Ζούμε καθημερινά τις παρενέργειες της οικονομικής κρίσης, με τη βία να αυξάνεται σε όλες της τις μορφές. Βία δεν είναι μόνον οι ληστείες, οι κλοπές και η καταστροφή των περιουσιών. Βία είναι και το κλείσιμο της Ακρόπολης, ακραίο μέτρο που προκαλείται από την απελπισία και τον εφιάλτη της ανεργίας. Σφάλμα. Σφάλμα όχι μόνο συμβολικό -η Ακρόπολη δεν ανήκει στην Ελλάδα, ανήκει στην ανθρωπότητα-, αλλά και κοινωνικό. Μια ομάδα εργαζομένων διεκδικεί με ακραίο τρόπο την ικανοποίηση των κατανοητών αιτημάτων της, αδιαφορώντας όμως αν με την πράξη της επιφέρει βλάβη σε άλλες κοινωνικές ομάδες και στην εικόνα της χώρας.
Η τροπολογία που κατατέθηκε στη Βουλή για τους συμβασιούχους του υπουργείου Πολιτισμού είναι μια προσπάθεια για να λυθεί το πρόβλημα, αλλά η αντιμετώπιση είναι περιπτωσιολογική και προσωρινή. Κι έτσι θα παραμένει, όσο δεν αξιοποιείται η δυνατότητα του χώρου να διεκδικήσει λύσεις, προβάλλοντας το βασικό ατού που διαθέτει στην περίοδο αυτής της κρίσης, πέραν της συμβολής του στον τουρισμό.
Δεν θα μιλήσω εδώ για την ποιοτική σημασία του, αλλά για την οικονομική. Ο χώρος του πολιτισμού είναι από αυτούς που οι οικονομολόγοι αποκαλούν έντασης εργασίας: Στα έργα αναστήλωσης, συντήρησης και ανάδειξης αρχαιολογικών χώρων, η εργασιακή δαπάνη ανέρχεται περίπου στο 80% του συνολικού κόστους και στην αποκατάσταση των διατηρητέων λίγο λιγότερο. Αντίθετα, στα συνήθη κτιριακά έργα το ποσοστό κυμαίνεται από 40 μέχρι 50%. Ο δε τομέας που αποκαλούμε «σύγχρονο πολιτισμό» και περιλαμβάνει όχι μόνο τις «υψηλές» τέχνες αλλά και τις δημιουργικές πολιτιστικές βιομηχανίες είναι προφανές ότι στηρίζεται 100% στον ανθρώπινο παράγοντα. Οι αριθμοί αυτοί σημαίνουν δουλειές σε μια περίοδο που η ανεργία φουντώνει.
Ο τομέας λοιπόν του πολιτισμού, που απαξιώθηκε και περιθωριοποιήθηκε με τη Ζαχοπουλιάδα, πρέπει να στηριχθεί ουσιαστικά την περίοδο αυτήν, όχι μόνον με τα 9.271.850 ευρώ που το Γενικό Λογιστήριο προϋπολογίζει για την πληρωμή 500 συμβασιούχων για ένα χρόνο, αλλά με πολιτικές που θα βάλουν τον πολιτισμό στο κέντρο των κυβερνητικών προτεραιοτήτων. Για να ξαναβρούν οι εργαζόμενοι το κέφι που είχαν παλαιότερα, να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο, αντί να καταφεύγουν σε ενέργειες που τους απομονώνουν.
