Ο ανομιμοποίητος πόλεμος κατά των ναρκωτικών

Ιούν 1st, 2007 | | Κατηγορία: Μεταφράσεις, Πολιτική, Φιλελευθερισμός | Email This Post Email This Post | Print This Post Print This Post |


του Roger Pilon*

Στην Αμερική θεωρούμε ότι είναι σημαντικό η κυβέρνηση και οι κυβερνητικές εξουσίες να είναι νομιμοποιημένες. Πράγματι, κάθε 4η Ιουλίου υπερηφανευόμαστε πολύ ανιχνεύοντας την κληρονομιά μας ως έθνος στο ιδρυτικό μας έγγραφο, την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Έντεκα χρόνια αφού οι Ιδρυτές έγραψαν εκείνο το έγγραφο, έγραψαν ένα ακόμα, το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, μέσω του οποίου επανασυνταχθήκαμε ως έθνος.

Το Σύνταγμα συνεχίζει να είναι σήμερα ο θεμελιώδης νόμος της χώρας, η ύπατη πηγή οποιασδήποτε νομιμοποίησης μπορούν να έχουν η κυβέρνηση και οι εξουσίες της. Αν κάποια εξουσία δεν μπορεί να ανιχνευθεί στο Σύνταγμα ή αν ασκείται ενάντια στην προστασία που παρέχεται από αυτό, η εξουσία είναι ανομιμοποίητη. Στην ουσία της η νομιμοποίηση είναι τόσο απλή.

Παρά την πρόθεση των Ιδρυτών να θεσμοθετήσουν νομιμοποιημένη κυβέρνηση –να συναγάγουν «τις δίκαιες εξουσίες της κυβέρνησης από την συναίνεση των κυβερνωμένων» και να περιορίσουν τον σκοπό αυτής της συναίνεσης από τα ατομικά δικαιώματα στην ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας– οι κυβερνήσεις στην Αμερική σήμερα, ειδικά δε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ασκούν τεράστια εξουσία, που δεν θεμελιώνεται ούτε καν μεμακρυσμένα στο Σύνταγμα ούτε επιτρέπεται από το Σύνταγμα. Σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό ίσως πιο αληθινό απ’ ό,τι στον μαζικό «πόλεμο κατά των ναρκωτικών», που η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει εξαπολύσει εδώ και πάνω από 20 χρόνια. Οι πόλεις μας έχουν καταστραφεί, οι φυλακές μας έχουν γεμίσει, οι θεσμοί μας έχουν διαφθαρεί και τα δικαιώματά μας έχουν καταπατηθεί και έχουν χαθεί, τα πάντα σε μια μάταιη προσπάθεια να αποτραπούν μερικοί από εμάς από την κατανάλωση ουσιών τις οποίες μερικοί άλλοι από εμάς πιστεύουν ότι δεν θα έπρεπε να καταναλώνονται, ουσίες που καταναλώνονται από τους ανθρώπους από καιρού αμνημονεύτου.

κυβερνήσεις στην Αμερική σήμερα, ειδικά δε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ασκούν τεράστια εξουσία, που δεν θεμελιώνεται ούτε καν μεμακρυσμένα στο Σύνταγμα ούτε επιτρέπεται από το Σύνταγμα

Αυτές οι συνέπειες του σύγχρονου πολέμου κατά των ναρκωτικών θα συζητηθούν εκτενώς από άλλους σε αυτόν τον τόμο. Ο δικός μου σκοπός εδώ είναι αρκετά διαφορετικός –και απλούστερος. Ο σκοπός μου είναι να δείξω την συνταγματική έλλειψη νομιμοποίησης του πολέμου κατά των ναρκωτικών και όχι την καταστροφή που έχει επιφέρει. Ακόμα στενότερα, ο σκοπός μου δεν είναι να δείξω ότι ο πόλεμος είναι ανομιμοποίητος επειδή συνεπάγεται μαζικές παραβιάσεις των δικαιωμάτων μας –αυτό είναι το αντικείμενο άλλου κεφαλαίου του τόμου–, αλλά επειδή διεξάγεται χωρίς συνταγματική εξουσιοδότηση. Συνελόντι ειπείν, θέλω να υποβάλω στους πολέμιους των ναρκωτικών το πιο βασικό από όλα τα συνταγματικά ερωτήματα: «Πού στο Σύνταγμα βρίσκετε την εξουσιοδότηση για ό,τι κάνετε;». Δεδομένου του Συντάγματός μας, θα δυσκολευτούν πολύ να απαντήσουν.

Δείχνοντας ότι ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών είναι συνταγματικώς ανομιμοποίητος, θα θίξω αρκετά βασικά ζητήματα ηθικής, πολιτικής και νομικής θεωρίας, όπως εμφανίζονται στο συνταγματικό δόγμα των απαριθμημένων εξουσιών και τον ομοσπονδιακό χαρακτήρα που απορρέει από αυτό. Και αυτό με την σειρά του θα μας οδηγήσει σε κάποιες από τις πιο αμφιλεγόμενες πλευρές του πολέμου κατά των ναρκωτικών, καθώς διεξάγεται κατά των πολιτών στις Πολιτείες τους, αρκετές εκ των οποίων έχουν εισαγάγει μέτρα για την φαρμακευτική χρήση της μαριχουάνας στα πρόσφατα χρόνια. Πράγματι, κανένα πρόσφατο ζήτημα δεν έχει φέρει στο φως πιο καθαρά την υποκρισία που περικυκλώνει εκείνους τους πολέμιους των ναρκωτικών που ισχυρίζονται ταυτόχρονα ότι είναι φεντεραλιστές.

Ένα Σύνταγμα εκχωρημένων και απαριθμημένων εξουσιών

Έχουμε την τύχη σε αυτό το έθνος να διαθέτουμε ένα σώμα ιδρυτικών εγγράφων, στα οποία να μπορούμε να ανατρέχουμε όταν ανακύπτουν ζητήματα νομιμοποίησης. Αν και το Σύνταγμα είναι ο θεμελιώδης μας νόμος, η συχνά ευρεία γλώσσα του φωτίζεται από την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, στην οποία οι Ιδρυτές παρουσιάζουν την περί κυβερνήσεως φιλοσοφία τους –η οποία σε μεγάλο βαθμό επηρέασε το Σύνταγμα. Ο σκοπός της Διακήρυξης, φυσικά, ήταν να διακηρύξει «το χωριστό και ίσο στάτους μας» και να δικαιολογήσει αυτόν τον χωρισμό λόγω ενός «εύλογου σεβασμού στην γνώμη της ανθρωπότητας». Οι Ιδρυτές το έκαναν αυτό επικαλούμενοι, ακολουθώντας την φυσικοδικαϊκή παράδοση, τον Λόγο και ορισμένες «αυταπόδεικτες» αλήθειες: ότι «όλοι οι άνθρωποι δημιουργούνται ίσοι, ότι έχουν προικιστεί από τον Δημιουργό τους με ορισμένα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα, ότι μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η ζωή, η ελευθερία και η επιδίωξη της ευτυχίας». Αυτή, διά βραχέων, είναι η ηθική τάξη. Είμαστε όλοι ίσοι, όπως ορίζεται από τα δικαιώματά μας, το οποίο σημαίνει ότι κανένας δεν έχει δικαιώματα ανώτερα από τα δικαιώματα οποιουδήποτε άλλου. Έχουμε γεννηθεί με αυτά τα δικαιώματα∙ δεν τα αποκτούμε από την κυβέρνηση. Και τα δικαιώματα με τα οποία γεννιόμαστε μπορούν να αναχθούν σε μία και μόνο ιδέα –την ελευθερία. Σε μια ελεύθερη κοινωνία, καθένας από εμάς είναι ελεύθερος να επιδιώκει την ευτυχία όπως νομίζει καλύτερα, με τα δικά του μέτρα, υπό τον όρο μόνο ότι σέβεται τα ίσα δικαιώματα των άλλων να κάνουν το ίδιο. Συνεπώς, η Διακήρυξη δεν διατυπώνει κάποιο ισχυρισμό σχετικά με το τι θα μπορούσε να κάνει κάποιον ευτυχισμένο. Υπονοεί μόνο ότι, ό,τι και αν είναι αυτό, πρέπει να σεβόμαστε τα δικαιώματα των άλλων να το επιδιώκουν όπως κρίνουν κατάλληλο, όσο εμείς επιδιώκουμε το δικό μας.

Σε μια ελεύθερη κοινωνία, καθένας από εμάς είναι ελεύθερος να επιδιώκει την ευτυχία όπως νομίζει καλύτερα, με τα δικά του μέτρα, υπό τον όρο μόνο ότι σέβεται τα ίσα δικαιώματα των άλλων να κάνουν το ίδιο

Μόνο αφού διατύπωσαν αυτήν την θεμελιώδη ηθική τάξη ασχολήθηκαν οι Ιδρυτές με το ερώτημα της κυβέρνησης, η οποία έχει θεσπιστεί, όπως είπαν, «για να κατοχυρώνει αυτά τα δικαιώματα», ενώ οι δίκαιες εξουσίες της εκπηγάζουν «από την συναίνεση των κυβερνωμένων». Κατ’ αυτόν τον τρόπο η κυβέρνηση περιορίζεται διττώς: από τον σκοπό της, την κατοχύρωση δηλαδή των δικαιωμάτων∙ και από τα μέσα της, τα οποία απαιτούν την συναίνεσή μας για να νομιμοποιηθούν1 .

Κάθε εξουσία έχει την αρχή της επομένως στον λαό, ο οποίος δίνει στην κυβέρνηση όποιες τυχόν εξουσίες διαθέτει. Το βλέπουμε αυτό στο Σύνταγμα, το οποίο συντάχθηκε περίπου 11 χρόνια μετά και το οποίο αρχίζει με την φράση «εμείς ο λαός…. διατάσσουμε και θεσπίζουμε αυτό το Σύνταγμα». Η αρχή αυτή επαναλαμβάνεται στην πρώτη πρώτη πρόταση του άρθρου Ι: «Όλες οι νομοθετικές εξουσίες που εγκρίνονται εδώ θα παραχωρηθούν σε ένα Κονγκρέσσο». Υπονοείται ότι δεν έχουν «εγκριθεί εδώ» όλες οι εξουσίες, όπως διασαφηνίζει το υπόλοιπο του εγγράφου, ιδίως δε το άρ. Ι παρ. 8. Και στην τελευταία έγγραφη ένδειξη της ιδρυτικής περιόδου, στην Δέκατη Τροποποίηση, η αρχή επανασυνοψίζεται, ως εάν προς έμφαση: «Οι εξουσίες που δεν παραχωρούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες από το Σύνταγμα ούτε απαγορεύονται από αυτό προς τις Πολιτείες παραμένουν στις Πολιτείες αντιστοίχως ή στον λαό». Συνοψίζοντας, το Σύνταγμα είναι ένα έγγραφο παραχωρημένων, απαριθμημένων και ως εκ τούτου περιορισμένων εξουσιών.

