Προβλήματα πρώτης και δεύτερης γενιάς

Μαι 5th, 2009 | | Κατηγορία: Γιώργος Παγουλάτος | Email This Post Email This Post | Print This Post Print This Post |

Η διεθνής κρίση μας βρίσκει στο μεταίχμιο δύο «γενεών» προβλημάτων. Οι ανεπτυγμένες οικονομίες συζητούν πώς θα βάλουν το κράτος να χαλιναγωγήσει τις αγορές. Δίπλα στο ‘αόρατο χέρι’ της αγοράς εγκαθιστούν την ‘ορατή γροθιά’ του κράτους. Εμείς όμως παλεύουμε ακόμα να φτιάξουμε αυτό το κράτος.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός εξελίχθηκε μέσα από δύο μεγάλους, περίπου τριακονταετείς κύκλους. Από τις δεκαετίες ’30-‘40 μέχρι το ‘70: οικοδόμηση του μεταπολεμικού ρυθμιστικού, σταθεροποιητικού, αναδιανεμητικού κράτους. Από το ’80 μέχρι πρόσφατα: αποκρατικοποίηση και απελευθέρωση των αγορών. Δύο κύκλοι εξέλιξης, που παρήγαγαν δύο διαφορετικές γενιές προβλημάτων. Η πρώτη γενιά διεθνώς συνδέεται με τον κύκλο εδραίωσης του κράτους. Και η δεύτερη, με τον κύκλο υποχώρησης του κράτους. Τα προβλήματα πρώτης γενιάς έχουν να κάνουν κυρίως με το ρόλο του κράτους στην εγχώρια πολιτική οικονομία. Τα προβλήματα της δεύτερης αφορούν τη λειτουργία του κράτους στην παγκοσμιοποίηση.

Οι ανεπτυγμένες δυτικές οικονομίες αντιμετώπισαν τα προβλήματα πρώτης γενιάς το ’70. Το κράτος διογκωνόταν από τα ελλείμματα και τις προσοδοθηρικές πιέσεις που απειλούσαν την οικονομική σταθερότητα. Η νέα οικονομική ορθοδοξία στράφηκε στην πειθαρχία των αγορών για να αντιμετωπίσει την τάση των κυβερνώντων να χρησιμοποιούν δημόσιους πόρους για ίδια συμφέροντα. Οι οικονομίες αποκρατικοποίησαν και απορύθμισαν. Υπήγαγαν όλο και περισσότερες αποφάσεις από τον κρατικό έλεγχο στους μηχανισμούς της ελεύθερης αγοράς. Από το ’80 κι έπειτα, οι δυτικές χώρες άρχισαν να καταργούν εγχώριους και διασυνοριακούς φραγμούς, αφήνοντας τις επιχειρήσεις ελεύθερες να αναπτυχθούν. Αυτό μας έφερε στην εποχή του μικρότερου κράτους, του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Η ελληνική εκδοχή της κρίσης είναι κυρίως πρόβλημα πρώτης γενιάς. Πηγάζει όχι από πανίσχυρες διεθνοποιημένες αγορές αλλά από ένα βαθιά αναξιόπιστο κράτος

Ως ένα βαθμό, το μοντέλο δούλεψε. Οι κυβερνήσεις έγιναν λιγότερο σπάταλες, ελλείμματα και πληθωρισμός περιορίστηκαν. Η πολιτική οικονομία της παγκοσμιοποίησης δημιούργησε νέες ευκαιρίες και πλούτο, συνδέθηκε με τη διεθνοποίηση της πληροφόρησης, τη διεύρυνση των επιλογών. Τότε άρχισαν να αναδύονται τα προβλήματα δεύτερης γενιάς. Μέσα από διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές, με κορύφωση την τελευταία δεκαετία, γιγαντώθηκαν διεθνώς τεράστιας κλίμακας ιδιωτικά συμφέροντα, που εκτοπίζουν τους ανταγωνιστές και ενίοτε νοθεύουν τον ανταγωνισμό, εις βάρος των καταναλωτών. Η οικονομική ισχύς μεταφράστηκε σε πολιτική ισχύ, σε αιχμαλωσία των δημόσιων αρχών. Πουθενά τα προβλήματα δεύτερης γενιάς δεν απέκτησαν τόσο καταστροφικές διαστάσεις όσο στο αχαλίνωτο αγγλοαμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Την παραμονή της κρίσης, η Γουώλ Στρητ έβγαζε 40% των συνολικών κερδών της αμερικανικής οικονομίας, παρέχοντας μονοψήφιο μόνο ποσοστό της συνολικής απασχόλησης. Γίγαντες όπως η Goldman Sachs και η Citigroup υπαγόρευαν την πολιτική, με την επιπλέον βεβαιότητα ότι ήταν πολύ μεγάλοι για να αφεθούν να χρεοκοπήσουν.

Πρόβλημα δεύτερης γενιάς είναι πώς θα προστατευθεί το δημόσιο συμφέρον όταν οι αγορές εξαχρειώνονται. Πρόβλημα πρώτης γενιάς είναι πώς θα φτιαχτεί το κράτος που θα εποπτεύει και θα ρυθμίζει τις αγορές. Το πρόβλημα της δεύτερης γενιάς: αποτυχίες της αγοράς. Το πρόβλημα της πρώτης: αποτυχίες του κράτους. (Γι’ αυτό και ορθώς αποκρατικοποιούμε την Ολυμπιακή!) Η ελληνική εκδοχή της κρίσης είναι κυρίως πρόβλημα πρώτης γενιάς. Πηγάζει όχι από πανίσχυρες διεθνοποιημένες αγορές αλλά από ένα βαθιά αναξιόπιστο κράτος.

