- e-rooster.gr - http://e-rooster.gr -

Λίγα λόγια για το φόρο εισοδήματος

Θα ασχοληθώ με την ιστορία του φόρου εισοδήματος στις ΗΠΑ, μιας από τις τελευταίες καπιταλιστικές χώρες που καθιέρωσαν το φόρο το 1913. Προηγούμενες προσπάθειες επιβολής άμεσης φορολογίας με τη μορφή φόρου εισοδήματος προσέκρουσαν στο πρώτο άρθρο του συντάγματος, που με τους περιορισμούς που έθετε στην άμεση φορολογία καθιστούσε ουσιαστικά αδύνατη την επιβολή του φόρου. Με την συνταγματική αναθεώρηση του 1909 άνοιξε ο δρόμος για την επιβολή του φόρου.

Πως πείστηκε η κοινή γνώμη ότι ο καινούργιος αυτός φόρος ήταν καλή ιδέα; Πριν από το 1913 η κύρια πηγή εισοδήματος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ ήταν μια ταρίφα σε διάφορα εισαγόμενα προϊόντα, ένα κόστος το οποίο προστιθέμενο στην τελική τιμή των προϊόντων έπληττε όλους τους καταναλωτές, ανεξαρτήτως εισοδήματος. Ο φόρος εισοδήματος θα επέτρεπε υποτίθεται την πτώση της ταρίφας σε χαμηλότερα επίπεδα, και τα οικονομικά βάρη του κράτους θα μετατίθονταν σε μεγάλο βαθμό στους πλούσιους. Οι Νότιες και Δυτικές πολιτείες υποστήριξαν με ενθουσιασμό την ιδέα, κοιτάζοντας με φθόνο τον πλούτο των βιομηχάνων των Βορειοανατολικών πολιτειών. Ο πρώτες κλίμακες του καινούργιου φόρου ξεκινούσαν με 1% και ανέβαιναν εως το 7%. Συνολικά μόνο 2% του πληθυσμού πλήρωσε το φόρο μεταξύ 1913-15.

Η κατάργηση του φόρου σήμερα θα επανέφερε τα ομοσπονδιακά έσοδα στα επίπεδα του 1997, κάτι που σημαίνει πως η ολοκληρωτική κατάργηση του φόρου δεν είναι έξω από τα όρια της πραγματικότητας, αρκεί βεβαίως να βρεθεί η βούληση να πέσουν ταυτόχρονα οι δαπάνες του κράτους στα ανάλογα επίπεδα

Οι κλίμακες γρήγορα εκτοξεύτηκαν. Η ανώτατη κλίμακα ανέβηκε στο 15% το 1916, στο 67% το 1917 και 77% το 1918, εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Μετά τον πόλεμο ο φόρος έπεσε αρκετά, αλλά ποτέ δεν έφτασε στα προπολεμικά του επίπεδα. Το 1929 έπεσε στο 24%, αλλά οι πρόεδροι Hoover και Roosevelt τον ανέβασαν διαδοχικά μέχρι το 94% το 1944. Ο πρόεδρος Roosevelt πρόσπάθησε μάλιστα να επιβάλλει φορολογία 100% στα ανώτερα εισοδήματα, αλλά συνάντησε τελικά αντίσταση στο Κογκρέσο, το οποίο συνετά κατάλαβε ότι το τελευταίο 6% θα έπρεπε, με τη μορφή καρότου, να παραμείνει στην κατοχή του γαϊδάρου. Μεταπολεμικά ή ανώτατη κλίμακα έπεσε στο 77% το 1964, όπου και έμεινε μέχρι την προεδρία του Reagan, ο οποίος την έριξε σταδακά στο 28%, μια πτώση της τάξης του 49%. Ο πρόεδρος Clinton την ανέβασε ξανά στο 39,6%. Ο πρόεδρος Bush o νεότερος έριξε με τη σειρά του τις κλίμακες, για να τις ανεβάσει ξανά (σύμφωνα με τις προαναγγελίες του) ο πρόδρος Obama.

