Εθνικές αφηγήσεις και φαντασιακές ταυτότητες

Ιούλ 20th, 2008 | | Κατηγορία: Δημήτρης Σκάλκος | Email This Post Email This Post | Print This Post Print This Post |

«Δεν υπάρχει πουθενά το Χρυσόμαλλο Δέρας. Μα υπάρχει το ταξίδι της Αργώς.»
Γ. Θεοτοκάς, Αργώ

Εάν κάτι εντυπωσιάζει τον ουδέτερο παρατηρητή των εξελίξεων της πολύχρονης διελκυστίνδας γύρω από την ονομασία της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, τούτο είναι σίγουρα πως η επιχειρηματολογία της ελληνικής διπλωματίας αρθρώνεται γύρω από ιστορικά «δίκαια» και «δικαιώματα» και λιγότερο γύρω από ζητήματα κρατικής και εδαφικής κυριαρχίας, όπως φυσιολογικά θα ανέμενε κάποιος. Η εξωτερική μας πολιτική δαπανά σημαντικό διπλωματικό κεφάλαιο ώστε «να μας καταλάβει» η διεθνής κοινότητα, κατανοώντας πως «το όνομα μας είναι η ψυχή μας». Πρόκειται για εγχείρημα μάλλον ανέφικτο καθώς, όσοι βρίσκονται πέρα από τον εθνοτικό εθνικισμό και την «εθνογραφική νόσο» των Βαλκανίων, αδυνατούν να αντιληφθούν τις υπόρρητες συνδηλώσεις της λέξης «Μακεδονία» για τους Έλληνες.

Ωστόσο, τίποτε από τα παραπάνω δεν θα παραξένευε τον αναγνώστη του εξαίρετου έργου του Στάθη Γουργουρή, Έθνος-όνειρο- Διαφωτισμός και θέσμιση της σύγχρονης Ελλάδας, που αρχικά κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 1996. Ο συγγραφέας και καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Columbia των ΗΠΑ, ανατέμνει το ελληνικό εθνι(κιστι)κό φαινόμενο ως προϊόν ιστορικο-κοινωνικής φαντασίας παρά ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικο-οικονομικών θεσμών.

Και το ακαδημαϊκό πεδίο των ενδιαφερόντων του, η συγκριτική λογοτεχνία, είναι ίσως το πλέον κατάλληλο να μελετήσει και ερμηνεύσει τους τρόπους συγκρότησης των εθνικών ταυτοτήτων, στο βαθμό που τα έθνη συνιστούν κυρίαρχες «αφηγήσεις». Ο γάλλος ιστορικός φιλόσοφος Ερνέστ Ρενάν έγραψε στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, εποχή συγκρότησης των σύγχρονων κρατών-εθνών και ανόδου των εθνικιστικών κινημάτων πως, η λήθη και το ιστορικό λάθος αποτελούν βασικούς παράγοντες διαμόρφωσης κάθε έθνους. Αποσιωπήσεις, τυχαιότητες, παραλείψεις, ρωγμές- κυρίως όμως α-συνέχειες – καθορίζουν και ανα-καθορίζουν αδιάλειπτα στο Χρόνο τις εθνικές αφηγήσεις. Ο μύθος και η επιλεκτικότητα της μνήμης/λήθης είναι τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά σε κάθε εθνική αφήγηση και η ελληνική δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση.

Ο Στ. Γουργουρής προχωρά πέρα από τη σύλληψη των εθνών ως «φαντασιακές κοινότητες» (Benedict Anderson) και επιχειρεί να συλλάβει τις εθνικές αφηγήσεις ως όνειρα. Για το σκοπό αυτό δε διστάζει να χρησιμοποιήσει τα μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης που προσφέρει η ψυχανάλυση, από τη φροϋδική θεωρία των ονείρων έως (και κυρίως) τη «φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» του Κορνήλιου Καστοριάδη.

