Δεν χωράει αμφιβολία, ότι οι πρόσφατες ευρωεκλογές δεν ήταν απλά μια εκλογική αποτυχία όσων πολιτικών σχηματισμών προέβαλλαν έναν μεταρρυθμιστικό λόγο, αλλά ένα ισχυρό σοκ, που δεν επιτρέπει το αποτέλεσμα να μείνει ανερμήνευτο, μετά το αρχικό απαπόφευκτο μούδιασμα.
Για πολλούς από μας (δηλαδή τους περισσότερους από όσους θα διαβάσουν αυτό το σημείωμα) το τι χρειάζεται η χώρα, για βγει από το αδιέξοδο των συσσωρευόμενων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων της, είναι σχεδόν προφανές. Νοικοκύρεμα οικονομικών του κράτους, αντιμετώπιση της βόμβας του ασφαλιστικού, ανταγωνιστική εκπαίδευση, μείωση του κρατικού παρεμβατισμού και της εξουσίας της γραφειοκρατίας επί του πολίτη, σεβασμός των ατομικών δικαιωμάτων. Απλά και στοιχειώδη πράγματα, ώστε η χώρα να μην είναι διαρκώς στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης των διεθνών οργανισμών σε σχέση με την διαφθορά, την ανταγωνιστικότητα, τις μαθητικές επιδόσεις, την οικονομική ελευθερία κτλ.
Ταυτόχρονα, ένα σοβαρό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας διατυπώνει, όποτε του δίνεται η ευκαιρία, ανάλογα αιτήματα με τελευταία εκδήλωση τις εκλογές του 2004 και την στήριξη στην «επανίδρυση του κράτους». Όπως επίσης τα διατύπωσε δύο φορές το 1996 και το 2000 ψηφίζοντας τον Κ. Σημίτη. Για να απογοητευτεί τελικά και με τις δύο επιλογές. Μια σχετικά ουδέτερη και αντικειμενική καταγραφή των φετινών προσπαθειών έκφρασης αυτών των αιτημάτων εκτός του πλαισίου των μεγάλων κομμάτων μπορείτε να βρείτε στα αυτό το αναλυτικό κείμενο [1] του Νίκου Ράπτη, στην ιστοσελίδα της Προοδευτικής Πολιτικής. Οι πρόσφατες ευρωεκλογές δεν έφεραν απλά την διάψευση των προσδοκιών, αλλά ήταν ένα συντριπτικό πλήγμα, αφού ήταν μια απίστευτα ευνοϊκή πολιτική συγκυρία για μεταρρυθμιστικές φωνές. Γιατί λοιπόν δεν μεταφράζονται αυτές οι διεκδικήσεις σε ψήφο προς πολιτικούς σχηματισμούς που τις εκφράζουν σήμερα πολιτικά;
Είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς στις εκτιμήσεις του την παγίδα της αυτοαναφορικότητας, ειδικά σε μικρούς πολιτικούς χώρους. Τα ασήμαντα εκλογικά ποσοστά αφαιρούν κάθε δυνατότητα κριτικής σε επίπεδο τακτικής ή επικοινωνίας. Για την ακρίβεια ήταν η πλήρης αποδόμηση και απογύμνωση κάθε είδους τακτικισμού και επικοινωνισμού. Οι πρόσφατες ευρωεκλογές έκλεισαν οριστικά την συζήτηση γύρω από το εκλογικό σώμα που περιμένει να ακούσει κάτι καινούργιο/μεταρρυθμιστικό/φιλελεύθερο/κτλ. Και άνοιξαν την συζήτηση πώς θα πειστεί το εκλογικό σώμα. Οι ψηφοφόροι, ειδικά όσοι ενδιαφέρονται για πραγματικές και ρεαλιστικές αλλαγές, δεν περιμένουν ούτε μεσσίες, ούτε επιστημονικά πολιτικά προγράμματα, ούτε καν εύπεπτες γενικολογίες, τουλάχιστον όχι αρκετά για να χάσουν το μπάνιο τους.