Το ότι η θεωρία των απαριθμημένων εξουσιών είχε ως σκοπό να είναι η βασική μας προστασία έναντι μιας υπερβολικά εκτεταμένης κυβέρνησης δεν μπορεί να παρασταθεί καλύτερα από το γεγονός ότι ζήσαμε επί δύο χρόνια χωρίς Χάρτη Δικαιωμάτων –ακόμη και αν ο Χάρτης Δικαιωμάτων έχει απολήξει σήμερα να είναι η κύρια άμυνά μας. Πράγματι, οι απεσταλμένοι στην Συντακτική Συνέλευση αντιτάχθηκαν σε προτάσεις να προσθέσουν ένα τέτοιο Χάρτη, παρατηρώντας ότι δεν είναι αναγκαίος: «Γιατί να διακηρύξουμε ότι δεν θα επιτρέπεται να γίνονται πράγματα για τα οποία δεν υπάρχει εξουσία να γίνονται;», ρώτησε ο Αλέξανδρος Χάμιλτον2 . Όταν φάνηκε ότι ένας Χάρτης Δικαιωμάτων θα χρειαζόταν για να καταστεί βέβαιη η επικύρωση, μια δεύτερη αντίρρηση, ότι η απαρίθμηση μόνο ορισμένων δικαιωμάτων θα γινόταν αντιληπτή ως άρνηση άλλων, αντιμετωπίστηκε από την Ένατη Τροποποίηση: «Η απαρίθμηση στο Σύνταγμα ορισμένων δικαιωμάτων δεν θα γίνει αντιληπτή ως άρνηση ή απαξίωση άλλων, τα οποία παραμένουν στον λαό»3 . Έτσι, η Ένατη και η Δέκατη Τροποποίηση συνοψίζουν εύστοχα την φιλοσοφία της Διακήρυξης. Ο λαός έχει δικαιώματα, τόσο απαριθμημένα όσο και όχι. Οι εξουσίες της κυβέρνησης, αντιθέτως, είναι αυστηρώς απαριθμημένες: αν κάποια εξουσία δεν έχει εκχωρηθεί από τον λαό και συνεπώς δεν απαριθμείται στο έγγραφο, παρακρατείται από τις Πολιτείες ή τον λαό4 .

Ξαναγράφοντας το Σύνταγμα

Αυτή η σύλληψη περί περιορισμένης κυβέρνησης, που θεμελιώνεται στην θεωρία των εκχωρημένων και απαριθμημένων εξουσιών, ακολουθήθηκε κατά βάσιν ως το New Deal, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο, τελώντας σε ασφυκτική πίεση από τον Πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούσβελτ, επανερμήνευσε ριζικά το Σύνταγμα. Για να εκτιμήσει κανείς την αλλαγή που έλαβε χώρα τότε –και γιατί κάποιος σαν τον «τσάρο των ναρκωτικών» του Λευκού Οίκου Barry McCaffrey μπορεί να γράφει σήμερα ανερυθρίαστα ότι «το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών εκφράζει ρητώς την υποχρέωση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να κήδεται του κοινού καλού»5 –, είναι απαραίτητο τουλάχιστον να δοθεί το περίγραμμα της αλλαγής αυτής. Γιατί το εντυπωσιακό σχετικά με την παρατήρηση του McCaffrey δεν είναι η ασυνέπειά της με το Σύνταγμα, όπως γίνεται κατανοητό σήμερα, αλλά η ίδια η συνέπειά της με την σύγχρονη κατανόηση. Οι περισσότεροι Αμερικανοί πράγματι πιστεύουν σήμερα ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει αχανή –πράγματι, σχεδόν απεριόριστη– εξουσία να «κήδεται του κοινού καλού». Συνεπώς, όταν ο McCaffrey συνεχίζει λέγοντας ότι «η κατάχρηση ναρκωτικών εξαφανίζει το δυναμικό των πολιτών για επέκταση και ανάπτυξη»6 , πιστεύουν, όπως και αυτός, ότι αυτός είναι λόγος επαρκής για να έχει η κυβέρνηση εξουσία να ρυθμίζει παρόμοια πράγματα. Πώς λοιπόν καταλήξαμε από μια κυβέρνηση απαριθμημένων εξουσιών σε μια κυβέρνηση της οποίας οι εξουσίες είναι ντε φάκτο μη απαριθμημένες;

Αυτή η σύλληψη περί περιορισμένης κυβέρνησης, που θεμελιώνεται στην θεωρία των εκχωρημένων και απαριθμημένων αξουσιών, ακολουθήθηκε κατά βάσιν ως το New Deal, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο, τελώντας σε ασφυκτική πίεση από τον Πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούσβελτ, επανερμήνευσε ριζικά το Σύνταγμα

Η απάντηση αρχίζει, όπως κάνουν οι περισσότερες, στο βασίλειο των ιδεών, οι οποίες εν καιρώ διαμορφώνουν τις πολιτικές ιδέες. Με την άνοδο των Προοδευτικών προς το τέλος του 19ου αιώνα, αρχίσαμε να αλλάζουμε θεμελιωδώς την περί κυβερνήσεως σύλληψή μας. Δεν την θεωρούσαμε πια ως «αναγκαίο κακό», θεσμοθετημένη για τον περιορισμένο σκοπό της διασφάλισης των δικαιωμάτων μας, όπως την είχαν θεωρήσει οι Ιδρυτές. Αντιθέτως, η κυβέρνηση έφθασε σταδιακά να θεωρείται ως μηχανή του αγαθού, ένας θεσμός για να λυθεί κάθε είδους κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα –μέσω κοινωνικής μηχανικής πληροφορημένης από την «προοδευτική» σκέψη. Πράγματι, το κίνημα της «νηφαλιότητας», ο πρόδρομος του πολέμου κατά των ναρκωτικών, είχε τις ρίζες του ακριβώς σε τέτοιου είδους σκέψη. Είναι κάτι παραπάνω από αξιοσημείωτο εντούτοις ότι όταν το κίνημα έφθασε την πραγμάτωσή του υπό την μορφή της Ποτοαπαγόρευσης, υπήρχε ακόμας τέτοιος σεβασμός για τα συνταγματικά όρια της ομοσπονδιακής εξουσίας, ώστε χρειάστηκε τροποποίηση του Συντάγματος για να επιτευχθεί η ομοσπονδιακή ποτοαπαγόρευση. Κανείς δηλαδή δεν θεωρούσε ότι το Σύνταγμα εξουσιοδοτούσε το Κονγκρέσσο να απαγορεύσει με απλό διάταγμα την παραγωγή, πώληση ή μεταφορά οινοπνευματωδών ποτών. Χρειαζόταν τροποποίηση του Συντάγματος για να δοθεί στο Κονγκρέσσο τέτοια εξουσιοδότηση. Σήμερα, αντιθέτως, διεξάγουμε τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών μόνο μέσω νομοθετημάτων.

Σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, εντούτοις, οι Προοδευτικοί προ του New Deal δοκίμαζαν σε τακτά διαστήματα ενώπιον των δικαστηρίων τα συνταγματικά όρια και σχεδόν σε όμοια τακτά διαστήματα αποκρούονταν. Όπως είχε ελπίσει ο Μάντισον, τα δικαστήρια εκπληρούσαν την λειτουργία τους ως ο προμαχώνας των ελευθεριών μας. Με την έλευση της Ύφεσης ωστόσο ο πολιτικός ακτιβισμός των Προοδευτικών επεκτάθηκε, περνώντας από τις Πολιτείες, όπου είχε κυρίως επικεντρωθεί, στο ομοσπονδιακό επίπεδο. Έτσι, η νέα διακυβέρνηση του Φραγκλίνου Ρούσβελτ υπερίσχυσε στο Κονγκρέσσο, θέτοντας σε ισχύ το ένα πρόγραμμα μετά το άλλο, μόνο και μόνο για να βρίσκει τα περισσότερα το Ανώτατο Δικαστήριο να είναι πέραν της εξουσίας του Κονγκρέσσου ως προς την θέση τους σε ισχύ. Τελικά, το 1937 ένας εκνευρισμένος Ρούσβελτ απείλησε να γεμίσει το Δικαστήριο με έξι πρόσθετα μέλη. Ούτε καν το Κονγκρέσσο δεν υποστήριζε το σχέδιό του να γεμίσει το Δικαστήριο. Παρ’ όλ’ αυτά, το Δικαστήριο έλαβε το μήνυμα, ακολούθησε η περίφημη «έγκαιρη αλλαγή που έσωσε τους εννιά»7 και τα υπόλοιπα ανήκουν στην Ιστορία.