Τεράστιο στα ελλείμματα, το χρέος, το κόστος ρεκόρ της γραφειοκρατίας (6,8% του ΑΕΠ!). Αλλά ελάχιστο στη στελέχωση των μονάδων εντατικής θεραπείας, τους βρεφονηπιακούς σταθμούς, την προστασία του ανταγωνισμού, την ασφάλεια του πολίτη

Πρόβλημα δεύτερης γενιάς είναι η δημιουργία ιδιωτικών μεγαθηρίων –που επιβάλλει πανίσχυρες ρυθμιστικές αρχές. Στην Ελλάδα όμως τα ολιγοπώλια συνυπάρχουν με δομές προβλημάτων πρώτης γενιάς: τη χαμηλής παραγωγικότητας ψευδο-αυτοαπασχόληση, «τα μυριάδες μαγαζάκια που στήνονται από το άγχος της ανεργίας και επιβιώνουν με εισφοροδιαφυγή» (Κ. Καλλίτσης, Καθημερινή, 26.4.2009). Έχουμε βέβαια και συνδυασμούς προβλημάτων πρώτης και δεύτερης γενιάς: το μαύρο χρήμα του κυκλώματος κράτους – κρατικών προμηθευτών/ εργολάβων, που ξεπλένεται σε φορολογικούς παραδείσους…

Πρόβλημα δεύτερης γενιάς είναι οι ρυθμιστικές αρχές να αλώνονται από τις εποπτευόμενες επιχειρήσεις. Πρόβλημα πρώτης γενιάς είναι οι επιχειρήσεις να εξαρτώνται από παρασιτικούς πολιτικούς παράγοντες προκειμένου να πραγματοποιήσουν μια επένδυση.

Πρόβλημα δεύτερης γενιάς είναι όταν η δυνατότητα απασχόλησης εξαρτάται αποκλειστικά από τις δεξιότητες που αναγνωρίζει η αγορά. Πρόβλημα πρώτης γενιάς είναι όταν για να προσληφθείς χρειάζεσαι πολιτικό μέσο. Πρόβλημα δεύτερης γενιάς είναι όταν οι αποταμιεύσεις σου κινδυνεύουν από μια διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση. Πρόβλημα πρώτης γενιάς είναι όταν τους πόρους του ασφαλιστικού σου ταμείου διαχειρίζεται ο κυβερνητικός εγκάθετος για το καλό του κόμματος.

Πρόβλημα πρώτης γενιάς είναι να παραμένεις δέσμιος του διλήμματος «περισσότερο ή λιγότερο κράτος», όταν το πρόβλημα αφορά την ποιότητα του κράτους. Τεράστιο στα ελλείμματα, το χρέος, το κόστος ρεκόρ της γραφειοκρατίας (6,8% του ΑΕΠ!). Αλλά ελάχιστο στη στελέχωση των μονάδων εντατικής θεραπείας, τους βρεφονηπιακούς σταθμούς, την προστασία του ανταγωνισμού, την ασφάλεια του πολίτη.

Γιώργος Παγουλάτος

————————————————————

Σημειώσεις:
Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 3/5/2009

2 σχόλια
Leave a comment »

  1. Πολύ καλά αναλύσατε το πρόβλημα κ. Παγουλάτε, αλλά δεν μας δίνετε την δική σας λύση/ άποψη…..
    Δηλαδή, λύνοντας το πρώτο πρόβλημα οδηγούμεθα κατ’ανάγκη στο δέυτερο;; (και τ’ανάπαλιν)
    Τελικά τί είναι επιθυμητό/ εφικτό: περισσότερο ή ολιγότερο κράτος;

  2. Οι ακαδημαϊκές σχηματοποιήσεις καλές είναι για την σχολική τάξη (έχω ακούσει αρίθμητες τέτοιες σχηματοποιήσεις σε όποιο πανεπιστήμιο, όποιου κλάδου έχω βρεθεί), άλλα είναι σχεδόν άχρηστες, αν όχι καταστροφικές στην πραγματικότητα. Αυτό που δεν μας λέει το άρθρο, είναι πιο είναι το κοινό στοιχείο (που δεν είναι απαραίτητα μόνο οικονομικής έκτασης) που έχουν οι δύο «γενεές». Γιατί αυτό που κάνει δυνατό ένα πέρασμα από μία γενιά σε μία επόμενη είναι πάντοτε κάτι που ανδρώνεται στην πρώτη και αποτελεί βάση της εξέλιξης της δεύτερης.
    (Και μην μου απαντήσει κανείς με μαρξιστική οξυδέρκεια «ο Καπιταλισμός», γιατί τότε πρέπει να γυρίσουμε στην πρώτη Φοινικική ολκάδα που ρίχτηκε στη θάλασσα…)

    Ας αναζητήσει λοιπόν ο συγγραφέας έναν κοινό παρονομαστή, αντί να φτιάχνει αντιθέσεις, μάλιστα τόσο κλειστές και απόλυτες, λες και τα τελευταία 60 χρόνια αποτελούν την την «ουσίωση» της Ιστορίας…

Σχολιαστε