Παράλληλα με αυτές τις αλλαγές στις ανώτατες κλίμακες άλλαξαν δραστικά και οι χαμηλότερες κλίμακες αλλά και το ελάχιστο φορολογούμενο εισόδημα, με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί τελείως ο αρχικός χαρακτήρας του φόρου, και από φόρος των πλουσίων να μεταμορφωθεί σε φόρος της μεσαίας και εργατικής τάξης. Σήμερα ο μέσος εργαζόμενος πληρώνει όχι μόνο τον ομοσπονδιακό φόρο εισοδήματος αλλά παράλληλα και το φόρο εισοδήματος της πολιτείας στην οποία διαμένει, και πλήθος βεβαίως έμμεσων φόρων, φόρων κατοικίας κτλ. Η ταρίφα στα εισαγόμενα προϊόντα, αντί να πέσει όπως είχαν υποσχεθεί οι πολιτικοί προ του 1913, ανέβηκε σε πρωτόγνωρα επίπεδα λίγα μόλις χρόνια αργότερα.

Με την προφανή εξαίρεση των αυξήσεων στα χρόνια του πολέμου, υπάρχει κάποια οικονομική μεταβλητή που να εξηγεί πειστικά τις προαναφερθείσες διακυμάνσεις στις κλίμακες του φόρου; Η απάντηση είναι αρνητική. Ιστορικά οι πολιτικές και κοινωνικές απόψεις του εκάστοστε προέδρου και μόνο αυτές καθορίζουν γενικά το ύψος του φόρου. Η κατάργηση του φόρου σήμερα θα επανέφερε τα ομοσπονδιακά έσοδα στα επίπεδα του 1997, κάτι που σημαίνει πως η ολοκληρωτική κατάργηση του φόρου δεν είναι έξω από τα όρια της πραγματικότητας, αρκεί βεβαίως να βρεθεί η βούληση να πέσουν ταυτόχρονα οι δαπάνες του κράτους στα ανάλογα επίπεδα.

Βοήθησε τελικά ο φόρος τις ΗΠΑ; Το ισχυρότερο κράτος και οι αυξημένες κεντρικές δαπάνες που αυτός κατέστησε εφικτός ωφέλησαν την οικονομία; Τα θλιβερά νούμερα δεν αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία ως προς την απάντηση. Το 1913 οι ΗΠΑ ήταν η πλουσιότερη χώρα του κόσμου, μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη παγκοσμίως. Ο υπόλοιπος κόσμος χρωστούσε στις ΗΠΑ, και τα αμερικάνικα προϊόντα εξάγονταν σε όλο τον κόσμο. Εκατομμύρια απένταροι μετανάστες φτάνανε στις ακτές της χώρας αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο, μακρυά από τις σοσιαλδημοκρατίες και τα κράτη πρόνοιας της Ευρώπης. Σήμερα, έναν αιώνα σχεδόν μετά, η χώρα είναι αποβιομηχανοποιημένη, εισάγει από την Ασία και την Ευρώπη για να καλύψει βασικές καταναλωτικές της ανάγκες, και βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεωκοπίας, με ομοσπονδιακό έλλειμα που ξεπερνάει τα δέκα τρισεκατομμύρια δολλάρια (10.000.000.000.000$). Πρόκειται για το μεγαλύτερο χρέος στην ιστορία της ανθρωπότητας. Μόνο την φετεινή χρονιά ο πρόεδρος Obama σκοπεύει να προσθέσει περίπου δύο τρισεκατομμύρια δολλάρια στο έλλειμα.