το 1937 ένας εκνευρισμένος Ρούσβελτ απείλησε να γεμίσει το Δικαστήριο με έξι πρόσθετα μέλη. Ούτε καν το Κονγκρέσσο δεν υποστήριζε το σχέδιό του να γεμίσει το Δικαστήριο

Με συντομία συνέβησαν τα εξής: Δύο διατάξεις του Συντάγματος, οι διατάξεις περί κοινού καλού και περί εμπορίου, εκ των οποίων και οι δύο είχαν γραφεί ως ασπίδες εναντίον της υπερβολικά εκτεταμένης εξουσίας, μεταστράφηκαν από το Δικαστήριο του 1937 σε ξίφη της εξουσίας. Η διάταξη περί κοινού καλού, όπως είχαν υποστηρίξει ο Μάντισον, ο Τζέφερσον και άλλοι, σκόπευε να περιορίσει την εξουσία δαπανών του Κονγκρέσσου –ήδη περιορισμένη να εξυπηρετεί απαριθμημένες εξουσίες ή σκοπούς–, περιορίζοντάς την στο κοινό καλό, αντιτιθέμενο στο καλό συγκεκριμένων μερών ή τμημάτων8 . Όταν το Δικαστήριο του New Deal τελείωσε την ενασχόλησή του με αυτήν, η διάταξη παρείχε στο Κονγκρέσσο μια ανεξάρτητη εξουσία να δαπανά για το κοινό καλό, χωρίς να περιορίζεται από οποιουσδήποτε απαριθμημένους σκοπούς. Και όποιος περιορισμός εξασφαλιζόταν τυχόν από την λέξη «κοινό», αφέθηκε στην αστυνόμευση του Κονγκρέσσου –ένας ούτως ή άλλως μάταιος περιορισμός, όπως έχει δείξει η Ιστορία9 . Παρομοίως, η διάταξη περί εμπορίου σκόπευε κυρίως να δώσει την δυνατότητα στο Κονγκρέσσο να εξασφαλίσει την ελεύθερη ροή αγαθών και υπηρεσιών ανάμεσα στις Πολιτείες ενόψει κάποιων μέτρων προστατευτισμού που είχαν εμφανιστεί στις Πολιτείες10 . Μόλις όμως το δικαστήριο του New Deal είχε τελειώσει την ενασχόλησή του με την διάταξη, παρείχε στο Κονγκρέσσο την εξουσία να ρυθμίζει οτιδήποτε «έθιγε» το διαπολιτειακό εμπόριο, το οποίο φυσικά είναι κατά βάσιν οτιδήποτε11 . Με το να επαναδιατυπώσει συνεπώς κατ’ ουσίαν αυτές τις δύο διατάξεις, το Δικαστήριο στην πραγματικότητα αποστέωσε την θεωρία των απαριθμημένων εξουσιών –τον πυρήνα του Συντάγματος– και έτσι γεννήθηκε το σύγχρονο κράτος πρόνοιας. Ο χαλινός που παρείχε η απαρίθμηση χάθηκε, καθώς οι σύγχρονες αναδιανεμητικές και ρυθμιστικές εξουσίες του Κονγκρέσσου ανήχθησαν κατ’ ουσίαν στο Σύνταγμα.

Ένα ομοσπονδιακό πρόγραμμα για κάθε πρόβλημα

Ό,τι ακολούθησε φυσικά ήταν η ανυποχώρητη επέκταση των ομοσπονδιακών αναδιανεμητικών και ρυθμιστικών δραστηριοτήτων, που στόχευαν να αντιμετωπίσουν το ένα «πρόβλημα» μετά το άλλο –από την συνταξιοδοτική ασφάλιση ως την ιατρική φροντιδα ως τον αλλοδαπό ανταγωνισμό ως τις αγροτικές τιμές ως την εκπαίδευση και τα λοιπά, και τα λοιπά. Πραγματικά, αν ακούσει κανείς πρόσφατους Λόγους περί της Κατάστασης της Ένωσης, δεν μπορεί να φανταστεί προβλήματα τόσο προσωπικά ή τόσο ασήμαντα, ώστε να μην αποτελούν κατάλληλο θέμα ομοσπονδιακής προσοχής. Το «πρόβλημα» των ναρκωτικών είναι ακριβώς ένα τέτοιο παράδειγμα. Ο McCaffrey έχει δίκιο: η κατάχρηση ναρκωτικών πράγματι «εξαφανίζει το δυναμικό των πολιτών για επέκταση και ανάπτυξη» –ακόμα και αν η χρήση ναρκωτικών βελτιώνει την ζωή κάποιων, τουλάχιστον όπως κρίνουν οι ίδιοι. Αλλά και η κατάχρηση οινοπνεύματος και καπνού μπορεί να λεχθεί ότι εξαφανίζει την ζωή επίσης –και η διαιτητική κατάχρηση επίσης, καθ’ όσον μας αφορά. Όμως, τι σχέση έχουν όλα αυτά με το Σύνταγμα; Η ζωή είναι γεμάτη προβλήματα. Λίγα μόνο εξ αυτών όμως έγιναν αντικείμενο ομοσπονδιακού ενδιαφέροντος και απαριθμούνται στο έγγραφο. Όπως και αν ψάξει κανείς το Σύνταγμα, δεν πρόκειται να βρει να περιλαμβάνεται σε αυτά τα ενδιαφέροντα η συνταξιοδοτική ασφάλιση, η ιατρική φροντίδα, η εκπαίδευση ή η κατάχρηση ναρκωτικών, ούτε καν εμμέσως. Πολύ απλά, δεν υπάρχει καμία συνταγματική εξουσιοδότηση για να αντιμετωπίζει η κυβέρνηση τα προβλήματα αυτά.

Αυτό σημαίνει με απλά λόγια ότι το μεγαλύτερο μέρος όσων κάνει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση σήμερα είναι αντισυνταγματικό, διότι τελείται χωρίς συνταγματική εξουσιοδότηση. Όσο και αν είναι για πολλούς συνταρακτικό αυτό το συμπέρασμα, κάποιοι νομομαθείς τουλάχιστον το υποστηρίζουν12 . Και ακόμα και το Ανώτατο Δικαστήριο επιστρέφει, έστω και περιθωριακά, στις αρχές που εγκατέλειψε κατά το New Deal. Έτσι, για πρώτη φορά σε σχεδόν 60 χρόνια, το 1995 έκρινε το Δικαστήριο ότι ένα νομοθέτημα που είχε ψηφίσει το Κονγκρέσσο ήταν πέραν των εξουσιών του κατά την έννοια της διάταξης περί εμπορίου13 . Στην γνώμη του εν ονόματι του Δικαστηρίου σε αυτήν την υπόθεση, ο Αρχιδικαστής William Rehnquist άρχισε το επιχείρημά του με μια δήλωση: «Αρχίζουμε με τις βασικές αρχές. Το Σύνταγμα θεσπίζει μια κυβέρνηση με απαριθμημένες εξουσίες»14. Κάτι τέτοιο δεν είχε ειπωθεί τόσο απλά για χρόνια. Για να μην υπερβάλλουμε, το ζήτημα που τέθηκε στο Δικαστήριο ήταν περιορισμένο: Έχει το Κονγκρέσσο την εξουσία να απαγορεύει την κατοχή όπλων κοντά σε σχολεία ή πρόκειται για αρμοδιότητα των Πολιτειών; Από τότε όμως που η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε, αρκετές άλλες ακολούθησαν, περιλαμβανομένων δύο στο έτος 1999, που μόλις έληξε, οι οποίες έκριναν ότι το Κονγκρέσσο δεν έχει εξουσιοδότηση υπό την περί εμπορίου διάταξη να δημιουργήσει ιδιωτικές βάσεις αγωγής για να αντιμετωπίσει την έμφυλη βία15 και δεν έχει ομοίως εξουσιοδότηση να απαγορεύει εμπρησμούς ιδιωτικών κατοικιών16 . Και πάλι, αυτά είναι μικρά βήματα στην ανανεωμένη ομοσπονδιακή νομολογία του Δικαστηρίου –ονομαζόμενη έτσι κυρίως επειδή αφορά υποθέσεις στις οποίες οι Πολιτείες έχουν είτε συντρέχουσα είτε αποκλειστική αρμοδιότητα. Αυτές οι υποθέσεις όμως εγείρουν το θεμελιώδες θέμα των απαριθμημένων εξουσιών –και καθιστούν σαφές ότι το Κονγκρέσσο δεν έχει την εξουσία να αντιμετωπίζει όποιο πρόβλημα επιθυμεί.

Όμως, οι ευρείες φιλοδοξίες που περιέχονται στο Προοίμιο ποτέ δεν έχουν θεωρηθεί ότι χρησιμεύουν ως ειδικές πηγές εξουσίας –πολύ λιγότερο ότι καθιστούν άσκοπη την απαρίθμηση

Με κάθε ειλικρίνεια, εντούτοις, αμφιβάλλω για το αν το Δικαστήριο είναι σήμερα έτοιμο να τα βάλλει με τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών –ή την κοινωνική ασφάλιση Medicare ή χιλιάδες άλλα πράγματα στα οποία το Κονγκρέσσο δεν έχει εξουσιοδότηση να εμπλέκεται. Κι όμως, παρ’ όλ’ αυτά, οι αρχές είναι οι ίδιες. Ο McCaffrey λέει ότι το Σύνταγμα «εκφράζει ρητώς την υποχρέωση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να κήδεται του κοινού καλού». Πού «εκφράζεται ρητώς» αυτό; Δίχως αμφιβολία, το Προοίμιο, το οποίο είναι μόνο ευχετικό, προβάλλει τους γενικούς σκοπούς του Συντάγματος, περιλαμβάνοντας την φράση «να προωθεί το κοινό καλό». Όμως, οι ευρείες φιλοδοξίες που περιέχονται στο Προοίμιο ποτέ δεν έχουν θεωρηθεί ότι χρησιμεύουν ως ειδικές πηγές εξουσίας –πολύ λιγότερο ότι καθιστούν άσκοπη την απαρίθμηση. Πράγματι, το Σύνταγμα «πουλήθηκε» σε μια συχνά σκεπτικιστική ιδρυτική γενιά με το σκεπτικό ότι οι εξουσίες που παραχωρούνται στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα ήταν «λίγες και ορισμένες», όπως το έθεσε ο Μάντισον στον Federalist no. 45. Αυτό ήταν όλο το νόημα της απαρίθμησης –να περιοριστεί η κυβέρνηση σε μια περιορισμένη δέσμη σκοπών. Αν οι Ιδρυτές είχαν θελήσει να δώσουν στην κυβέρνηση απεριόριστη εξουσία «να κήδεται του κοινού καλού», θα το είχαν κάνει. Δεν το έκαναν. Και είπαν γιατί, ρητώς και επανειλημμένως.

