, οι πολιτικές δυνάμεις που αγωνίζονται να υπερασπιστούν και να διατηρήσουν τις υπαρκτές δομές, καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να τις θεραπεύσουν και να τις ξεπεράσουν εντός συγκεκριμένων ορίων».

Πραγματικά, υπήρξαν στο παρελθόν αρκετές προσπάθειες να διορθωθούν τα κακώς κείμενα, περισσότερο και λιγότερο πετυχημένες, όπως ήταν ο «εκσυγχρονισμός» και η «επανίδρυση του κράτους», πάντοτε όμως στο πλαίσιο που επέβαλε ο στενός πολιτικός ορίζοντας που διαμόρφωναν οι υπολογισμοί πολιτικού κόστους-οφέλους των εκάστοτε κυβερνήσεων.

η εξαιρετικά ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στις απαιτούμενες αλλαγές πλεύσης και στα όρια που θέτουν οι πελατειακές αντοχές του πολιτικού συστήματος εξηγεί μεταξύ άλλων γιατί όλες οι προσπάθειες σύγκλισης με τους ευρωπαίους εταίρους μας έμειναν διαχρονικά ημιτελείς

Το νέο βιβλίο του ομότιμου καθηγητή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Πάνου Καζάκου, μπορεί να διαβαστεί ακριβώς ως ένα χρονικό των προσπαθειών των διαδοχικών κυβερνήσεων της περιόδου 1993-2010 να εξισορροπήσουν ανάμεσα στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και στις επωφελείς αδράνειες και βολικές καθυστερήσεις. Αυτή η εξαιρετικά ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στις απαιτούμενες αλλαγές πλεύσης και στα όρια που θέτουν οι πελατειακές αντοχές του πολιτικού συστήματος εξηγεί μεταξύ άλλων γιατί όλες οι προσπάθειες σύγκλισης με τους ευρωπαίους εταίρους μας έμειναν διαχρονικά ημιτελείς καθώς, ως άλλοι Σίσυφοι παρατηρούσαμε στωικά το βράχο των επίπονων προσπαθειών μας να κατρακυλά στο σημείο εκκίνησης, ξανά και ξανά.

Ο συγγραφέας ορθά επισημαίνει το «διαχρονικό ρήγμα ανάμεσα σε γνώση και πολιτική πράξη» χρησιμοποιώντας ως τυπικό παράδειγμα το ασφαλιστικό όπου οι επισημάνσεις των διαφόρων επιστημονικών επιτροπών παρέμειναν αναξιοποίητες.

Ο καθ. Καζάκος κάνει εύστοχα λόγο για «μακρο-οικονομικό λαϊκισμό», δεξιάς και αριστερής προέλευσης, που συνίσταται σε «μία οικονομική αντίληψη για τη διαχείριση της οικονομίας που τονίζει την αναδιανομή, υποβαθμίζει τους κινδύνους δημοσιονομικών ανισορροπιών και του πληθωρισμού και παραβλέπει τους εξωτερικούς περιορισμούς» (σελ. 133).

Γιατί όμως ο πολιτικός λόγος του λαϊκισμού εκτοπίζει με χαρακτηριστική ευκολία την επιστημονική-τεχνοκρατική γνώση; Και γιατί οι κυβερνώντες εμφανίζονται εξαιρετικά πρόθυμοι να εγκαταλείψουν την προώθηση μεταρρυθμίσεων που οι ίδιοι έχουν προηγουμένως αναγνωρίσει τη σημασία τους;

Μία απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα προσφέρει το πλαίσιο της ανάλυσης που ακολουθεί ο συγγραφέας. Ακολουθώντας τη θεωρία της δημόσιας επιλογής, ο Καζάκος επικεντρώνεται στη σημασία των τυπικών και άτυπων μορφών θεσμικής οργάνωσης του πολιτικο-οικονομικού μας συστήματος και τις ορθολογικές επιλογές των πολιτών που προσαρμόζουν ανάλογα τις συμπεριφορές τους. Σε αυτό το πλαίσιο κυριαρχούν οι αδύναμοι τυπικοί θεσμοί διακυβέρνησης, το ανεπαρκές κοινωνικό κεφάλαιο και η χαμηλή «εμπιστοσύνη» (trust) μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και τέλος, ένας ιδεολογικά ακατέργαστος αντι-φιλελευθερισμός που μετουσιώνεται σε αρνητική προδιάθεση απέναντι στις αγορές (anti-market bias). Συνολικά διαμορφώνεται ένα ισχυρό πλέγμα οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων που έχουν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν (veto) κάθε προσπάθεια εισαγωγής αλλαγών αυξάνοντας κατακόρυφα το πολιτικό κόστος για εκείνους που τις στηρίζουν.

