Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό I: Πρόλογος – Εισαγωγή

Ιούλ 2nd, 2009 | | Κατηγορία: Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό, Φιλελευθερισμός | Email This Post Email This Post | Print This Post Print This Post |

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το βιβλίο αυτό απαίτησε σημαντική προσπάθεια και χρόνο, όχι τόσο για να αποφασίσει κανείς το τι θα περιλάβει όσο για να αποφασίσει τι θα αποκλείσει. Στην προσπάθεια αυτή συνέβαλε αποφασιστικά η σύζυγος μου που είχε την υπομονή να το διαβάζει κριτικά, όσο ακόμη το χειρόγραφο βρισκόταν «εν τω γεννάσθαι». Όταν τούτο έφτασε σε μια πιο προχωρημένη μορφή, με βοήθησαν σημαντικά με τις παρατηρήσεις τους συνάδελφοι και συνεργάτες στο τμήμα ελληνικής μετάφρασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο Χρήστος Καλλιντεράκης —εκτός των άλλων σπουδαίων παρατηρήσεων— με βοήθησε ως προς τον τίτλο, ο Γιώργος Μαρινάκος με βοήθησε με τις νομικές του γνώσεις και ο Νίκος Σαραντάκος είχε την καλοσύνη να διαβάσει το δακτυλόγραφο προσεκτικά και να επισημάνει διάφορα λάθη. Οι ανεπάρκειες, οι ελλείψεις και οι ατυχείς διατυπώσεις που έχουν παραμείνει από δική μου ευθύνη, θα ήσαν πολύ περισσότερες χωρίς αυτήν την κριτική συμπαράσταση. Οφείλω, επίσης, πολλά στον οικονομολόγο-δημοσιολόγο κ. Αθ. Παπανδρόπουλο για την ενθάρρυνση του να προχωρήσω στο έργο, καθώς και τις υποδείξεις του στο θέμα της βιβλιογραφίας. Σημειωτέον ότι εκτός του κ. Παπανδρόπουλου, ο κ. Τίμος Χριστοδούλου, Ευρωβουλευτής τότε, επέμεινε ότι δεν είναι νοητόν να γράψει κανείς ένα βιβλίο στα ελληνικά για τον Φιλελευθερισμό, χωρίς να έχει διαβάσει το έργο του Φον Μίζες «Human Action». Το ηράκλειο έργο της δακτυλογράφησης και της ενσωμάτωσης συνεχών αλλαγών στο κείμενο, ολοκλήρωσε επιτυχέστατα και χωρίς καθόλου να βαρυγκομίσει ο Γιάννης Θεοδωρίδης. Τέλος, χωρίς την αποφασιστικότητα του κ. Βουκελάτου της «Ελληνικής Ευρωεκδοτικής» και χωρίς την προσφορά του υψηλής ειδίκευσης και δαημοσύνης προσωπικού της, η «Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό» θα είχε μείνει στο δρόμο.

Μ. Δραγούμης Δεκέμβριος 1991

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η αναβίωση των φιλελευθέρων ιδεών κατά τον φθίνοντα 20ό αιώνα απέδειξε στους κυνικούς, πρώτον ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να σκέπτονται και όχι απλώς να ορέγονται, να καταναλώνουν και να αδιαφορούν και δεύτερον ότι το πρωτείο του ατόμου που διακηρύχθηκε στη Δυτική Ευρώπη εδώ και τρισήμισι αιώνες δεν υπήρξε φευγαλέο σκίρτημα αλαζόνων διανοουμένων καλλιτεχνών και πολιτικών που ήθελαν να απαλλαγούν από την κηδεμόνευση της Καθολικής Εκκλησίας. Εκείνοι που λένε ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι πρόσφατη ανακάλυψη και επομένως υπολείπονται των μεγάλων θρησκειών που αριθμούν χιλιάδες χρόνια και της ιστορικής ή βιολογικής νομοτέλειας που υπερκαθορίζει τον άνθρωπο συγχέουν τη γνώση με το αντικείμενο της. Η θεωρία του Νεύτωνος είναι πρόσφατη αλλά η κίνηση των ουρανίων σωμάτων όχι. Μικρόβια υπήρχαν προ του Παστέρ, άτομα της ύλης πολύ πριν από τον Δημόκριτο και βεβαίως έλλογα άτομα-αποφασιστές πριν από την Αναγέννηση. Η φιλελεύθερη ιδεοπονία δεν υπήρξε κονστρουκτιβιστική, δεν κατασκεύασε έννοιες, τις ανακάλυψε και τις ξεκαθάρισε. Το έργο δεν ήταν εύκολο ούτε ακίνδυνο. Ο Γουλιέλμος ο Σιωπηλός, αρχηγός της απεγνωσμένης αλλά τελικώς νικηφόρου εξεγέρσεως των Ολλανδών κατά του Ισπανικού ζυγού έλεγε ότι «δεν είναι αναγκαίο να ελπίζεις για να ξεκινάς ούτε να επιτυγχάνεις για να επιμένεις». Ο αγώνας των φιλελευθέρων αντιφασιστών την εποχή του μεσοπολέμου και τον πολέμου, ο αγώνας αντιφρονούντων στην ΕΣΣΔ και στις χώρες του υπάρξαντος σοσιαλισμού είχε αυτό το στοιχείο της εξέγερσης για υπεράσπιση αρχών χωρίς πάντα ορατή διέξοδο. Άλλωστε ο φιλελευθερισμός, ως σύνολο ιδεών, δεν λειτουργεί καν παρηγορητικώς για τους οπαδούς του διότι, σε αντίθεση με τις ολοκληρωμένες τελειωμένες τελοκρατικές «ιδεολογίες», δεν προσφέρει έτοιμες λύσεις, αναπαυτικές βεβαιότητες, δεν ναρκώνει τον νου, βασίζεται στην εγρήγορση της συνδυαστικής και ανασυνδυαστικής φαντασίας του ατόμου μάλλον παρά στη συναγωγή τελικών συμπερασμάτων από αξιωματικές αρχές. Το μόνο αξίωμα, το μόνο «άρθρον πίστεως» του φιλελεύθερου είναι το πρωτείο του ατόμου και τα δικαιώματα του, όλα τα άλλα στασιάζονται, ποικίλλουν, εξελίσσονται και προβληματίζουν.

Οι φιλελεύθερες ιδέες δεν έχουν ένα πρόσωπο ως θεμελιωτή, ένα κόμμα ως μέσο προωθήσεως τους, δεν είναι ιδιοκτησία κανενός αλλά λειτουργούν όπως τα αγαθά κοινής χρήσεως, όπως ο αέρας για να αναπνέουν ελεύθερα οι πολίτες, αυτό το μόνο φανερό, ξέσκεπο χαρτί στο πολιτικό παιχνίδι. Κυρίαρχο μέλημα των φιλελευθέρων είναι να μη θιγούν τα κυρίαρχα άτομα, που αρέσκονται να φιλοκαλούν μετ’ ευτέλειας καινά στοχοθετούν εν ασφαλεία. Ο φιλελεύθερος λόγος απευθύνεται έτσι στον καθένα, όχι σε όλους μαζί. Από το «μπαλκόνι» προτιμά τη συνομιλία και δεν αφίσταται ποτέ της αρχής ότι ο πολιτισμός είναι επιλογή ατόμων, όχι αποτέλεσμα τιτάνιας σύγκρουσης υπερατομικών δυνάμεων ή δώρο μιας θεότητας νοούμενης ως οριακώς επηρεάσιμης μέσω της προσευχής. Το παρόν πόνημα απευθύνεται έτσι στον Έλληνα πολίτη, «της οικείας βουλήσεως αυτοκράτορα», που αναζητεί τη δική του ρότα μέσα στο αχανές πέλαγος των σημερινών δυνατοτήτων.

Ο φιλελευθερισμός κατηγορείται στην Ελλάδα ταυτοχρόνως ως παλιομοδίτικος, ξεπερασμένος και ως πρωτόφαντος, ξενοφερμένος. Μερικοί τον αντιπαρέρχονται ως έναν ακόμη –ισμό μετά τον κομμουνισμό, τον φασισμό ή τον σοσιαλισμό. Ακόμη και σε μια μεταϊδεολογική εποχή, ωστόσο, οι άνθρωποι είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένοι να δράσουν σκεπτόμενοι και να σκεφθούν δρώντες. Αυτήν ακριβώς τη διαδικασία ευνοεί η φιλελεύθερη πρόταση γενικώς και αυτήν εξεικονίζει η «Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό» ειδικώς. Λύτρωση του κοινού νου και του απλού λόγου φιλοδοξεί να είναι η παρούσα προσπάθεια.

Το βιβλίο πειράται ενσυνειδήτως να υπαχθεί στο πρότυπο της «συνομιλίας», η οποία κατά τον Αγγλο φιλόσοφο Michael Oakeskott που την προτείνει διαφέρει από τους Πλατωνικούς διαλόγους διότι δεν αποσκοπεί κατ’ ανάγκην στην προσπέλαση της αλήθειας, αλλά στην αμοιβαία ευχαρίστηση και τον εμπλουτισμό που προσφέρει στον άνθρωπο η ανταλλαγή ιδεών όπως ακριβώς συμβαίνει με την ανταλλαγή προϊόντων στην οικονομία της αγοράς. Ο Oakeskott συνηθίζει μάλιστα και μια παραδοξολογία: Ο άνθρωπος, λέει, απέκτησε τη σημερινή του μορφή διότι κατάγεται από μια φυλή πιθήκων οι οποίοι κατέβηκαν από τα δένδρα και κάθονταν επί τόσο διάστημα και τόσο αργά μέσα στη νύχτα συνομιλούντες, ώστε σιγά-σιγά έχασαν τις ουρές τους. Την ιδέα αυτή της συνομιλίας ως στοιχείου πολιτισμού έχει καλλιεργήσει με ιδιαίτερη επιμονή και επιτυχία στην Ελλάδα ο Βασίλης Καραποστόλης, ο οποίος στο βιβλίο του « Ήπιος Λόγος» ασχολείται θεωρητικά και πρακτικά με το Σωκρατικό αίτημα του «πείθομεν πράως», της προσήνειας δηλαδή και του αλληλοσεβασμού, διακρίνοντας πολύ εύστοχα τη συζήτηση χωρίς έπαθλα μεταξύ ατόμων με «διαθεσιμότητα προς γνώσιν», που θέλουν απλώς να επικοινωνήσουν, από εκείνη μεταξύ ατόμων που θέλουν να πείσουν όχι τον συνομιλητή τους αλλά κάποιο ακροατήριο τρίτων κατατροπώνοντας τον, ει δυνατόν ενώπιον τους. Τονίζει πάντως την αξία της επικοινωνίας, δηλαδή της ανταλλαγής ιδεών, έστω και ατελούς, διότι «αργά ή γρήγορα οι άφωνοι γίνονται βίαιοι», ενώ ο δημαγωγός «επιτυγχάνει όταν μεταστρέφει τη βουβή ταπείνωση των ατόμων σε αλλαλαγμό πλήθους».

Ως προσπάθεια συμβολής στον σύγχρονο προβληματισμό η «Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό» παίρνει θέση. Θεωρώ την παρατακτική «ουδέτερη» παρουσίαση όλων των απόψεων ωσάν να ήσαν ισοδύναμες, όχι απλώς ανιαρή αλλά και άχρηστη αν όχι επιβλαβή διότι ισοπεδώνει τις διαφορές και καλλιεργεί τη σύγχυση. Θα ήταν ολέθριο αν η εποχή του «κατά βάθος όλοι σοσιαλιστές είμαστε» μετεξελισσόταν στην εποχή του «όλοι φιλελεύθεροι είμαστε» χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Αυτές τις διευκρινίσεις προσπαθώ να διατυπώσω εδώ κυρίως διότι τις αναζήτησα για λογαριασμό μου. Υπό μιαν έννοια, έγραψα το βιβλίο-συνομιλία που ήθελα να είχα βρει και διαβάσει. Απέφυγα ηθελημένως τις υποσημειώσεις διότι όταν κανείς συνομιλεί δεν διασπά το λόγο παραπέμποντας σε σχολιασμούς και αναφορές. Η μνεία των πηγών ενσωματώνεται στο κείμενο για λόγους ευσυνειδησίας, αλλά ο βιαστικός αναγνώστης μπορεί εύκολα να τις προσπεράσει. Δεν παραπέμπω επίσης πουθενά σε κάτι που έχω ήδη πει ή που θα πω παρακάτω ή σε κάτι που δεν θα πω διότι ξεφεύγει από το πλαίσιο του βιβλίου. Κανείς δεν μιλάει ποτέ έτσι, διότι ο ισότιμος συνομιλητής ενδιαφέρεται -ορθώς- για το τι έχεις να πεις εδώ και τώρα όχι το τι έχεις πει αλλού και άλλοτε ή τι σκοπεύεις να πεις αργότερα ή καθόλου. Η απουσία κάθε αυτοαναφοράς οδηγεί έτσι κατ’ ανάγκην σε ορισμένες επαναλήψεις τις οποίες παρ’ όλον ότι το προσπάθησα δεν κατόρθωσα τελικώς να αποφύγω. Δεν περιέλαβα τέλος ούτε ένα στατιστικό διάγραμμα σε ολόκληρο το βιβλίο διότι σε μια συνομιλία δεν έχουν θέση οι πίνακες.