Ο συγγραφέας δεν αναζητά την «ουσία» της ελληνικής εθνικής ταυτότητας, κάτι που θα τον εγκλώβιζε στις ατέρμονες συζητήσεις περί της «ελληνικότητας», αλλά αντίθετα ενδιαφέρεται για το πώς μορφοποιείται η εθνική αφήγηση. Αναπόφευκτα καλείται να προσεγγίσει τη διαλεκτική σύνθεση του νέο-ελληνικού Διαφωτισμού με τον ευρωπαϊκό. Έτσι, η ελληνική ταυτότητα δεν είναι μόνο ότι φαντασιώθηκαν οι έλληνες αλλά και ότι ονειρεύτηκαν οι ευρωπαίοι (χαρακτηριστικό παράδειγμα οι «ελληνικοί» πίνακες του Ντελακρουά). Γράφει χαρακτηριστικά στο εξαιρετικό κεφάλαιο «Η τιμωρία του Φιλελληνισμού» (σελ. 186) πως, όταν ο Ρενάν θα βρεθεί στους στην Ακρόπολη

«θα αναφωνήσει: Ήταν στην Αθήνα το 1865 που ένιωσα για πρώτη φορά μια ισχυρή οπισθοδρομική ορμή, αποτέλεσμα μιας δροσερής και αναζωογονητικής αύρας που έρχεται από μακριά. Χωρίς αμφιβολία, πρόκειται για την υπερβολική εξομολόγηση μιας φιλολογικής ψυχής που λαχταρά την υλικότητα του παρελθόντος, αλλά το κρίσιμο είναι ότι για μια ακόμα φορά η σκιά της “μεταπτωτικής στιγμής” μετεωρίζεται πάνω από τα ερείπια της Αθήνας. Η πόλη καθίσταται και πάλι τόπος μνήμης, τόπος ενός οπισθοδρομικού βλέμματος, το οποίο επιβάλλει το παρελθόν-παρόν του ως μήτρα που διέπει την ψυχή και τον πολιτισμό των ανθρώπων»

«Συνομιλώντας» με τις μετα-αποικιακές σπουδές (postcolonial studies), ο συγγραφέας προσεγγίζει την Ελλάδα ως «ένα έθνος τοποθετημένο για πάντα στη τομή Ανατολής και Δύσης και ιδεολογικά κατασκευασμένο από την αποικιοκρατική Ευρώπη χωρίς να έχει, αυστηρά μιλώντας, ποτέ αποκιοποιηθεί». Έτσι, αυτό που εκλαμβάνεται ως αποτυχία του εκσυγχρονισμού, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αδυναμία της χώρας να συν-πορευτεί με το πολιτισμικό πρότυπο έχει διαμορφώσει στο βαθμό που, «η σύγχρονη Ελλάδα βαρύνεται, ιδιαίτερα από τις συμβολικές απαιτήσεις του μεταδιαφωτιστικού πολιτισμού, ακόμα και πέραν του υποτιθέμενου τεχνοοικονομικού μειονεκτήματός της. Προτού ακόμα υπάρξει ως έθνος, η Ελλάδα θεωρήθηκε ως η έκφραση του πολιτισμού σε μια προκαθορισμένη σύγκρουση με την (οθωμανική) βαρβαρότητα» (σελ. 105).

Ο βρετανός καθηγητής Αιγαιακών Σπουδών Ρόμπερτ Σάναν Πέκαμ, στο βιβλίο του Εθνικές Ιστορίες, Φυσικά Κράτη, προσεγγίζει κύρια τη γεωγραφική διάσταση της ελληνικής εθνικής αφήγησης. Σύνορα, χάρτες, τοπωνύμια, τοπικές γεωγραφίες, χρησιμοποιούνται σε μια προσπάθεια «φυσικοποίησης» των ορίων του έθνους. Η πολιτική γεωγραφία από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα συναντά την ιδεολογία και συνδέεται με τις ιδέες του πολιτικού ρομαντισμού, «φαντασιακής» εθνικής ολοκλήρωσης αλλά και νομιμοποίησης ιμπεριαλιστικών πολιτικών και εδαφικών διεκδικήσεων. Οι εθνικές γεωγραφίες αποτυπώνουν λιγότερο τη πραγματικότητα των υπαρκτών συσχετισμών και περισσότερο αυτό που θα ήθελαν να είναι.