φοβούμαστε ότι, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να γίνεται πλήρως αντιληπτό από μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας που συνεπικουρούμενο από την αξιωματική αντιπολίτευση (που μοιάζει να κινείται ανάμεσα σε έναν ακατέργαστο και μάλλον αφελή κεϋνσιανισμό και στην ανεύθυνη ψηφοθηρία περί αντικατάστασης του Μνημονίου από μια «δέσμη αναπτυξιακών μέτρων») δείχνει να πιστεύει πως έπειτα από ένα διάστημα επώδυνης προσαρμογής-διόρθωσης θα είμαστε σε θέση να επανέλθουμε στις γνώριμες επιλογές του πρόσφατου παρελθόντος

Σήμερα όμως, η κρίσιμη κατάσταση των δημόσιων οικονομικών επιβάλει σημαντικές αλλαγές στον μέχρι πρότινος ακολουθούμενο τρόπο λειτουργίας του πολιτικο-οικονομικού μας συστήματος. Στην πραγματικότητα επιτάσσει τη διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο φοβούμαστε ότι, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να γίνεται πλήρως αντιληπτό από μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας που συνεπικουρούμενο από την αξιωματική αντιπολίτευση (που μοιάζει να κινείται ανάμεσα σε έναν ακατέργαστο και μάλλον αφελή κεϋνσιανισμό και στην ανεύθυνη ψηφοθηρία περί αντικατάστασης του Μνημονίου από μια «δέσμη αναπτυξιακών μέτρων») δείχνει να πιστεύει πως έπειτα από ένα διάστημα επώδυνης προσαρμογής-διόρθωσης θα είμαστε σε θέση να επανέλθουμε στις γνώριμες επιλογές του πρόσφατου παρελθόντος.

Ωστόσο, τίποτε δεν απέχει περισσότερο από αυτές τις αντιλήψεις. Οι κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας που πρόκειται να διαμορφώσει και υιοθετήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι ιδιαίτερα αυστηροί απέναντι σε άφρονες και κοντόθωρες οικονομικές επιλογές των κρατών-μελών. Τα διεθνή κεφάλαια, έπειτα από την πρόσφατη παγκόσμια ύφεση που τοποθέτησε τον σκεπτικισμό στη θέση της οικονομικής αισιοδοξίας, θα ζητούν αυξημένες εγγυήσεις ώστε ένα μετακινηθούν σε περιοχές αυξημένου ρίσκου.

Τελικά, υπάρχει διέξοδος προς ένα διατηρήσιμο δρόμο ευημερίας και ένα μοντέλο ανάπτυξης σε στέρεες βάσεις που να αξιοποιεί αποτελεσματικά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας; Ο συγγραφέας στις καταληκτικές γραμμές του βιβλίου θεωρεί πως η «πράσινη οικονομία» μπορεί υπό προϋποθέσεις να προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες ανάπτυξης σε πολλούς τομείς της οικονομικής δραστηριότητας, δημιουργώντας θέσεις απασχόλησης και μειώνοντας την εξάρτηση μας από ενεργοβόρες μορφές ανάπτυξης με υψηλό περιβαλλοντικό και οικονομικό κόστος. Κάτι τέτοιο βέβαια προϋποθέτει σαφή σχεδιασμό βιομηχανικής πολιτικής και συνέργειες κράτους-επιχειρήσεων που φαίνεται να γίνονται συνήθης πρακτική σε όλο τον πλανήτη. Και βέβαια κοντά σε αυτά, προ-απαιτείται μία πολιτική ηγεσία ικανή να εμπνεύσει ένα νέο συλλογικό όραμα, να σχεδιάσει τις απαιτούμενες πολιτικές για την επίτευξή του και να τις εφαρμόσει αποφασιστικά.

Τα παραπάνω μένει βέβαια να αποδειχτούν. Μέχρι τότε όμως το σύντομο και περιεκτικό έργο του καθ. Καζάκου θα συντροφεύσει τους αναγνώστες με μια εξαιρετικά χρήσιμη και καλογραμμένη καταγραφή των ευμετάβλητων ισορροπιών ανάμεσα στις πολιτικές και τις οικονομικές αγορές που καθόρισαν τις οικονομικές μας τύχες την τελευταία δεκαπενταετία, προσφέροντας μας ταυτόχρονα μία πειστική ερμηνεία για την κατάληξη της συλλογικής μας πορείας στα σημερινά αδιέξοδα. Πράγμα διόλου ασήμαντο σε μία περίοδο όπου στην πολιτική ζωή του τόπου μας κυριαρχούν οι αφορισμοί και τα ευχολόγια, η έλλειψη ιδεών και η σύγχυση των πνευμάτων.

Δημήτρης Σκάλκος