Επιθυμώ πάντως να διευκρινίσω ότι τίποτε εξ’ όσων αναφέρονται στο παρόν βιβλίο δεν είναι πρωτότυπο. Έχοντας ξεκαθαρίσει τούτο εξυπαρχής ελπίζω ότι δεν θα κατηγορηθώ ως λογοκλόπος διότι δεν μνημονεύω κάθε στιγμή ότι αυτό είναι ιδέα του Hayek, το άλλο εκτίμηση τον Toqueville και εκείνο άποψη του Φρήντμαν. Η προσωπική μου ευθύνη αφορά τον συνδυασμό και ανασυνδυασμό των ιδεών, την επιλογή του υλικού μέσα από τον μεγάλο όγκο της γραμματείας του φιλελευθερισμού και τη συσχέτιση του με τα ελληνικά πράγματα. Προσπαθώντας να τιθασσεύσω την απεραντοσύνη του συγκεντρωμένου υλικού, διεπίστωσα και ιδίοις όμμασιν ότι ο φιλελευθερισμός είναι νοοτροπία, προσανατολισμός, ρεύμα όχι σύστημα με συγκεκριμένα «επειδή» και δεσμευτικά «δια ταύτα». Τούτο προκαλεί δυσκολίες στην παρουσίαση του διότι μόλις προχωρήσει κανείς πέρα από το θεμελιώδες «πρωτείο του ατόμου» αρχίζει η πολυσχιδία.

Θα ήθελα, με την ευκαιρία να δικαιολογήσω τη χρήση ορισμένων όρων. Το «πρωτείο του ατόμου» είναι κατά τη γνώμη μου προτιμότερο από την πολυχρησιμοποιημένη «ιδιωτική πρωτοβουλία» που έχει ταυτισθεί με την ελεύθερη δράση του οικονομικώς ενεργού ατόμου και δη αποκλειστικώς προς την κατεύθυνση του πλουτισμού. Δίδεται έτσι η σφαλερή καθό μονομερής εντύπωση ότι ο φιλελευθερισμός είναι ένα είδος ανεστραμμένου μαρξισμού με τη διαφορά ότι δεν θέλει την ίση ευημερία για όλους μέσω του κράτους αλλά τον άνισο πλουτισμό για τον καθένα μέσω της αγοράς. Η ελευθερία ωστόσο (δηλαδή η απουσία καταναγκασμού ανθρώπου από άνθρωπο) δεν ταυτίζεται με την επιδίωξη ενός και μόνο σκοπού, δηλαδή του πλουτισμού, αλλά και μυρίων άλλων, κριτής των οποίων είναι το κυρίαρχο εγώ, όπως είναι η αισθητική απόλαυση, η ανέμελη ζωή, η φιλότης, ο άσωτος βίος ακόμη και η αυτοκαταστροφή, η αυτοθυσία ή η αυτοκτονία.

Σαφής διάκριση πρέπει πάντοτε να γίνεται μεταξύ του φιλελευθερισμού που κατοχυρώνει το πρωτείο του ατόμου γενικώς και του «καπιταλισμού» που βασίζεται στο πρωτείο του οικονομικώς ενεργού ατόμου και θεσμοποιεί την καρποφόρο επένδυση και επανεπένδυση κεφαλαίου, τη μίσθωση εργατικής δύναμης και την παραγωγή-για-την-αγορά με σκοπό την κερδοφορία. Το πρωτείο τον ατόμου εξασφαλίζεται άριστα στο καθεστώς της «φιλελεύθερης τάξης» (έννομης και αυθόρμητης) όπου το κράτος δεν παρεμβαίνει, δεν έχει δικούς του σκοπούς και όπου οι πολίτες διευκολύνονται να στοχοθετούν ελευθέρως στο πλαίσιο της νομοκρατικής πολιτείας που εγγυάται το δίκαιο. Απορρίπτω τον όρο νεο-φιλελευθερισμός, όπλο συχνά στα χέρια αντιφιλελευθέρων οι οποίοι διστάζουν να επιτεθούν ευθέως κατά του φιλελευθερισμού και θέτουν στο στόχαστρο τους μια φανταστική, «άγρια», «βάρβαρη», «άκρατη» νεο-εκδοχή του. Ο φιλελευθερισμός άλλωστε δεν παλαιώνει διότι το ίδιο το άτομο του οποίου εξαίρει το πρωτείο είναι αστείρευτη πηγή εκπλήξεων, δημιουργικότητας και καινοτομίας. Προτιμώ τέλος τη λεκτική μορφή κρατικισμός —ή επί το κυριολεκτικότερον και βαρβαρικότερον «κρατικοπαρεμβατισμός»— από τον όρο κρατισμός διότι ο κρατικισμός προβάλλει το πρωτείο του κρατικού όχι τόσο του Κράτους, του οποίον την ανάγκη αναγνωρίζουν οπωσδήποτε οι φιλελεύθεροι. Λέμε, λοιπόν, κρατικισμός όπως λέμε κριτικισμός ( από την κριτική όχι την κρίση), σχετικισμός(από το σχετικό όχι τη σχέση), θετικισμός (από το θετικό όχι τη θέση), μυστικισμός (από το μυστικό όχι τη μύηση ή το μυστήριο), εθνικισμός (από το εθνικό όχι το έθνος) και καθολικισμός (από το καθολικό όχι το καθόλου).

Η διάρθρωση του βιβλίου είναι σε πέντε κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο πραγματεύεται το άτομο (του οποίου το πρωτείο συνιστά την πρωταξία του φιλελευθερισμού), το ενιαίο της προσωπικότητας του, την ευθύνη του, τα δικαιώματα του και τις αξίες των οποίων είναι φορέας. Διερευνάται η σχέση του ατόμου με το θείο και με το έθνος. Το δεύτερο κεφάλαιο εξετάζει τη δύσκολη ανάδυση της νομοκρατίας στην Ευρώπη όπως εκφράζεται μέσα από τη σκέψη των Μακιαβέλλι, Thomas Hobbes, John Locke, βαρώνου de Montesquieu, Ανταμ Σμιθ, Benjamin Constant, Alexis de Toqueville, John St Mill και Friedrich Hayek, αυτού του συγχρόνου μας φιλοσόφου της ελευθερίας στον οποίο αφιερώνεται μεγάλο μέρος του κεφαλαίου. Εξετάζεται επίσης πως ανεδύθησαν στην Ευρώπη οι νομοκρατικές πολιτείες που έφεραν τον φιλελευθερισμό στην εξουσία και επέτρεψαν την εμφάνιση του καπιταλισμού. Στο τρίτο κεφάλαιο περιγράφεται πως λειτουργεί ο καπιταλισμός με τον μηχανισμό της «αοράτου χειρός» πως αυτορρυθμίζεται, αυτοδιορθώνεται, και αυτοανανεώνεται μέσω του ανταγωνισμού (αυτής της εξαιρετικά επιτυχούς καθαρώς ανθρώπινης μορφής συνεργασίας), πως καταπολεμά τα μονοπώλια, μεριμνά για το χρήμα, και πως γεννά συνεχώς «θαύματα» όχι μόνο στον πρώτο κόσμο αλλά και στον τρίτο, το Χογκ-Κογκ, την Κορέα την Ταϊβάν και την Κύπρο. Αντιθέτως κρατικιστικός δρόμος ανάπτυξης δεν υπάρχει όπως αποδεικνύουν τα παραδείγματα της Ινδίας, της Αιγύπτου, της Αφρικής και φυσικά του υπάρξαντος σοσιαλισμού. Τίθεται τέλος θέμα προβληματισμού για τη μορφή των σχέσεων μεταξύ πλουσίων και φτωχών διεθνώς αλλά και στο εσωτερικό των χωρών με θεσμοποίηση της αλληλεγγύης μεταξύ γενεών (εκπαίδευση), απομάχων και εργαζομένων (κοινωνικές ασφαλίσεις), υγιών και ασθενών (περίθαλψη).

Στο τέταρτο κεφάλαιο εξετάζεται η τελοκρατία, αυτό το βασίλειο των δοτών σκοπών που ξεκινά ως ουτοπία και οδηγεί σε ολοκληρωτισμό μέσω ιδεολογημάτων όπως η «γενική βούληση» του Ρουσσώ και «η πάλη των τάξεων» του Μαρξ. Η κατάρρευση του κομμουνισμού στην ΕΣΣΔ μετά την προσπάθεια του Γκορμπατσώφ να τον αναδομήσει χωρίς να τον αποξηλώσει εξετάζονται από φιλελεύθερη σκοπιά ως προς τις συνέπειες τους στο άτομο. Ο χώρος που αφιερώνεται στην πρώην ΕΣΣΔ είναι ίσως δυσανάλογα μεγάλος αλλά δικαιολογείται διότι η κατάρρευση του κομμουνισμού, αυτού του τελευταίου ολοκληρωτικού συστήματος στην Ευρώπη (το Ισλάμ δεν είναι ευρωπαϊκό κίνημα ούτε θα γίνει ποτέ) είναι λίαν διδακτική για τους φιλελεύθερους. Το κεφάλαιο ασχολείται επίσης με το ιδεολόγημα της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αναδιανομής του εισοδήματος μέσω της φορολογίας, καθώς και με τις μορφές ήπιας τελοκρατίας για επιδίωξη ισότητας αποτελεσμάτων που συνιστά την πρωταξία του δυτικού σοσιαλισμού. Εξετάζεται επίσης η οικτρή αποτυχία του αυτοδιαχειριστικού σοσιαλισμού γενικώς και στη Γιουγκοσλαβία ειδικώς.

Το πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο ασχολείται με τον ελληνικό φιλελευθερισμό, το κίνημα του διαφωτισμού πριν από την Επανάσταση, του ρομαντισμού μετά από αυτήν, τη γέννηση του ελληνικού κράτους που κληρονόμησε τις τελοκρατικές δομές του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας, διογκώθηκε, κατέλαβε όλο σχεδόν το χώρο της κοινωνίας των πολιτών, άργησε να εκσυγχρονισθεί και να μετεξελιχθεί σε σύγχρονο απρόσωπο κράτος δικαίου με αποτέλεσμα η νομοκρατία να μην είναι ακόμη και σήμερα απολύτως κατοχυρωμένη στην Ελλάδα. Η Ελληνική τελοκρατία υπό τη συντηρητική, ελληνοχριστιανική ή αρχαιολατρική της μορφή, καθώς και υπό την αριστερή, κομμουνιστική ή σοσιαλιστική της εκδοχή, καταπολέμησε το πρωτείο του έλληνα και δυσκόλεψε τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Ωστόσο, οι φιλελευθερομάχοι εκ δεξιών και αριστερών δείχνουν να χάνουν τη μάχη στην αρχή της δεκαετίας του ’90. Ο Επίλογος σηματοδοτεί αυτή τη εξέλιξη διεθνώς και αμφισβητεί ότι βιώνουμε το «τέλος της Ιστορίας» με το τέλος του κομμουνισμού και του ψυχρού πολέμου.

