Την ίδια ημέρα που οι εφημερίδες ανακοίνωναν την περίφημη συμφωνία εθελουσίας εξόδου των 300 λιμενεργατών αξίας 81,5 εκατ. ευρώ, μια άλλη είδηση στις σελίδες τους ήταν ότι “στη διάρκεια του 2009 «έβαλαν λουκέτο» περίπου 10.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις, σύμφωνα με τα στοιχεία των επιμελητηρίων.” Οι δύο ειδήσεις, η μια απέναντι στην άλλη, αποτελούσαν μια αρκετά απτή και σύντομη περιγραφή της ελληνικής οικονομικής πραγματικότητας.
Η συγκεκριμένη περίπτωση των 300 λιμενεργατών ήταν η πολιτική πράξη με την οποία η νέα κυβέρνηση θέλησε να κάνει το ντεμπούτο της. Σε αυτή την πρώτη της κρίση αντιμετώπισε το πρόβλημα με τον συνήθη μεταπολιτευτικό τρόπο, δηλαδή, με το να ρίξει το χρήμα του φορολογούμενου στην συγκεκριμένη συντεχνία. Εάν κάποιος έψαχνε για έναν πρώτο οιωνό – αποφασίζοντας να αγνοήσει την απελπιστικά μέτρια αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ – αυτή η κίνηση μπορεί να εξηγήσει τα όσα ακολούθησαν από τότε. Μετά από τις εκλογές ξεχνάμε ότι το κόμμα που τις έχει κερδίσει βρίσκεται στην εξουσία όχι επειδή έχει πείσει για την ικανότητα του να κυβερνήσει αλλά γιατί το κόμμα που έχασε τις εκλογές εξουδετέρωσε και τις τελευταίες αμυδρές ελπίδες ότι μπορούσε να πετύχει τα στοιχειώδη.
Μετά τις εκλογές όμως υπάρχει η γενική εντύπωση – ειδικά στα ΜΜΕ – ότι οι νικητές των εκλογών αποτελούν μια λύση και έχουν επιδείξει πολιτικά χαρακτηριστικά τα οποία γεννούν ελπίδες. Δεν έχει κανείς παρά να ανατρέξει στα δημοσιεύματα σοβαρών εφημερίδων αμέσως μετά τις εκλογές του 2004 και να διαβάσει τις αναλύσεις περί της νέας διακυβέρνησης Καραμανλή. Ελάχιστοι τότε παρατηρούσαν ότι ο Κώστας Καραμανλής ποτέ στην ζωή του δεν επέδειξε καμιά ιδιαίτερη ικανότητα ή ενδιαφέρον. Ότι η εκλογή του στην αρχηγία της ΝΔ έμοιαζε περισσότερο με διορισμό ημετέρου στο δημόσιο. Ότι ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν έκανε καμιά ουσιαστική αλλαγή στο κόμμα και δεν πρότεινε κάτι νέο και ριζοσπαστικό για την ελληνική κοινωνία. Ως πρόεδρος της ΝΔ και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης αρκέσθηκε σε μια αδιάφορη και συνήθη διαχείριση της υπάρχουσας τάξης καταστάσεων και ατόμων. Εν ολίγοις, η μέχρι 2004 πορεία του είχε προδιαγράψει με μαθηματική ακρίβεια τα όλα όσα επακολούθησαν αργότερα.
Αν τώρα αναλογισθούμε τι ακριβώς πέτυχε ο Γιώργος Παπανδρέου ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης αυτό θα πρέπει να μας κάνει ιδιαίτερα απαισιόδοξους για το μέλλον. Σε προσωπικό επίπεδο ο κ. Παπανδρέου δείχνει σαφώς ανώτερος του κ. Καραμανλή. Είναι εργατικός και φιλόδοξος. Δυστυχώς όμως τα καλά νέα σταματούν εκεί. Αντίθετα με τον κ. Καραμανλή στην αρχή επέδειξε μια διάθεση να φέρει αλλαγές στο κόμμα του αλλά πολύ σύντομα ηττήθηκε από το κομματικό καθεστώς. Ο κ. Παπανδρέου συμφιλιώθηκε με αυτή την ήττα και από τότε ακολούθησε την ίδια στρατηγική που ακολούθησε ο κ. Καραμανλής μέχρι το 2004. Το μήνυμα του κ. Παπανδρέου το 2009 ήταν σαφές: δεν είμαι ο Κώστας Καραμανλής.
