- e-rooster.gr - http://e-rooster.gr -

Φρόνηση και ελευθερία του λόγου

Ο πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων κ.Σ. Μπάγιας έδωσε μια ήδη επίμαχη συνέντευξη στα «Νέα» (18/3/2008) και παραπέμφθηκε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ.Γ. Σανιδά. Η εντυπωσιακή δημόσια συμπαράσταση στον κ.Μπάγια τέθηκε, κυρίως, με όρους προστασίας της ελευθερίας του λόγου: ένας συνδικαλιστής εισαγγελέας δικαιούται να εκφέρει ελεύθερα τη γνώμη του για τη Δικαιοσύνη, ακόμα κι αν αυτή δεν είναι αρεστή στους προϊσταμένους του. Ελάχιστοι, φυσικά, θα διαφωνήσουν με την άποψη αυτή. Υπάρχει, όμως, κι ένα άλλο, πιο λεπτό ερώτημα, που σπάνια τίθεται: πως (πρέπει να) χρησιμοποιείται η ελευθερία του λόγου;

Ας πάρουμε ένα ακραίο παράδειγμα. Στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στην Κυπριακή Δημοκρατία, ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος κάλεσε τους πολίτες να ψηφίσουν τον κεντροδεξιό υποψήφιο. Όταν ξεσηκώθηκε κύμα διαμαρτυριών για την απροκάλυπτα πολιτική παρέμβαση του θρησκευτικού ηγέτη, υποστηρικτές του Αρχιεπισκόπου υπεραμύνθηκαν του δικαιώματός του να μιλά ελεύθερα, όπως κάθε πολίτης. Αναδιατυπώνω το αρχικό ερώτημα: θέτει όρια η θεσμική ιδιότητα του ομιλητή στην ελευθερία του λόγου του;

θέτει όρια η θεσμική ιδιότητα του ομιλητή στην ελευθερία του λόγου του;

Ποια ήταν τα επίμαχα σημεία της συνέντευξης Μπάγια; Τα εξής δύο. Πρώτον, ο κ.Μπάγιας διατύπωσε τη γνώμη ότι «ειδικά για την υπόθεση [των υποκλοπών] δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω ότι υπήρξε αδικαιολόγητη αδράνεια της Εισαγγελίας τουλάχιστον κατά το αρχικό στάδιο. Μια προκαταρκτική έρευνα που έπρεπε να ολοκληρωθεί σε λίγες- ελάχιστες- ημέρες, διήρκεσε έντεκα ολόκληρους μήνες […]».

Με τη δήλωση αυτή ο πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων ουσιαστικά επικρίνει δημοσίως συναδέλφους του. Προσέξτε ότι δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο, μόνο κρίνει. Γιατί η «αδράνεια της Εισαγγελίας» ήταν «αδικαιολόγητη»; Είχε την απαιτούμενη ενημέρωση ο κ.Μπάγιας που του επέτρεψε να εκφραστεί απαξιωτικά για το έργο των αρμοδίων συναδέλφων του; Αν την είχε, δεν τη μοιράστηκε μαζί μας – ο λόγος του έμεινε αόριστα καταγγελτικός και, κατά τούτο, όχι ποιοτικά διαφορετικός από το λόγο πολλών ανεύθυνων τηλεσχολιαστών. Εμπίπτει στην αρμοδιότητα του προέδρου της Ένωσης Εισαγγελέων να κρίνει δημοσίως την ποιότητα του έργου δικαστικών λειτουργών; Μπορεί, βεβαίως, να έχει την (ιδιωτική) άποψή του, όπως είχε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου για τους προεδρικούς υποψήφιους, αλλά πρέπει να τη δημοσιοποιεί; Δεν υπερβαίνει έτσι τις θεσμικές (συνδικαλιστικές) αρμοδιότητές του;

Δεύτερον, ο κ.Μπάγιας ισχυρίστηκε ότι οι δικαστές εργάζονται με «ανασφάλεια» «εξαιτίας των πολλών και σοβαρών αδικιών του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου σε θέματα προαγωγών, μεταθέσεων, αποσπάσεων κ.λπ. με τη λήψη αποφάσεων, απρόσμενα ευμενών ή δυσμενών, για τους υπό κρίση συναδέλφους […]». Ο ισχυρισμός αυτός, αν και εμπίπτει στα όρια του συνδικαλιστικού λόγου, είναι επίσης ατεκμηρίωτος. Ένας συνδικαλιστής εισαγγελέας δικαιούται να επισημάνει δημοσίως τυχόν κακές αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων για θέματα υπηρεσιακής εξέλιξης, αλλά, αν τον ενδιαφέρει η διόρθωσή τους, πρέπει να το κάνει με σύνεση.