Αντί της συνήθους εκτεταμένης βιβλιογραφίας που παραθέτουν κατά κανόνα οι συγγραφείς, προτιμώ να παρουσιάσω εδώ σχολιασμένα τα κυριότερα βιβλία που χρησι-μοποίησα για να γράψω την «Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό», αφήνοντας απ’ έξω πολλά από αυτά και χωρίς να μνημονεύσω περιοδικά από τα οποία ο «Economist» και ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος» είναι κατά τη γνώμη μου τελείως απαραίτητα στο εβδομαδιαίο σιτηρέσιο του Έλληνα φιλελευθέρου. Είμαι βέβαιος ότι έχω αγνοήσει πολλά και σημαντικά συγράμματα, άρθρα και αναλύσεις. Εύχομαι να καλύψουν τις ελλείψεις νέοι λόγιοι από τους πολλούς που έχουν ήδη αρχίσει να διερευνούν τις φιλελεύθερες ιδέες στην Ελλάδα.
Κεντρική φυσιογνωμία του συγχρόνου φιλελευθερισμού είναι ο πολυγραφότατος νομπελίστας Friedrich Hayek που εξέδωσε ογκώδη συγγράμματα με αντικείμενο την οικονομία, το δίκαιο, και τη φιλοσοφία. Το 1988 σε ηλικία 89 ετών εξέδωσε ένα βιβλίο 180 σελίδων με τίτλο «The Fatal Conceipt» («Η Μοιραία Έπαρση»), στο οποίο συνοψίζει την ουσία των απόψεων του, με τρόπο σφιχτοδεμένο, συνθετικό και επιγραμματικό. Ο βιαστικός αναγνώστης που θέλει να επικοινωνήσει με τα συμπεράσματα του Hayek μπορεί να αρκεσθεί σ’ αυτό το βιβλίο. Ο λιγότερο βιαστικός που θα ενδιαφερθεί για το πληρέστατο, διεξοδικό σκεπτικό του Hayek θα πρέπει να διαβάσει το «Constitution of Liberty» (Routledge and Kegan Paul) («Το Σύνταγμα της Ελευθερίας») που εκδόθηκε το 1960 στο Λονδίνο και απεκλήθη από έναν αντιφιλελεύθερο κριτικό «υπέροχος δεινόσαυρος φαινομενικώς άτρωτος στην επίδραση της φυσικής επιλογής». Την εποχή εκείνη οι φιλελεύθερες ιδέες εθεωρούντο από τους αντιπάλους τους ξεπερασμένες. Σήμερα καταγγέλλονται ως επικίνδυνες. Πρόκειται για έργο ωριμότητος όπου ο Hayek αναπτύσσει με κάθε λεπτομέρεια και με ύφος που διατηρεί τη δομή της γερμανικής γλώσσας την καίρια έννοια της αυθόρμητης τάξης σε όλους τους τομείς της ανθρώπι νης διαβίωσης εν κοι νωνία. Συνιστώ θερμά στους θαρραλέους να κολυμπήσουν στα βαθιά νερά αυτού του βιβλίου-ποταμού των 540 σελίδων όπου οι έννοιες παράδοση, ευθύνη, ισότητα, αξία, πλειοψηφία, ανεξαρτησία, δίκαιο, κρατικός καταναγκασμός, έννομη τάξη, ανάδυση κανόνων, κράτος πρόνοιας, συνδικάτα, απασχόληση, κοινωνική πρόνοια, φορολογία, αναδιανομή, χρήμα, πολεοδομία, γεωργία, φυσικοί πόροι, εκπαίδευση, έρευνα γίνονται αντικείμενο μεθοδικής αναλύσεως, η οποία δεν κάνει καμμία απολύτως παραχώρηση σε εύκολες γενικεύσεις και ευσεβείς πόθους.

Ο Hayek είναι αδυσώπητος κυρίως με τον εαυτό του. Εάν δεν εξαντλήσει κάθε πτυχή του προβλήματος που εξετάζει δεν ησυχάζει. Διαβάζοντάς τον διστάζει κανείς πραγματικά να πιάσει την πέννα. Το πρότυπο λογιοσύνης που προβάλλει συντρίβει τους κοινούς θνητούς. Το ίδιο ύφος και το ίδιο πνευματικό σθένος χαρακτηρίζει και το άλλο μεγάλο τρίτομο έργο του «Law, Legislation and liberty» (Routledge and Kegan Paul) («Δίκαιο, Νομοθεσία και Ελευθερία») που γράφτηκε το 1973. Το έργο αυτό ασχολείται κυρίως με τους κανόνες που διέπουν τη συντεταγμένη πολιτεία, πώς αυτοί διαμορφώνονται, πώς αλλάζουν και τι ρόλο παίζει το λογικό, σ ‘ αυτή τη διαδικασία, διερευνά την έννοια της «γενικής ωφελείας» και ποιος την καθορίζει, την έννοια της δικαιοσύνης, τον ρόλο της αγοράς και των κανόνων που αυτή προϋποθέτει, καθώς και τους δημοκρατικούς θεσμούς και το αποτέλεσμα των παρεμβάσεων του κράτους στην αυθόρμητη τάξη της αγοράς και της κοινωνίας. Με αυτό το έργο ο Hayek δεν επαναπροσδιορίζει την αυθόρμητη τάξη καθ’ εαυτήν, αλλά την προϋποθέτει και προσπαθεί να θεμελιώσει την ανάγκη νομοθετικής και θεσμικής της κατοχύρωσης. Ενδιαφέρον έχει και το πρώτο έργο του Hayek «The Road to Serfdom» (Ark -1944) («Ο δρόμος προς τη δουλεία») καθώς και οι συλλογές άρθρων του στον τόμο «Studies in Philosophy, Politics and Economies» (University of Chicago Press -1980) και το σχετικώς πρόσφατο «The Essence of Hayek» (Hoover Institu¬tion Press – Stanford University -1984), όπου σε ένα άρθρο του με τίτλο «The confusion of language in political thought» («Η γλωσσική σύγχυση στην πολιτική σκέψη») ο Hayek υιοθετεί απολύτως την καίρια διάκριση του Oakeshott -μνημονεύοντας τον ρητώς- μεταξύ νομοκρατίας και τελοκρατίας. Ο ίδιος εξηγεί ότι θα προτιμούσε γλωσσολογικώς τον όρο nomarchy («Νομαρχία» όπως την ήθελε «Ανώνυμος ο Ελλην»), αλλά τον εγκατέλειψε διότι υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως με την μοναρχία.

Ο Michael Oakeshott που πέθανε τον Δεκέμβριο του 1990, γνωστός ως «φιλόσοφος της συνομιλίας» είναι σχεδόν άγνωστος εκτός Αγγλίας. Από το βιβλίο του «On human conduct» (Clarendon Press. Oxford 1975) («Περί της ανθρωπίνης διαγωγής») άντλησα πλήθος ιδέες και παρατηρήσεις για το πώς αναδύθηκαν τα ευρωπαϊκά εθνικά κράτη. Η κομψότητα του ύφους γοητεύει τον αναγνώστη αλλά ο βαθύτατος Αγγλοκεντρισμός του εκκεντρικού αυτού φιλοσόφου τον εμπόδισε να βρει «συνομιλητές» πέραν της Μάγχης. Σ’ αυτόν οφείλεται πάντως η διχοτομία ανάμεσα στο τελολογικό (λαχτάρα επιτεύξεως σκοπών) και το τυπικό (τήρηση κανόνων) στοιχείο που υποστηλώνει τον πολιτισμό και γεννά νομοκρατικές πολιτείες «κενές σκοπών». Τους ιδίους αυτών σκοπούς επιτυγχάνουν κατά τον Oakeshott ενίοτε τα άτομα, αλλά ποτέ οι τελοκρατικές πολιτείες οι οποίες γεννούν ανείπωτη βαρβαρότητα όταν το επιχειρούν.

Η ανάπτυξη του πολιτικού στοχασμού στη Δύση, που έγινε σταδιακά και ορισμένες φορές επώδυνα μέσα από συνεχείς αψιμαχίες με τη Καθολική Εκκλησία, δίδεται συνο¬πτικά στο βιβλίο του καθηγητή Pierre Manent: Histoire intellectuelle du libéralisme – Dix leçons») (Colman. Levy, 1987) το οποίο καλύπτει τους κορυφαίους πολιτειολόγους από τον Μακιαβέλλι έως τον Toqueville κατά τρόπο που θυμίζει σκυταλοδρομία ιδεών. Ο κάθε στοχαστής παραλαμβάνει τις ιδέες των προκατόχων του τις επανεπεξεργάζεται και τις παραδίδει στους πνευματικούς τους κατιόντες για περαιτέρω εμπλουτισμό. Το οικείο κεφάλαιο του παρόντος πονήματος οφείλει πολλά σ’ αυτό το σχετικά σύντομο —μόλις 250 σελίδων μικρού σχήματος— βιβλίο του καθηγητού Manent που συνιστά υπόδειγμα εκλαϊκευτικής παρουσίασης και επιγραμματικής διατύπωσης. Ο «Ηγεμών» του Μακιαβέλλι στη θαυμάσια Αγγλική μετάφραση των εκδόσεων Penguin χρησίμευσε επίσης ως πηγή γι’ αυτό το κεφάλαιο. Όσοι ενδιαφέρονται για τον προβληματισμένο αυτόν στοχαστή της Αναγέννησης θα βρουν πλούσιο υλικό στη μνημειώδη βιογραφία 400 σελίδων με 100 σελίδες παραθέματα από το.έργο του που του αφιέρωσε ο Αμερικανός Sebastian de Grazia με τίτλο «Machiavelliin Hell» (Princeton University Press 1990) («O Μακιαβέλλι στην Κόλαση»).

Ενδιαφέρον έχει για την κάλυψη της περιόδου της Αναγεννήσεως και του Διαφωτισμού το βιβλιαράκι του καθηγητού Πασχάλη Κιτρομηλίδη: «Πολιτικοί στοχαστές των νεοτέρων χρόνων» («Διάττων» 1989), το οποίο χαρακτήρισε «πολύ προσεγμένη έκδοση» η «Καθημερινή» στη στήλη βιβλιοκρισίας (20-08-89). Ο καθηγητής Κιτρομηλίδης στην εισαγωγή του μνημονεύει ως «εντυπωσιακό» το γεγονός ότι στη σημερινή Ελλάδα παρατηρείται «παντελής σχεδόν απουσία οποιασδήποτε συστηματικής απασχόλησης με τη φιλελεύθερη πολιτική σκέψη, την ιστορία και τις κλασικές πηγές της». Η ορθή αυτή διαπίστωση συμπληρώνεται από την εύλογη δήλωση ότι το βιβλίο του «δεν προτίθεται να καλύψει αυτό το κενό». Προσωπικώς διαφωνώ πάντως με την πρωτοβουλία του Κιτρομηλίδη να κατατάξει σιωπηρώς τον Ρουσσώ μεταξύ των φιλελευθέρων στοχαστών. Σπουδαία υπήρξε και η προσφορά του Κιτρομηλίδη να παρουσιάσει, σχολιάσει και μεταφράσει τη «Δεύτερη πραγματεία» του John Locke («Γνώση» 1990). Είναι κρίμα ότι αποδίδει στα ελληνικά τη λέξη government ως κυβέρνηση αντί του ορθού -στην περίπτωση αυτή-«διακυβέρνηση». Χαροποιό είναι πάντως το μήνυμα ότι σήμερα τα κείμενα του Locke βρίσκουν αναγνώστες στην Ελλάδα. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα βρήκα την πρόσφατη βιογραφία του André Jardín: ‘Alexis de Toqueville» (Hachette 1984). Είναι εκπληκτικό ότι ως το 1980 κανείς δεν είχε ασχοληθεί να βιογραφήσει αυτόν τον Γάλλο αριστοκράτη θιασώτη του «μελαγχολικού φιλελευθερισμού» που επεσήμανε έγκαιρα τους ενδεχόμενους κινδύνους που μπορεί να σημάνει για το άτομο η ανεξέλεγκτη λειτουργία του νόμου της πλειοψηφίας.

Από τα βιβλία που αφορούν ειδικότερα το πρωτείο του ατόμου στην οικονομία συνιστώ βεβαίως το κλασικό έργο του Άνταμ Σμιθ «The Wealth of Nations» («Ο Πλούτος των Εθνών») στην κομψή και εύχρηστη έκδοση τσέπης των Penguin Books (1970). Οι βιαστικοί μπορούν να αρκεσθούν στη θαυμάσια εισαγωγή του Andrew Skinner. Προσωπικώς διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον το μνημειώδες έργο του πρύτανη της αποκληθείσης «Αυστριακής Σχολής» Ludwig von Mises: ‘Human Action» («Ανθρώπινη Δράση»). Είναι φανερό ότι ένας τόμος 900 σελίδων που γράφτηκε αρχικώς το 1949, αναθεωρήθηκε το 1963 και ύστερα πάλι το 1966 είναι ικανός να αποθαρρύνει και τους πιο τολμηρούς. Τούτο θα ήταν κρίμα διότι ο φον Μίζες είναι γοητευτικός συγγραφέας καθώς «απομυθοποιεί» τις αξιώσεις επιστημοσύνης των οικονομολόγων, εξαίρει το υποκείμενο (το οποίο με τις προτιμήσεις του και μόνον προσδίδει «αξία» στα αγαθά) και γενικώς εξανθρωπίζει, προσγειώνει, απλοποιεί τα οικονομικά προβλήματα. Το έργο μοιάζει σχεδόν με προσω¬πική εξομολόγηση και αξίζει να διαβασθεί παρά το γερμανοπρεπές του ύφους.

