Τον ερχόμενο Νοέμβριο συμπληρώνονται 20 χρόνια από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ένα από τα σημαντικότερα συμβάντα του 20ου αιώνα. Μια επέτειος που θα περάσει στα βουβά των ελληνικών ΜΜΕ, όπως και όλες οι προηγούμενες. Οι ιστορικές ευαισθησίες των προοδευτικών και κοινωνικά ευαίσθητων καναλιών και εφημερίδων μας εξαντλούνται κάθε Μάη, όταν αναπαράγονται τα κλισεδιάρικα αφιερώματα (εκείνα τα διαννοούμενα και καλά, με τους πολλούς –ισμούς) που εξυμνούν τον Μάη του ’68, ένα συγκριτικά μηδαμινής σημασίας γεγονός.
Είμαι σίγουρος ότι από τις ιστοσελίδες τουλάχιστον του e-rooster θα τιμηθεί δεόντως αυτή η ιστορική επέτειος. Στους ερχόμενους μήνες θα δημοσιεύσω μια σειρά άρθρων που θα καλύψουν από διάφορες πλευρές τον υπαρκτό σοσιαλισμό και τις διεργασίες που οδήγησαν στην αναπόφευκτη κατάρρευση του, εξηγώντας ταυτόχρονα τους λόγους που ο καπιταλισμός είναι το μοναδικό σύστημα οικονομικής οργάνωσης που μπορεί, a priori, να οδηγήσει στην ευημερία, την τεχνολογική πρόοδο και την ανάπτυξη.
Σε αυτό το εισαγωγικό κείμενο θα δώσω μόνο, σε πολύ γενικές γραμμές, έναν από τους πιο σημαντικούς λόγους που οδήγησαν στην κατάρρευση του υπαρκτού (σε επόμενα κείμενα θα ασχοληθώ με άλλους). Υπάρχει συχνά η εντύπωση πως ο βασικός λόγος που ανατράπηκαν τα κομμουνιστικά καθεστώτα στη διετία 1989-91 αφορά την έλλειψη ελευθερίας και την δίψα των λαών της ανατολικής Ευρώπης για «δημοκρατία». Πρόκεται φυσικά για ένα μύθο ο οποίος επιτρέπει στους προοδευτικούς διανοούμενους, δημοσιογράφους και πολιτικούς να οραματίζονται ακόμα έναν εφικτό σοσιαλισμό (ένα τρίτο δρόμο ίσως ή κάποια παρόμοια ανοησία) που θα συνδυάζει τις πολιτικές ελευθερίες των καπιταλιστικών χωρών με έντονα στοιχεία κεντρικής οικονομικής οργάνωσης, έστω και σε μια πιο νοθευμένη ή light παραλλαγή της. Μιλάμε για ευσεβή πόθο. Οι λόγοι που κατέρρευσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι κατά βάση, αποκλειστικά σχεδόν θα έλεγα, οικονομικοί. Σε πολλές από αυτές τις χώρες τα πράγματα είχαν φτάσει σε τόσο άσχημο σημείο ώστε τα ίδια τα καθεστώτα που μονοπωλούσαν την εξουσία επί 45 χρόνια δέχτηκαν να χαλαρώσουν τα δεσμά και να επιτρέψουν στις καταπιεσμένες οικονομικές δυνάμεις του ιδιωτικού τομέα να αναλάβουν δράση. Η πολιτική επανάσταση ήρθε ως φυσικό επακόλουθο της οικονομικής αποσύνθεσης.
Υπαρκτός Σοσιαλισμός, αλλά σε τί τιμή;
Ο βασικότερος ίσως λόγος που κατέρρευσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός αφορά κάτι πολύ σημαντικό που του έλειπε και αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της ελεύθερης αγοράς, κάτι το οποίο ακόμα και οι πιο έξυπνοι γραφειοκράτες και μηχανικοί δεν μπόρεσαν επί 45 χρόνια, μα ούτε και θα μπορούσαν ποτέ, όσοι αιώνες και να περνούσαν, να παράσχουν στην σοσιαλιστική οικονομία. Τιμές.