Από αυτή την «εθνογραφική νόσο» δεν έχουν ακόμη καταφέρει να ξεφύγουν τα Βαλκάνια. Δεν είναι λοιπόν ανεξήγητη η ανησυχία που προκαλεί στη κοινή γνώμη, ακόμη και σήμερα, η δημοσίευση χαρτών που απεικονίζουν κατά τρόπο αμφισβητήσιμο τα συνοριακά όρια της χώρας μας. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Πέκαμ, στο κεφάλαιο με τον εύγλωττο τίτλο «Χαρτο-μανία», «η σύγχρονη βαλκανική “χαρτο-μανία”, η οποία αποτυπώνεται στη δημοσίευση αντικρουόμενων χαρτών και ιστορικών γεωγραφιών που αφηγούνται την ιστορία του έθνους και τονίζουν τις διακριτές ταυτότητες- όπως ο νέος Συνοπτικός Άτλαντας της Κροατίας ή οι χάρτες της Ενωμένης Μακεδονίας που κυκλοφορούν στην Αυστραλία και στον Καναδά- παρέχει μια ολόκληρη αποθήκη πολύτιμων πληροφοριών για τους γεωγράφους που επιθυμούν να κατανοήσουν τις διαδικασίες συγκρότησης των εθνικών ταυτοτήτων».

Τέλος, οι καλογραμμένες σελίδες των βιβλίων των Γουργουρή και Πέκαμ, συνιστούν πέρα από δείγματα επιστημονικής αρτιότητας, πλούσιας βιβλιογραφικής τεκμηρίωσης και πνευματικής εντιμότητας, πολύτιμες συμβολές στη συζήτηση για τη διαμόρφωση της «εθνικής ταυτότητας» με την οποία καλούνται να μετάσχουν οι νεοέλληνες στο σύγχρονο γίγνεσθαι. Στο νέο διεθνές περιβάλλον των παγκοσμιοποιημένων κοινωνιών και αγορών, όπου τα εργαλεία και οι κατηγορίες ανάλυσης του παρελθόντος αποτελούν περισσότερο ανάχωμα κάθε προσπάθειας πολιτικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού παρά συγκριτικό πλεονέκτημα για τη χώρα μας, μόνο η κριτική σκέψη μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας ανοιχτής και πλουραλιστικής πολιτιστικής ταυτότητας που θα βοηθήσει τους έλληνες πολίτες να πορευτούν με αυτοπεποίθηση στο μέλλον αντί της μάταιης περιχαράκωσης στην ασφαλή ψευδαίσθηση της «κλειστής» Ελλάδας.

—————————————————————————-

Σημειώσεις:
Δημοσιεύεται στο 10ο τεύχος του περιοδικού Presscode.

4 σχόλια
Leave a comment »

  1. Καλά δεν έχουν βαρεθεί οι εγχώριοι «κοσμοπολίτες» «διανοητές» να λένε τα ίδια και τα ίδια;
    Αντί να δούνε την επιτυχία του αγώνα της Ανεξαρτησίας που κατάφερε και να ταπεινώσει μια αυτοκρατορία, και να εμπνεύσει ντόπιους και ξένους με τον φιλελεύθερο και εθνικό χαρακτήρα του, η μοναδική τους έγνοια είναι μην τυχόν και νομίσει κανένας νεοέλληνας ότι είναι αυθεντικός Έλληνας.
    Εντωμεταξεί στο εξωτερικό έχουνε αρχίσει και ξαναγκαλιάζουνε την ιδέα του έθνους (βλέπε Foreign Affairs Μαρτίου-Απριλίου), και οι δικοί μας είναι στα 70s ακόμα, παλεύουνε υποτίθεται τον εθνικισμό με μπουρδολογίες επιπέδου ΜΜΕ Παντείου.