Στην ίδια απομυθοποιητική εκλαϊκευτική αλλά και υφολογικώς γοητευτική στην απλότητα της γραμμή κινείται και η σκέψη του Αμερικανού καθηγητή και νομπελίστα Μίλτον Φρήντμαν. Χρησιμοποίησα τα κλασικά του πια έργα «Free to Choose» και το «Capitalism and Freedom» (Penguin Books). O Φρήντμαν καταργεί εξυπαρχής κάθε φραγμό στην επικοινωνία με τον αναγνώστη τον οποίο συναρπάζει με τους οιονεί εφηβικούς ενθουσιασμούς του για τις ιδέες που αναπτύσσει. Δεν είναι πολιτικός φιλόσοφος ο Φρήντμαν, δεν ασχολείται με την νομιμοποίηση της εξουσίας και την ανάδυση του κράτους.

Αρκείται να αποδεικνύει ότι ενώ ο πλούτος παράγεται από άτομα, το χρήμα τυπώνεται από την πολιτεία η οποία είναι παντού και πάντοτε υπεύθυνη για τον πληθωρισμό. Το «Free to Choose» είναι μια θαυμάσια εισαγωγή στη λειτουργία της αγοράς και κυκλοφορεί σε εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο το κόσμο.

Η εκλαΐκευση του φιλελευθερισμού γενικώς κατά τη δεκαετία του ‘80 οφείλει πολλά στον Γάλλο δημοσιογράφο Γκυ Σορμάν, ο οποίος παίρνει τους δρόμους και γυρίζει από χώρα σε χώρα καταγράφοντας τις επιτυχίες της αγοράς και τις αποτυχίες του κρατικοπαρεμβατισμού. Η «Φιλελεύθερη Λύση» (εκδόσεις «Ροές» 1986) που αφιερώνεται χαρακτη¬ριστικά στους «φιλελευθέρους όλων των κομμάτων» με το κέφι της, τις επιγραμματικές της διατυπώσεις και το ανάλαφρο ύφος της περιγράφει μάλλον παρά αποδεικνύει τις κρυφές και φανερές χάρες του φιλελευθερισμού. Η εφημερίδα «Φιγκαρό» έγραφε την 1-9-84 για την «Φιλελεύθερη Λύση»: «Διαβάστε Σορμάν και ανακτήστε ελπίδα» («Lisez Sorman et reprenez espoir»). Το «Ελάχιστο Κράτος» (Ροές 1984), για την ελληνική έκδοση του οποίου ο ίδιος ο Σορμάν έγραψε ειδική εισαγωγή, είναι πιο γαλλοκεντρικό από το προηγούμενο βιβλίο του και κατά τούτο χρήσιμο στους Έλληνες που έχουν και αυτοί να αντιμετωπίσουν ένα υπερτροφικό κράτος. Δανειζόμενος τον τίτλο από τον Ανταμ Σμιθ ο Σορμάν εκδίδει το 1987 το ‘La nouvelle richesse des nations» (Fayard 1987) («Ο νέος πλούτος των εθνών») νέο δείγμα «περιπατητικού φιλελευθερισμού». Τη φορά αυτή δεν επισκέπτεται επιχειρήσεις —όπως στη «Φιλελεύθερη Λύση»— αλλά κράτη και αποκαλύπτει γλαφυρά τις σπατάλες και τις καταχρήσεις με τις οποίες οι τριτοκοσμικές κρατικοπαρεμβατικές κυβερνήσεις εμποδίζουν τους λαούς των να ευημερήσουν, επικουρούμενοι στο έργο τους από αριστερούς διανοουμένους της Δύσης. Παράλληλα εξεικονίζει και τις επιτυχίες των χωρών που επιτρέπουν -ενίοτε παροτρύνουν πιεστικώς – τους πολίτες τους να πλουτίσουν. Το 1989 ξαναπαίρνει τους δρόμους για να συναντήσει αυτή τη φορά 28 σοφούς της εποχής μας και να δημοσιεύσει συνεντεύξεις μαζί τους στο βιβλίο του «Les vrais penseurs de notre temps» (Fayard 1989) («Οι πραγματικοί διανοητές της εποχής μας»), ένα πανοραμικό έργο 408 σελίδων που διαβάζεται σαν μυθιστόρημα. Το 1990 αυτός ο περιπατητικός του φιλελευθερισμού επισκέπτεται τη Μόσχα, το Κίεβο, τη Βαρσοβία, τη Σαγκάη, τη Βουδαπέστη και την Πράγα και συνομιλεί με πλήθος «ουσιωδών μαρτύρων» προσπαθώντας να καταλάβει πώς έπεσε ο κομμουνισμός και τι πρέπει ή έστω μπορεί να γίνει την «επόμενη μέρα». Οι εντυπώσεις του καταγράφονται στο βιβλίο του «Sortir du Socialisme», που μεταφράστηκε πολύ καλά και εκδόθηκε από τις «Ροές» με τίτλο «Η έξοδος από τον σοσιαλισμό». Ο Σορμάν δεν δίνει φυσικά όλες τις απαντήσεις και συχνά παρουσιάζει με πολύ υποκειμενικό τρόπο το υλικό που συλλέγει, ωστόσο πρόκειται για εξαιρετικά χρήσιμο βιβλίο που θέτει με καθαρό και γοητευτικά απλό τρόπο όλα τα προβλήματα του μετακομμουνισμού.

Τα βιβλία που χρησιμοποίησα για να διερευνήσω την Ελληνική διάσταση του φιλελεύθερου προβληματισμού είναι βέβαια πιο ποικίλα καθότι δεν έχουμε ακόμη αναδείξει στη χώρα μας «πολυσθενείς διανοούμενους» τύπου Hayek, ενώ αφθονούν παρ’ ημίν οι «πολυσθενείς εργαζόμενοι» κατά την επιτυχή διατύπωση του καθηγητή Κ. Τσουκαλά. Η μελέτη του φαινομένου «σύγχρονη Ελλάδα», πάντως, αποκτά ιστορικό βάθος στο έργο του Τσουκαλά του οποίου γίνεται αξιοποίηση μέχρι λεηλασίας στο παρόν βιβλίο παρ’ όλον ότι ο εν λόγω «μεταμαρξιστής» στοχαστής δεν μπορεί (ακόμα) να χαρακτηρισθεί ως φιλελεύθερος. Έτσι στην πολυσέλιδη και αρκούντως δύσπεπτη «Εξάρτηση και Αναπαραγωγή: Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα» («Θεμέλιο» 1985), ο Τσουκαλάς δείχνει πως διαμορφώθηκε ο σύγχρονος ελληνισμός στην ύπαιθρο, στις πόλεις, στη διασπορά καθώς και το ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος σ’ αυτή τη διαδικασία. Ο μέσος αναγνώστης δεν θα μπορέσει ίσως να διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο και να το αφομοιώσει στις λεπτομέρειες του. Τούτο άλλωστε δεν χρειάζεται, αρκεί κανείς να συγκρατήσει τα ουσιώδη, δηλαδή τα συμπεράσματα. Στην κριτική της για το βιβλίο στην «Καθημερινή» της 04-08-87 η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου σημειώνει ότι τούτο δεν προσφέρεται σε «άκοπη πληροφοριακή ανάγνωση» προσθέτοντας -ορθότατα- ότι «οι δυσκολίες αίρονται τελικά διότι… το βιβλίο έχει σαφέστατη διάρθρωση και συνοχή». Στο «Κοινωνική Ανάπτυξη και Κράτος».(«Θεμέλιο» 1983) ο Τσουκαλάς διερευνά τη γένεση του ελληνικού Κράτους. Πρόκειται για βιβλίο 365 σελίδων που θάπρεπε να διαβαστεί απνευστί από κάθε Έλληνα αντικρατικιστή ή μάλλον από κάθε Έλληνα. Εδώ η ισορροπία σκεπτικού και συμπερασμάτων είναι καλύτερη, η γλώσσα πιο στρωτή και βεβαίως το θέμα συναρπαστικό.

Το τρίτο βιβλίο του Τσουκαλά που χρησιμοποίησα είναι το «Κράτος, Κοινωνία, Εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα» («Θεμέλιο» 1986), όπου ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε ποτέ πάλη των τάξεων στην Ελλάδα και ότι οι Ελληνες έγιναν «πολυσθενείς εργαζόμενοι» επινοώντας λύσεις που δεν περιέχονταν στα έργα του Μαρξ και του Έγκελς, ενώ ξεφεύγουν από όλα τα καθιερωμένα σχήματα και «σαν τα κινέζικα ιδεογράμματα αντιστέκονται σε οιαδήποτε κατηγοριοποίηση τους». Στην πολύ ουσιαστική συζήτηση του με κάποιον παραδοσιακό αριστερό καθηγητή που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Διαβάζω» (21-02-90 τεύχος 233) ο Τσουκαλάς δείχνει τέτοια βαθιά κατανόηση του φιλελευθέρου προτύπου (το οποίο ονομάζει «αρχετυπικό φιλελευθερισμό») και προσδιορίζει με τόση διαύγεια το ρόλο του ουδέτερου αστικού κράτους σε ένα σύστημα «όπου προτάσσεται η ελευθερία του ατόμου», ώστε να υποψιάζεται κανείς ότι έχει αρχίσει να ενδίδει στη διακριτική γοητεία του φιλελευθερισμού. Κανείς πραγματικά αντιφιλελεύθερος δεν περιγράφει τον φιλελευθερισμό τόσο έντιμα. Άλλωστε, μιλώντας για τα ανθρώπινα δικαιώματα τονίζει ότι τα θεωρεί «τη μεγαλύτερη πολιτική κατάκτηση του ανθρώπου» έστω και αν διατηρεί ακόμη επιφυλάξεις για το δικαίωμα της ιδιοκτησίας.
Όσο για την «εκμετάλλευση» -στην οποία μένει ακόμη προσκολλημένος- την αδειάζει από κάθε συγκεκριμένο περιεχόμενο λέγοντας ότι «θα έπρεπε να τη δει κανείς στο μακροεπίπεδο».
Ανάμεσα στα καθαρώς ιστορικά βιβλία που φωτίζουν την ιστορία ιδεών στη σύγχρονη Ελλάδα ξεχωρίζουν βέβαια τα βιβλία του καθηγητή Δημαρά. Ο «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» («Ερμής» 1977) αποκαλύπτει ένα πανόραμα στοχαστών του 18ου αιώνα όπου δεσπόζει η επιβλητική μορφή του Αδαμαντίου Κοραή. Το γεγονός ότι δεν πρόκειται για ενιαίο έργο, αλλά για ανεπτυγμένα και ξαναδουλεμένα άρθρα και επιφυλλίδες πολλαπλασιάζει τις «δισσολογίες» όπως τις ονομάζει ο Δημαράς και δίνει στο όλο έργο ένα χαρακτήρα κάπως ασπόνδυλο. Το ίδιο παρατηρείται και με τον «Ελληνικό Ρωμαντισμό» που αναφέρεται στην κίνηση ιδεών της μετεπαναστατικής Ελλάδος. Ο εταστικός αναγνώστης θα βρει πάντως πλούτο στοιχείων και οξυδερκών παρατηρήσεων στα έργα αυτά
του Δημαρά. Συμπληρωματικώς βρήκα χρήσιμα και δύο μικρά βιβλία του Φιλ. Ηλιου, το ένα με τον κάπως ξύλινο τίτλο «ιδεολογικές χρήσεις του Κοραϊσμού στον 20ο αιώνα» («Ο Πολίτης» 1989) και το άλλο με τον πνευματώδη τίτλο «Τύφλωσον κύριε τον λαόν σου» («Πορεία» 1990). Αμφότερα εξεικονίζουν την έκταση και το βάθος της σύγκρουσης των διαφωτιστών με το Πατριαρχείο και εξανθρωπίζουν τον Κοραή, τον φωτισμένο αυτόν Έλληνα πρωτοφιλελεύθερο, ο οποίος κινδυνεύει να μείνει απολιθωμένος στο άγαλμα που του έστησαν οι μεταγενέστεροι για να τιμήσουν το πρόσωπο του (όχι κατ’ ανάγκην τις ιδέες του) έξω από το Πανεπιστήμιο.