Ήταν το μήνυμα που κέρδισε μια εκλογική μάχη αλλά είναι πολύ αμφίβολο ότι έτσι θα αντιμετωπιστεί η μεγάλη κρίση του σήμερα.
Κάνοντας ίσως την πιο ειλικρινή δήλωση της μεταπολίτευσης ο κ. Παπανδρέου είπε στην Θεσσαλονίκη ότι “Πήραμε και αποφάσεις που δεν θα λαμβάναμε ποτέ σε ομαλές συνθήκες. Γιατί δεν ανταποκρίνονται στη δική μας πολιτική και ιδεολογική φυσιογνωμία. Αλλά οι συνθήκες δεν είναι ομαλές. Ζούμε έναν ιδιότυπο πόλεμο.” Η ιδιοτυπία της υπάρχουσας κατάστασης έγκειται στο ότι πλέον έχουμε φτάσει την εθνική πιστωτική κάρτα στο ανώτατο όριο, οι Ευρωπαίοι βαρέθηκαν τα ψέματά μας και οι δανειστές μας φοβούνται ότι θα χάσουν τα λεφτά τους από μια χώρα που δεν παράγει σχεδόν τίποτα. Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό οι “ομαλές συνθήκες” ήταν όταν μπορούσαμε να κάνουμε όλα αυτά που μας οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο.
Βλέποντας κανείς τα συνεχή λάθη της κυβέρνησης αυτούς τους μήνες καταλαβαίνει πως αυτές η “ομαλές συνθήκες” δημιούργησαν μια πολιτική τάξη που βρίσκεται σε μια κατάσταση παρατεταμένης εφηβείας. Μια πολιτική τάξη που έχει χάσει βασικά πολιτικά ένστικτα και ικανότητες και είναι ανήμπορη να διαχειριστεί σοβαρές κρίσεις. Κλασσική περίπτωση ο Κώστας Καραμανλής που βλέποντας ότι είχε να αντιμετωπίσει μια κρίση από την οποία δεν μπορούσε να απεμπλακεί ξοδεύοντας τα χρήματα των φορολογουμένων και μεγιστοποιώντας το κράτος αποφάσισε με την πρόφαση των πρόωρων εκλογών να εγκαταλείψει την θέση του. Το 2007 αντιμετωπίζοντας μια περιβαλλοντική κρίση θα δείξει την ίδια ανικανότητα να κάνει το οτιδήποτε χρήσιμο αλλά τότε χρησιμοποιώντας την κλασσική μεταπολιτευτική συνταγή θα μοιράσει τριχίλιαρα σε πυρόπληκτούς και μη.
Όσο για την σημερινή κυβέρνηση, αυτή θα ξοδέψει τις πρώτες εβδομάδες της νομίζοντας ότι αγνοώντας την κρίση, η κρίση θα αγνοήσει τη χώρα. Θα είναι μια από τις πρώτες ψεθευσθήσεις που θα πρέπει να απαρνηθεί και από τότε θα δρομολογηθεί μια πορεία που θα καθιστά την κυβέρνηση Παπανδρέου πάντοτε ένα βήμα πίσω από τις εξελίξεις. Τώρα στο μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι ότι η μεγάλη κρίση θα αναγκάσει τους κυβερνώντες να ανακαλύψουν στους ευατούς τους ικανότητες που για δεκαετίες έχουν μείνει αχρησιμοποίητες.
Όσοι από εμάς αρχίσαμε να πηγαίνουμε δημοτικό τη δεκαετία του 80 είχαμε την καταπληκτική ‘ευκαιρία’ και γαλουχήθηκαμε με τα μεγάλα ιδεώδη της μεταπολίτευσης. “Το 1980 ο υφυπουργός Β. Κοντογιαννόπουλος εκδίδει εγκύκλιο με θέμα “Ακώλυτη προαγωγή των μαθητών του Δημ. Σχολείου και κατάργηση της αριθμητικής βαθμολογίας αυτών.” Το 1981 “καταργούνται οι εξετάσεις από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο.” Στο σχολείο θα μάθουμε ότι μπορείς να προοδεύεις έτσι ακώλυτα, χωρίς να προσπαθείς και να εργάζεσαι. Ήμασταν παιδιά και νομίζαμε ότι είμαστε μόνοι μας στην τάξη – δεν γνωρίζαμε ότι είχαμε τους κυβερνώντες για συμμαθητές.
Ναπολέων Λιναδράτος