ΕΙΝΑΙ Η ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ;

Ιουλ 21st, 2003 | Φώτης Περλικός| Κατηγορία: Επιστήμες | Email This Post Email This Post | Print This Post Print This Post |

Το τι ορίζεται ως επιστήμη και τι όχι είναι ένα ζήτημα που αιώνες τώρα βασανίζει την φιλοσοφία της επιστήμης και προσωπικά δυσκολεύομαι να περιορίσω τα όρια της έννοιάς της στα πλαίσια της ετυμολογικής της ερμηνείας. Μπορεί η λέξη επιστήμη να υπάρχει χιλιετίες τώρα, αλλά η αλήθεια είναι ότι με την σύγχρονη έννοιά της αρχίζει μόλις με τον Γαλιλαίο (με τους σύγχρονούς του Bacon και Kepler και τους άμεσους διαδόχους του Leibniz, Newton και Boyle). Αυτός εισήγαγε το ”cimento”, την δοκιμασία (δηλ. την πειραματική μεθοδολογία). Θα προσπαθήσω να προσεγγίσω το ζήτημα όχι από την πλευρά του μεθοδολογικού ουσιολογισμού (αναζητώντας ορισμούς για την επιστήμη) αλλά νομιναλιστικά αναλύοντας ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της επιστημονικής γνώσης για να δείξω ποιοι τομείς της μάθησης κατά την γνώμη μου πληρούν τα κριτήρια για να ονομαστούν επιστήμη και ποιοι όχι.

Σημαντικό χαρακτηριστικό της επιστημονικής γνώσης είναι η αντικειμενικότητά της, δηλαδή αφορά την μελέτη εκείνου του τμήματος την πραγματικότητας που είναι προσιτό με αντικειμενικές μεθόδους (όχι απαραίτητα τις αισθήσεις). Αυτό έχει αναγνωριστεί από την αρχαιότητα από τους Ίωνες φιλόσοφους, τον Ηράκλειτο και τον Αριστοτέλη.

Το σημαντικότερο όμως στοιχείο μιας επιστημονικής πρότασης είναι η μεθοδολογία διατύπωσής της. Ισχύει το απαράβατο πεντάπτυχο:
Παρατήρηση – Θεωρία (Υπόθεση) – Πείραμα – Απόδειξη – Νόμος (Πόρισμα)
Η παρατήρηση της πραγματικότητας εφόσον γίνει με τους αυστηρούς κανόνες των μαθηματικών (πχ χρήση Επιδημιολογίας στην Ιατρική) μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε στατιστικές συσχετίσεις μεταξύ των παραγόντων του περιβάλλοντος π.χ. τα μήλα πέφτουν κάτω από την μηλιά ή το κάπνισμα και ο καρκίνος του πνεύμονα σχετίζονται. Οι συσχετίσεις αυτές μπορεί να είναι πραγματικές ή πλασματικές. Η εξήγησή τους απαιτεί την αποσαφήνιση των αιτιωδών σχέσεων που δημιουργούν την παρατηρούμενη συσχέτιση. Κάθε τέτοια θεωρία-υπόθεση δεν αποτελεί επιστημονική πρόταση. Για κάθε παρατήρηση η επιστημονική κοινότητα μπορεί να διατυπώσει χιλιάδες αλληλοσυγκρουόμενων απόψεων. Η επιστήμη όμως προχωρά παραπέρα. Κατασκευάζει πειράματα όπου απομονώνει τους παράγοντες που επιδρούν στην παρατηρούμενη συσχέτιση, και όπου η κάθε θεωρία τίθεται στην δοκιμασία της πράξης και της επαλήθευσης. Από την διαδικασία μόνο μία μπορεί να αποδειχθεί πειραματικά και να ντυθεί με το κύρος του επιστημονικού πορίσματος. Το κύριο λοιπόν γνώρισμα της επιστημονικής γνώσης είναι η μεθοδολογία που χρησιμοποιεί. Γι΄ αυτό η φυσική αποτελεί επιστήμη ενώ η ψυχολογία όχι. Δεν μπορεί ένα τμήμα της μάθησης να διεκδικεί τον χαρακτηρισμό της επιστήμης όταν αδυνατεί να εφαρμόσει την μεθοδολογία της. Δεν μπορούν να συνυπάρχουν ταυτόχρονα πολλές “σχολές” ή “ρεύματα” που το ένα να αναιρεί το άλλο και όλα να είναι αποδεκτά, δεν μπορεί να έχει δίκιο και ο Freud, και ο Jung, και ο Adler και ο Skinner πχ. Αυτό δεν σημαίνει ότι στην ψυχολογία δεν υπάρχουν επιστημονικές προσπάθειες (π.χ. Skinner, Watson) αλλά μέχρι η επιστημονική μεθοδολογία γίνει αποκλειστικός τρόπος μελέτης και έρευνας, η χρήση του όρου θα είναι καταχρηστική.

