Από τον Μάρτιο 2007 και για τέσσερις περίπου μήνες το θέμα που κυριάρχησε αποκλειστικά στην πολιτική ζωή του τόπου ήταν το « σκάνδαλο των ( δομημένων ) ομολόγων ». Η αντιπολίτευση, τα τηλεοπτικά κανάλια, οι εφημερίδες, οι συνδικαλιστικοί φορείς ασχολούνταν νυχθημερόν με τη «ληστεία των ασφαλιστικών ταμείων » και τη «λεηλασία των αποθεματικών τους», επειδή μέρος αυτών είχαν επενδυθεί στα απεχθή δομημένα ομόλογα, τα οποία αργότερα, με το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, απεκλήθησαν και « τοξικά »! Ως αποτέλεσμα των πρωτοφανών πιέσεων και απεργιακών κινητοποιήσεων, μέρος των ομολόγων αυτών επαναγοράσθηκε από τις ανάδοχες ή μεσολαβήσασες τράπεζες.
Ας δούμε όμως, με τα σημερινά δεδομένα και με πιο ψύχραιμα μάτια, εάν τα ασφαλιστικά ταμεία ζημιώθηκαν από την αγορά – ή την επιστροφή – δομημένων ομολόγων.
Κατ’ αρχάς, τα ομόλογα αυτά είναι διάρκειας από πέντε μέχρις είκοσι έτη με μέση διάρκεια, κατά κανόνα, την δωδεκαετία. Η επιστροφή του κεφαλαίου είναι εγγυημένη 100% στη λήξη τους από τους εκδότες τους (το ελληνικό δημόσιο ή φερέγγυες ελληνικές ή ξένες τράπεζες ). Η απόδοσή τους καθορίζεται ως εξής: συνήθως για τα δύο ή τρία πρώτα χρόνια (ανάλογα και με τη συνολική διάρκεια του ομολόγου) ορίζεται μια υψηλή εγγυημένη επιτοκιακή απόδοση της τάξεως του 6% – 7%, για δε τα υπόλοιπα χρόνια οι τόκοι καθορίζονται βάσει ενός τύπου κατά τον οποίο, εάν η διαφορά μεταξύ του διατραπεζικού επιτοκίου Ευρώ swap 10 ετών και του αντιστοίχου 2 ετών είναι χαμηλότερη από 1%, τότε ο τόκος ισούται με το γινόμενο του αριθμού 5 επί τη διαφορά αυτή. Αν η ανωτέρω διαφορά είναι υψηλότερη ή ίση με 1%, τότε ο τόκος ισούται με το διατραπεζικό επιτόκιο Euribor τριμήνου ή εξαμήνου αυξημένο κατά 1,50% ή 2%.
Να ένα παράδειγμα της απόδοσης ενός τυπικού δομημένου ομολόγου:
διάρκεια: 12 έτη,
τιμή έκδοσης: 100% της ονομαστικής αξίας,
τιμή αποπληρωμής: 100% της ονομαστικής αξίας,
κουπόνια: επιτόκιο 6,25% ετήσιο, εγγυημένο για τα δύο πρώτα έτη και για τα υπόλοιπα δέκα έτη, αν η διαφορά μεταξύ του διατραπεζικού επιτοκίου Ευρώ swap 10 ετών και του αντιστοίχου 2 ετών είναι κάτω του 1%, τότε το κουπόνι ισούται με το γινόμενο της διαφοράς αυτής επί 5, ενώ αν η εν λόγω διαφορά είναι άνω του 1%, τότε το κουπόνι ισούται με το Euribor τριμήνου πλέον 1,50%.
Επομένως ένας επενδυτής που διακράτησε ένα τέτοιο ομόλογο έχει εισπράξει κατά τα δύο πρώτα έτη τόκο 6,25% ετησίως. Το ποσό αυτό, που σημειωτέον είναι αφορολόγητο γιατί τα ομόλογα αυτά εκδίδονται στο εξωτερικό, επανεπενδυόμενο για την υπόλοιπη δεκαετία, αποδίδει ετησίως 1,60% ( μέσος όρος δωδεκαετίας ). Σήμερα ( στοιχεία της 20ης Φεβρουαρίου 2009 ), μετά πάροδο δηλ. δύο περίπου ετών από την έκδοσή τους, το διατραπεζικό επιτόκιο Euro swap 10 ετών είναι 3,55%, του αντιστοίχου 2 ετών είναι 2,15%, άρα η μεταξύ τους διαφορά είναι 1,40%, ήτοι πολύ μεγαλύτερη του 1% ( βλ. site www.swap–rates.com ), συνεπώς η απόδοση ενός τέτοιου ομολόγου, βάσει του προαναφερθέντος τύπου, είναι: Euribor τριμήνου ήτοι 2% (περίπου) +1,5% πλέον 1,60% από την επανεπένδυση των τόκων των δύο πρώτων ετών, συνολικά 5,10%, έναντι 3,50% περίπου που θα ελάμβανε σήμερα ένα ασφαλιστικό ταμείο από ισόποση κατάθεση στην Τράπεζα της Ελλάδος (μετά την αφαίρεση του φόρου επί των τόκων).