    Καλά μυαλά…

  2. Μεταφράζω από το φημισμένο δοκίμιο του Ερνέστου Ρενάν «Τι είναι το έθνος» (= Qu’est-ce qu’une nation? (Lecture delivered on March 11, 1882 at the Sorbonne):
    Ένα έθνος είναι μια ψυχή. Δύο πράγματα, τα οποία στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα, συνιστούν αυτή την ψυχή ή αυτήν την αξιωματική αρχή. Το ένα κείτεται στο παρελθόν, το άλλο στο παρόν. Το είναι απόκτημα γενικά μιας πλούσιας κληρονομιάς από μνήμες, το άλλο είναι σύγχρονο δημιούργημα, η επιθυμία του να ζούμε μαζί, η θέληση του να απαθανατίζουμε την αξία της κληρονομιάς που έχει εισπραχθεί, σε μια ενιαία πορεία _ ο άνθρωπος, κύριοι, δεν αυτοσχεδιάζει. Το έθνος, όπως το άτομο, είναι το αποκορύφωμα μακροχρόνιων προσπαθειών, θυσιών, και προσήλωσης. Από όλους τους πολιτισμούς, αυτός των προγόνων μας είναι ο πιο κοντινός σε εμάς, γιατί οι πρόγονοί μας έφτιαξαν ό,τι είμαστε. Ένα ηρωικό παρελθόν, σπουδαίοι άνθρωποι, δόξα (την οποία εκλαμβάνω ως γνήσια δόξα), αυτό είναι το κοινωνικό κεφάλαιο πάνω στο οποίο βασίζεται μια εθνική ιδέα. Το να έχουμε κοινό ένδοξο παρελθόν και το να έχουμε μια κοινή θέληση για το παρόν, το να έχουμε επιτύχει μεγάλα κατορθώματα μαζί και το να επιθυμούμε να επιτυγχάνουμε ακόμη περισσότερα, αυτές είναι οι απαραίτητες συνθήκες για να υπάρξει ένας λαός. Κάποιος αγαπά ανάλογα με τις θυσίες που κάποιος έχει επωμιστεί και ανάλογα με τα δεινά που κάποιος έχει υποφέρει. Κάποιος αγαπά (νοσταλγεί) το σπίτι που κτίστηκε και που τώρα έχει κατεδαφιστεί.
    Το Σπαρτιατικό τραγούδι -είμαστε ότι εσείς ήσασταν, θα γίνουμε ότι εσείς είστε τώρα- είναι μέσα από την απλότητά του, ο σύντομος εθνικός ύμνος για κάθε πατρίδα […]

    Γράφει πολλά ακόμη ο κ. Ρενάν, πράγματα που,φοβούμαι, εσκεμμένως παραλείπετε, κ. Σκάλκο. Δεν πειράζει, διότι – ευτυχώς για την πατρίδα μας- ήδη τα πράγματα έχουν πάρει τον δρόμο τους μετά την ήττα-ορόσημο των εθνομηδενιστών με την απόσυρση του κατάπτυστου βιβλίου της Στ΄ Δημοτικού.

  3. O Milton Friedman έγραψε κάπου «There exists no reality without a theory». Κατ’ αναλογίαν κάτι παρόμοιο φαίνεται να συμβαίνει και με την έννοια του Έθνους. Είναι ακατάληπτη χωρίς το πολιτιστικό υπόβαθρο σαν κύριο εννοιολογικό χαρακτηριστικό της. Άλλωστε ο ορισμός του Ερνέστου Ρενάν για το τι είναι το έθνος, εκεί καταλήγει. Μέσα από αυτόν τον συνεκτικό ιστό της πολιτιστικής κληρονομιάς είμαι λοιπόν και εγώ Έλληνας Μακεδνός. Η καταγωγή μου καταγράφεται από εμένα τον ίδιο (όχι ιστορικά) τουλάχιστον 70 χρόνια πριν την τεχνητή δημιουργία της ψευδομακεδονικής «εθνότητας». Η ταυτότητά μου είναι αυτή που είναι, διότι οι πριν από εμένα την έκαναν αυτό που είναι. Αυτό δεν είναι καθ’ αυτό κάτι κακό ή κάτι που στρέφεται εναντίον άλλων. Έχω όμως την ακράδαντη πεποίθηση, ότι κακό (θάλεγα για όλους ή για όλη την οικογένεια Εθνών που ζει στην γειτονιά μας) είναι να θέλει κάποιος άλλος να εμφανιστεί με την δική μου ταυτότητα, δηλαδή να την σφετερισθεί και σφετερίζοντάς την να την μεταλλάξει σε κάτι που δεν έχει καμία σχέση με την διεθνή τεκμηρίωση της ιστορικής πραγματικότητας, όπως τουλάχιστον αυτή υπάρχει σήμερα.