Ένα άλλο κριτήριο, άμεση συνέπεια της παραπάνω μεθοδολογίας, είναι ότι οι επιστημονικοί νόμοι είναι ομόφωνα και καθολικά αποδεκτοί. Είναι αυτό που ο Norman Campell ονομάζει κριτήριο της καθολικής συμφωνίας. Μπορεί να υπάρχουν διαφωνίες για διάφορες αλληλοσυγκρουόμενες θεωρίες-υποθέσεις που προκύπτουν από την παρατήρηση αλλά κανείς δεν αμφισβητεί ένα επιστημονικό πόρισμα μέχρι να καταρριφθεί πειραματικά. Η ειδοποιός διαφορά της επιστήμης είναι ότι προχωρά ένα βήμα παραπέρα από την απλή διαφωνία διότι έχει μηχανισμούς για το σχηματισμό ομόφωνα αποδεκτών θέσεων. Η εισαγωγή αυτό ακριβώς του κριτηρίου επέτρεψε την ανεξαρτητοποίηση της επιστήμης από τους άλλου τομείς και ήταν βασικό όπλο στους αγώνες του Francis Bacon ενάντια στην μεσαιωνική σκέψη και των Ορθολογιστών απέναντι στην Θεολογία.

Μια εξίσου σημαντική ιδιότητα της επιστημονικής πρότασης είναι η παγκόσμια και καθολική ισχύς της και η προβλεπτικότητά της. Ένα επιστημονικό πόρισμα οφείλει να ισχύει σε όλο το σύμπαν, παντού και πάντα. Δεν ενδιαφέρει πόσα εκατομμύρια φορές θα επιβεβαιωθεί, μια φορά αρκεί για την απορρίψει. Παρομοίως μια επιστημονική θεωρία πρέπει να είναι σε θέση να προβλέπει πάντα το αποτέλεσμα και να επιβεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση. Όταν αποτύχει μια φορά αμέσως καταρρίπτεται. Αντίθετα στις “ανθρωπιστικές επιστήμες” οι καθημερινές διαψεύσεις ελάχιστα δείχνουν να προβληματίζουν.

Τα παραπάνω δεν πρέπει να μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι επιστημονικοί νόμοι είναι σταθεροί και αναλλοίωτοι. Αυτό ήταν παραδεκτό μέχρι τον 20ο αιώνα και βασίζονταν στην επαγωγική λογική του John Stuart Mill και του Francis Bacon. Μέχρι τότε επαρκούσε σε έναν νόμο απλά να επαληθεύεται σε κάθε περίπτωση, και πράγματι μέχρι τον Einstein η Νευτώνεια Μηχανική επαληθευόταν σε κάθε έκφανση της καθημερινότητας. Η μεγάλη προσφορά του Karl Popper στην επιστημολογία είναι ακριβώς η τροποποίηση της παραπάνω αρχής. Σήμερα δεν αρκεί να μιλάμε για επαληθευσιμότητα ενός νόμου, αλλά πλέον μιλάμε για την διαψευσιμότητά του. Μια πρόταση είναι επιστημονική όταν παρέχει την δυνατότητα να ανατραπεί. Π.χ. το “ατσάλι δεν σκουριάζει” είναι μια επιστημονική πρόταση διότι πέρα από την απαιτούμενη μεθοδολογία για να διατυπωθεί και την εκπλήρωση όλων των προηγούμενων κριτηρίων άμα κάποιος μια φορά καταφέρει πειραματικά να σκουριάσει τον χάλυβα τότε αμέσως καταρρίπτεται. Αντίθετα, η θεωρία του Freud περί οιδιπόδειου συμπλέγματος δεν είναι επιστημονική διότι δεν είναι διαψεύσιμη. Αν μελετώντας ένα περιστατικό το βρούμε τότε επιβεβαιώνεται, αν δεν το βρούμε τότε θεωρείται καταπιεσμένο (repressed) οπότε πάλι επιβεβαιώνεται! Ακόμα και τα Μαθηματικά δεν μπορούν να χαρακτηριστούν επιστήμη διότι τα αξιώματά τους δεν υπακούουν στις προϋποθέσεις της επιστημονικής πρότασης. Θεωρούνται η μητέρα των επιστημών, είναι απαραίτητο και χρησιμότατο εργαλείο για την επιστημονική αναζήτηση αλλά τα ίδια αυτά καθαυτά δεν συνιστούν επιστήμη.