Συμπέρασμα, όσα ταμεία διακράτησαν ανάλογα δομημένα ομόλογα πραγματοποιούν (με τα σημερινά δεδομένα) πολύ υψηλότερες αποδόσεις από όσα ταμεία που, υποκύπτοντας στις λαϊκίστικες/πολιτικές πιέσεις των μέσων μαζικής ενημέρωσης, των συνδικαλιστών και των κομμάτων επέστρεψαν άρον άρον τα (δαιμονοποιηθέντα ) επενδυτικά αυτά προϊόντα!
Με τα παραπάνω δεν ισχυρίζομαι βεβαίως ότι δεν υπήρξαν ενδεχομένως κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών, υψηλές προμήθειες διαμεσολάβησης, δωροδοκίες, κοκ. με την εμπλοκή πολιτικών προσώπων. Αυτό είναι έργο της δικαιοσύνης να αποφανθεί.
Ένα ερώτημα που μένει αναπάντητο έχει να κάνει με την εύλογη αξία (fair price) των δομημένων ομολόγων κατά την ημερομηνία εκδόσεώς τους από το Ελληνικό Δημόσιο. Εάν δηλαδή η εύλογη αξία αυτών ήταν και κατά πόσο μικρότερη της ονομαστικής. Στην περίπτωση αυτή η ευθύνη βαραίνει τον εκδότη του ομολόγου, δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο, και τον ανάδοχο της εκδόσεως. Η κυβέρνηση -διότι περί αυτού πρόκειται στην καλύτερη γι΄αυτή περίπτωση- επιχείρησε να δανειστεί με ευνοϊκούς όρους προκειμένου να καλύψει τα ελλείμματα του προϋπολογισμού αδιαφορώντας για ενδεχόμενη ζημία των Ταμείων. Η κυβέρνηση κατέφυγε δηλαδή στην προσφιλή τακτική των προκατόχων αυτής κυβερνήσεων να διαχειρίζονται τις αποταμιεύσεις των ασφαλισμένων για σκοπούς αλλότριους από αυτόν για τον οποίο προορίζονται την πληρωμή των συντάξεων των ασφαλισμένων.
Το ζήτημα που μας απασχολεί όμως εδώ είναι ποιά είναι η ζημία των ασφαλιστικών ταμείων που αγόρασαν τα συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά προϊόντα και υπό την πίεση του πολιτικού περιβάλλοντος αναγκάστηκαν να τα επιστρέψουν σε σχέση με εκείνα τα Ταμεία που παρά τις πιέσεις τα κράτησαν. Τα τελευταία είναι κερδισμένα διότι έχουν εγγυημένη την επιστροφή του κεφαλαίου τους κατά τη λήξη της διάρκειας των ομολόγων, εισπράττουν ήδη καλύτερες επιτοκιακές αποδόσεις ενώ οι υποτιθέμενες ζημίες τους ως προς την απομείωση του κεφαλαίου τους παραμένουν μόνο λογιστικές. Και αναρωτιέμαι τι θα έκανε άραγε ένας εισαγγελέας όταν θα του διεβιβάζετο μια μηνυτήρια αναφορά εναντίον των διοικήσεων των ταμείων που αναγκάστηκαν να επιστρέψουν τα επίμαχα ομόλογα υπό το βάρος των πιέσεων του πολιτικού κόσμου και των συνδικαλιστών που πριν ξεσπάσει το σκάνδαλο υπερθεμάτιζαν στις αγορές ενώ μετά απεργούσαν με αίτημα την επιστροφή τους.
Τάσος Αβραντίνης
—————————————————————
Σημειώσεις:
Δημοσιεύτηκε στην Ναυτεμπορική στις 7/4/2009