Η παραγωγική διαδικασία στην καπιταλιστική (αλλά και την τέως σοσιαλιστική) οικονομία συνίσταται στο μετασχηματισμό διαφόρων αγαθών, μέσω του κεφαλαίου και της εργασίας, σε διάφορα άλλα αγαθά. Για παράδειγμα το βαμβάκι, από την αρχική του μορφή στο χωράφι, και μέσα από πολλαπλές ενδιάμεσες διεργασίας, φτάνει κάποια στιγμή να τυλίγει την πλάτη μας ως πουκάμισο. Σε κάθε περίπτωση, η τιμή του τελικού αγαθού πρέπει να ξεπερνάει τις τιμές, αθροιστικά, όλων των κεφαλαιωδών αγαθών και της εργασίας που χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου αυτό να παραχθεί. Η διαφορά ανάμεσα στην αξία του τελικού αγαθού και όλων των αγαθών (και της εργασίας συμπεριλαμβανόμενης) που ξοδεύτηκαν προκειμένου να παραχθεί το τελικό αγαθό, μένει στον επιχειρηματία ως κέρδος. Το υψηλό κέρδος δείχνει στον επιχειρηματία ότι η επιχειρηματική του «συνταγή» δουλεύει καλά: η αξία όλων των αγαθών που αναλώνει κατά την παραγωγή είναι μικρότερη της αξίας του τελικού αγαθού. Συνεπώς ο επιχειρηματίας αμείβεται για την πετυχημένη συνταγή του (πλουτίζει), καθότι προσθέτει αξία στην συνολική παραγωγή της οικονομίας. Οι ζημίες, από την άλλη πλευρά, δείχνουν στον επιχειρηματία ότι η επιχειρηματική του δραστηριότητα όχι μόνο δεν προσθέτει αξία αλλά τουναντίον καταστρέφει αξία, σπαταλώντας τους πολύτιμους και πεπερασμένους παραγωγικούς πόρους της οικονομίας. Η «τιμωρία» του, σε αυτήν την περίπτωση, θα είναι οπωσδήποτε η χρεωκοπία.
Το ζητούμενο, για τις ανάγκες αυτού του άρθρου, είναι το πως διαμορφώνονται οι τιμές των διαφόρων αγαθών οι οποίες επιτρέπουν στους επιχειρηματίες να κάνουν τους υπολογισμούς τους και να βλέπουν εκ των προτέρων αν η παραγωγική διαδικασία που σχεδιάζουν να εφαρμόσουν θα τους αποφέρει κέρδη ή ζημίες. Οι τιμές στην καπιταλιστική αγορά διαμορφώνονται, μέσω του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης, με την ελεύθερη ανταλλαγή των προϊόντων στην ανοιχτή αγορά. Φυσικά όμως η ελεύθερη ανταλλαγή των προϊόντων προϋποθέτει πολλαπλούς εμπλεκομένους στην οικονομική διαδικασία. Κάποιοι θα προσφέρουν, άλλοι θα ζητούν, και η τιμή θα προκύψει αυθόρμητα, σε μια διαδικασία η οποία συνήθως είναι τόσο πολύπλοκη ώστε ακόμα και οι ίδιοι οι άμεσα εμπλεκόμενοι να μην μπορούν να γνωρίζουν πως ακριβώς διαμορφώθηκε η τιμή.