    Ακόμη και στην νέα παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα κάποιος θα πρέπει να διαφυλάξει την ταυτότητά του. Εάν δεν το κάνει, απλά ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και οι άλλοι θα γνωρίζουν ποιος είναι. Είναι κάτι τέτοιο επιθυμητός στόχος; Επίσης μου είναι αδύνατο να κατανοήσω γιατί το παρελθόν πρέπει να αποτελεί «ανάχωμα κάθε προσπάθειας πολιτικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού». Τι δηλαδή η πολιτιστική κληρονομιά και η γνώση που εμπεριέχει είναι σιδερένια μπάλα κατάδικου που την σέρνουμε και δεν μας αφήνει να τρέξουμε προς το μέλλον; Στο δικό μου το μυαλό ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Αναφέρω το χιλιοειπωμένο «λαός χωρίς παρελθόν δεν έχει μέλλον». Είναι παράλογο λοιπόν να προτείνεται να απεμπολήσουμε το παρελθόν μας και την πολιτιστική μας κληρονομιά – ταυτότητα. Είναι επίσης άδικο να μα ζητάνε φορτικά να το εκχωρήσουμε σε τρίτους που ΔΕΝ το δικαιούνται!

    Εάν έστω και για μια στιγμή δεχθώ το υφέρπον στο άρθρο σας επιχείρημα ότι έχω μια φαντασιακή ταυτότητα, από την οποία θα πρέπει να απαλλαγώ για το δικό μου το καλό και αυτό των γειτόνων μας, τότε ποιος είμαι; Δεν είμαι Έλληνας; Δεν είμαι Μακεδόνας; Δεν είμαι Αρμάνος; Τότε τι είμαι; Τίποτα; Κάποιος που δεν γνωρίζει από που κρατάει η σκούφια του και εξελληνίσθηκε μετά την κατάληψη των «Νέων Χωρών» από τους χαμουτζίδες «Έλληνες», όπως ισχυρίζονται νεαροί ανιστόρητοι και ανόητοι δημοσιογράφοι από το ραδιόφωνο του Δήμου των Αθηναίων;

    Στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία κάτι είναι αληθές εάν ανταποκρίνεται σε έναν αντικειμενικό κόσμο που υπάρχει ανεξάρτητα από τον νου μας. Συνεπώς το «είναι» θα πρέπει να είναι κάτι ανεξάρτητο από τον νου. Ενδεχομένως ο λόγος μπορεί να μας οδηγήσει πέρα από τον κόσμο των φαινομένων στο κόσμο του «είναι». Και να μην μπορεί (και μάλλον δεν μπορεί να μας οδηγήσει στην αντικειμενική αλήθεια), μας οδηγεί στην επιστήμη (γνώση υπό αίρεση: «επιστήμην μεν είναι την ασφαλή και βεβαίαν και αμετάθετον υπό του λόγου κατάληψιν»). Συνεπώς η τελευταία μας δίνει την δυνατότητα να κάνουμε επιλογές για το τι είμαστε επιλέγοντας αυτό που είναι εύλογο και πειστικό. Το ερώτημα που σας απευθύνω λοιπόν είναι το εξής: Θεωρείτε ότι είναι πιο εύλογο και πιο πειστικό να «είναι» Μακεδόνες οι Σκοπιανοί Σλαύοι (για το 40% των Αλβανών δεν τίθεται θέμα. Εκείνοι γνωρίζουν ότι είναι Ιλλυροί) ή οι Έλληνες της Μακεδονίας και οι Μπαγιάτηδες και οι Επίλυδες εκ Θράκης και Μικράς Ασίας; Εάν πιστεύετε ότι το ερώτημα αυτό είναι εκτός θέματος (beside the point), τότε δεν έχουμε κοινό τόπο και θέμα για συζήτηση και απλά μιλάμε όπως λένε η Αγγλοσάξονες «at each other”.

  4. Δεν το διάβασα το βιβλίο, ούτε μου προξενεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον, παρά την καλή ανάλυση που κάνει ο γράφων.
    – Η «κλειστή» Ελλάδα όπως αναφέρεται, δεν νομίζω οτι εκφράζει τις σκέψεις των περισσοτέρων Ελλήνων.
    «Αι γαίες των Ελλήνων» χάθηκαν μάλλον λόγω υποπληθυσμού ή κακής πολιτικής, οι δε εναπομείνασες είναι η κλειστή σημερινή Ελλάδα.
    – Η διακαής επιθυμία «πολλών» να πάρουν λίγη απο την δόξα των Αρχαίων Ελλήνων, είναι κατανοητή και ίσως πρόσφορο έδαφος δημιουργίας νεο-Ελλήνων, αρκεί , φυσικά, να μιλούν τουλάχιστον Ελληνικά.

Σχολιαστε