Του Αντώνη Παπαγιαννίδη
Ουσιαστική συζήτηση για το Ασφαλιστικό πήγε να ανοίξει με την αποστροφή Παπαδόπουλου για το τέλος των συνταξιοδοτήσεων πριν τα 60. Προς στιγμήν φάνηκε ότι η αγαστή σύμπνοια κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για μια φλύαρη, αστόχευτη και συνεπώς ανώδυνη διαδικασία διαλόγου θα έδινε τη θέση της σε γνήσια προβολή ανταλλαγής απόψεων.
Δεν ήταν τόσο η αρχική τοποθέτηση Παπαδόπουλου όσο ο τρόπος με τον οποίο –βαλλόμενος πανταχόθεν– επέμεινε και εξήγησε: «Πώς κάποιος που δουλεύει στα ναυπηγεία ή κάνει σκληρή δουλειά θα βλέπει πενηντάρηδες ή σαρανταπεντάρηδες με πολυτελή και ακίνδυνη εργασία να παίρνουν παχυλές συντάξεις που ο ίδιος πληρώνει με τους φόρους του;». Ο Βαγγέλης Βενιζέλος, τότε, έσπευσε να διευκρινίσει ότι το ΠαΣοΚ και «κάθε προοδευτικός πολίτης» πρέπει να αποσείσουν «την ιδεολογική κυριαρχία των συντηρητικών αντιλήψεων, σύμφωνα με τις οποίες “τολμηρό” και “υπεύθυνο” θεωρείται μόνο ό,τι είναι κοινωνικά άθικτο και αντιλαϊκό». Αυτή η τοποθέτηση Βενιζέλου υπήρξε πολύτιμη. Διότι επιτρέπει, αν δεν επιβάλλει, να λάβουν όλοι θέση.
Ωστόσο, έστω ότι γνήσια συζήτηση αρχίζει για το Ασφαλιστικό. Πώς ξεπερνάει κανείς – όχι με ποια θεωρία ή με ποιο ιδεολόγημα, αλλά με ποιο ηθικό βάθρο – την οπισθοχώρηση ολόκληρων ομάδων και ηλικιακών συνόλων από όσα θεωρούν κεκτημένα τους; Η προσέγγιση Παπαδόπουλου αποτελεί καταγγελία της αδικίας, των κατά Ανδρέα προνομίων των «ρετιρέ». Βοηθάει ώστε να κατακρίνει κανείς την τύχη των ΟΤΕτζήδων ή αύριο των Ολυμπιακάριων ή των τραπεζικών – με τις πανάκριβες εθελούσιες στα 50 τους – έναντι των βιομηχανικών εργατών. Ίσως (αν και αυτό θέλει περισσότερο θάρρος) να χρησιμεύει και για καταγγελία της ρύθμισης υπέρ των ανέργων της Νάουσας στα 50 τους – ώστε να πάει να χειροκροτηθεί ο Πρωθυπουργός… -, όχι όμως και υπέρ εκείνων της Κορινθίας, της Θεσσαλονίκης, της Κοζάνης, της Εύβοιας κ.οκ. Το πρόβλημα όμως είναι πολύ ευρύτερο, είναι πρόβλημα της μεγάλης πλειοψηφίας που, αν δεν γίνει γρήγορα κάτι, θα βρεθεί με συντάξεις-φιλοδωρήματα. Πώς σ’ αυτούς λες ότι πρέπει να δεχθούν επιμήκυνση του εργασιακού βίου, αλλιώς θα πεινάσουν;
Μόνη λύση, να εξηγηθεί ότι στα χρόνια μας τα στατικά δικαιώματα («κεκτημένα») έχουν σβήσει, έχουν χαθεί. Αν κάτι επιζεί, αυτό είναι μόνο δυναμικά δικαιώματα: προσδοκώ μια σύνταξη – και έναν μισθό, εντέλει… – που να δίνει ένα εξασφαλισμένο μίνιμουμ, συν μια προσδοκία δίκαιας κατανομής. Όχι εκείνο που είχαμε και χθες, αλλιώς θα πέσουμε έξω όλοι μαζί (και, όπως εξηγούσε ο Μίμης Ανδρουλάκης γλαφυρά, θα μας κυνηγάνε τα παιδιά μας να μας ρίξουν στον Καιάδα ώστε να ζήσουν αυτά). Όχι όμως και παράδοση άνευ όρων σε μια νομοτέλεια ισοπέδωσης προς τα κάτω.
Μπορεί να περάσει κάτι τέτοιο; Δύσκολα! Διότι, όπως αναλύουν οι Θ. Πελαγίδης/Μ. Μητσόπουλος («Προσοδοθηρία και Μεταρρυθμίσεις [1]», στις Εκδόσεις Παπαζήση), δεν είναι μόνη η δειλία του κυρίως πολιτικού συστήματος που μπλοκάρει κάθε συζήτηση για μεταρρύθμιση. Είναι και οι «διανεμητικές συσπειρώσεις» που είτε δρουν αυτόνομα από το κράτος είτε αλώνουν τους δημοσίους χώρους και κυριαρχούν σ’ αυτούς (επιχειρηματικά λόμπι, συνδικαλιστές του δημοσίου τομέα, ελεύθεροι επαγγελματίες) είτε πάλι άτυπες ομάδες, έναν έχουν στόχο: εκμεταλλευόμενες την ορθολογική άγνοια του συνόλου να αντλούν πρόσοδο. Μπορεί η παρεϊκή κλεπτοκρατία – όπως τη ζήσαμε – να σοκάρει, όμως η διάχυτη προσοδοθηρία όπως εκδηλώνεται στους κοινωνικοασφαλιστικούς μηχανισμούς είναι ιλιγγιωδώς μεγαλύτερης κλίμακας.
Αυτή, με τη συνενοχή των επαγγελματιών της αριστεροσύνης και της «κοινωνικής δικαιοσύνης», θα οδηγήσει τους πολλούς στη μιζέρια.
—————————————————–
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το ΒΗΜΑ [2]» στις 4/5/2006