Μνημειώδης είναι βέβαια η «Ελληνική Νομαρχία» (Εκδόσεις Βαγιονάκη 1948) γραμμένη δια χειρός «Ανωνύμου του Έλληνος» πιθανώς περί τις αρχές του 19ου αιώνα, κείμενο που όσο περνάει ο καιρός κερδίζει σε φρεσκάδα και ακτινοβολία. Σε ορισμένες αντικληρικές διατυπώσεις του ο «Ανώνυμος ο Έλλην» θυμίζει Μακιαβέλλι, μόνο που η «Νομαρχία» επιτίθεται κυρίως κατά της διαβίωσης των κληρικών και λιγότερο κατά της πολιτικής του Πατριαρχείου. Το άλλο ανώνυμο κείμενο ο «Ρωσσο-Αγγλο-Γάλλος» («Πορεία») που εκδόθηκε το 1990 με επιμέλεια και σχολιασμό του Δημαρά παρουσιάζει πολύ μικρότερο ενδιαφέρον. Δείχνει ωστόσο μια πτυχή του νεοελληνικού φαντασιώδους που διατηρείται έως τις μέρες μας: Όχι μόνον οι ξένοι αλλά και οι Έλληνες πρόκριτοι, ο μητροπολίτης, ο βοεβόδας της Βλαχίας ο έμπορος ο κοτζαμπάσης, όλοι αδιαφορούν ή εχθρεύονται στο έργο αυτό την ταλαίπωρη Ελλάδα η οποία ως γυναίκα «ξυπόλυτη, αχτένιστη και όλη πληγωμένη -και μέσα εις τα δάκρυα όλη βεβυθισμένη» παραπονείται πικρά για την εγκατάλειψη της, ενώ έχει κάτι δυσάρεστο και δηκτικό να καταλογίσει στον καθένα. Το σύνδρομο της εθνικής κακομοιριάς, της μετάθεσης της ευθύνης σε άλλους και της εθνικής πολιτικής της μεμψιμοιρίας επικρατεί οιασδήποτε «ριζοσπαστικής» τοποθέτησης του συγγραφέα. Ενώ η Νομαρχία διαγράφει -αχνά έστω- ένα μέλλον ατομικής προκοπής και ελευθερίας, ο Ρωσσο-Αγγλο-Γάλλος περιγράφει ένα παρόν όλο ζόφο και απελπισία.
Για την κίνηση ιδεών στη μετεπαναστατική Ελλάδα του 19ου αιώνα εκτός από τον «Ελληνικό Ρωμαντισμό» του Δημαρά βρήκα εξαιρετικά χρήσιμο, αν και κάπως ακατάστατα γραμμένο, το βιβλίο της Έλλης Σκοπετέα «Το Πρότυπον Βασίλειον και η Μεγάλη Ιδέα» («Πολύτυπο» 1988). Η συγγραφεύς έχει πολύ ενδιαφέρουσες δικές της ιδέες και αξιολογήσεις τις οποίες συχνά φυλακίζει στο περιοριστικό σχήμα μιας ακαδημαϊκής αντικειμενικότητος. Το γεγονός ότι πρόκειται για διατριβή η οποία όπως όλες οι διατριβές στενάζει υπό το φορτίο των παραπομπών και των υποσημειώσεων, ίσως ερμηνεύει —αν μη δικαιώνει— τη μορφή τον έργον. Μεταξύ των εύστοχων διατυπώσεων που εσημείωσα είναι η φράση ότι «ο σημερινός ιστορικός δεν μπορεί να απαλλαγεί εύκολα από τη ‘στερνή γνώση’, ο ‘από μηχανής φοίνιξ’ που δεν εγκαταλείπει ποτέ ορισμένους Έλληνες κηδομένους της σωτηρίας του έθνους, η διατύπωση ότι ο αναλλοίωτος υποτίθεται ‘εθνικός χαράκτηρ’ των Ελλήνων «κάλυπτε μια κλίμακα ιδιοτήτων από τη φιλομάθεια ως το αψίκορον» και η παρομοίωση ότι με την Επανάσταση «οι Έλληνες είχαν απλώς δώσει τις κατατακτήριες εξετάσεις τους για την είσοδο στον ενρωπαϊκό κόσμο». Λίαν ενδιαφέρουσα εν σπέρματι ιδέα που δεν αναπτύσσεται όπως θα ήθελε κανείς είναι η «Ελλάς ως χρνσαλίς» που το 1880 «δεν είναι πια Ελλάδα αλλά ούτε —ακόμα— Ευρώπη». Η ίδια η διαπάλη ιδεών στο νεογέννητο κράτος όπου βυζαντινολάτρες και βυζαντινομάχοι, αρχαιολάτρες και λαϊκιστές, μεγαλοϊδεάτες όλων των αποχρώσεων και οι αντίπαλοι τους, εκσυγχρονιστές και παραδοσιακοί, ορθόδοξοι και ετερόδοξοι, κλασικιστές και ρομαντικοί, διασταυρώνουν τα ξίφη τους και φέρονται κατά καιρούς από τα ύψη της εξάρσεως στα τρίσβαθα του «εθνικού απελπισμού» παρουσιάζεται κάπως αποσπασματικά, παρατακτικά χωρίς «υπόθεση εργασίας» και κριτήρια αποτιμήσεως. Η ίδια σημειώνει ότι «οι αντιλήψεις καταγράφηκαν με τρόπο ισοπεδωτικό… χωρίς ιεράρχηση μεταξύ ‘προοδευτικών’ και ‘συντηρητικών’ δυνάμεων». Η αξιέπαινη απουσία προκατάληψης ύστερα από ενάμιση αιώνα ελληνοχριαστιανικής και μια εβδομηκονταετία αριστερής προπαγάνδας γοητεύει βέβαια τον αναγνώστη. Όπως τον γοητεύει και το πανόραμα των ιδεών στην μεγαλόστομη καθαρεύουσα των εφημερίδων της εποχής. Ο συγκεκριμένος αναγνώστης, ωστόσο, που σύρει αυτές τις γραμμές θα ήθελε πιο οργανωμένη παρουσίαση αυτού του πλούσιου υλικού που να δείχνει τις αποκρίσεις που έδωσαν στα διλήμματα της εποχής τους οι παππούδες μας χωρίς βεβαίως τη «στερνή γνώση» που διαθέτουμε σήμερα.

Παρ’ όλα αυτά όμως, η προσπάθεια της Σκοπετέα που βάδισε στα αχνάρια του πρωτοπορειακού έργου του Δημαρά είναι πολύτιμη για όσους ενδιαφέρονται να «καταλάβουν» και όχι απλώς να εξάρουν, θαυμάσουν, υμνήσουν ή αντιθέτως αποδοκιμάσουν, καταδικάσουν, απορρίψουν την πρόσφατη ιστορία μας. Χρήσιμα στοιχεία για την κίνηση ιδεών στην Ελλάδα του 19ου αιώνα βρήκα και στον τόμο « Όψεις της Ελληνικής κοινωνίας του 19ου αιώνα» (επιμέλεια Δ. Γ. Τσαούση) σε έκδοση Σάκκουλα 1985. Από τα άρθρα γενικού ενδιαφέροντος ξεχωρίζω βέβαια του Τσουκαλά αλλά και του Πασχάλη Κιτρομηλίδη, ο οποίος περιγράφει (πολύ συνοπτικώς φευ) τη διαπάλη των φιλελευθέρων Κοραϊστών με τις αντιφιλελεύθερες βυζαντινολατρικές φιλομοναρχικές τάσεις των ρομαντικών εθνικιστών.
Ο προβληματισμός για την κίνηση ιδεών ατροφεί τον 20ό αιώνα όπου το εκπληκτικό φαινόμενο του βενιζελισμού μελετάται κυρίως από την άποψη της εξωτερικής πολιτικής, των πολέμων και των συγκρούσεων με τα ανάκτορα. Τούτο ισχύει για τα βιβλία του Θανάση Διαμαντόπουλου, ενώ ο τόμος «Βενιζέλος – Κοινωνία – Οικονομία – Πολιτική -Στην εποχή του» (Επιμέλεια Θ. Βερέμη και Γ. Γουλιμή) σε έκδοση «Γνώση» του 1989 μου γέννησε ελπίδες με τον τίτλο του οι οποίες δεν επιβεβαιώθηκαν απολύτως με το διάβασμα. Οι 15 ερευνητές και συγγραφείς συμβάλλουν ο καθένας με το άρθρο του στη διερεύνηση συγκεκριμένων πτυχών της βενιζελικής περιόδου αλλά οι ψηφίδες αυτές δεν συγκροτούν τελικώς αναγνωρίσιμο ψηφιδωτό. Άλλωστε τα περισσότερα άρθρα δεν διερευνούν τις συνέπειες που είχε η άσκηση μιας συγκεκριμένης πολιτικής εκ μέρους του κόμματος των Φιλελευθέρων. Η ίδια παρατήρηση ισχύει για τον τόμο «Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του» (εποπτεία Θ. Βερέμη και Οδυσσέα Δημητρακόπουλου – «Εκδόσεις Στράτος Φιλιππότης» 1980). Ίσως η αναβίωση του φιλελευθερισμού στην Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του ‘90 να παροτρύνει τους προικισμένους νέους ιστορικούς που διαθέτει η χώρα να φωτίσουν τη συναρπαστική ανορθωτική προσπάθεια των Ελλήνων Φιλελευθέρων ξεφεύγοντας για λίγο από τη Μεγάλη Ιδέα, το αλυτρωτικό, το γλωσσικό, το καθεστωτικό και τον Διχασμό.

Στην Ελλάδα εξακολουθεί να λανθάνει ένα πρόβλημα ταυτότητας που εμφανίζεται συχνά υπό τις οιονεί αποκρυφιστικές έννοιες της «ελληνικής πραγματικότητας» και του «χαρακτήρα» του Ρωμιού, ο οποίος νοείται συχνά ως ασύμβατος με τις φιλελεύθερες ιδέες. Για το λόγο αυτόν, ξαναδιάβασα διάφορα βιβλία επί του θέματος. «Ο χαρακτήρας των Ελλήνων» του καθηγητή Α, Βακαλόπουλου («Θεσσαλονίκη» 1988) ο οποίος έχει τον υπότιτλο «ανιχνεύοντας την εθνική μας ταυτότητα» δεν ανιχνεύει στην ουσία τίποτα. Πρόκειται για ένα βιβλίο χωρίς καμία διάρθρωση, χωρίς «σχέδιο» όπου όμως βρίσκει κανείς ενδιαφέρουσες κρίσεις όπως περίπου τις αποδελτίωσε ο συγγραφεύς κατά τη διάρκεια της μακράς καρριέρας του. Ο ίδιος θεωρεί ότι ο «εθνικός χαρακτήρας των Ελλήνων, χαλκευμένος κατά τη διάρκεια χιλιάδων ετών… αποτελεί γρίφο». Είναι περίεργο ότι στο υλικό του αναφέρονται και οι «Οξυρρύγχειοι Πάπυροι» του Κ. Τσάτσου όπου κάποιος Ρωμαίος συγκλητικός Μενένιος Απιος, που φέρεται έχων υπηρετήσει στην Ελλάδα τα χρόνια του Αυγούστου, μιλάει για τους Έλληνες σε κάποιον υποτιθέμενο φίλο του, τον ανθύπατο Ατίλιο Νάβιο. Πρόκειται ωστόσο για πλάσμα της φαντασίας του Κ. Τσάτσου, ο οποίος εξήγησε ότι χρησιμοποίησε το τέχνασμα της δήθεν ανακαλύψεως παπύρων στον Οξύρρυγχο -«τον σημερινό Μπενεζά» προσθέτει ο Βακαλόπουλος- για να δώσει περισσότερη ενάργεια και αληθοφάνεια στο γραφτό του. Τα σχετικά βιβλία του Νίκου Δήμου «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας», «Οι Έλληνες» («Κάκτος» 1981) και «Η χαμένη τάξη» («Νεφέλη» 1985), πνευματώδη και γέμοντα διεισδυτικών παρατηρήσε¬ων, δεν δείχνουν πάντως ότι ο χαρακτήρας των Ελλήνων προκαθορίζει την εξέλιξη του ελληνικού Έθνους. Ούτε το επιχειρούν άλλωστε. Διάβασα επίσης το βιβλίο του Φαλμεράυερ «Περί της Καταγωγής των σημερινών Ελλήνων» («Νεφέλη» 1984)και δεν κατάλαβα καθόλου γιατί θύμωσαν τόσο οι παππούδες μας με αυτό το ασήμαντο πόνημα.