Ένας αντισυνταγματικός πόλεμος

Οποιαδήποτε εξουσιοδότηση τυχόν ισχυρίζονται ότι έχουν τα διάφορα ομοσπονδιακά νομοθετήματα περί ναρκωτικών, προέρχεται στην πραγματικότητα όχι από κάποια φιλόδοξη γλώσσα του Προοιμίου, αλλά από τις παραχωρήσεις εξουσίας που βρίσκονται στο άρ. Ι, παρ. 8 του Συντάγματος. Εντούτοις, εκεί δεν βρίσκεται φυσικά καμία «υποχρέωση» –ή εξουσία κατ’ ακροβολογίαν– «να κήδεται του κοινού καλού». Το πιο κοντινό σε αυτά είναι οι παραχωρήσεις που συνυπονοούνται στις τώρα γόνιμες διατάξεις περί κοινού καλού και εμπορίου. Όμως οι διατάξεις αυτές παρερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο του New Deal, όπως έχει αρχίσει να λέει το σημερινό Δικαστήριο. Αν διαβαστεί κατάλληλα, η διάταξη περί κοινού καλού, όπως σημειώθηκε παραπάνω, περιορίζει τις δαπάνες για απαριθμημένους σκοπούς∙ δεν επεκτείνει αυτούς του σκοπούς. Απούσης μιας ανεξάρτητης εξουσίας δαπανών για έλεγχο των ναρκωτικών επομένως, η διάταξη περί κοινού καλού δεν προσθέτει τίποτε στην εξουσία του Κονγκρέσσου. Πράγματι, αν αυτή δεν ήταν η κατάλληλη ανάγνωση της διάταξης περί κοινού καλού, αν το Κονγκρέσσο μπορούσε να δαπανά για να βελτιώνει το «κοινό καλό», νοούμενο χαλαρά, δεν θα είχε υπάρξει νόημα στο να απαριθμηθούν οι λοιπές εξουσίες του Κονγκρέσσου, εφόσον το Κονγκρέσσο θα μπορούσε να κάνει οτιδήποτε ήθελε, επιδιώκοντας το κοινό καλό, υπό την διάταξη περί δαπανών17 . Όχι, οι Ιδρυτές δεν απαρίθμησαν προσεκτικά τις εξουσίες του Κονγκρέσσου μόνο και μόνο για να καταστήσουν αυτήν την προσπάθεια άσκοπη με την συμπερίληψη μιας αυτοτελούς εξουσίας δαπάνης για το κοινό καλό. Η απαρίθμηση είχε ως σκοπό να περιορίσει την κυβέρνηση και όχι να χρησιμεύσει ως κερκόπορτα για απεριόριστη εξουσία.

Η απαρίθμηση είχε ως σκοπό να περιορίσει την κυβέρνηση και όχι να χρησιμεύσει ως κερκόπορτα για απεριόριστη εξουσία

Παρομοίως, η διάταξη περί εμπορίου, μέσω της οποίας έχει θεσπιστεί τόση πολλή σύγχρονη νομοθεσία περί ναρκωτικών, γράφτηκε για να καταστήσει ικανό το Κονγκρέσσο να κανονίζει, ή να «κάνει κανονικό», το εμπόριο ανάμεσα στις πολιτείες –και ιδίως να καταστήσει ικανό το Κονγκρέσσο να υπερβεί ή να αντιμετωπίσει τον πολιτειακό και αλλοδαπό προστατευτισμό που διετάρασσε το ελεύθερο εμπόριο όταν γράφτηκε η διάταξη. Αναμφίβολα, αυτή η λειτουργική ερμηνεία της διάταξης ποτέ δεν έχει οριστεί με σαφήνεια από ένα Δικαστήριο, του οποίου η νομολογία επί του θέματος έχει φανεί πολλές φορές απροσανατόλιστη. Δεν είναι όμως σε καμία περίπτωση κοινοτοπία το ότι εκείνο ήταν το βασικό σκεπτικό για την διάταξη –στην πραγματικότητα για τον νέο Σύνταγμα– εξ υπαρχής18 . Προήλθε από μια πιεστική ανάγκη να ρυθμιστεί το εσωτερικό και εξωτερικό εμπόριο του έθνους, το οποίο κατέρρεε κάτω από κυβερνητικά μέτρα, τα οποία επέτρεπαν τα Άρθρα της Συνομοσπονδίας.

Από το New Deal, εντούτοις, η διάταξη περί εμπορίου έχει χρησιμοποιηθεί ολοένα και περισσότερο ως γενική κανονιστική εξουσία, για σκοπούς μακράν απέχοντες από την εξασφάλιση της ελεύθερης ροής αγαθών και υπηρεσιών. Στην υπόθεση του έτους 1937 που άνοιξε την ρυθμιστική κερκόπορτα19 , για παράδειγμα, το Δικαστήριο ενέκρινε τον Νόμο περί Εθνικών Εργασιακών Σχέσεων, ο οποίος είχε ψηφιστεί εν ονόματι της εξασφάλισης της ελεύθερης ροής του εμπορίου, αλλά δεν απευθυνόταν σε πολιτειακά μέτρα που παρεμπόδιζαν αυτήν την ροή, αλλά σε ιδιωτικές πράξεις, οι οποίες από πολλού επιτρέπονταν υπό τις αρχές του κοινοδικαίου. Είναι υποστηρίξιμο ότι, στην πραγματικότητα, η εθνικοποίηση των ιδιωτικών εργασιακών σχέσεων που ακολούθησε έχει στην πραγματικότητα εμποδίσει την ελεύθερη ροή του εμπορίου, εισάγοντας οικονομική αναποτελεσματικότητα και ενθαρρύνοντας εργασιακές παρενοχλήσεις που άλλως δεν θα συνέβαιναν, όπως ενδεικνύουν τα στοιχεία από την αχανή μη οργανωμένη αγορά εργασίας. Και καθώς το Δικαστήριο καθιέρωσε το τεστ των απεριόριστων «συνεπειών», σύμφωνα με το οποίο το Κονγκρέσο έχει εξουσία να ρυθμίζει κάθε τι που έχει συνέπειες για το διαπολιτειακό εμπόριο, το οποίο κατά βάσιν είναι οτιδήποτε, κατέστη σταδιακά σαφές ότι το Κονγκρέσσο χρησιμοποιούσε την επί του εμπορίου εξουσία του ως μια οιονεί αστυνομική εξουσία –την εξουσία να διασφαλίζει δικαιώματα, την βασική κυβερνητική εξουσία, η οποία εκ του Συντάγματος επιφυλάσσεται για τις Πολιτείες. Πράγματι, ενώ το Δικαστήριο έχει πει συχνά ότι δεν υπάρχει γενική ομοσπονδιακή αστυνομική εξουσία20 , έχει επιτρέψει στο Κονγκρέσσο να ασκήσει ό,τι ισοδυναμεί πρακτικά με γενική αστυνομική εξουσία. Όπως σημειώθηκε ανωτέρω, οι δύο υποθέσεις σχετικά με την περί εμπορίου διάταξη που κρίθηκαν πρόσφατα από το Δικαστήριο –η μία αφορούσε έμφυλη βία, η άλλη εμπρησμό ιδιωτικής κατοικίας– ήταν, ως προς όλους τους πρακτικούς σκοπούς, υποθέσεις που αφορούσαν την αστυνομική εξουσία, σχετικές με εξουσίες που έχουν εναποτεθεί στις Πολιτείες.

Ως χειρονομία εναπομείναντος συνταγματικού σεβασμού ωστόσο, το Κονγκρέσσο ποτέ δεν λέει, όταν θεσπίζει τέτοια μέτρα, και το Υπουργείο Δικαιοσύνης, όταν τα υπερασπίζεται ενώπιον των δικαστηρίων, ότι το Κονγκρέσσο ενήργησε σύμφωνα με την γενική αστυνομική του εξουσία. Αντιθέτως, διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι το Κονγκρέσσο ρυθμίζει το «εμπόριο» ή μια δραστηριότητα που έχει «συνέπειες» στο εμπόριο –την στιγμή που όλοι ξέρουμε ότι ρυθμίζει την οπλοκατοχή ή την έμφυλη βία ή τον εμπρησμό ή ό,τι θέλετε. Ευτυχώς, το Δικαστήριο αρχίζει σιγά σιγά να βλέπει πέρα από αυτήν την κουτοπονηριά. Υπάρχει όμως καμία διαφορά στην περίπτωση του πολέμου κατά των ναρκωτικών; Όλοι ξέρουμε ότι οι ομοσπονδιακοί νόμοι περί ναρκωτικών, παρά τα περί εμπορίου αιτιολογικά τους, δεν ρυθμίζουν το εμπόριο των ναρκωτικών αποβλέποντας στην ελεύθερη ροή του, υπό το φως της πολιτειακής παρέμβασης σε αυτό το εμπόριο –ο σκοπός ακριβώς της εξουσίας επί του εμπορίου. Όχι, οι περί ναρκωτικών νόμοι αποσκοπούν αντιθέτως στην απαγόρευση του εμπορίου ναρκωτικών, όπως ακριβώς οι μόλις εξετασθέντες νόμοι είχαν ως σκοπό να απαγορεύσουν την οπλοκατοχή κοντά σε σχολεία, την έμφυλη βία και τον εμπρησμό. Είναι όλα μέτρα αστυνομικής εξουσίας που παριστάνουν ότι ρυθμίζουν το εμπόριο. Υπό το Σύνταγμα, ως γινόταν αντιληπτό αρχικώς, δεν υπάρχει απολύτως καμία αρμοδιότητα για αυτά. Συνεπώς, είναι όλα αντισυνταγματικά και ως εκ τούτου, με μια λέξη, παράνομα.

Συνταγματικοί περιορισμού στην πολιτειακή εξουσία

Τι συμβαίνει όμως με τις Πολιτείες; Η ομοσπονδιακή εξουσία μπορεί να μην διαθέτει απαριθμημένη εξουσία με την οποία να διεξαγάγει τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών, αλλά οι Πολιτείες όντως διαθέτουν γενική αστυνομική εξουσία. Η πρόσφατη αναβίωση από το Δικαστήριο του δόγματος των απαριθμημένων εξουσιών έχει περιορίσει οριακά τις ομοσπονδιακές εξουσίες∙ έχει όμως αναζωογονήσει την πολιτειακή αυτονομία και ακεραιότητα, δίνοντας έτσι νέα ζωή στις ομοσπονδιακές αρχές που αρθρώνονται στην Δέκατη Τροποποίηση. Γιατί σύμφωνα με όσα λέει αυτή η τροποποίηση, αν κάποια εξουσία δεν έχει παραχωρηθεί στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση ή δεν έχει απαγορευθεί στις Πολιτείες, παραμένει στις Πολιτείες ή τον λαό. Εφόσον οι εξουσίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης δεν είναι πλήρεις, αυτό σημαίνει ότι οι Πολιτείες ή ο λαός παρακρατούν όλες τις εξουσίες που δεν απαριθμούνται ή δεν απαγορεύονται από το Σύνταγμα. Και η πιο βασική από τις εξουσίες των Πολιτειών, η αστυνομική εξουσία, χρησιμοποιείται σήμερα από τις Πολιτείες για να διεξαγάγουν τους δικούς τους πολέμους κατά των ναρκωτικών21 .