Η δημόσια κριτική της λειτουργίας των θεσμών από τους ίδιους τους λειτουργούς τους είναι μια χειρουργικής ακρίβειας άσκηση

Η δημόσια κριτική της λειτουργίας των θεσμών από τους ίδιους τους λειτουργούς τους είναι μια χειρουργικής ακρίβειας άσκηση: από τη μια μεριά πρέπει να επισημανθούν τεκμηριωμένα τα κακώς κείμενα, ενώ, από την άλλη, δεν πρέπει να κλονισθεί η δημόσια εμπιστοσύνη στο θεσμό. Αντιλαμβάνεστε τη λεπτότητα λόγου που πρέπει να διαθέτει κάποιος για να συγκεράσει αυτές τις δύο αντικρουόμενες απαιτήσεις. Ομολογουμένως δύσκολα επιτυγχάνεται αυτό στη σημερινή Ελλάδα, όπου η εντυπωσιοθηρικά καταγγελτική ρητορική των συνδικαλιστών των ΔΕΚΟ και των ΜΜΕ παρέχουν το κυρίαρχο πρότυπο δημόσιου λόγου.

Προσέξτε πως η συνέντευξη του κ.Μπάγια εγγράφηκε στο πολιτικό λογοπλαίσιο (discourse) της φιλοξενούσας εφημερίδας· τιτλοφορήθηκε «Κουκούλωσαν τις υποκλοπές» – το κατ’ εξοχήν αντικυβερνητικό σύνθημα της αντιπολίτευσης. Ο αόριστα, και γι αυτό απλοϊκά, καταγγελτικός λόγος ενός συνδικαλιστή δικαστικού λειτουργού αμέσως πολιτικοποιήθηκε· η Δικαιοσύνη βρέθηκε, για μια ακόμη φορά, στο κέντρο της πολιτικής διαμάχης. Η ασύνετη πειθαρχική δίωξη του κ.Μπάγια επέτεινε την πολιτική σύγκρουση γύρω από τη Δικαιοσύνη. Σε ένα ιστορικά υπερπολιτικοποιημένο θεσμικό σύστημα, όπως το ελλαδικό, η εσωτερική «διαμάχη» ενός θεσμού προβλέψιμα διογκώθηκε και απέκτησε πολιτικό χαρακτήρα. Για την (εκάστοτε) αντιπολίτευση είναι μια ακόμα ευκαιρία να πληγεί η (εκάστοτε) κυβέρνηση. Το διαχρονικό μοτίβο (pattern) της πολιτικοποίησης των θεσμών – η χρόνια μάστιγα του δημόσιου βίου – ενεργοποιήθηκε ξανά.

ένα λαϊκιστικό πολιτικό σύστημα συστηματικά μεταφέρει τα δικά του προβλήματα στους ώμους της Δικαιοσύνης

Το βαθύτερο πρόβλημα, βέβαια, παραμένει και επιτείνεται: ένα λαϊκιστικό πολιτικό σύστημα συστηματικά μεταφέρει τα δικά του προβλήματα στους ώμους της Δικαιοσύνης. Η εμπλοκή της σε μείζονα πολιτικά θέματα από τους λαϊκιστές πολιτικούς, υπερπολιτικοποιεί τη λειτουργία της και της αποστερεί τον θεσμικά αυτόνομο και αυτονόητα δεδομένο χαρακτήρα της – την άρρητη εμπιστοσύνη που πρέπει να περιβάλλει κάθε θεσμό που λειτουργεί καλά. Τόσο η συνέντευξη, όσο και η συνακόλουθη δίωξη του κ.Μπάγια, ανεξαρτήτως προθέσεων, εμπλέκουν ακόμη περισσότερο τη Δικαιοσύνη στα ιδιοτελή σχέδια των λαϊκιστών πολιτικών. Η Δικαιοσύνη ζημιώνεται, η κοινωνία χάνει.

Αν ο αυτοπεριορισμός είναι το κατ’ εξοχήν πρόβλημα της Δημοκρατίας, όπως τόνιζε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, στην Ελλάδα είναι είδος εν ανεπαρκεία. Ο αυτοπεριορισμός απαιτεί δημόσιους λειτουργούς με αίσθηση του μέτρου και αντίληψη συν-ευθύνης για τη λειτουργία των θεσμών. Όποιος επιμένει ότι μόνο αυτός ορθοφρονεί («μόνος φρονείν»), λέει ο Καστοριάδης, δεν βρίσκεται μέσα στην οργανωμένη συλλογικότητα (στο «ίσον φρονείν») – δεν συνυφαίνει την ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη με τις θεσμικές υποχρεώσεις του λειτουργήματός του. Θέλει φρόνηση η ελευθερία του λόγου, όχι μόνο τόλμη.

———————————————————————————-

Σημειώσεις:
Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 26/4/2008