Τέλος διάβασα και τα βιβλία του Κ. Ζουράρι, του εκκεντρικού αυτού καθηγητή της θεωρίας της πολιτικής σκέψης στο Παρίσι, με τους εκ πρώτης όψεως ακατανόητους τίτλους «Θεοείδεια Παρακατιανή», «Μισγάγκεια Απερινόητη» και το πιο πρόσφατο «Γελάς Ελλάς Αποφράς». Επειδή η μισή χαρά του συγγραφέα είναι να εξηγεί τους τίτλους των βιβλίων του παραπέμπω τους απορημένους αναγνώστες στα ίδια τα βιβλία. Ο Ζουράρις έχει οπωσδήποτε ιδέες αλλά η κυρίως προσφορά του στα ελληνικά γράμματα είναι νομίζω ότι δίνει με πολύ κέφι, γνησιότητα και κατά τρόπο χειμαρρώδη έναν τρόπο του σκέπτεσθαι και του εκφράζεσθαι που δεν τον βρίσκει κανείς πουθενά αλλού. Φυσικά ο Ζουράρις δεν είναι φιλελεύθερος, φτάνει μάλιστα να υβρίζει τον Α. Ανδριανόπουλο «και λοιπά Αμερικανάκια» ως «δολλαριόπληκτα μειράκια». Ωστόσο ο προβληματισμός του που αντλεί πρότυπα σκέψης και ιδέες από τους πατέρες της Εκκλησίας και τον Μάξιμο τον Ομολογητή» τον Θουκυδίδη, τον Μακρυγιάννη καθώς και τις εμπειρίες ου μην αλλά και την αργκό της αριστεράς της δεκαετίας του ‘60 παρουσιάζει ενδιαφέρον. Αν και τα συμπεράσματα του δεν διαφέρουν πολύ από του Γιανναρά, η διαδρομή του για να καταλήξει στην υπεροχή της «καθ’ ημάς Ανατολής» υπήρξε διάφορη. Χρειάζεται γερό στομάχι πάντως για να τελειώσει κανείς την «Θεοείδεια Παρακατιανή» που μοιάζει ώρες-ώρες σαν να έχει γραφτεί με τη μέθοδο της «αυτόματης γραφής» των πρώτων σουρεαλιστών.

Διατρέχοντας πάντως όλα αυτά τα βιβλία για το χαρακτήρα των Ελλήνων καταλήγει κανείς σε μια ενδιαφέρουσα διαπίστωση: Οι γνώμες δεν συμπίπτουν, όλοι λίγο-πολύ διαφωνούν μεταξύ τους για το τι ακριβώς είναι η «ελληνική πραγματικότητα». Ένα είναι βέβαιο: Ουδείς -μα ουδείς- ισχυρίστηκε ποτέ ότι η φυλή, ή το έθνος, ή το γένος των Ελλήνων ή Ρωμιών αποτελείται από άτομα που είναι εθνοφυλετικώς ανίκανα να σκεφτούν για λογαριασμό τους και που χρειάζονται ως εκ τούτου χειραγώγηση από κάποιους ταγούς ή ένα πάνσοφο κράτος για να επιζήσουν.

Από τα καθαρώς πολιτικά βιβλία ξεχωριστή θέση κατέχουν αυτά του τέως πρωθυπουργού Γεωργίου Ράλλη. Ο Κερκυραίος αυτός συγγραφεύς είναι από τους σπάνιους Έλληνες πολιτικούς που όχι μόνο διαβάζουν αλλά και γράφουν βιβλία. Τα δύο βιβλία που γράφτηκαν και εκδόθηκαν υπό καθεστώς χούντας έχουν πολύ συγκεκριμένο στόχο: «Η αλήθεια για τους Έλληνες πολιτικούς» («Αθήνα» 1971) απαντά στον καθημερινό οχετό ύβρεων των χουντικών φερέφωνων κατά των πολιτικών και τεκμηριώνει πρώτον ότι το ελληνικό κράτος έζησε τον περισσότερο καιρό της ζωής του υπό δημοκρατικό καθεστώς και δεύτερον ότι οι Έλληνες πολιτικοί δεν υπήρξαν χειρότεροι, συχνά δε πολύ καλύτεροι (ικανότεροι, τιμιότεροι, ανιδιοτελέστεροι, ηθικότεροι) από τον μέσο Έλληνα. Στην «Τεχνική της Βίας» (Αθήνα 1972) ο Ράλλης βάλλει αμέσως κατά των χουντικών μεθόδων περιγράφοντας λεπτομερώς ανάλογες μεθόδους καταπίεσης στα κράτη του υπαρκτού -τότε ακόμη- σοσιαλισμού. Αμφότερα τα βιβλία έχουν σήμερα ιστορική αξία. Αντιθέτως λίαν επίκαιρα είναι πάντοτε τα δύο βιβλία που εξέδωσε ο Ράλλης με τις εμπειρίες ενός εν ενεργεία πολιτικού υπουργού και πρωθυπουργού μετά την πτώση της χούντας: «Χωρίς προκατάληψη» και« Ώρες ευθύνης» («Ελληνική Ευρωεκδοτική», 1983). Πρόκειται για εξαιρετικά χρήσιμες μαρτυρίες ενός συντηρητικού πολιτικού που τολμά να μιλήσει για συγκεκριμένα προβλήματα ασκήσεως της εξουσίας με ειλικρίνεια, παρρησία χωρίς μεγαλοστομίες και με όση αντικειμενικότητα μπορεί. Το ύφος είναι λαγαρό και σαφές. Εάν λείπουν οι θεωρητικές προεκτάσεις, υπάρχουν πάντως πλήθος στοιχεία για τη ρουτίνα της εξουσίας που συχνά αγνοείται ή υποτιμάται από τους πολιτικούς επιστήμονες.

Προβλήματα ταυτότητας κατατυραννούν και τους Έλληνες αριστερούς, ορισμένοι εκ των οποίων κατέθεσαν με θάρρος τους προσωπικούς τους στοχασμούς. Το «Ποια Αριστερά;» («Οδυσσέας» 1987) του Λεωνίδα Κύρκου δεν έχει διάρθρωση βιβλίου με αρχή και τέλος. Πρόκειται για την «απομαγνητοφώνηση μιας ατέλειωτης συνομιλίας». Δυστυχώς οι ερωτήσεις χωρίς να είναι «στημένες» παραείναι ευλαβείς. Οι εντυπώσεις του Α. Κύρκου για την Αριστερά —διότι περί εντυπώσεων πρόκειται— αφήνουν πλήθος αναπάντητα ερωτήματα. Το βιβλίο έχει ωστόσο ενδιαφέρον διότι μεταξύ τυρού και αχλαδίου αποκαλύπτει το αδιέξοδο της αριστερής πρότασης, στο οποίο βέβαια καταλήγουν μόνον όσοι προσπαθούν να αναμορφώσουν την Αριστερά. Οι άλλοι προσκυνούν πανευτυχείς εικονίσματα. Η γλώσσα είναι στρωτή και το ύφος απλό και ειλικρινές. Όσοι ενδιαφέρονται πρέπει να το διαβάσουν αμέσως διότι οι ιδέες που εκφράζονται εκεί παλαιώνουν με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς. Ορισμένες, είμαι βέβαιος, δεν θα τις προσυπέγραφε πλέον ούτε ο ίδιος ο Α. Κύρκος. Το βιβλίο του Αντώνη Μπριλλάκη «Το ελληνικό κομμουνιστικό Κίνημα» («Εξάντας» 1980) έχει κυρίως αξία τεκμηρίου για μια εποχή κατά την οποία ο συγγραφέας έχει και τις δικές του πολιτικές ευθύνες. Πρόκειται για έργο που διεκτραγωδεί τα αδιέξοδα μιας αριστεράς στην αντιπολίτευση καθώς τα στελέχη της συνειδητοποιούν ότι όχι μόνο θα παραμείνουν εσαεί στην αντιπολίτευση αλλά και ότι η Αριστερά τελικώς θα διαλυθεί. Πολύ πιο θαρραλέος στις διαπιστώσεις του είναι ο Νίκος Καρράς, επίσης μέλος της ηγεσίας της προδικατορικής ΕΔΑ (όπως ο Μπριλλάκης και ο Κύρκος) στο δικό του βιβλίο «Το πραγματικό κίνημα ή για ποια επανάσταση μιλάμε» («Οδυσσέας» 1984). Εδώ διαπιστώνεται ρητώς η αποτυχία της Επανάστασης και το τέλος του «κινήματος». Τελεία και παύλα.

Σε χτυπητή αντίθεση με τους προβληματισμούς των Ελλήνων τέως κομμουνιστών, τελείως αμετανόητος στον κρατικοσοσιαλισμό τον εμφανίζεται ο Γεράσιμος Αρσένης με την «Πολιτική Κατάθεση» («Οδυσσέας» 1987), όπου ο τέως «Τσάρος της οικονομίας» επί των πρώτων κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει σθεναρός την πολιτική του, ρίχνει το γάντι σε όσους διεφώνησαν μαζί τον και υπόσχεται να επανέλθει δριμύτερος μόλις τον ξαναδοθεί η ευκαιρία. Το βιβλίο του Αρσένη είναι πολλαπλώς χρήσιμο διότι θεωρητικοποιεί και δικαιώνει τον κρατικοσοσιαλισμό με φτωχά —είναι αλήθεια— πνευματικά μέσα αλλά με απίστευτο πείσμα που φτάνει σχεδόν στα όρια της τύφλωσης. Το γεγονός βεβαίως ότι ο ίδιος εθίγη από την απομάκρυνσή του μετατρέπει τον απολογισμό της παρεμβατικής πολιτικής του σε απολογία, πράγμα όχι κατ’ ανάγκην κακό διότι το γραφτό του αποκτά έτσι επιθετικότητα, σαφές περίγραμμα και σαφήνεια. Στα θετικά του βιβλίου είναι ότι αποφεύγει το νέφος των γενικών ουσιαστικών με το οποίο το ΠΑΣΟΚ συσκοτίζει συνήθως τα νοήματά του στα κείμενα που δημοσιεύει. Παρ’ όλον ότι και αυτό το βιβλίο είναι υπό μορφήν συνεντεύξεως μοιάζει πολύ πιο «βιβλίο» από το «Ποια Αριστερά;» του Κύρκου ίσως διότι είναι τοις πάσι προφανές ότι τις ερωτήσεις τις υποβάλλει ο ίδιος στον εαυτό του (παρ’ όλον ότι αναφέρεται κάποιος που υποτίθεται ότι του παίρνει συνέντευξη). Πρόκειται για βιβλίο χρήσιμο διότι δείχνει τι μέλλει να πράξει μια παράταξη (ή έστω ένα τμήμα της) αν ποτέ ξανακυβερνήσει. Η «Πολιτική Κατάθεση» αφορά τον ελληνικό Πασοκικό σοσιαλισμό εν εξουσία, ή προσβλέποντα στην εξουσία δεν πρόκειται δηλαδή για θεωρίες κατάλληλες να δικαιώσουν μόνιμη αντιπολίτευση όπως είναι τα βιβλία των παραδοσιακών αριστερών.

Στα μη καθαρώς πολιτικά βιβλία Νεοελλήνων λογίων που χρησιμοποίησα σε τούτο δω το πόνημα κατά άλλοτε άλλο βαθμό είναι και το «Η απο-ανάπτυξη σήμερα;» («Εξάντας» 1986) του Κώστα Βεργόπουλου την οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει παραδοξολογώντας «δοκίμιο για τη δυναμική της στασιμότητος στη νότια Ευρώπη». Το ενδιαφέρον των αναλύσεων του Βεργόπουλου είναι περιορισμένο. Η «γενικευμένη κατατονία» την οποία διεπίστωσε στις χώρες της Ευρώπης είναι σχήμα λόγου, ενώ δύο από τις χώρες που μελετά, η Ισπανία και η Πορτογαλία βρίσκονται σήμερα στη φάση της απογείωσης με την πρώτη ήδη να πετάει ενώ η δεύτερη τροχιοδρομεί με αποφασιστικότητα. Ο Βεργόπουλος τάσσεται αρκετά σαφώς υπέρ της οικονομίας της αγοράς αλλά θεωρεί ότι αυτή δεν μπορεί -για διάφορους ασαφείς λόγους- να λειτουργήσει αποτελεσματικά στη Νότια Ευρώπη. Η «Ελλάδα σε Κρίση» («Ροές» 1987) σε δύο μικρούς τόμους συγκεντρώνει άρθρα δημοσιογράφων, πολιτειολόγων, και οικονομολόγων για τη σύγχρονη Ελλάδα. Μερικά από τα άρθρα περιέχουν αξιόλογες κρίσεις και διαπιστώσεις, όλα διαβάζονται άνετα. Ματιές στην οικονομία ρίχνει και ο Κ. Κόλμερ στο βιβλίο του «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» (1986) που αποτελεί συλλογή οικονομικών άρθρων τον στον καθημερινό τύπο. Η διεισδυτικότητα και το οξύ ύφος του εγκρίτου αυτού δημοσιογράφου δίνουν στα κείμενα του ιδιαίτερο ενδιαφέρον έστω και αν ενίοτε περιέχεται σ’ αυτά ένας βαθμός υπερβολής. Χρησιμοποίησα επίσης στα κεφάλαια περί ανταγωνισμού το βιβλίο «Δαρβινικά» («Ερμής» 1986) του καθηγητή Κώστα Κριμπά. Πρόκειται για έργο γραμμένο από βιολόγο με ευρύτατη γενική μόρφωση και ενδιαφέροντα. Το βιβλίο αποτελείται από 11 άρθρα που ποικίλλουν, τόσο σε μέγεθος, όσο και ως προς τον τεχνικό τους χαρακτήρα και φωτίζο¬ντας πλήθος πτυχές της μεγάλης αυτής θεωρίας του εξελικτικισμού που έχει κυριολεκτικά σφραγίσει την εποχή μας και την σκέψη των διανοουμένων από τον Μαρξ έως τον Hayek. Το ύφος είναι συζητητικό, η γλώσσα απλή και η καθηγητική πείρα του συγγραφέα τον βοηθάει να διαλευκάνει τα πραγματικώς δύσκολα σημεία χωρίς ποτέ να ομιλεί «από καθέδρας».