Αλλά και οι Πολιτείες υπέχουν περιορισμούς ως προς το τι μπορούν να κάνουν και όχι μόνο από τα όρια που ανευρίσκονται στο αρχικό Σύνταγμα. Περιορίζονται πρώτον από τα δικά τους Συντάγματα, τα οποία διαφέρουν. Και περιορίζονται επίσης από τις Τροποποιήσεις του Εμφυλίου Πολέμου, ιδίως από την Δέκατη Τέταρτη Τροποποίηση, οι οποίες κυρώθηκαν λίγο μετά την λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, ακριβώς για να περιορίσουν τι θα μπορούσαν να κάνουν οι Πολιτείες στους ίδιους τους πολίτες τους. Πριν από την ψήφιση αυτών των τροποποιήσεων, η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων θεωρείτο ότι εφαρμόζεται μόνο εναντίον της κυβερνήσεως που δημιούργησε το Σύνταγμα, το οποίο τροποποιούσε, δηλαδή την ομοσπονδιακή κυβέρνηση22 . Ακριβώς για να διορθωθεί αυτή η ατέλεια –για να δοθεί στους Αμερικανούς έφεση σε ομοσπονδιακό επίπεδο κατά πολιτειακών παραβιάσεων των δικαιωμάτων τους– κυρώθηκαν οι τροποποιήσεις23 .

Συνεπώς, ενώ οι Πολιτείες παρακρατούσαν την γενική αστυνομική εξουσία υπό και το αρχικό και το τροποποιημένο Σύνταγμα, η άσκηση αυτής της εξουσίας υπέκειτο σε ομοσπονδιακή επίβλεψη αφής προσετέθησαν οι Τροποποιήσεις του Εμφυλίου Πολέμου. Ειδικώς η παρ. 1 της Δέκατης Τέταρτης Τροποποίησης προβλέπει ότι καμία Πολιτεία δεν θα περικόψει τα προνόμια και τις ασυλίες των πολιτών των Ηνωμένων Πολιτειών, δεν θα στερεί κανένα πρόσωπο από την ζωή, την ελευθερία ή την ιδιοκτησία χωρίς την προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία ή δεν θα αρνείται σε κανένα πρόσωπο εντός της δικαιοδοσίας της την ίση προστασία ενώπιον του νόμου. Με αυτό, οι πολίτες μπορούσαν να προσφεύγουν σε ομοσπονδιακά δικαστήρια κατά πολιτειακών αξιωματούχων για να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους. Επιπροσθέτως, η παρ. 5 της τροποποίησης δίνει στο Κονγκρέσσο την εξουσία να επιβάλλει την εφαρμογή των διατάξεων αυτών με κατάλληλη νομοθεσία.

Δυστυχώς, παρά τις προθέσεις όσων έγραψαν και κύρωσαν την Δέκατη Τέταρτη Τροποποίηση, η ιστορία της χρήσης της έχει επιβαρυνθεί, ίνα μή τι χείρον είπω. Συνελόντι ειπείν, αυτή η ιστορία άρχισε το 1873, πέντε χρόνια μετά την επικύρωση της Τροποποίησης, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο πρακτικά απογύμνωσε την διάταξη περί προνομίων και ασυλιών στις περιβόητες υποθέσεις του Σφαγείου24 . Από τότε και στο εξής το Δικαστήριο προσπάθησε επί χρόνια να χρησιμοποιήσει την διάταξη περί προβλεπόμενης διαδικασίας για να κάνει αυτό που έπρεπε να γίνει με την πολύ πιο ουσιαστικού περιεχομένου διάταξη περί προνομίων και ασυλιών. Καθώς η προσπάθεια αυτή έβρισκε αυξανόμενη αντίθεση κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα, το Δικαστήριο κατά το New Deal σε μεγάλο βαθμό εγκατέλειψε την νομολογία του περί «ουσιαστικής προβλεπόμενης διαδικασίας», στρεφόμενο τότε στην διάταξη περί ίσης προστασίας σε μια μάταιη αναζήτηση ουσιαστικής καθοδήγησης. Όπως δέχονται σχεδόν όλοι, από όλα αυτά έχει δημιουργηθεί ένα πολύ άνισο σώμα νομοθετημάτων, και όχι απρόσμενα. Γιατί το Δικαστήριο ποτέ δεν εφήρμοσε την καλά θεμελιωμένη και διατεταγμένη θεωρία δικαιωμάτων που είναι αναγκαία για μια θεμελιωμένη σε αρχές κρίση υπό την Δέκατη Τέταρτη Τροποποίηση. Αυτό είναι εκείνο το οποίο η διάταξη περί προνομίων και ασυλιών ήταν προορισμένη να καταστήσει δυνατό στο Δικαστήριο.

το Δικαστήριο ποτέ δεν εφήρμοσε την καλά θεμελιωμένη και διατεταγμένη θεωρία δικαιωμάτων που είναι αναγκαία για μια θεμελιωμένη σε αρχές κρίση υπό την Δέκατη Τέταρτη Τροποποίηση

Η συζήτηση σχετικά με την ψήφιση και την επικύρωση της Δέκατης Τέταρτης Τροποποίησης έκανε δυνατή ακριβώς μια τέτοια θεωρία, διότι ενδείκνυε την πρόθεση του Κονγκρέσσου και των επικυρωτικών συμβάσεων να συνταγματοποιήσουν, ενάντια στις Πολιτείες, την προστασία που εγγυάτο ο Χάρτης Δικαιωμάτων και το κοινοδίκαιο και δικαιολογείτο από το φυσικό δίκαιο, το οποίο έστεκε πίσω από αυτές τις πηγές. Πράγματι, όλα αυτά συμπεριελήφθησαν στην πλούσια κληρονομιά της φράσης «προνόμια και ασυλίες» και θα εξασφαλίζονταν από την διάταξη περί προνομίων και ασυλιών. Η διάταξη ήταν το θεμελιωμένο σε αρχές αγκυροβόλιο και ο ουσιαστικός οδηγός που χάθηκε, όταν ένα έντονα διαιρεμένο Δικαστήριο την απογύμνωσε στις υποθέσεις του Σφαγείου.

Εντούτοις, και εδώ το παρόν Δικαστήριο έχει αρχίσει, πολύ διστακτικά, να επανεξετάζει αυτά τα ζητήματα. Σε μια υπόθεση που κρίθηκε την περίοδο του 1998, για παράδειγμα, το Δικαστήριο ρητώς νεκρανάστησε την περί προνομίων και ασυλιών διάταξη για να περιορίσει την πολιτειακή εξουσία, ακόμη και αν η εφαρμογή της διάταξης δεν ήταν ίσως εντελώς κατάλληλη σε αυτήν την υπόθεση25 . Και στην περίοδο του 1999, που μόλις έληξε, το Δικαστήριο ξανά περιόρισε μια Πολιτεία, ανακαλύπτοντας μη απαριθμημένα γονικά δικαιώματα υπό την διάταξη περί προβλεπόμενης διαδικασίας, δικαιώματα που θα είχαν βρεθεί πιο κατάλληλα υπό την διάταξη περί προνομίων και ασυλιών26 . Έτσι, η ομοσπονδιακή νομολογία του Δικαστηρίου αρχίζει να περιορίζει όχι μόνο την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, υπό το δόγμα των απαριθμημένων εξουσιών, αλλά και τις Πολιτείες, υπό την αρμοδιότητα ομοσπονδιακής εποπτείας που παρέχει η Δέκατη Τέταρτη Τροποποίηση.

Τώρα βέβαια, αμφιβάλλω ότι το Δικαστήριο είναι έτοιμο ή προδιατεθειμένο να υποβάλει στην βάσανο της Δέκατης Τέταρτης Τροποποίησης τον πολιτειακό πόλεμο κατά των ναρκωτικών. Παρά ταύτα, και εδώ οι αρχές είναι οι ίδιες. Συγκεκριμένα, η αστυνομική εξουσία των Πολιτειών είναι περιορισμένη βάσει αρχών. Δεν είναι μια εξουσία να κάνει κανείς οτιδήποτε εν ονόματι της διασφάλισης των δικαιωμάτων. Είναι μάλλον περιορισμένη από τα δικαιώματα που πρέπει να διασφαλιστούν, λόγος για τον οποίο είναι θεμελιώδους σημασίας να καταλάβουν τα δικαστήρια την υποκείμενη θεωρία δικαιωμάτων, όταν κρίνουν υπό την Δέκατη Τέταρτη Τροποποίηση.

Συνεπώς, στην προκειμένη υπόθεση αντιμετωπίζουμε τον ισχυρισμό κάποιων –περιλαμβανομένου του κράτους, ενεργούντος κατά τεκμήριο εκ μέρους της πλειοψηφίας27 – ότι έχουν δικαίωμα να αποτρέπουν άλλους από το να παράγουν, να μεταφέρουν, να πωλούν, να αγοράζουν ή να χρησιμοποιούν ναρκωτικά∙ και ένα συγκρουόμενο ισχυρισμό από εκείνους τους άλλους ότι έχουν δικαίωμα να κάνουν αυτά τα πράγματα, να επιδιώκουν την ευτυχία όπως κρίνουν καλύτερο, υπό τον όρο μόνο ότι κάνοντάς το αυτό δεν παραβιάζουν τα δικαιώματα κανενός. Προφανώς, όπως και με το οινόπνευμα, αυτή η δεύτερη κατηγορία ανθρώπων δεν περιλαμβάνει τους ανηλίκους και, για διαφορετικούς λόγους, ενεργούς πιλότους, οδηγούς, χειρουργούς, συχνά γονείς και οποιονδήποτε άλλον του οποίου η χρήση ναρκωτικών θα μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να θέσει σε κίνδυνο τα δικαιώματα τρίτων. Αυτό θα περιλαμβάνει και κάποιες δύσκολες περιπτώσεις και οπωσδήποτε και έλλογοι άνθρωποι δύνανται ελλόγως να διαφωνούν ως προς κάποιες από αυτές. Αλλά παρά ταύτα αφήνει ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων σε αυτήν την δεύτερη κατηγορία. Και θέτει το θεμελιώδες ερώτημα: με ποιο δικαίωμα όσοι ανήκουν στην πρώτη κατηγορία θεωρούν ότι δικαιούνται να περιορίζουν την ελευθερία όσων ανήκουν στην δεύτερη, την στιγμή που αυτοί οι τελευταίοι δεν περιορίζουν την ελευθερία κανενός;

με ποιο δικαίωμα όσοι ανήκουν στην πρώτη κατηγορία θεωρούν ότι δικαιούνται να περιορίζουν την ελευθερία όσων ανήκουν στην δεύτερη, την στιγμή που αυτοί οι τελευταίοι δεν περιορίζουν την ελευθερία κανενός;

Αν η υπόσχεση της Διακήρυξης περί ίσων δικαιωμάτων έχει κάποιο νόημα, σημαίνει ότι μπορούμε να επεμβούμε στους άλλους μόνο όταν δικαιώματα απειλούνται ή έχουν παραβιαστεί. Και εδώ οι πολεμιστές κατά των ναρκωτικών δεν δύνανται να δείξουν κάτι τέτοιο και συνεπώς οποιοδήποτε έδαφος για προσφυγή στην αστυνομική εξουσία της Πολιτείας. Επομένως, μακράν του να χρησιμοποιείται για να διασφαλίζονται τα δικαιώματα, η αστυνομική εξουσία εφαρμόστηκε από τους πολιτειακούς πολεμιστές κατά των ναρκωτικών χρησιμοποιείται για να παραβιαστούν τα δικαιώματα.