Οταν οι πολίτες χάνουν μαζικά τις δουλειές τους, το κράτος πρέπει να παρεμβαίνει. Οχι με επιδόματα, που προσωρινή μόνο ανακούφιση φέρνουν, αλλά με τις κατάλληλες πολιτικές που θα διατηρούν τις θέσεις εργασίας ή θα δημιουργούν νέες. Για να το πετύχουμε αυτό σε περιόδους ύφεσης, χρειάζεται βαθιά αλλαγή στον τρόπο σκέψης. Η όποια ενίσχυση θα πρέπει να δίνεται σε τομείς έντασης εργασίας εις βάρος προσωρινά- άλλων. Παραδείγματος χάριν, αντί να κατασκευάζουμε νέα κτίρια, που επιβαρύνουν και το οικολογικό αποτύπωμα, μπορούμε να επισκευάζουμε και να ανακαινίζουμε τα παλιά, βελτιώνοντας και την εικόνα των πόλεών μας. Από την πλευρά της, η πολιτεία μπορεί να ενισχύσει την τάση αυτή με προγράμματα αναπλάσεων, αποκατάστασης διατηρητέων ή ανακαίνισης όψεων, όπως το αντίστοιχο πρόγραμμα της Αθήνας ή εκείνο που είχαμε οργανώσει στο πλαίσιο της πολιτιστικής πρωτεύουσας στην Πάτρα με το δήμο.
Αλλα παραδείγματα: Η Αστυνομία, αντί να αγοράζει από το εξωτερικό επικίνδυνα χημικά και να επαγγέλλεται ευρωβόρους δημόσιους οργανισμούς αμφίβολης χρησιμότητας, πρέπει να ρίξει το βάρος της στην αποτελεσματική και αξιοκρατική οργάνωσή της και στην κατάλληλη εκπαίδευση του προσωπικού της. Το ίδιο και οι Ενοπλες Δυνάμεις, που ξοδεύουν δισεκατομμύρια για νέους εξοπλισμούς, αλλά στα θέματα διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού έχουν μείνει εκατό χρόνια πίσω. Το ίδιο και τα νοσοκομεία μας, που αγοράζουν πανάκριβα ιατρικά μηχανήματα και τα αφήνουν να σκουριάζουν στις αποθήκες λόγω έλλειψης ειδικευμένου προσωπικού.
Αυτές οι απλές σκέψεις όμως σκοντάφτουν στην υλοποίηση. Γιατί ορθώνονται δύο τεράστια εμπόδια που αποτελούν και τη συνήθη κακοδαιμονία της ελληνικής δημόσιας ζωής: η διαφθορά και η κομματική ιδιοτέλεια. Η διαφθορά αλλοιώνει τις προτεραιότητες, αφού αυτοί που αποφασίζουν προτιμούν να στρέφονται στις επιλογές που γεννούν μαύρο πολιτικό (και όχι μόνον) χρήμα. Οι δε κομματικές παρωπίδες βάζουν το κοινό καλό κάτω από τον παραμορφωτικό φακό του κομματικού συμφέροντος.
Μαγικές λύσεις για την έξοδο από την κρίση δεν υπάρχουν, αλλά ας κάνουμε επιτέλους αυτό που υπαγορεύει η κοινή λογική. Ακούμε πολλές και μεγαλόστομες κουβέντες. Κουβέντες που όχι μόνο δεν λύνουν τα προβλήματα αλλά τα μεγεθύνουν. Η λεκτική επανάληψη λειτουργεί ως άλλοθι για τα λάθη του παρελθόντος και την αδράνεια του παρόντος, αλλά καλλιεργεί κι ένα μαύρο κλίμα απαισιοδοξίας. Αυτή με τη σειρά της δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο επιδείνωσης, καθώς η οικονομία χρειάζεται εμπιστοσύνη και προοπτική για ν’ ανθήσει. Ας σκεφτούμε, με ποιον τρόπο μπορούμε να επενδύσουμε επωφελώς τα λιγοστά χρήματα που έχει η χώρα. Χρήματα που δεν τα κερδίσαμε εμείς οι πολιτικοί, αλλά μας τα έδωσαν να τα διαχειριστούμε οι πολίτες, μέσω της φορολογίας. Σ’ αυτούς που μας τα εμπιστεύτηκαν πρέπει να τα επενδύσουμε εμείς τώρα, τον καιρό της κρίσης.
Πέτρος Τατούλης
——————————————————————–
Σημειώσεις:
Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 27/3/2009