Είναι δεδομένο ότι οι ψήφοι όσων επιθυμούν μεταρρυθμίσεις διεκδικούνται από τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας. Τα πλεονεκτήματά τους είναι πολλές φορές συντριπτικά. Έχουν τρομερά μεγαλύτερα μέσα προβολής και επικοινωνίας με τον πολίτη, έχουν αναγνωρίσιμα στελέχη κάθε είδους, έχουν ολόκληρους μηχανισμούς εξαγοράς ψήφων μέσω της εκμετάλλευσης του κράτους, έχουν χτίσει συναισθηματικούς δεσμούς δεκαετιών, έχουν υψώσει νομοθετικά τείχη που εμποδίζουν νέους σχηματισμούς να ανταγωνιστούν με ίσους όρους, έχουν την πολυτέλεια της πολυσυλλεκτικότητας, έχουν το πανίσχυρο επιχείρημα της άσκησης εξουσίας και της δυνατότητας παρέμβασης στις εφαρμοζόμενες πολιτικές, και τελικά θέτουν με πειστικότητα το εκβιαστικό δίλημμα της χαμένης ψήφου. Είναι αφόρητα δύσκολο για έναν συνειδητοποιημένο πολίτη, που θέλει να μετέχει των κοινών και να παίρνει μέρος στις επιλογές της διακυβέρνησης της χώρας του, να ξεφύγει από το δίπολο των κομμάτων εξουσίας.
Μικρογραφίες των κομμάτων εξουσίας είναι καταδικασμένες από την αρχή σε αποτυχία. Η σύγχρονη πολιτική μας ιστορία δίδαξε αυτό το μάθημα πολλές φορές. Η μίμηση του πολιτικού ύφους των κομμάτων εξουσίας, χωρίς να συνοδεύεται από τα ανάλογα μεγάλου διαμετρήματος πολιτικά όπλα (και για κάθε νέο/μικρό σχηματισμό είναι εξορισμού αδύνατο να μπορεί να αντιπαρατεθεί με τα ίδια μέσα), δεν συγκινεί αρκετούς ψηφοφόρους να εγκαταλείψουν τα δύο κυρίαρχα κόμματα, όση απογοήτευση και αν υπάρχει. Και απόλυτα λογικά και κατανοητά, γιατί στερούνται της αναγκαίας αξιοπιστίας προς τον ψηφοφόρο, ότι είναι σε θέση να επηρεάσουν, έστω και κατά το ελάχιστο, την κεντρική πολιτική σκηνή και τις πολιτικές που τον αφορούν. Όσοι ψηφοφόροι ελπίζουν σε άμεσες αλλαγές, ξέρουν ότι έστω και αναιμικές και περιορισμένες, αυτές είναι εφικτές μόνο από τα κόμματα εξουσίας. Ακόμα και όταν οι αλλαγές αυτές είναι σχεδόν αδύνατες, υπό το καθεστώς αλληλεξάρτησης του κράτους με τα κόμματα εξουσίας.
Για να έχει απήχηση ένα μεταρρυθμιστικό μήνυμα χρειάζεται ταυτόχρονα: να είναι κατανοητή η ανάγκη αλλαγής, να είναι κατανοητή η κατεύθυνση της αλλαγής, να είναι κατανοητά τα μέτρα των αλλαγών, να ανταποκρίνεται σε άμεσες πραγματικές ανάγκες, που μπορεί εύκολα να ταυτιστεί κάποιος, να είναι αξιόπιστος ο πολιτικός φορέας που θα τις εφαρμόσει, και να απευθύνεται σε ένα κοινό έτοιμο να το δεχτεί. Οι προϋποθέσεις είναι τόσο πολλές και τόσο δύσκολες, που ένα τέτοιο μήνυμα, από έναν φορέα πλην των κομμάτων εξουσίας, δεν έχει τύχη. Δεν είναι τυχαίο ότι στην μεταπολιτευτική μας ιστορία, τα μόνα επιτυχημένα (έστω και μερικά) παραδείγματα μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών προέρχονται από μέσα από αυτά τα δύο κόμματα. Αν λοιπόν είναι αναγκαία η ύπαρξη μιας άλλης μεταρρυθμιστικής φωνής, πώς μπορεί να υπάρξει;
Σε αυτό το ερώτημα πολλοί επιχείρησαν να δώσουν απάντηση τα τελευταία χρόνια. Και κρίνοντας με βάση τα αποτελέσματα, καμία απάντηση δεν μπορεί να κριθεί επαρκής. Υπάρχει όμως διαβάθμιση στις επιμέρους αποτυχίες. Φυσικά όσο περισσότερο βραχυπρόθεσμη η στόχευση τόσο περισσότερο η διάψευση των προσδοκιών της καταδικάζει τις πολιτικές και επικοινωνιακές επιλογές της ως λανθασμένες.
