Υπάρχουν ορισμένες αξίες που έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε «αυτονόητες» για την κοινωνία μας. Η ελευθερία της έκφρασης ας πούμε, είθισται να θεωρείται κυρίαρχο έννομο αγαθό , θωρακισμένο από τις επεμβάσεις του κράτους και των υπηρετών του..Η 3η ελληνική δημοκρατία ,όπως μας διαβεβαιώνουν οι διαχειριστές της εξουσίας, είναι αν μη τι άλλο μια «ανοιχτή και φιλελεύθερη» κοινωνία… Περάσαμε άλλωστε απ τη φωτιά και το σίδερο ενός Μεταξά, ενός εμφύλιου,μιας επταετίας για να φτάσουμε εδώ που φτάσαμε… Αλλά περιμένετε ένα λεπτό: πού ακριβώς φτάσαμε?
Ας μου επιτραπεί πρώτα μια ιστορική παρέκβαση.Ο δικτάτορας Πάγκαλος έμεινε στην ιστορία όχι τόσο για πραγματικά σημαντικά γεγονότα, όσο για το ότι «μάκρυνε τις φούστες» εκδίδοντας δηλαδή το 1926 ένα περιβόητο διάταγμα βάσει του οποίου επιβαλλόταν στις γυναίκες να κυκλοφορούν δημοσίως φορώντας..
«φούστας ων το κατώτατον άκρον (…)απέχη από του εδάφους 30 εκ. Του μέτρου θεωρούνται συνυπεύθυνοι οι γονείς ή οι επίτροποι των ανηλίκων κοριτσιών»
Μέρος της επιχειρηματολογίας του ήταν και ότι …
«Εις την Ελλάδα θεωρείται άσεμνον να εκτίθονται διά στέγνωμα τα εσώρουχα των γυναικών και όμως σήμερον εις δημόσια κέντρα κυρίαι και δεσποινίδες επιδεικνύουν όχι μόνον την καλτσοδέταν των, αλλά και τα εσώρουχα»
Το μέτρο ατόνισε και κατόπιν κατέρρευσε, ηττημένο -ως συνήθως- από το χιούμορ του λαού και το φόβο της διεθνούς γελοιοποίησης. Άλλωστε επρόκειτο για δικτατορία. Σε δημοκρατίες –όπως όλοι ξέρουν- «αυτά δεν γίνονται». Η’ μήπως όχι?
Το λάθος πολλών φίλων της δημοκρατίας είναι ότι θεωρούν πως η αυταρχική και εξουσιαστική φύση της κρατικής κυριαρχίας απονεκρώνεται κατά έναν μαγικό τρόπο σε συνθήκες ελεύθερων εκλογών. Αλλά η δημοκρατία μπορεί απλά να δώσει στο λαό την δυνατότητα ειρηνικής ανατροπής της εκάστοτε δυσάρεστης εξουσίας. Από μόνη της συνιστά μια δεξαμενή πιθανοτήτων. Δεν εγγυάται την ελευθερία μας. Αυτό αποδεικνύεται με μια ματιά στην ιστορία των δυτικών δημοκρατιών. Μερικοί από τους φριχτότερους πολέμους των τελευταίων 20 χρόνων,ξεκίνησαν από δημοκρατίες. Φαίνεται πως σε κάθε βολική συγκυρία, το δημοκρατικά «εξημερωμένο» κράτος εμφανίζεται μπροστά μας στην πραγματική του μορφή: με ματωμένα νύχια και δόντια.
Παρόλα αυτά,σε μια κοινωνία που πέρασε από τον εφιάλτη ενός Πάγκαλου και ενός Μεταξά, θα περίμενε κανείς πως το κράτος θα κρατούσε τα προσχήματα της ελεύθερης έκφρασης. Περιέργως όμως, ακόμα και ανεξάρτητες διοικητικές αρχές εξοπλίζονται σήμερα με εξουσία ελέγχου της «ποιότητας» στην έκφραση φυσικών ή νομικών προσώπων. Πάρτε για παράδειγμα το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης,μια ανεξάρτητη διοικητική αρχή που ιδρύθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1866/1989 και κατοχυρώνεται με το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, Το αποτέλεσμα ήταν ένα γραφειοκρατικό μόρφωμα ικανό να επιβάλει συστάσεις και πρόστιμα εναντίον Μ.Μ.Ε. για οτιδήποτε «ξεφεύγει» από το ποιοτικά «ορθό» όπως εκείνο ορίζεται από τα μέλη της Αρχής: γκέυ ασπασμοί, καρτούν, τηλεπαρουσιάστριες, μπήκαν άμεσα στο μικροσκόπιο. Διαβάστε ας πούμε το παρακάτω σκεπτικό από την πρόσφατη απόφαση υπ.αρ. 200-2009 του ΕΣΡ σχετικά με την παρουσίαση του μετεωρολογικού δελτίου του τηλεοπτικού σταθμού Star Channel από την Πετρούλα Κωστίδου
«Η Π. είναι πάντοτε ιδιαίτερα ελαφριά ενδεδυμένη, υιοθετεί μια ορισμένη στάση σώματος με προτεταμένο το στήθος προς τα μπρος και τη λεκάνη προς τα πίσω κι ομιλεί με ιδιαίτερα χρωματισμένη φωνή και νάζι».
Φυσικά η σύγχρονη εξουσία χρειάζεται και έναν αέρα εργαλειακά χρησιμοποιούμενου «προοδευτισμού» για να επιβάλει την κυριαρχία της στο δημόσιο χώρο. Μια στάλα φεμινισμού και ρηχού κοινωνικού προβληματισμού αρκεί:
«Χρησιμοποιείται δηλαδή ως σεξουαλικό αντικείμενο αποξενωμένη από την όλη της προσωπικότητα, παρά τις αντίθετες σχετικές διεθνείς συμβάσεις, την εθνική νομοθεσία μας για τα ΜΜΕ και την συνταγματική επιταγή για την κοινωνική αποστολή της τηλεόρασης».