Στην ΕΣΣΔ και τις άλλες κομμουνιστικές χώρες όπου απαγορευόταν η ιδιωτική παραγωγή, εν αντιθέσει, υπήρχε για κάθε προϊόν ένας μόνο παραγωγός, το κράτος. Όσον αφορά στην κατανάλωση, υπήρχαν βεβαίως τα εκατομμύρια των απλών καταναλωτών που αγόραζαν από τα κρατικά καταστήματα έτοιμα αγαθά όπως πουκάμισα και κρέας, αλλά αυτά ήταν πάντα αυστηρώς καταναλωτικά προϊόντα (σε στατικές και κεντρικά προκαθορισμένες πάντα τιμές), τα οποία αποτελούν ένα μικρό κομμάτι της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας. Ο όγκος της οικονομικής δραστηριότητας σε κάθε μεγάλη οικονομία αφορά τα μέσα της παραγωγής καθώς και τα πρωτογενή και ενδιάμεσα αγαθά, δηλαδή όλα εκείνα τα αγαθά που χρησιμοποιούνται προκειμένου να παραχθεί το τελικό προϊόν που αγοράζει ο καταναλωτής στο ράφι. Παραδείγματα ενδιάμεσων αγαθών και μέσων παραγωγής είναι το ατσάλι, το αλεύρι, η εργασία, οι βιομηχανικές μηχανές, τα εργαλεία, τα εργοστάσια κτλ. Για όλα αυτά τα παραγωγικά μέσα υπήρχε στην σοσιαλιστική οικονομία μόνο ένας καταναλωτής, το κράτος, το οποίο καθόριζε πως θα χρησιμοποιηθούν όλα τα ενδιάμεσα αγαθά σε κάθε στάδιο της παραγωγής. Μα με έναν παραγωγό και έναν καταναλωτή ανταλλαγές δεν μπορούν να γίνουν, ούτε τιμές να προκύψουν. Οι τιμές όλων αυτών των αγαθών καθορίζονταν συνεπώς αυθαίρετα από τους γραφειοκράτες της Μόσχας, αλλά όλοι καταλάβαιναν πως οι τιμές αυτές δεν ήταν «αληθινές», και χρησιμοποιούνταν σε μεγάλο βαθμό (ειδικά στα πρώτα χρόνια της ΕΣΣΔ) ως καθαρά λογιστικό εργαλείο, όχι ως κατευθυντήριος μοχλός της παραγωγικής διαδικασίας.
Η σοσιαλιστική παραγωγική διαδικασία στηριζόταν λοιπόν αναγκαστικά σε καθαρά φυσικούς (μη χρηματικούς) υπολογισμούς (en natura calculation). Για παράδειγμα οι γραφειοκράτες υπολόγιζαν πως η τάδε ποσότητα σιδήρου θα βγει από τη γη εκεί, θα μεταφερθεί εκεί, θα γίνει ατσάλι εκεί, το οποίο μετά θα μεταφερθεί εκεί για να παραχθεί η τάδε μηχανή, η οποία μετά θα παράγει την τάδε βίδα, η οποία μετά θα μεταφερθεί εκεί, για να συναρμολογηθεί η τάδε μηχανή κτλ κτλ. Η ανάγκη να σχεδιαστούν τα πάντα από την αρχή ως το τέλος δημιουργεί από μόνη της ένα σωρό προβλήματα (τα οποία θα εξηγήσω σε μετέπειτα άρθρο) αλλά αυτό που έχει σημασία εδώ είναι να δούμε με πόσους διαφορετικούς τρόπους μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτή η παραγωγή. Για ποιό λόγο να χρησιμοποιήσουμε το τάδε μεταλλείο και όχι το άλλο; Πως θα γίνει η μεταφορά, με τραίνο ή φορτηγά; Να χρησιμοποιήσουμε τα παλιά μηχανήματα με 50 εργάτες ή τα καινούργια με 20; Και τι θα παράγουμε; Να παράγουμε τρακτέρ ή νταλίκες; Και που θα τα διαθέσουμε; Σε ποιόν; Και ξεκινώντας από τα πιο βασικά, υπάρχει καν λόγος να δημιουργήσουμε αυτήν την παραγωγική αλυσίδα; Μήπως οι ανάγκες της οικονομίας εξυπηρετούνται μια χαρά ως έχει, ή θα μπορούσαν ίσως να εξυπηρετηθούν καλύτερα με κάποιον άλλο τρόπο;