Αν υπάρχει μια πιθανότητα επιτυχίας, αυτή δεν βρίσκεται στην προβολή μεταρρυθμίσεων αλλά μεταρρυθμιστικής ιδεολογίας. Η δημιουργία ιδεολογικής/συναισθηματικής ταύτισης ενός μέρους του εκλογικού σώματος με ένα πολιτικό φορέα εκτός των υπαρχόντων. Αυτό μόνο μπορεί να δημιουργήσει ένα υπαρκτό και σταθερό μερίδιο στην πολιτική αγορά και να λειτουργήσει ως βάση πολιτικής παρουσίας. Μια μεταρρυθμιστική ατζέντα μπορεί να υιοθετηθεί στα λόγια από ένα κόμμα εξουσίας, αφήνοντας έναν νέο μεταρρυθμιστικό σχηματισμό μετέωρο πολιτικά (πχ μόλις πριν λίγες μέρες ο κ.Δούκας μας έκανε την τιμή να παρουσίασει ως ιδέα του, την πρόταση μας για διανομή της δημόσιας περιουσίας στους πολίτες, της οποίας φυσικά την πατρότητα δεν δεικδικούμε, αφού εφαρμόστηκε με επιτυχία πρώτα σε χώρες μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού). Μια μεταρρυθμιστική ιδεολογία όμως είναι πολύ πιο δύσκολο να την οικειοποιηθεί πια ένα κόμμα εξουσίας. Και φυσικά δεν υπάρχει άλλος ιδεολογικός μανδύας, που να καλύπτει μια σειρά αναγκαίων μεταρρυθμίσεων προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της ατομικής ευθύνης, της απελευθέρωσης της οικονομίας και της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, από τον σύγχρονο ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό. Δεν χρειάζεται να ανακαλύπτουμε κάθε φορά τον τροχό. Από τις κυρίαρχες ιδεολογίες που εκφράζονται στην Ευρώπη, αυτή που απουσιάζει από την χώρα μας είναι η φιλελεύθερη, και οι ιδέες που εκπορεύονται από αυτή συνιστούν τον κορμό των αναγκαίων αλλαγών για το ελληνικό κράτος, που παραπαίει πλεόν από το βάρος του. Αυτό το έλλειμμα πρέπει να καλυφθεί. Υπάρχει το περιθώριο όμως για κάτι τέτοιο σήμερα;
Πριν 3 χρόνια έλεγα χωρίς ιδεολογική προσφορά δεν δημιουργείται πολιτική ζήτηση. Και αυτό είναι σήμερα το μεγάλο πρόβλημα του πολιτικού χώρου θα μπορούσε ενδεχομένως να εκφραστεί από μια φιλελεύθερη πολιτική πλατφόρμα. Προτού θερίσεις πρέπει πρώτα να έχεις σπείρει. Και δυστυχώς το εν δυνάμει χωράφι έχει μείνει ακαλλιέργητο για πολύ καιρό και δεν είναι ιδιαίτερα εύφορο και δεκτικό. Η συνολική προσφορά στην ελληνική κοινωνία, φιλελεύθερων ιδεών, εκδόσεων, προτάσεων κτλ είναι τόσο μικρή που είναι αδύνατο να στηθεί ένας πολιτικός φορέας με αξιώσεις συμμετοχής στην κεντρική πολιτική σκηνή. Αν πρώτα δεν υπάρξει ένα σοβαρό τμήμα του πληθυσμού, έτοιμο να ταυτιστεί συναισθηματικά και ιδεολογικά με έναν τέτοιο φορέα, τα εκλογικά αποτελέσματα θα είναι πάντα κατώτερα και του χώρου που φιλοδοξεί να εκφράσει. Σε μια χώρα που κυριαρχεί η πολιτική της αρπαχτής, χρειαζόμαστε supply side …politics.