Αν εφαρμοζόταν καταλλήλως λοιπόν, η Δέκατη Τέταρτη Τροποποίηση θα έπρεπε να διατίθεται στα άτομα για να αποτρέπουν τις Πολιτείες από το να παραβιάζουν τα σχετικά με τα ναρκωτικά δικαιώματά τους. Όπως είναι προφανές, οι αρχές του φεντεραλισμού δεν λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο σήμερα στην περίπτωση των ναρκωτικών. Όχι μόνο η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν προστατεύει τους πολίτες από τις ίδιες τους τις πολιτειακές κυβερνήσεις, αλλά η ομοσπονδιακή κυβέρνηση συνεργάζεται ενεργητικά με αυτές τις κυβερνήσεις στο να φαλκιδεύει τα ατομικά δικαιώματα τα οποία το Σύνταγμα όφειλε να προστατεύει. Είναι ήδη κακό ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παραβιάζει τα δικαιώματα άμεσα μέσω των ίδιων της των προσπαθειών κατά των ναρκωτικών. Επίσης αγνοεί τις υποχρεώσεις της υπό την Δέκατη Τέταρτη Τροποποίηση να προστατεύει τους πολίτες από τις ίδιες τους τις πολιτειακές κυβερνήσεις –και από πάνω συντρέχει τις Πολιτείες στις αντισυνταγματικές τους δραστηριότητες. Έτσι παράγεται η διάβρωση των συνταγματικών αρχών από τον ατελείωτο πόλεμο κατά των ναρκωτικών.

Σημάδια ελπίδας –και υποκρισίας

Παρά την επίθεση και από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και από τις Πολιτείες, ορισμένες Πολιτείες αρχίζουν επιτέλους σιγά σιγά να αναγνωρίζουν τα δικαιώματα των πολιτών τους στο θέμα των ναρκωτικών –ή καλύτερα, εξαναγκάζονται από τους πολίτες τους, στις περισσότερες περιπτώσεις, να αναγνωρίσουν τουλάχιστον μερικά από αυτά τα δικαιώματα. Στα περασμένα λίγα χρόνια, οι πολίτες επτά Πολιτειών συν της περιοχής της Κολούμπιας έχουν περάσει πρωτοβουλίες δημοψηφισμάτων που νομιμοποιούν με διάφορους τρόπους την συνταγογράφηση και την χρήση μαριχουάνας για φαρμακευτικό σκοπό28 . Επιπροσθέτως, τρεις Πολιτείες έχουν περάσει τέτοιους νόμους με νομοθέτημα29 . Και λίγο παλαιότερα, ανάμεσα στο 1976 και στο 1982, 19 άλλες Πολιτείες θέσπισαν νόμους διαφόρων ειδών για την φαρμακευτική χρήση μαριχουάνας30 .

Κατά την διάρκεια της συγγραφής του παρόντος, το νομικό στάτους τέτοιων νόμων ήταν αβέβαιο, εξαιτίας της υπεροχής του ομοσπονδιακού δικαίου στις περισσότερες περιπτώσεις. Αφού η Πρόταση 215 ψηφίστηκε στην Καλιφόρνια τον Νοέμβριο του 1996, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση κατέθεσε προσφυγή, σε αυτό που ενδέχεται να αποβεί η βασική υπόθεση δοκιμασίας του ζητήματος31 , για να απαγορεύσει στους διάφορους συνεταιρισμούς αγοραστών κάνναβης την διανομή μαριχουάνας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο χορήγησε την απαγόρευση. Αλλά κατ’ έφεσιν το Ομοσπονδιακό Εφετείο για την Ένατη Περιφέρεια ανέπεμψε την υπόθεση, διατάσσοντας την μεταβολή της απαγόρευσης, ώστε να «ληφθεί υπόψιν μια νομικώς υποστηρίξιμη άμυνα που πιθανώς θα ανευρίσκετο στις περιστάσεις»32 . Ίσως περάσει λίγος καιρός προτού αυτή η υπόθεση ή κάποια παρόμοια φτάσει στο Ανώτατο Δικαστήριο, αν κάποια φτάσει ποτέ.

Εντωμεταξύ, η συμπεριφορά των ομοσπονδιακών αξιωματούχων σε αυτό το θέμα, συμπεριλαμβανομένων των εκλεγμένων αξιωματούχων, χρήζει προσοχής. Εντός ημερών από την ψήφιση των πρωτοβουλιών της Καλιφόρνιας και της Αριζόνας το 1996, ο «τσάρος των ναρκωτικών» McCaffrey συνεκάλεσε μια συγκέντρωση περίπου 40 υψηλά ισταμένων κυβερνητικών και ιδιωτών πολεμιστών κατά των ναρκωτικών για να σχεδιάσουν μια απάντηση στις πρωτοβουλίες και να σχεδιάσουν ιδιαιτέρως πώς θα σταματήσουν την εξάπλωσή τους. Το περιοδικό Salon Magazine μόλις δημοσίευσε μια διαδικτυακή εξιστόρηση αυτής της συγκέντρωσης33 , συντεθειμένη από στοιχεία που ανακαλύφθηκαν σε μια εκκρεμή αγωγή που κατατέθηκε από μια ομάδα ιατρών και ομάδων υπεράσπισης των δικαιωμάτων των ασθενών στην Καλιφόρνια, οι οποίοι ενήγαγαν για να άρουν τους περιορισμούς που επεβλήθησαν από την κυβέρνηση αμέσως μετά την ψήφιση των πρωτοβουλιών34 . Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι ένα σχόλιο που έκανε ο Paul S. Jelling, αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Robert Wood Johnson, σύμφωνα με σημειώσεις της συγκέντρωσης που έγιναν τότε: «Η άλλη πλευρά θα πήδαγε από την χαρά της, αν μπορούσαν να ακούσουν την προοπτική των Ομοσπονδιακών να πηγαίνουν αντίθετα με την βούληση του λαού»35 .

Και πράγματι θα το έκαναν. Αλλά δεν είναι μόνο η βούληση του λαού που διακυβεύεται. Διακυβεύονται και οι αρχές του έθνους. Σε μια κατάθεση που έδωσα το 1997 σχετικά με τις ομοσπονδιακές επιπλοκές του κινήματος για την πρωτοβουλία φαρμακευτικής χρήσης της μαριχουάνας ενώπιον της Υποεπιτροπής Εγκλήματος της Βουλευτικής Επιτροπής για την Δικαιοσύνη, σημείωσα την δρακόντεια απάντηση που τελικά προήλθε από την συνάντηση του McCaffrey:

Στις 11 Φεβρουαρίου 1997, η Υπηρεσία της Εθνικής Πολιτικής Ελέγχου Ναρκωτικών ανακοίνωσε ότι η ομοσπονδιακή πολιτική θα είχε ως εξής: (1) οι ιατροί που συνιστούν και συνταγογραφούν φαρμακευτική μαριχουάνα σε ασθενείς κατ’ εφαρμογήν πολιτειακών νόμων και οι ασθενείς που κάνουν χρήση τέτοιας μαριχουάνας θα διώκονται∙ (2) οι ιατροί που συνιστούν και συνταγογραφούν φαρμακευτική μαριχουάνα σε ασθενείς κατ’ εφαρμογήν πολιτειακών νόμων θα αποκλείονται από τα προγράμματα Medicare και Medicaid∙ και (3) οι ιατροί που συνιστούν και συνταγογραφούν φαρμακευτική μαριχουάνα σε ασθενείς κατ’ εφαρμογήν πολιτειακών νόμων θα υποστούν την ανάκληση των αδειών τους για προγραμματισμένα φάρμακα που έχουν χορηγηθεί από την DEA.

Η ομοσπονδιακή πολιτική που ανακοινώθηκε ενθαρρύνει επίσης τους πολιτειακούς και τοπικούς αξιωματούχους εφαρμογής του νόμου να συλλαμβάνουν και να διώκουν τους ιατρούς που είναι ύποπτοι συνταγογράφησης ή σύστασης φαρμακευτικής μαριχουάνας και να συλλαμβάνουν και να διώκουν τους ασθενείς που κάνουν χρήση τέτοιας μαριχουάνας. Και σε κάτι που μπορεί να περιγραφεί μόνο σαν μια πράξη υπερβάλλοντος ζήλου, ειδικα υπό το φως των ακροάσεων της IRS στην Σύγκλητο την προηγούμενη εβδομάδα, η πολιτική ενθαρρύνει την IRS ακόμη να εκδώσει ένα κανονισμό εσόδων που δεν θα επιτρέπει ιατρική έκπτωση για φαρμακευτική μαριχουάνα που αποκτήθηκε νομίμως υπό το πολιτειακό δίκαιο.

Εμφανώς πρόκειται για μια ωμή απόπειρα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να επιβάλλει μια εθνική πολιτική στους πολίτες των υπό συζήτησιν Πολιτειών, πολίτες οι οποίοι έχουν ήδη εκλέξει αντίθετη πολιτική. Οι ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι δεν συμφωνούν με την πολιτική την οποία έχουν εκλέξει οι πολίτες∙ εννοούν να την παραμερίσουν, παρά την τοπική αυτονομία36 . Μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε σε αυτές τις ακροάσεις η αντίδραση των συντηρητικών βουλευτών που ήταν από παλιά στην πρώτη γραμμή του κινήματος του φεντεραλισμού, που ήταν από παλιά ανάμεσα στους ισχυρότερους συνηγόρους για να περικοπεί η εξουσία της Ουάσινγκτον και να επιστραφεί στις Πολιτείες και στον λαό. Αυτή η αντίδραση θα μπορούσε να περιγραφεί μόνο ως αχαλίνωτη εχθρότητα ενάντια σε ένα σώμα πολιτών τόσο θρασύ, ώστε να αντιστέκεται στην ομοσπονδιακή πολιτική περί ναρκωτικών.