Για τα θέματα που αφορούν το οικολογικό προβληματισμό χρησιμοποίησα τα βιβλία του Μιχάλη Μοδινού. «Η οικολογία στην Ελλάδα» είναι περισσότερο στάση παρά συγκεκριμένη πρόταση και επεξεργασμένο πρόγραμμα. Ωστόσο, τα βιβλία του Μ. Μοδινού ξεχωρίζουν κυρίως διότι ο συγγραφέας τους —που δεν είναι βέβαια φιλελεύθερος, αλλά ούτε και κρατικιστής παραδοσιακού τύπου— έχει μια γνησιότητα, ένα πάθος και πολλή γνώση των αντικειμένων του. Εάν κανείς αγνοήσει -προς στιγμήν- την ιδεοληψία του συγγραφέα κατά πάσης αναπτύξεως και αντλήσει από το βιβλίο «Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς» («Στοχαστής» 1986) διδάγματα από την προσωπική πείρα ενός ανθρώπου ο οποίος είναι αγρονόμος-τοπογράφος και έθεσε τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων σε πολλές τριτοκοσμικές χώρες, αρχίζει να καταλαβαίνει έναν κόσμο που ως τώρα έμενε -στην Ελλάδα τουλάχιστον- κρυσταλλωμένος σε κλισέ. Οι νομάδες της Σαχάρας, η επέλαση της ερήμου στο Σαχέλ, τα προβλήματα στην Κένυα, η τραγωδία της Αιθιοπίας, η «εκδίκηση της φύσης» στη Βραζιλία, το δράμα του Αμαζονίου, η περίπτωση της Κολομβίας, η αποτυχία του Μεξικού και ο «τροπικός σοσιαλισμός» της Κούβας χάνουν το γνώρισμα «ιστορίες για αγρίους» και γίνονται ξαφνικά οικεία προβλήματα, περίγραπτα, κατανοητά. Ο Μοδινός είναι ένας οικολόγος τύπου Σορμάν, ένας περιηγητής ο οποίος ξέρει να περιγράφει. Η γλώσσα του είναι ρέουσα και η επιστημονική του ακριβολογία κάνει τα γραφτά του να ξεχωρίζουν από των άλλων οικολόγων οι οποίοι καλλιεργούν μιας δικής τους εμπνεύσεως «ξύλινη γλώσσα» που κατάγεται ευθέως από την αριστερή. Στο άλλο του βιβλίο «Από την Εδέμ στο Καθαρτήριο-Γεωγραφία της υπανάπτυξης» («Εξάντας» 1988) αυτός ο οικολόγος-ταξιδευτής πειράται να συγκροτήσει ένα ενδιαφέρον ερμηνευτικό σχήμα για τα προβλήματα του τρίτου κόσμου. Με τις «Τοπογραφίες» («Στοχαστής» 1990) ο Μοδινός διατρέχει την Ελλάδα και καταγράφει απλώς προβλήματα στην Αμβρακία, την λίμνη Κάρλα, τις Πρέσπες και αλλού χωρίς προσπάθεια εντάξεως τους σε κάποιο σχήμα.

Η διέξοδος που επιλέγουν ορισμένοι διανοούμενοι οι οποίοι δεν έχουν την παρρησία του Μοδινού για να κηρύξουν: «Παυσάτω η ανάπτυξις» είναι να καταρώνται την «κοινωνία της καταναλώσεως» χωρίς βεβαίως να έχουν ξεφυλλίσει καν τη μελέτη τον Βασίλη Καραποστόλη: «Η καταναλωτική συμπεριφορά στην Ελληνική κοινωνία 1960-1975» (Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών 1983). Η μελέτη αυτή έχει όπως όλα τα βιβλία του προικισμένου αυτού διανοητή πολλά προσόντα, ένα εκ των οποίων είναι η γλώσσα. Ο Καραποστόλης γράφει ωραία διαυγή ελληνικά, γεμάτα αποχρώσεις με αίσθηση ακριβο¬λογίας, κομψοέπεια χωρίς ποτέ να ναρκισσεύεται και να ενδίδει στον πειρασμό του επιγράμματος για το επίγραμμα. Η μελέτη αυτή αναδεικνύει την κοινωνιολογία σε ό,τι καλύτερο έχει να δώσει: Την αποτύπωση της πραγματικότητας και τη διάλυση των μύθων. Στην «Αδιαχώρητη Κοινωνία» («Πολύτυπο» 1985) —όπου επιχειρείται μια ανα¬τομία του έργου Χατζή «Το Διπλό Βιβλίο» —ο Καραποστόλης προβληματίζεται για την κοινωνική συμπεριφορά των Νεοελλήνων εισάγοντας τον αναγνώστη στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σύγχρονη προβληματική της «ερμηνευτικής της πραγματικότητας» και τις σχέσεις του φανταστικού με το πραγματικό. Στον «Ήπιο Λόγο» («Πλέθρον» 1989) συμπυκνώνει προβληματισμούς ερμηνευτικής οντολογίας και επιστημολογίας σε 125 σελίδες μικρού σχήματος. Στη συλλογή «Προς το Παρόν» («Πλέθρον» 1990) που αποτελείται από μικροσκοπικά σημειώματα σε ποικίλα θέματα ο Καραποστόλης αναδεικνύεται σε ευαίσθητο παρατηρητή ανθρώπων που βιώνουν το «παρόν» έχοντας λησμονήσει εν πολλοίς το παρελθόν και χάσει την εμπιστοσύνη τους στο μέλλον. Το έργο αυτού του συγγραφέα τον κατατάσσει, νομίζω, στους λογίους του στοχαστικού φιλελευθερισμού.

Ο πολιτικός φιλελευθερισμός στην Ελλάδα ευτύχησε να έχει ως σημαιοφόρο του τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο, συγγραφέα βουλευτή και επανειλημμένως υπουργό της Νέας Δημοκρατίας. Η θαρραλέα αναμέτρηση του με τους συντηρητικούς του κόμματος του το 1983 με την αρθρογραφία του στην «Μεσημβρινή» άνοιξε το δρόμο για την ευρύτερη προβολή των φιλελευθέρων ιδεών οι οποίες ωστότε ήσαν γνωστές μόνο σε μικρό κύκλο πανεπιστημιακών. Η «Φιλελεύθερη Ιδεολογία» (Imago ΑΕΒΕ1985) που ο Ανδριανόπουλος εξέδωσε μαζί με τον δημοσιολόγο Κ. Λούλη περιλαμβάνει άρθρα των ιδίων και μεταφράσεις από το έργο του Hayek, του Φρήντμαν κ.α. Στο βιβλίο του «Αυτός είναι ο φιλελευθερισμός» («Libro» 1988) ο συγγραφέας εκλαϊκεύει τις βασικές ιδέες του φιλελευθερισμού με πολύ προσωπικό τρόπο. Ο λόγος του Ανδριανόπουλου είναι σαφής, κοφτός και πάντοτε συγκεκριμένος. Εκτός από τη γνώση των θεμάτων, η δεύτερη μεγάλη αρετή αυτού του πολιτικού είναι το θάρρος του. Οι εκτός του χορού των πελατειακών σχέσεων και σκοπιμοτήτων, δημοσιογράφοι ή πανεπιστημιακοί «πολλά τραγούδια λένε». Ο εν ενεργεία πολιτικός όμως διακινδυνεύει κάθε στιγμή την επανεκλογή του με την παρρησία του έστω και αν κερδίζει τον σεβασμό ακόμη και αντιπάλων. Το βιβλίο του Ανδριανόπουλου «Ο θρίαμβος του Δημοκρατικού Καπιταλισμού» («Libro» 1988) έκανε τον Θόδωρο Κατσανέβα, γαμπρό του Α. Παπανδρέου και σημαίνον στέλεχος του ΠΑΣΟΚ να γράψει στον Οικονομικό Ταχυδρόμο (16-03-88) ότι «Ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος είναι ένας πολιτικός αντίπαλος που του βγάζεις το καπέλο. Στη νέα και ίσως σημαντικότερη όλων εργασία του Ό θρίαμβος του δημοκρατικού Καπιταλισμού΄παραθέτει τις απόψεις του επικίνδυνα πειστικά…» Κίνδυνος φυσικά δεν υπάρχει παρά μόνο για όσους φοβούνται το «σοκ του καινούργιου». Το εντυπωσιακό στοιχείο σ’ αυτό το βιβλίο είναι ο πλούτος της σχολιασμένης βιβλιογραφίας που παραθέτει ο συγγραφέας και που γεννά όντως την απορία πού βρίσκει καιρό ο χαλκέντερος αυτός άνθρωπος της δράσης και της σκέψης να διαβάζει τόσο πολύ, να γράφει τόσο καλά και να επανεκλέγεται τόσο τακτικά.

Ωστόσο ο φιλελευθερισμός ως σύλληψη, ως θεωρία, ως σύστημα αξιών, ως στάση ζωής έχει στη χώρα μας και δεδηλωμένους αντιπάλους στο πνευματικό πεδίο εκ των οποίων ο πολυγραφότερος είναι οπωσδήποτε ο sui generis νεοορθόδοξος συγγραφέας καθηγητής Χρήστος Γιανναράς. Το έργο του, οι ρήσεις του, και παραθέματα με τις απόψεις του σε πλείστα θέματα μνημονεύονται συχνά σ’ αυτό το βιβλίο, σε σημείο που μερικοί ίσως αγανακτήσουν αντιπαρατηρώντας ευλόγως ότι ούτε η πρωτοτυπία της σκέψης του ούτε η απήχηση των ιδεών του δικαιολογούν αυτή την ειδική μεταχείριση. Ωστόσο ο εκκεντρικός αυτός στοχαστής προσφέρει άθελα του μια πολύτιμη υπηρεσία στον φιλελευθερισμό. Είναι ο ίδιος τόσο συστηματικά και με τέτοια συνέπεια αντιφιλελεύθερος, είναι τόσο αθυρόστομος και ρητός στις διατυπώσεις του, ώστε τα κείμενα του φωτίζουν a contrario όλες σχεδόν τις πτυχές της φιλελεύθερης αντίληψης για τον κόσμο και τους ανθρώπους.

Πρόκειται πάντως για έναν ευαίσθητο, ίσως υπερευαίσθητο, στοχαστή ο οποίος κυριολεκτικώς δονείται από αυτά που πιστεύει. Ο Γιανναράς ιδεοκρατείται από τη βεβαιότητα που προσφέρει η Ορθόδοξη πίστη, όχι η τρέχουσα, η επίσημη, η «βατικάνειος», η στρεβλωμένη από δυτικότροπα δόγματα, αλλά η -κατ’ αυτόν- γνήσια όπως βρίσκεται στα πατερικά κείμενα και στον Άγιον Όρος. Χώρος του Γιανναρά είναι το απόλυτο, η διαχρονία αλλά και το «ανακατασκευασμένο» παρελθόν μιας διαβίωσης ζυμωμένης με «λαϊκή αρχοντιά», Βυζάντιο και ασκητεία. Το φραστικό φραγγέλιο που χρησιμοποιεί κατά παντός εκδυτικισμού, ατομικισμού, φιλελευθερισμού και καταναλωτισμού δεν γνωρίζει έλεος. Καθώς κυριεύεται τελείως από την «ουσία» περιγράφει με τόνους οιονεί μυστικιστικούς το φώς, τη βεβαιότητα που πλημμυρίζει την ψυχή μας όταν ανοίξουμε τα μάτια μας στην αληθινή πίστη. Για τον Έλληνα αναγνώστη η γνώση της «τάσεως Γιανναρά» είναι χρήσιμη καθώς αντιπαρατίθεται στον φιλελευθερισμό με επι¬χειρήματα, ιδέες και αξίες καθαρώς εγχωρίου κατασκευής των οποίων οι απόηχοι επιβι¬ώνουν στα ήθη, τη γλώσσα και τις τρέχουσες κοινωνικές πρακτικές.