Το φάσμα λοιπόν της επιστήμης, στο σύνολο της μάθησης είναι αρκετά περιορισμένο. Βασική αιτία είναι η τεχνική αδυναμία να εφαρμόσουμε της μεθόδους της επιστήμης κύρια στην μελέτη της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης καθώς και ο ουσιολογικός παρά νομιναλιστικός τρόπος προσέγγισης των “θεωρητικών επιστημών” (απόρροια ακριβώς της αδυναμίας τους). Δυστυχώς η γνώσεις μας ακόμα είναι τόσο εμβρυϊκές που δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε με βάση τα αυστηρά επιστημονικά κριτήρια ακόμα. Σιγά σιγά όμως πραγματοποιείται αυτό που ο E.Ο.Wilson χαρακτηρίζει ως “σύναλμα”. Δηλαδή ακριβώς την υιοθέτηση της επιστημονικής μεθοδολογίας στις “ανθρωπιστικές επιστήμες”. Όσο προχωρά η γνώση μας για τον μικρόκοσμο (π.χ. κατανόηση των εγκεφαλικών λειτουργιών, της νευροφυσιολογικής βάσης της συμπεριφοράς κτλ), τόσο μεγαλύτερες δυνατότητες θα έχουμε για να μελετήσουμε τον μακρόκοσμο και τις ανθρώπινες σχέσεις.

Τελικά, το τι είναι και τι όχι επιστήμη, ποιος είναι και ποιος όχι επιστήμονας, καθορίζεται όχι από το απλά από το αντικείμενο της μελέτης αλλά από την μεθοδολογία που εφαρμόζει και τα χαρακτηριστικά των πορισμάτων που διατυπώνει. Κάτω από αυτό το πρίσμα αδυνατώ να θεωρήσω την Νομική ως επιστήμη. Ακόμα και η Ιατρική, ενώ υπάρχει χιλιάδες χρόνια, μόλις τα τελευταία 50 μπορεί να χαρακτηριστεί επιστήμη. Ουσιαστικά μετά τον Β΄ΠΠ η τεχνική πρόοδος επέτρεψε την μαζική εισαγωγή πειραματικών επιστημονικών μεθοδολογιών στην αναζήτηση της ιατρικής γνώσης. Μέχρι τότε ήταν περισσότερο μια συστηματική προσπάθεια καταγραφής συμπτωμάτων, ταξινόμησης σε αυθαίρετα συχνά σύνδρομα και εμπειρικής θεραπείας. Η αναζήτηση των αιτιωδών σχέσεων παρέμενε στο επίπεδο της υπόθεσης αφού αδυνατούσε να σχεδιάσει και να ακολουθήσει την απαραίτητη πειραματική μεθοδολογία που θα οδηγούσε σε επιστημονικά πορίσματα. Ακόμα και σήμερα, που η Ιατρική αποτελεί μια συναρπαστική επιστήμη αιχμής, υπάρχουν αρκετά στοιχεία μη επιστημονικά που δείχνουν τον μακρύ δρόμο που διανύσαμε αλλά και τον ακόμα μακρύτερο που έχουμε μπροστά μας.

Περλικός Φώτης

Σχολιαστε