- e-rooster.gr - http://e-rooster.gr -

Υπερόπτες των Βαλκανίων

Μπορεί η Ελλάδα να μην αναγνωρίζει σήμερα «μακεδονική εθνότητα» (θεωρώντας την «τεχνητό κατασκεύασμα» του Τίτο), ούτε μακεδονική «γλώσσα» (χαρακτηρίζοντάς την «διάλεκτο»), όμως την ίδια αντίληψη είχε η Αθήνα, από τα τέλη του 19ου αιώνα, για όλους τους λαούς των Βαλκανίων.

την ίδια αντίληψη είχε η Αθήνα, από τα τέλη του 19ου αιώνα, για όλους τους λαούς των Βαλκανίων

Οι τολμηρές αυτές απόψεις καταγράφονται στην ογκωδέστατη μελέτη με τίτλο «Τα Βαλκάνια των Ελλήνων», που μόλις κυκλοφόρησε (εκδ. «Επίκεντρο»). Συγγραφέας, ο Βασίλης Γούναρης, διευθυντής του ερευνητικού κέντρου του Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και καθηγητής ιστορίας στο ΑΠΘ, ο οποίος σημειώνει σχετικά με την ελληνική αντίληψη για τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη:

Ακόμη και αν διέθεταν τα απαραίτητα γλωσσικά, εθνολογικά και ιστορικά επιχειρήματα για να διεκδικήσουν τα εθνικά τους δικαιώματα, την ανεξαρτησία και την ολοκλήρωσή τους, δεν μπορούσαν να συγκριθούν με το κατ’ εξοχήν έθνος των Ελλήνων.

Η γλώσσα τους ήταν “ιδίωμα”, το έθνος τους ήταν μεσαιωνικό “μίγμα”, η ελευθερία τους ήταν δοτή

Νόθα, έκφυλα έθνη

Παράλληλη με την επίσημη «γραμμή» ήταν και η λαϊκή αντίληψη που επικρατούσε στην Ελλάδα, όπως χαρακτηριστικά τη συνόψιζε η εφημερίδα «Ακρόπολις» τον Φεβρουάριο 1906: Η Ρουμανία, η Αλβανία, η Βουλγαρία, η Σερβία ήσαν «έθνη φυσικώς, γεωγραφικώς, ανθρωπολογικώς, νόθα, έκφυλα, γεννήματα οργιωδών τρικυμιών των εθνών».

Αρχίζοντας με τη Ρουμανία, κατά την κυρίαρχη θέση των Ελλήνων, δεν ήταν «πάγιο» κράτος, γιατί δεν ήταν «πάγιο» έθνος. «Ηταν σαν ένα φανάρι χωρίς ηλεκτρική στήλη». Το μόνο που «έσωζε» κάπως τη χώρα αυτήν, ήταν η ύπαρξη του βασιλιά, καθώς, «χωρίς αυτόν και πριν από αυτόν, ο λαός της δεν είχε πολιτικό φρόνημα, ήταν ο πιο δειλός της γης, χωρίς καν τιμή οικογενειακή». Οσο δε για τη γλώσσα τους, αυτή χαρακτηριζόταν στο φιλολογικό περιοδικό «Αιών» το 1887 «διεφθαρμένη λατινική», «σύμμικτος και ανώμαλος».

Ούτε η Βουλγαρία είχε την ευλογία μιας ολοκληρωμένης γλώσσας. Σύμφωνα με τους έλληνες ειδήμονες της εποχής, η βουλγαρική διάλεκτος αποτελούσε «μίγμα παλαιών και νέων ελληνικών, σλαβονικής και κάποιων άλλων γλωσσών», ενώ για ορισμένους η βουλγαρική ήταν «σερβική παραφθαρμένη». Ενας, μάλιστα, από τους κορυφαίους γλωσσολόγους της εποχής αποφάνθηκε ότι το βουλγαρικό… κρανίο (!) δύσκολα θα δημιουργούσε ένα αξιοπρεπές γλωσσικό όργανο…

Αμαθείς χαρακτήρες

Οσον αφορά την Αλβανία, οι τάσεις για εθνική χειραφέτηση αντιμετωπίζονταν με εξαιρετική δυσπιστία από την Αθήνα.

Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, οι Αλβανοί δεν μπορούσαν να συγκροτηθούν εύκολα και από μόνοι τους σε ένα «εθνικό σώμα», για διάφορους λόγους.

Κατ’ αρχάς, όντας «χαρακτήρες αμαθείς, είχαν υπερβολικά ανεπτυγμένο το αίσθημα της ιδιοτέλειας».

Η διάκρισή τους σε αλληλοϋποβλεπόμενες φυλές ήταν το δεύτερο μεγάλο εμπόδιο: Μιρδίτες, Κολωνιάτες, Τόσκηδες Λιάπηδες και Γκέκηδες χαρακτηρίζονταν από ανομοιότητα «χαρακτήρων, αισθημάτων και πόθων», γεγονός που σημαίνει, όπως ανέφερε η εφημερίδα «Λαός» τον Σεπτέμβριο του 1887, ότι δεν είχαν συνείδηση «ίδιου εθνισμού». Οσον αφορά την αλβανική γλώσσα, αυτή… δεν υπήρχε. «Τις η γλώσσα δι’ ου οι δικαστές θα δικάζωσι, οι διδάσκαλοι θα διδάσκωσι και οι ιερείς θα ομιλώσι στο ποίμνιό των;» διερωτάτο χαρακτηριστικά εφημερίδα της εποχής. Και συνέχιζε:

«Πρώτον και κράτιστον παντός έθνους είναι η γλώσσα… Τοιαύτη ελλείπει παρά τοις Αλβανοίς, η γλώσσα των δεν είναι γλώσσα. Αυτή είναι απεναντίας γλωσσικόν ιδίωμα και ουχί ιδία γλώσσα, διότι η αλβανική λεγόμενη γλώσσα, ουδέν των συστατικών των απαρτιζομένων την γλώσσαν έχει…»

Τα λαχανόφυλλα

Η μόνη σωτηρία των Αλβανών -στο βαθμό που δεν είχαν γλώσσα- ήταν η υιοθέτηση της ελληνικής.

Την άποψη αυτή έβρισκε κανείς σε ένα παραμύθι που ήταν ευρύτατα διαδεδομένο στην Ελλάδα στα τέλη του 18ου αιώνα:

Οταν ο Θεός μοίραζε τα γράμματα πάνω σε λαχανόφυλλα, ο Αλβανός είχε χάσει τα δικά του. Αφησε το φύλλο του για να πιει νερό και του το έφαγε, μια αγελάδα. Ο Αλβανός αρνήθηκε να πάρει τα μόνα αζήτητα γράμματα, τα γύφτικα, και προτίμησε να δανειστεί τα ελληνικά. Από τότε οι Αρβανίτες ζουν με τα δικά μας γράμματα, κατέληγε το παραμύθι.

Φυσικά υπήρχαν ακόμα και τότε θεωρίες για τα σλαβομακεδονικά. Η πρώτη ερμηνεία, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, ήταν ότι επρόκειτο για βουλγαρικά τα οποία οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες αναγκάστηκαν να μάθουν από τους βούλγαρους κατακτητές. Ομως υπήρχε και μια δεύτερη θεωρία, σύμφωνα με την οποία η γλώσσα των «Ελληνοσλάβων» ήταν μεικτού λεξιλογίου, με σλαβικές καταλήξεις αλλά με ελληνικές ρίζες, όπως υποστήριξε ο Δ. Α. Κονδύλης το 1912 σε διάλεξή του με τίτλο «Περί καταγωγής της μακεδονικής γλώσσης».

————————————————————————

Σημειώσεις:
Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 11/05/2008