Τα βιβλία του Γιανναρά που χρησιμοποιήθηκαν γι ‘ αυτό το βιβλίο διακρίνονται, χονδρικώς, σε τρεις κατηγορίες: Η πρώτη αφορά καθαρώς θεολογικά όπου ο συγγραφέας αναπτύσσει τις ιδέες στον καθαυτό τομέα της ειδικότητας του. Στο «Τίμιοι με την Ορθοδοξία» («Αστήρ» 1968) δίνει το δικό του θεολογικό στίγμα ξεχωρίζοντας την αλήθεια από το ψεύδος, την ήρα από το στάρι, την πίστη από την αίρεση. Εξηγεί δια μακρών γιατί «ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία» και χειρίζεται με καθαρώς προσωπικό τρόπο τα προβλήματα της πίστης και της ηθικής χωρίς —ευτυχώς— ούτε για μια στιγμή να μνημονεύσει το Διάβολο ή την Κόλαση. Στα «Κεφάλαια Πολιτικής Θεολογίας» («Παπα-ζήσης» 1976) ασχολείται με πρακτικά θεολογικά προβλήματα, εξηγεί γιατί πρέπει στην Ελλάδα να χωριστεί η Εκκλησία από το Κράτος και διερευνά τις σχέσεις της Εκκλησίας με τους θεσμούς γενικώς και με τον ελληνισμό ειδικώς. Στο «Ορθοδοξία και Λύση» («Αθήνα» 1972) αντιπαραθέτει την πατερική διδασκαλία και τη Βυζαντινή πρακτική στα δεινά που έφερε η Λύση, δηλαδή το «φιλελεύθερο πνεύμα της Αναγεννήσεως», τη «Θρησκειοποίηση του Χριστιανισμού», τον περιορισμό της πίστης σε σύμβολα, την «εξορία του Θεού στους ουρανούς», την «περιφρόνηση στην αποκεκαλυμμένη αλήθεια και την καθιέρωση των δικαιωμάτων του ανθρώπου». Είναι ίσως το μόνο από τα τρία θεολογικά βιβλία του Γιανναρά που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ευρύ κοινό των μορφωμένων καθώς θεμελιώνει ιδεολογικώς έναν αντιευρωπαϊσμό που έχει καλλιεργηθεί σε όλα τα επίπεδα στην Ελλάδα από την ημέρα που αυτή συγκροτήθηκε σε κράτος. Η καταφορά του κατά των δικαιωμάτων του ανθρώπου ξεκαθαρίζει επίσης το έδαφος από τις υποκρισίες εκείνων που παριστάνουν ότι τα σέβονται αλλά είναι έτοιμοι να τα καταργήσουν μόλις «χρειασθεί».

Η δεύτερη κατηγορία αφορά τα πιο φιλοσοφικά βιβλία του Γιανναρά όπου ο θεολόγος βγαίνει από τα στενά όρια της πίστης και προσπαθεί να καθορίσει την «ορθή δόξα» και την «ορθή πρακτική» παρατηρώντας και αναλύοντας τον κόσμο χωρίς να ξεκινάει εμφανώς από την αποκεκαλυμμένη αλήθεια. Έτσι στη «Ελευθερία του Ήθους» (Αθήνα 1970) πειράται να αντικρούσει ένα κάποιο ρεύμα ανηθικισμού το οποίο εκφράζεται λέει με «αμφισβήτηση της αμαρτίας και προσπάθεια για απελευθέρωση από την ενοχή». Προσωπικώς βρήκα ενδιαφέρουσα μια αρκετά εμπαθή επίθεση του κατά της αιρέσεως του «πιετισμού» η οποία μόλυνε κατ’ αυτόν και ορισμένες ελληνικές παραεκκλησιαστικές οργανώσεις που θέλουν να περιορίσουν την πίστη σε προτεσταντικής εμπνεύσεως «αγαθοεργίες» και την Εκκλησία σε «Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών». Οι «Προτάσεις Κριτικής Οντολογίας» («Δόμος» 1985) γραμμένες υπό μορφήν αριθμημένων παραγράφων δεν παρουσιάζουν κανένα απολύτως ενδιαφέρον. Στην κατηγορία αυτή των βιβλίων του Γιανναρά μπορεί κανείς να κατατάξει και την «Νεοελληνική ταυτότητα» («Γρηγόρης» 1978), έργο γραμμένο το 1977 όπου βρίσκονται εν σπέρματι οι κεντρικές ιδέες του συγγραφέως για την αξία της ορθόδοξης παράδοσης που κάνει τους Νεοέλληνες να είναι αυτό που είναι —δηλαδή συνεχιστές του Βυζαντίου όχι των αρχαίων— για την υπεροχή της χριστιανικής Ανατολής έναντι της Δύσης και για τη σχέση μας με την Ευρώπη ενόψει του κινδύνου αφελληνισμού μας από την ένταξη στην Κοινή Αγορά. Όσοι ενδιαφέρονται να γνωρίζουν τι πιστεύει ο Γιανναράς εν γένει μπορούν να αρκεσθούν σε αυτό και μόνο το βιβλίο το οποίο -όπως όλα τα άλλα έργα του συγγραφέα-διαβάζεται πολύ εύκολα.

Η τρίτη κατηγορία στην οποία ανήκουν οι «Κριτικές Παρεμβάσεις» («Δόμος» 1983) και «Το κενό στην τρέχουσα πολιτική» («Καστανιώτης» 1989) αποτελούνται από δημο-σιευμένες επιφυλλίδες σε εφημερίδες επί παντός επιστητού. Η στενότητα του χώρου μετατρέπει αυτά τα βιβλία σε ανεπτυγμένα επιφωνήματα εκ των οποίων ορισμένα είναι ενδεικτικά μιας ειδικής νεοελληνικής καταθλίψεως.
Στην τέταρτη κατηγορία υπάγονται τα πιο «κοσμικά» βιβλία του Γιανναρά. Το πιο πρόσφατο «Το πραγματικό και το φαντασιώδες στην Πολιτική Οικονομία» («Δόμος» 1989) επιχειρεί πρόσβαση στο θείο μέσα από τις αντιφάσεις και τα «κενά» που αφήνει η λειτουργία της Οικονομίας. Η έννοια «κενό» είναι ιδιαιτέρως προσφιλής στον Γιανναρά διότι μόλις το διαπιστώσει ακόμη και με την ευκαιρία της ενεργειακής κρίσης σπεύδει να το γεμίσει με ορθόδοξες χριστιανικές προσδοκίες. Το βιβλίο έχει μέτριο ενδιαφέρον καθώς ο συγγραφέας παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλλει δεν μπορεί να «ερμηνεύσει» τα οικονομικά φαινόμενα λόγω της ασίγαστης εχθρότητας του στην ιδέα ότι οι άνθρωποι παράγουν κυρίως για να καταναλώνουν όχι για να σώσουν την ψυχή τους ή να υμνήσουν τα θεία. Η προσπάθεια του Γιανναρά να διαβάλει την οικονομική ως «νευτώνεια» επιστήμη η οποία έχει πια ξεπερασθεί είναι ανεπιτυχής. Η νευτώνεια φυσική άλλωστε δεν έχει χάσει τίποτε από την αξία της στον μεσόκοσμο. Με αυτήν ζούμε, κινούμαστε και χτίζουμε εκκλησίες.

Πιο φιλόδοξη υπήρξε η προσπάθεια την οποία κατέβαλε ο Γιανναράς με το βιβλίο του «Ορθός Λόγος και κοινωνική πρακτική» («Δόμος» 1984) να αποδείξει ότι ο ορθολογισμός και η επιστήμη -προϊόντα όπως σημειώνει του δυτικού Διαφωτισμού και της Αναγέννησης- αφήνουν (και πάλι) τεράστια κενά τα οποία ωστόσο έχει ήδη καλύψει η ορθόδοξη πίστη κατά τρόπο τέλειο πριν ακόμη αυτά διαπιστωθούν. Στην επιθεώρηση «Διαβάζω» (τεύχος 144) της 12ης Μαΐου 1986 ο Γιανναράς παραπονείται ότι αυτό το βιβλίο που εξέδωσε το 1984 «ίσως κουτό, ίσως ανόητο αλλά πάντως εξαιρετικά προκλη¬τικό έμεινε τελείως δίχως κριτικές -δίχως σχόλια- ασυζήτητο». Δεν ξέρω εάν τα άλλα βιβλία του ορθόδοξου αυτού διανοουμένου συζητήθηκαν ευρύτερα στην Ελλάδα αλλά τούτο πάντως σχολιάσθηκε. Σε τέσσερις αρκούντως ανιαρές δίστηλες συνέχειες με τίτλο «Ορθολογισμός και Ελευθερία» τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1985 η «Καθημερινή» δημοσίευσε εκτενώς τις γνώμες κάποιου Σωτήρη Γουνελά για την κριτική του ορθού λόγου -ως τον νοεί η Δυτική φιλοσοφία- που επιχειρεί ο Γιανναράς. Δεν πρόκειται πάντως για «προκλητικό» βιβλίο. Απλώς ο Γιανναράς προσπαθεί να ενσωματώσει κάποια εκδοχή ορθολογισμού στη δική του αντίληψη περί ορθοδοξίας χωρίς και να το πετυχαίνει. Το γνωστό μήνυμα του για ουσία, για «διερεύνηση της διαφοράς των όντων από το Είναι», η αντίληψη του περί μεταφυσικής ως προεργασίας για τη μεγάλη φρικίαση, για το δέος που είναι ο προθάλαμος της χριστιανικής πίστης και δη υπό την εκδοχή της Ορθοδοξίας δεν συγκρητίζεται με καμία εκδοχή «ορθού λόγου» μένει ξέχωρη από αυτόν όπως το λάδι και το νερό στα καντήλια. Η «κριτική οντολογία» την οποία ευαγγελίζεται ο συγγραφεύς δεν περιέχει κανένα απολύτως κριτικό στοιχείο. Ο Γιανναράς είναι συνεπέστερος όταν πολεμάει την Ευρώπη, τα δικαιώματα του ανθρώπου, τις φυσικές επιστήμες και την κριτική στάση, παρά όταν προσπαθεί να τις ενσωματώσει στη δική του φιλοσοφία. Παρά τις προσπάθειες του Γιανναρά, το βιβλίο αυτό δεν πείθει ότι από την «εμπειρία της υποκειμενικότητο» και την «ορθή»χρήση του «ορθού λόγου» προκύπτει ο Θεός. Για να προσπελάσει κανείς το θείο πρέπει να το έχει ήδη βρει. Ο Γιανναράς είναι αντιφιλελεύθερος με συνέπεια διότι δεν εννοεί να δεχθεί ότι οι άνθρωποι μπορούν να αυτοκυβερνηθούν και εναντιώνεται συστηματικά σε κάθε άποψη που κατατείνει να προβάλει και να κατοχυρώσει το πρωτείο του εγώ.

Η «Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό» πειράται να θεμελιώσει ακριβώς το αντίθετο.

10 σχόλια
Leave a comment »

  1. Ευχαριστώ θερμά τόσο τον συγγραφέα όσο και την ομάδα του e-rooster για την θαυμάσια αυτή πρωτοβουλία.

  2. ok

  3. ginetai na ta balete se pdf?

  4. ….εύγε Rooster!

    …συμφωνώ με τον/την pouroupoupou πιό πανω.
    Με το πέρας της δημοσίευσης όλων των μερών του βιβλίου, η διάθεση online ενός συμπιεσμένου pdf αρχείου θα ήταν λίαν επιθυμητή!

  5. ¨ηδη από την εισαγωγή μου δημιουργήθηκαν προσδοκίες!!

  6. Μπορεις να το κανεις selest-copy στο word

  7. συγχαρητηρια για την ιδεα σας !

  8. Ενδιαφέρουσα όντως δημοσίευση αναμένουμε την συνέχεια

  9. Καταπληκτικό!
    Ευχαριστούμε!
    Ένα PDF θα μας βοηθήσει να το προωθήσουμε εύκολα σε όσους μπορούμε…

  10. […] Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό I: Πρόλογος – Εισαγωγή […]

Σχολιαστε