Αυτός είναι ο μακρύς δύσκολος δρόμος παράκαμψης των ασυναγώνιστων εμποδίων που θέτει το πολιτικό σύστημα σε κάθε προσπάθεια μεταρρυθμιστικής παρέμβασης που επιδιώκει άμεσα αποτελέσματα. Δεν προϋποθέτει ότι υπάρχει έτοιμο χωράφι για θερισμό. Επιδιώκει να εκχερσώσει γη και να φτιάξει ένα νέο χωράφι. Δεν υπάρχουν παρακάμψεις, παράδρομοι ή μαγικές λύσεις. Όπως ακριβώς παντού στην Ευρώπη ο φιλελευθερισμός φύτρωσε δύσκολα και με χρόνια συστηματικής δουλειάς, έτσι και στη χώρα μας, ο μόνος τρόπος πλήρωσης αυτού του ελλείμματος είναι ίδια συνεχής, σταθερή δουλειά. Μόνο τότε θα είναι απρόσβλητη η πολιτική παρουσία μιας τέτοιας προσπάθειας από τα όπλα των υπαρχόντων πολιτικών φορέων. Σήμερα η σπορά δεν είναι ούτε στο ελάχιστο επαρκής. Χρειάζεται μαζικότερη και συστηματικότερη για να μπορέσει να έχει στο μέλλον αποτέλεσμα. Αν λοιπόν οι βραχυπρόθεσμες στοχεύσεις δεν πετυχαίνουν, γιατί θα πετύχει η μακροπρόθεσμη;
Δεν υπάρχει φυσικά καμία εγγύηση ότι θα πετύχει. Η Ιστορία είναι γεμάτη μακροπρόθεσμες προσπάθειες που απέτυχαν τελικά. Αν όμως πραγματικά πιστεύουμε ότι χρειάζονται μια σειρά ριζικών αλλαγών, τις οποίες το πολιτικό σύστημα αρνείται εδώ και δεκαετίες να πραγματοποιήσει, τότε αυτός ο δρόμος είναι η αναγκαστική επιλογή, για να υπάρξει πολιτικός φορέας να τις εκπροσωπήσει και να πιέσει για την υλοποίησή τους. Απαιτεί όμως υπομονή και προσήλωση σε ένα μακρινό στόχο. Μια επιλογή δύσκολη, για κάθε νέο/μικρό σχηματισμό, όταν διαρκώς η βιασύνη για άμεσα αποτελέσματα την υπονομεύει και δημιουργεί απογοήτευση και αποσυσπείρωση.
Το παράδειγμα των οικολόγων δείχνει τον δρόμο. Οι οικολόγοι δεν εμφανίστηκαν ως αλεξιπτωτιστές στο πολιτικό μας σκηνικό. Δρέπουν σήμερα τους καρπούς προσπαθειών δεκαετιών, όπου είχαν συστηματική, σταθερή και συνεπή παρουσία. Δημιούργησαν αργά αλλά σταθερά μια βάση, προετοίμασαν την κοινωνία για το πολιτικό τους μήνυμα, και όταν οι συνθήκες τους ευνόησαν πολιτικά το εκμεταλλεύτηκαν. Ακόμα πιο ακραία, σήμερα μπορεί το ΛΑΟΣ να λαμβάνει κάποιες ευκαιριακές ψήφους, αλλά δεν είναι καθόλου ευκαιριακός ο χώρος που έχει αναλάβει να εκπροσωπήσει (άσχετα αν ουσιαστικά τον βρήκε έτοιμο και δεν τον δημιούργησε). Η σχεδόν παράλογη απήχηση της κομμουνιστογενούς αριστεράς τη χώρα μας, δεν είναι παρά αποτέλεσμα της συνεχούς τροφοδότησης της ελληνικής κοινωνίας με τις ιδέες της. Κανένας μικρός χώρος δεν στέκεται σήμερα πολιτικά, χωρίς μια ισχυρά υποστηριζόμενη ιδεολογική βάση, που να δημιουργεί μια αναγκαία σοβαρή κρίσιμη μάζα. Η τελευταία φορά που έγινε συστηματική προσπάθεια προβολής του φιλελευθερισμού ήταν από την ΝΔ της δεκαετίας του ‘80. Έκτοτε όλα ατόνησαν, και δεν έμεινε παρά η μπλόφα της ύπαρξης ενός μεγάλου τέτοιου χώρου, χωρίς ποτέ φυσικά να το μπορεί να το αποδείξει εκλογικά.
Σήμερα σίγουρα η συγκυρία δεν είναι ευνοϊκή στη χώρα μας για τον φιλελευθερισμό (αν και το ίδιο δεν ισχύει στην Ευρώπη, όπου τα φιλελεύθερα κόμματα, παρά την δυσφήμιση λόγω της κρίσης, ενίσχυσαν τα ποσοστά τους). Αλλά πέρα από την συγκυρία, το κλίμα δεν θα γίνει ποτέ ευνοϊκό αν πρώτα δεν γίνει συστηματική δουλεία στην προβολή του, όπως δεν ήταν ευνοϊκό και πριν την κρίση. Το να είμαστε απλά πεισμένοι για την ορθότητα των προτάσεών μας, παγιδευμένοι στην αυτοαναφορικότητα ενός μικρού χώρου, δεν δημιουργεί προϋποθέσεις ευρείας αποδοχής τους. Αν δεν συνεχιστεί δυναμικά η ιδεολογική προώθηση του φιλελευθερισμού, δεν θα υπάρξει ποτέ πολιτική προσπάθεια αξιώσεων, που να εκπροσωπήσει μια μεταρρυθμιστική ατζέντα, εκτός των κομμάτων εξουσίας.
Φώτης Περλικός