Στην καπιταλιστική οικονομία όπου οι τιμές διαμορφώνονται ελεύθερα μέσω της προσφοράς και της ζήτησης σε κάθε στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας, η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα έρχεται σχετικά εύκολα, μέσω της χρηματικής αξιολόγησης όλων των εναλλακτικών λύσεων.. Για παράδειγμα υψηλές τιμές (και τα συνακόλουθα ψηλά κέρδη) σε ένα καταναλωτικό αγαθό (π.χ. πουκάμισα ή κρέας) λειτουργούν ως σήμα στους επιχειρηματίες ότι πρέπει να παράγουν μεγαλύτερες ποσότητες του συγκεκριμένου αγαθού, ότι οι καταναλωτές το έχουν μεγάλη ανάγκη και είναι διατεθειμένοι να αγοράσουν μεγαλύτερες ποσότητες. Ταυτόχρονα επιχειρηματίες που παράγουν συγγενή καταναλωτικά αγαθά τα οποία παρέχουν χαμηλότερο κέρδος (σημάδι πιθανώς υπερπαραγωγής) εγκαταλείπουν σταδιακά ή ελαττώνουν την παραγωγή αυτών των αγαθών και επικεντρώνονται στα αγαθά με το ψηλότερο κέρδος. Είναι δηλαδή εμφανές τι πρέπει να παραχθεί και σε τι ποσότητες. Μα και από τη στιγμή που ένας επιχειρηματίας σκεφτεί να εμπλακεί στην παραγωγή ενός αγαθού, μπορεί σχετικά εύκολα να δει ποιά συγκεκριμένη παραγωγική αλυσίδα, μέσα από το πλήθος των άπειρων εναλλακτικών λύσεων, θα μπορέσει να του αποφέρει κέρδος, και μάλιστα το ψηλότερο. Από τη στιγμή που όλα τα μέσα παραγωγής, καθώς και τα πρωτογενή και ενδιάμεσα αγαθά, έχουν συγκεκριμένες τιμές, το τελικό κέρδος ή ζημία των διαφόρων εναλλακτικών λύσεων μπορεί εκ των προτέρων να καθοριστεί σχετικά εύκολα. Φυσικά τίποτα σε μια οικονομία δεν είναι βέβαιο, και οι επιχειρηματίες συχνά πέφτουν έξω στους υπολογισμούς τους, ωστόσο ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση μπορούν, σχετικά γρήγορα, να καταλάβουν πως έκαναν λάθος, να τερματίσουν την παραγωγή και να περιορίσουν έτσι τις ζημιές τους.
Στον υπαρκτό σοσιαλισμό δεν υπήρχε τίποτα από όλα αυτά. Οι γραφειοκράτες που σχεδίαζαν την παραγωγή δεν μπορούσαν να ξέρουν ούτε τι χρειάζονταν οι καταναλωτές, ούτε πως να το παράγουν με τον πιο οικονομικό τρόπο. Οι τιμές στα ράφια παρέμεναν αμετάβλητες, είτε το προϊόν εξαντλούνταν σε λίγες ώρες είτε έμενε αδιάθετο επί μήνες. Και επειδή δεν υπήρχαν αληθινές τιμές σε κανένα στάδιο της παραγωγής, οι γραφειοκράτες δεν μπορούσαν να γνωρίζουν αν οι διάφορες υπάρχουσες παραγωγικές διαδικασίες προσέθεταν ή κατέστρεφαν αξία στην παραγωγή της οικονομίας. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός αποτελούσε, όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο οικονομολόγος Ludwig von Mises σχεδόν έναν αιώνα πριν, την απάρνηση της ορθολογικής οικονομική παραγωγής, ένα απεγνωσμένο ψηλάφισμα στα τυφλά. Ο Λένιν και οι σύντροφοι του, όπως εύστοχα σημείωνε ο von Mises λίγα μόλις χρόνια μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, δεν είχαν την παραμικρή ιδέα περί του ακατόρθωτου του εγχειρήματός τούς. Για τον Λένιν, το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να κάνουν οι εργάτες όταν κατελάμβαναν την εξουσία θα ήταν να μπουν στα λογιστήρια των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, να μελετήσουν τα λογιστικά βιβλία, και να κατευθύνουν την παραγωγή όχι προς όφελος πια των βρωμερών καπιταλιστών, αλλά των ιδίων των εργατών. Το ότι τα χρηματικά ποσά που καταγράφανε τα λογιστικά βιβλία θα παύανε να έχουνε το παραμικρό νόημα με την κρατικοποίηση των πάντων ούτε που πέρασε από το μυαλό του Λένιν.