Οπότε για όλους τους παραπάνω …λόγους…
«Επιβάλλει στην εταιρεία με την επωνυμία Ν.Τ.. ιδιοκτήτριας του τηλεοπτικού σταθμού S. C. την διοικητική κύρωση της συστάσεως όπως κατά τη προβολή του δελτίου καιρού εξασφαλίζεται η ποιοτική στάθμη που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας, καθώς και ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου και η προστασίας της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, με απειλή επιβολής αυστηροτέρων κυρώσεων»
Η χαλαρή και αόριστη επιχειρηματολογία της απόφασης δεν αφήνει περιθώρια ιδιαίτερης ανάλυσης. Το όλο ζήτημα μπορεί να συνοψιστεί περίπου ως εξής: Μια κοπέλα «ελαφρά ενδεδυμένη» λέει τον καιρό. Οι τηλεθεατές καρφώνουν τα βλέμματα τους πάνω στις καμπύλες της. Το κράτος επεμβαίνει και τραβάει από το αυτί την αμαρτωλή κοπέλα και τους εργοδότες της επειδή παρασέρνουν τίμιους νοικοκυραίους στον ηθικό ξεπεσμό. Μα αλήθεια, δεν πέρασε ούτε μια μέρα από το 1926?
Ολόκληρη η εξουσιαστική ρητορική του ΕΣΡ αποπνέει ένα αίσθημα κεντρικού σχεδιασμού της πνευματικής ζωής και αστυνόμευσης των ηθών μιας υποτιθέμενα δημοκρατικής Πολιτείας. Η λεγόμενη «κοινωνική αποστολή» της τηλεόρασης και η «διασφάλιση της ποιοτικής της στάθμης» όπως αναφέρονται στο σύνταγμα, είναι ένας μύθος, που καταφέρνει να συνδυάζει τη ναφθαλίνη του δεξιού συντηρητισμού με το διαχρονικό σοσιαλιστικό πόθο της κοινωνικής αναμόρφωσης. Το να μιλάμε για «αποστολή» ενός μέσου μονόδρομης πληροφόρησης, σημαίνει να δεχόμαστε πως οι δέκτες της πληροφόρησης αυτής δε συνιστούν τίποτα άλλο παρά άμορφη πρώτη ύλη προς διαμόρφωση από τις εκάστοτε πνευματικές ηγεσίες. Αδράζοντας αυθαίρετα την εξουσία της «κοινωνικής διαπαιδαγώγησης» η Διοίκηση δεν προσθέτει, αλλά αφαιρεί ελευθερίες από τα άτομα τα οποία φιλοδοξεί να διαπαιδαγωγήσει.
Η νοοτροπία που θρέφει την ίδρυση θεσμών σαν το ΕΣΡ πηγάζει από έναν πατερναλισμό,σάπιο ως το μεδούλι. Η ποιοτική στάθμη των εκπομπών συνιστά υποκειμενικό μέγεθος, όσο κι αν προοδευτικοί και συντηρητικοί νομείς της εξουσίας προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο. Ο καθένας από μας, μια αυτόνομη οντότητα με δικούς της στόχους, απολαμβάνει στον ελεύθερο του χρόνο τα θεάματα που ο ίδιος επιλέγει συνειδητά. Δεν υπάρχει μέτρο ποιότητας,αλλά και να υπήρχε, δεν υφίσταται λόγος απαγόρευσης του μη-ποιοτικού. Η αυταρχική απόρριψη εκπομπών για λογαριασμό τρίτων δίχως τη συναίνεση τους δε συνιστά τίποτα λιγότερο από έναν ελάχιστα συγκαλυμμένο ολοκληρωτισμό που αντλεί νομιμοποίηση από τον υποτιθέμενα «καλό σκοπό» τον οποίο επιδιώκει.Αλλά, ένα λεπτό: αυτό ακριβώς δεν επικαλούνται όλοι οι ολοκληρωτισμοί?
Ας μη ξεγελιόμαστε από τις αυταπάτες των «καλών προθέσεων» του κράτους. Οι σύγχρονοι γραφειοκρατικοί σχηματισμοί επιχειρούν ανοιχτά κατά της ατομικής ελευθερίας επιδιώκοντας να συμμορφώσουν την κοινωνία σε συγκεκριμένες νόρμες ατομικής ή δημόσιας συμπεριφοράς. Λοιπόν,υπάρχει μια και μόνη λύση για όλα αυτά,μια λύση που ταιριάζει στις πολιτείες ελεύθερων ανθρώπων: Να ξεφορτωθούμε οριστικά τις ρήτρες του συντάγματος που επιβάλλουν τον έλεγχο του κράτους στην ελεύθερη έκφραση, τις παρεμβάσεις του στη δημόσια ζωή, τον παιδαγωγικό του «προγραμματισμό» που στήνεται «για το καλό» των υπηκόων του. Γιατί δεν είμαστε υπήκοοι.Είμαστε ελεύθεροι πολίτες μιας ανοιχτής κοινωνίας. Το κράτος είναι ο υπηρέτης μας.Όχι ο παιδαγωγός μας. Να τελειώνουμε λοιπόν με το ΕΣΡ. Η απόφαση διάλυσης του θα είναι ό,τι καλύτερο έχει συμβεί στην ελεύθερη έκφραση τα τελευταία 35 χρόνια.
Χάρης Πεϊτσίνης