Και η υποκρισία –ας την ονομάζουμε με το όνομά της– δεν έχει λήξει. Στις 12 Ιουλίου 2000, για παράδειγμα, προσκλήθηκα ξανά να καταθέσω ενώπιον της Βουλευτικής Επιτροπής για την Δικαιοσύνη, αυτήν τη φορά υπέρ ενός νομοσχεδίου που στόχευε να περιορίσει τα διαθέσιμα κεφάλαια από το να δαπανώνται από ομοσπονδιακούς αξιωματούχους σε προσπάθειες να επηρεάσουν την πολιτειακή και την τοπική νομοθετική διαδικασία, εκλογικά μέτρα, πρωτοβουλίες και δημοψηφίσματα –ακριβώς το πράγμα που ο McCaffrey κάνει στο μέτωπο της πολιτειακής φαρμακευτικής μαριχουάνας37 . Φαίνεται ότι στον τελευταίο εκλογικό κύκλο ένας βοηθός Ομοσπονδιακός Εισαγγελέας στο Μισσούρι είχε χρησιμοποιήσει διαθέσιμα κεφάλαια για να εμπλακεί σε άσκηση επιρροής εναντίον μιας πρωτοβουλίας για την συγκεκαλυμμένη οπλοφορία που βρισκόταν τότε στην κάλπη του Μισσούρι, προς μεγάλη σύγχυση ορισμένων μελών του Κονγκρέσσου, οι οποίοι ήθελαν να θέσουν τέλος σε αυτού του είδους την επίσημη ομοσπονδιακή ανάμιξη σε πολιτειακές και τοπικές υποθέσεις εις βάρος του φορολογούμενου πολίτη. Συμφωνούσα απολύτως με την προσπάθεια να σταματήσει αυτή η κατάχρηση και συμφώνησα να καταθέσω υπέρ του μέτρου, υπό τον όρο ότι θα μπορούσα να επεκτείνω τις παρατηρήσεις μου στο ταυτόσημο πρόβλημα που αφορούσε τις πρωτοβουλίες για πολιτειακή φαρμακευτική μαριχουάνα. Αυτό, δυστυχώς, δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό.

Και έτσι η μάχη συνεχίζεται, όχι μόνο για τα μυαλά, αλλά και για τις καρδιές του αμερικανικού λαού. Γιατί στο βασίλειο των ιδεών, απλώς δεν υφίστανται άλλα αξιόπιστα επιχειρήματα για την συνέχιση αυτού του ατελείωτου πολέμου κατά των ναρκωτικών, όπως θα πρέπει να καθιστούν σαφές τα δοκίμια σε αυτόν τον τόμο. Από τον αναστοχασμό τόσο των αρχών όσο και της πολιτικής, ο λόγος αποκαλύπτει ότι αυτός ο πόλεμος είναι λανθασμένος και αντιπαραγωγικός. Τώρα είναι η διαισθητική απάντηση που πρέπει να αντιμετωπιστεί, η τυφλή, ανορθολογική αντίδραση στις φωνές να παύσει ο πόλεμος, οι οποίες σταματούν την σκέψη, όταν η σκέψη είναι απολύτως απαραίτητη, οι οποίες αγνοούν την ασυνέπεια και την υποκρισία, που είναι εμφανείς όσο η ημέρα. Αλλά αυτό είναι θέμα για κάποια άλλη ημέρα. Για την ώρα είναι αρκετό να γνωρίζουμε ότι ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών είναι, ως τον πυρήνα του, ανομιμοποίητος.

———————————————————————————

*To κείμενο αναδημοσιεύεται στα πλαίσια της συνεργασίας του e-Rooster με το Ινστιτούτο Cato.
Η μετάφραση του πρωτότυπου, για λογαριασμό του e-Rooster, έγινε από τον Θανάση Αναγνωστόπουλο


Σημειώσεις:

  1. Έχω συζητήσει της θεωρία της Διακήρυξης πληρέστερα στο «Ο σκοπός και τα όρια της κυβέρνησης», Cato’s Letters, no. 13 (Washington: Cato Institute, 1999). [πίσω]
  2. The Federalist, αριθμ. 84 (Modern Library edition, 1937), σελ. 559.[πίσω]
  3. Βλ. Randy Barnett, Τα δικαιώματα που παρακράτησαν οι πολίτες (Fairfax, Va.: George Mason University Press, 1989).[πίσω]
  4. Βλ. Roger Pilon, «Οι ξεχασμένες Ένατη και Δέκατη Τροποποίηση», Cato Policy Report 13, no. 5 (September/October 1991), σελ. 1.[πίσω]
  5. Barry R. McCaffrey, Η Εθνική Στρατηγική Ελέγχου των Ναρκωτικών: Ετήσια Έκθεση 2000 (Washington: Office of National Drug Control Policy, 2000), σελ. 2.[πίσω]
  6. Αυτόθι.[πίσω]
  7. ΣτΜ: «The switch in time that saved nine» ήταν ο όρος που χρησιμοποίησε ο Τύπος της εποχής για την μετατόπιση της ψήφου («switch») του Δικαστή Owen Roberts από την δεξιά πτέρυγα στην αριστερή, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να ματαιωθεί η απόπειρα του Προέδρου Ρούσβελτ να αυξήσει τα μέλη του Δικαστηρίου και έτσι να μείνει τελικά ο αριθμός τους στους εννιά, όπως σήμερα[πίσω]
  8. Όπως το έθεσε ο Μάντισον: «Τα χρήματα δεν μπορούν να συμβάλουν στο κοινό καλό, παρά μόνο μέσω της εφαρμογής ενός ειδικού μέτρου που συντείνει στο γενικό καλό. Κάθε φορά λοιπόν που η δημόσια εξουσία έχει συλλέξει χρήματα που πρόκειται να δοθούν σε κάποιο ειδικό μέτρο, ανακύπτει το ζήτημα αν το ειδικό μέτρο βρίσκεται εντός των απαριθμημένων εξουσιών που έχει περιβληθεί το Κονγκρέσσο. Αν είναι έτσι, τα χρήματα που είναι αναγκαία για αυτό μπορούν να δοθούν∙ αν δεν είναι, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί», James Madison, “Report on Resolutions,” in Writings of James Madison, vol. 6, ed. Gaillard Hunt (New York: Putman’s Sons, 1906), σελ. 357.[πίσω]
  9. United States v. Butler, 297 U.S. 1 (1936)∙ Helvering v. Davis, 301 U.S. 616 (1937).[πίσω]
  10. «Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι το βασικό σημείο της διάταξης [περί εμπορίου]… δεν ήταν να δοθεί εξουσία στο Κονγκρέσσο, αλλά μάλλον να καταστούν ανίκανες οι Πολιτείες… Οι δημιουργοί του πλαισίου ήθελαν το εμπόριο μεταξύ των Πολιτειών να είναι απηλλαγμένο από προστατευτιστικούς περιορισμούς επιβεβλημένους από τις Πολιτείες», Donald H. Regan, «Το Ανώτατο Δικαστήριο και ο πολιτειακός προστατευτισμός: βγάζοντας νόημα από την αδρανή διάταξη περί εμπορίου», Michigan Law Review 84 (1986): 1091.[πίσω]
  11. NLRB v. Jones & Laughlin Steel Corp., 301 U.S. 1 (1937)∙ Wickard v. Filburn, 317 U.S. 111 (1942).[πίσω]
  12. «Το διοικητικό κράτος που ακολούθησε το New Deal αντίκειται στο Σύνταγμα και η αναγνώρισή του από το νομικό σύστημα δεν ισοδυναμεί παρά με αναίμακτη συνταγματική επανάσταση», Gary Lawson, “The Rise and Rise of the Administrative State,” Harvard Law Review 107 (1994): 1231∙ «Θεωρώ ότι η επεκτατική ερμηνεία της διάταξης [περί εμπορίου] από το Ανώτατο Δικαστήριο του New Deal είναι λανθασμένη, και μάλιστα ξεκάθαρα», Richard A. Epstein, “Ο πραγματικός σκοπός της περί εμπορίου εξουσίας,” Virginia Law Review 73 (1987): 1388. Στην πραγματικότητα βέβαια μόνο τώρα ανακαλύπτουμε την αντισυνταγματικότητα του New Deal. Τριάντα χρόνια μετά τα γεγονότα, μια προσωπικότητα του κύρους του Rexford G. Tugwell, ενός από τους κύριους αρχιτέκτονες του New Deal, στοχάστηκε σχετικώς: «Στον βαθμό που αυτές [οι πολιτικές του New Deal] αναπτύχθηκαν, ήταν τραβηγμένες ερμηνείες ενός εγγράφου [δηλ. του Συντάγματος] που αποσκοπούσε να τις αποτρέψει», “A Center Report: Rewriting the Constitution,” Center Magazine, March 1968, σελ. 20.[πίσω]
  13. United States v. Lopez, 514 U.S. 549 (1995).[πίσω]
  14. Αυτόθι. σελ. 552.[πίσω]
  15. United States v. Morrison, 120 S.Ct. 1740 (2000).[πίσω]
  16. Jones v. United States, 120 S. Ct. 1904 (2000).[πίσω]
  17. «Αν το Κονγκρέσσο μπορεί να καθορίζει τι συνιστά το κοινό καλό και μπορεί να ιδιοποιείται χρήματα για την πρόοδό της, πού είναι ο περιορισμός στην εκτέλεση οποιουδήποτε πράγματος μπορεί να επιτευχθεί με χρήματα; Πόσο λίγα πράγματα υπάρχουν, τα οποία δεν μπορεί να καταφέρει το χρήμα!… Μπορεί να νοηθεί ότι οι μεγάλοι και σοφοί άνδρες που μηχανεύθηκαν το Σύνταγμά μας… πρέπει να έχουν αποτύχει τόσο εξαιρετικά… ώστε να χορηγήσουν μια εξουσία, η οποία κατέστησε τον περιορισμό επί της εξουσίας πρακτικά απρόσφορο?», William Drayton, 4 Congressional Debates (1828), pp. 1632-34.[πίσω]
  18. Όπως το διατύπωσε ο Δικαστής William Johnson στην συντρέχουσα σύμφωνη γνώμη του στην πρώτη μεγάλη υπόθεση σχετικά με την περί εμπορίου διάταξη, Gibbons v. Ogden: «Αν υπήρχε κάποια αντίρρηση που υπερνικούσε όλες τις άλλες σχετικά με την υιοθέτηση του Συντάγματος, ήταν να αφεθεί η εμπορική δραστηριότητα ανάμεσα στις Πολιτείες ελεύθερη από κάθε είδους φθονερούς και μεροληπτικούς φραγμούς», 22 U.S. 1, 231 (1824).[πίσω]
  19. NLRB v. Jones & Laughlin.[πίσω]
  20. «… η αστυνομική εξουσία, την οποία οι Ιδρυτές αρνήθηκαν στην Εθνική Κυβέρνηση και ανέθεσαν στις Πολιτείες… », United States v. Morrison, 120 S.Ct. 1740, 1754 (2000).[πίσω]
  21. Όπως επιχειρηματολόγησε ο John Locke, η αστυνομική εξουσία προέρχεται από την «Εκτελεστική Εξουσία» της οποίας καθένας μας απολαύει στην φυσική κατάσταση για να διασφαλίζει τα δικαιώματά του. Όταν συντασσόμαστε και θεσπίζουμε κυβέρνηση, παραχωρούμε την εξουσία αυτή στην κυβέρνηση, τις περισσότερες φορές, για να την ασκεί εκ μέρους μας. Έτσι μετατρέπεται σε αστυνομική εξουσία, στην εξουσία διασφάλισης των δικαιωμάτων: John Locke, «Δεύτερη Πραγματεία περί Κυβερνήσεως», in Δύο Πραγματείες περί Κυβερνήσεως, ed. Peter Laslett (New York: Mentor, 1965), Παράγραφος 13.[πίσω]
  22. Barron v. Mayor & City of Baltimore, 32 U.S. (7 Pet.) 243 (1833).[πίσω]
  23. Για μια πληρέστερη συζήτηση του επιχειρήματος που ακολουθεί, βλ. Kimberly C. Shankman και Roger Pilon, «Αναζωογονώντας την διάταξη περί προνομίων και ασυλιών για να αντιμετωπιστεί η ισορροπία μεταξύ Πολιτειών, ατόμων και της ομοσπονδιακής κυβέρνησης», Cato Institute Policy Analysis no. 326, November 23, 1998∙ ανατύπωση in Texas Review of Law & Politics 3 (1998): 1-48.[πίσω]
  24. Butchers’ Benevolent Association v. Crescent City Livestock Landing Slaughterhouse, 83 U.S. (16 Wall) 36 (1873).[πίσω]
  25. Saenz v. Roe, 526 U.S. 489 (1999). Βλ. Roger Pilon, «Οι υποθέσεις του Σφαγείου εγκαταλείπονται;», National Law Journal, 31 Μαΐου 1999, σελ. A22.[πίσω]
  26. Troxel et vir. v. Granville, 120 S.Ct. 2054 (2000).[πίσω]
  27. Για μια συζήτηση του γιατί ο πλειοψηφισμός δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως δικαιολογητική θεωρία, βλ. Roger Pilon, «Ατομικά δικαιώματα, Δημοκρατία και Συνταγματική Τάξη: Περί των θεμελίων της νομιμοποίησης», Cato Journal 11 (1992/93): 383-84.[πίσω]
  28. Οι Πολιτείες είναι η Καλιφόρνια (1996), η Αριζόνα (1996 και 1998), η Αλάσκα (1998), το Όρεγκον (1998), η Ουάσινγκτων (1998), η Νεβάδα (1998 και 2000) και το Μαίιν (1999).[πίσω]
  29. Η Λουιζιάνα (1991), η Μασσαχουσέττη (1996) και η Χαβάη (2000).[πίσω]
  30. Ιλλινόις (1976)∙ Νέο Μεξικό (1978)∙ Αλαμπάμα, Άιοβα, Μοντάνα, Τέξας, Βιργινία, Δυτική Βιργινία (όλες το 1979)∙ Γεωργία, Μιννεσότα, Νέα Υόρκη, Ρόουντ Άιλαντ, Νότια Καρολίνα (όλες το 1980)∙ Κοννέκτικατ, Νέο Χάμπσαϊρ, Νέα Ιερσέη, Τεννεσσή, Βερμόντ (όλες το 1981)∙ Ουισκόνσιν (1982).[πίσω]
  31. United States v. Oakland Cannabis Buyers Cooperative, 2000 U.S. App. LEXIS 9963 (9th Cir., May 2000).[πίσω]
  32. United States v. Oakland Cannabis Buyers Cooperative, 190 F.3d 1109, 1114 (1999). Βλ. Marsha S. Cohen, «Σχολιασμός της πολιτικής: Σπάζοντας το ομοσπονδιακό-πολιτειακό αδιέξοδο για την φαρμακευτική μαριχουάνα: Μία πρόταση», Hastings Women’s Law Journal 11 (Winter 2000): 59-74.[πίσω]
  33. Daniel Forbes, «Πολεμώντας την ιατρική “Cheech & Chong”».[πίσω]
  34. Conant v. McCaffrey, 172 F.R.D. 681 (N.D. Cal. 1997).[πίσω]
  35. Αναφέρεται στο Forbes, «Πολεμώντας την ιατρική “Cheech & Chong”».[πίσω]
  36. Roger Pilon, «Το κίνημα δημοψηφισμάτων για την φαρμακευτική χρήση της μαριχουάνας στην Αμερική: Φεντεραλιστικές επιπλοκές», Κατάθεση ενώπιον της Υποεπιτροπής Εγκλήματος, Βουλευτική Επιτροπή για την Δικαιοσύνη, 1 Οκτωβρίου 1997. [πίσω]
  37. Βλ. γενικά Forbes, «Πολεμώντας την ιατρική “Cheech & Chong”». [πίσω]