Η απόλυτη χρεωκοπία του υπαρκτού σοσιαλισμού φάνηκε, με τον πιο καθαρό τρόπο, όταν κατέρρευσε το σύστημα και τα χιλιάδες σοσιαλιστικά εργοστάσια βρέθηκαν ξαφνικά σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον ελεύθερης παραγωγής και κατανάλωσης. Επειδή ακριβώς παρήγαγαν συνήθως άχρηστα προϊόντα ή, ακόμα και όταν παρήγαγαν χρήσιμα προϊόντα, τα παρήγαγαν με εξαιρετικά σπάταλες διεργασίες, αναγκάστηκαν μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να βάλουν λουκέτο. Εκατομμύρια εργάτες βρέθηκαν από τη μια μέρα στην άλλη στο δρόμο. Το ΚΚΕ και οι λοιπές «προοδευτικές» δυνάμεις κατήγγειλαν τότε τον βάρβαρο καπιταλισμό που εξώθησε στην ανεργία τους εργάτες. Δεν κατάλαβαν τότε, ούτε φοβάμαι θα καταλάβουν ποτέ όσο βλέπουν τον κόσμο μέσα από τις μαρξιστικές παρωπίδες τους, ότι οι ρίζες του κακού δεν ήταν στον καπιταλισμό αλλά στον παραλογισμό του σοσιαλιστικού συστήματος, και πως το να κλείσουν αυτά τα άχρηστα εργοστάσια αποτελούσε τον μοναδικό τρόπο εξορθολογισμού της οικονομίας, και απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να μπορέσουν αυτές οι οικονομίας να αποκτήσουν, κάποια στιγμή, την οικονομική ευημερία των καπιταλιστικών χωρών.
Το ότι το χρήμα, οι τιμές και το κέρδος που αυτές επιτρέπουν, αντί να αποτελούν πηγή δυστυχίας και εκμετάλλευσης, αποτελούν το σημαντικότερο μοχλό ανάπτυξης μιας οικονομίας, το είδαν καθαρά οι διάδοχοι του Στάλιν. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του ‘60 και μετά, μέσα από μια σειρά ατέλειωτων μεταρρυθμίσεων, προσπάθησαν να αφήσουν περισσότερη ελευθερία στις διάφορες κρατικές επιχειρήσεις, και να τους δώσουν κίνητρα ώστε αυτές να σχεδιάσουν την παραγωγή τους με βάση το κέρδος. Επί Γκορμπατσόφ, μάλιστα, για πρώτη φορά το κράτος δεν επενέβη και άφησε μερικές ζημιογόνες επιχειρήσεις να βάλουν λουκέτο. Το πρόβλημα της ανεύρεσης των αληθινών τιμών όμως δεν μπορούσε να λυθεί όσο δεν επιτρεπόταν η ελεύθερη παραγωγή και ανταλλαγή στην ανοιχτή αγορά. Χωρίς τις σωστές τιμές οι επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να παράγουν ορθολογικά και σε αρμονία με τα τεκταινόμενα της ευρύτερης οικονομίας. Το αποτέλεσμα ήταν πως όσο περισσότερη ελευθερία αφήνανε οι γραφειοκράτες της Μόσχας στις διάφορες κρατικές επιχειρήσεις, τόσο περισσότερο αποδιοργανωνόταν η οικονομία, επιταχύνοντας τελικά την οριστική κατάρρευση του συστήματος.
Αντώνης Βακιρτζής