Η πρωταρχική προτεραιότητα ενός πολιτικού είναι να επανεκλεγεί σήμερα, για τα επόμενα 4 χρόνια, αδιαφορώντας για το απώτερο μέλλον. Κατά συνέπεια στους καλούς καιρούς ή τους καιρούς πλεονάσματος δεν έχει κανένα κίνητρο να περικόψει τους φόρους ή να αποταμιεύσει έστω και μία δεκάρα

Οι Αμερικανοί πολιτικοί ωστόσο δεν σταματούν να υπενθυμίζουν στους φορολογούμενους πως αυτοί οι ίδιοι (οι φορολογούμενοι δηλαδή) είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για αυτήν την κατάσταση, διότι α) εκμεταλλεύονται τα παραθυράκια του φορολογικού νόμου (loopholes), ή β) απλά φοροδιαφεύγουν.

Είναι το ίδιο κόλπο που χρησιμοποιούν και οι πολιτικοί στην Ελλάδα, όταν διακυρήττουν ξανά και ξανά, χωρίς τέλος, πως θα πατάξουν την φοροδιαφυγή, η οποία υποτίθεται πως ευθύνεται για το τρομακτικό έλλειμα του κράτους και συνεπώς την ανάγκη για περαιτέρω αύξηση των φόρων. Διαπιστώνω με θλίψη, από συζητήσεις με γνωστούς μου αλλά και το γενικότερο κλίμα στα ΜΜΕ, πως ο περισσότερος κόσμος αποδέχεται αυτόν τον ισχυρισμό χωρίς ίχνος κριτικής σκέψης, απλά και μόνο διότι αθρώνεται από ‘επίσημα’ χείλη, (δηλαδή χείλη πάμπλουτων πολιτικών καριέρας, συνήθως δικηγόρων). Ο ισχυρισμός αυτός βασίζεται σε μια ύπουλη και παραπλανητική αναλογία που παρομοιάζει το κράτος με μια ορθολογική οικονομική οντότητα, όπως μια επιχείρηση ή ένα νοικοκυριό. Η διαφορά είναι ότι η επιχείρηση και το νοικοκυριό χαρακτηρίζονται από ιδιοκτησιακή συνέχεια σε βάθος χρόνου, αντιμετωπίζουν τον αδιάκοπο κίνδυνο της χρεωκοπίας, και σε καλούς καιρούς αποταμιεύουν για πιθανές μελλοντικές δυσκολίες. Οι διαχειριστές του κράτους υπάγονται σε τελείως διαφορετική λογική και κίνητρα.

Η πρωταρχική προτεραιότητα ενός πολιτικού είναι να επανεκλεγεί σήμερα, για τα επόμενα 4 χρόνια, αδιαφορώντας για το απώτερο μέλλον. Κατά συνέπεια στους καλούς καιρούς ή τους καιρούς πλεονάσματος δεν έχει κανένα κίνητρο να περικόψει τους φόρους ή να αποταμιεύσει έστω και μία δεκάρα, καθότι αυτό θα του στερήσει την δυνατότητα να αγοράσει μερικές ψήφους παραπάνω μέσω κάποιου καινούργιου προγράμματος. Το συνολικό ύψος των εσόδων του κράτους αποτελεί συνεπώς ένα κατώτατο «πάτωμα», κάτω από το οποίο ο πολιτικός δεν έχει κανέναν λόγο να πέσει, αλλα πάνω το οποίο δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να ανέβει για την παραμικρή αιτία.

Η φοροδιαφυγή όχι μόνο δεν «προκαλεί» την αύξηση των φόρων, αλλά τουναντίον αποτελεί μια αντίσταση στην αιώνια ανοδική τάση αυτού του φορολογικού πατώματας, περιορίζοντας μονίμως, έστω και σε μικρό βαθμό, τα φιλόδοξα σχέδια των πολιτικών. Ειδικά μάλιστα στην σύγχρονη παγκοσμιοποημένη οικονομία, η αυξημένη φοροδιαφυγή ή η φυγή των επιχειρήσεων σε ξένες οικονομίες αποτελεί ένα από τα πρώτα ξεκάθαρα σημάδια σε μια κυβέρνηση ότι το έχει παρακάνει, ότι η χώρα μένει πίσω στην φορολογική ανταγωνιστικότητα και ότι πρέπει συνεπώς να πέσουν οι φόροι.

Αντώνης Βακιρτζής