5 σχόλια
Leave a comment »

  1. Τὸ μόνο κακὸ μὲ τὰ ἀμερικανικὰ ἄρθρα εἶναι ὅτι λένε καὶ ξαναλένε (καὶ μετὰ τὰ ξαναματαλένε) τὰ ἴδια πράγματα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κουράζουν πολὺ τὸν ἀναγνώστη, παρ᾿ ὅτι πραγματεύονται τρομερὰ ἐνδιαφέροντα θέματα.

    Ἐπὶ τῆς οὐσίας, τὰ λέει πολὺ ὡραῖα ὁ κύριος αὐτός. Τὸ κεντρικὸ νόημα εἶναι: Ἡ κεντρικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δαπανᾶ χρήματα μόνο γιὰ συγκεκριμένους λόγους καὶ κυρίως γιὰ νὰ ἀποφεύγει τὸν κρατικὸ παρεμβατισμὸ τῶν πολιτειῶν, ἄρα δὲν δικαιοῦται νὰ χρηματοδοτεῖ μὲ τεράστια ποσὰ τὴν ἐκστρατεία κατὰ τῶν ναρκωτικῶν. Νὰ ὑποθέσω ὅτι θὰ δημοσιευθοῦν ἐδῶ καὶ ἄλλα ἄρθρα τοῦ τόμου; Ἐπίσης μοῦ κίνησε τὸ ἐνδιαφέρον νὰ διαβάσω τὸ Σύνταγμα τῶν Η.Π.Α. Ἄ, καὶ ἡ ἐλαφρὰ καθαρεύουσα τῆς μετάφρασης πολὺ καλή! Πολὺ ὡραῖο παιδιά, μπράβο.

  2. Εντωμεταξύ, η συμπεριφορά των ομοσπονδιακών αξιωματούχων σε αυτό το θέμα, συμπεριλαμβανομένων των εκλεγμένων αξιωματούχων, δεν είναι καθόλου αξιοσημείωτη.

    Αυτό το «αξιοσημείωτη» δε μου κολλάει πολύ καλά, μήπως έχει γίνει κάποιο μεταφραστικό λαθάκι;

    Πολύ ενδιαφέρον άρθρο κατά τα άλλα.

  3. Συμφωνώ με τον J95 και άλλαξα λίγο την εν λόγω πρόταση. Το άρθρο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και η μετάφραση πολύ καλή. Προστέθηκαν και μερικοί σύνδεσμοι σε σχετικά άρθρα και όρους του κειμένου. Θα γίνει μετάφραση σε όσα άρθρα του τόμου μας δοθεί η άδεια και θεωρήσουμε ότι έχουν ενδιαφέρον.

  4. επισης αρκετα κατατοπιστικο βιβλιο οσον αφορα τους λογους και τα αποτελεσματα της αποποινικοποιησης των ναρκωτικων ειναι του Κλεανθη Γριβα »Πλανητικη κυριαρχια και Ναρκωτικα» εκδ.Λιβανη

  5. Ναρκωτικά: η ήττα της καταστολής

    Ξανά εφέτος εορτάστηκε η υποκριτική ημέρα του «πολέμου κατά» των ναρκωτικών(26/06).

    Η πραγματικότητα όμως δεν έχει κανένα λόγο να γιορτάσει.

    Τα δεδομένα αποδεικνύουν την πλήρη αποτυχία της καταστολής και την πλήρη επιτυχία του εμπορείου ναρκωτικών, της εγκληματικότητας, της τρομοκρατίας και της παραπληροφόρησης.

    Λίγα μόνο στοιχεία:
    Το κέρδος από την παράνομη εμπορία ψυχοτρόπων φτάνει τα 12.500 ευρώ το δευτερόλεπτο.
    Το κόστος (καταστολής: συλλήψεις, δίκες, διώξεις …),για τους φορολογούμενους: 40 εκατομμύρια ευρώ την ημέρα.
    Οι μισοί φυλακισμένοι είναι για υποθέσεις ναρκωτικών.
    Η πρόκληση του «απαγορευμένου» καρπού σπρώχνει στη χρήση τις νεαρές ηλικίες.
    Από νοθευμένα και ανεξέλεγκτα προϊόντα στην Ελλάδα έχουμε 1 (ένα) νεκρό την ημέρα, και πολιτικά, έχουμε την κατάργηση του δικαιώματος του αυτοκαθορισμού για κάθε ενήλικα πολίτη, κατατάσσοντας στους εγκληματίες τους πολίτες, που το χειρότερο που μπορούν να κάνουν (με την προσωπική τους χρήση) είναι μια «πράξη αυτοπροσβολής».

    Λύσεις υπάρχουν και έχουν δοκιμαστεί αν θέλουμε πραγματικά μια πολιτική κατά των ναρκωτικών:
    Όχι στην υποκρισία στη τρομοκρατία στην απαγόρευση
    Όχι στο εμπόριο των ναρκωτικών και τη διαφθορά
    Αποποινικοποίηση της χρήσης ψυχοτρόπων, νόμιμη κάνναβη
    Συνταγογράφιση υποκατάστατων, χορήγηση οπιούχων από τα νοσοκομεία
    Πολλαπλές μέθοδοι απεξάρτησης.

    …για να έχουμε κάποτε ένα λόγο να γιορτάσουμε.

    25/06/2009
    ΕΛΕΥ.ΣΥΝ.Α

Σχολιαστε