Όταν περηφανευόμαστε για το επίπεδο της δημοκρατίας μας, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η λογοκρισία, είτε με τη μορφή της άμεσης κρατικής παρέμβασης είτε με τη μορφή της ‘προστασίας’ από δήθεν συκοφαντικές επιθέσεις, εξακολουθεί να καθορίζει τα όρια του πολιτικού διαλόγου στη χώρα μας.
Πριν από μερικές ημέρες, ο αντιπρόεδρος της Marfin Investment Group (MIG), κ. Βγενόπουλος, κατέφυγε στη δικαιοσύνη ζητώντας αποζημίωση 1 εκατ. ευρώ από τον πρόεδρο του Συνασπισμού Αλέξη Τσίπρα και το τηλεοπτικό κανάλι Star Channel. Ο κ. Βγενόπουλος θεώρησε ότι με αυτόν τον τρόπο θα προστατέψει την εταιρία του από την επίθεση που δέχτηκε σχετικά με την υπόθεση εξαγοράς μεριδίου του ΟΤΕ, της προσπάθειας μεταπώλησής του στη γερμανική Deutsche Telekom και το ρόλο της κυβέρνησης στην όλη υπόθεση.
Σύσσωμη η πολιτική ηγεσία της χώρας μας (με τη συνηθισμένη πλέον εξαίρεση του ΛΑΟΣ) καταδίκασε την ενέργεια του επιχειρηματία και ανέλαβε – χωρίς ίχνος ντροπής – την υπεράσπιση του κ. Τσίπρα. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε ότι «τέτοια ζητήματα δεν αντιμετωπίζονται με τέτοιες πρακτικές» . Ο ίδιος ο κ. Τσίπρας αναφέρθηκε σε «απόπειρα ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής» .
Όσο καλοπροαίρετος κι αν είναι κανείς, η στάση των πολιτικών κομμάτων στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπει μόνο την παρακάτω ερμηνεία: Η έννοια ‘πολιτική ζωή’ περιλαμβάνει μόνο τις πράξεις και τις ιδέες που εκφράζουν οι επαγγελματίες πολιτικοί. Σε αυτό το χώρο καμία λογοκρισία δεν επιτρέπεται. Taboo! Έξω όμως από το χώρο των πολιτικών, όλα επιτρέπονται…
Δεν αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση ο χαρακτηρισμός ‘πορνεία’ από μέρους της ιεραρχίας για τα ζευγάρια των συμπολιτών μας που μοιράζονται τη ζωή τους χωρίς την ‘ευλογία’ της εκκλησίας. Δεν λογοκρίνονται οι κατηγορίες που κατά καιρούς ακούγονται από υπουργούς, αρχηγούς κομμάτων κλπ. σε βάρος συγκεκριμένων επιχειρηματιών και δημοσιογράφων. Ακόμη και μεταξύ τους, οι πολιτικοί έχουν το δικαίωμα να αλληλοκατηγορούνται, να αλληλοχαρακτηρίζονται και να αλληλοπροσβάλλονται ανεμπόδιστα – ακόμη κι όταν οι εκφράσεις που χρησιμοποιούν είναι τόσο χαμηλού επιπέδου που πολύ δύσκολα θα μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να τις χρησιμοποιεί εναντίον κάποιου συμπολίτη μου.
Και δικαίως.
Τη στιγμή που θα αποφασίζαμε να λογοκρίνουμε τον πολιτικό διάλογο, είτε με το πρόσχημα της προστασίας από συκοφαντικές επιθέσεις είτε για χάρη της ηθικολογίας και του καθωσπρεπισμού, η πολιτική ζωή στη χώρα μας θα έφτανε στο τέλος της.
Τι συμβαίνει όμως με τους πολίτες που βρίσκονται έξω από το χώρο της επαγγελματικής πολιτικής; Δεν αποτελεί λογοκρισία η συνεχής απειλή των δημοσιογράφων από τους πολιτικούς με αβάστακτες οικονομικές κυρώσεις, υπό το πρόσχημα της προστασίας από συκοφαντικές δυσφημίσεις; Δεν αποτελεί λογοκρισία η επανειλημμένη δίωξη καλλιτεχνών για τις απόψεις και τις ιδέες που εκφράζονται στα έργα τους; (Μιας και ανέφερα πιο πάνω την ‘πορνεία’, να θυμίσω εδώ ότι, πριν από μόλις τρία χρόνια, στην υπόθεση της έκθεσης τέχνης Outlook το κατηγορητήριο ανέφερε: «Με την ενέργειά του αυτή εξεδήλωσε ευθέως κακή βούληση περιφρονήσεως και χλευασμού, δημόσια, της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού…» ) Δεν ήταν λογοκρισία η φυλάκιση συμπολιτών μας όταν το 1992 διατυπώνανε απόψεις για το Μακεδονικό ζήτημα που σήμερα αποτελούνε πια την κεντρική γραμμή όλων σχεδόν των πολιτικών κομμάτων; Δεν αποτελεί λογοκρισία η δίωξη του κ. Πλεύρη πριν από μερικούς μήνες με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του ‘Οι Εβραίοι’;
Υποπτεύομαι ότι αρκετά μεγάλο κομμάτι των συμπολιτών μας θα διαφωνήσει. Θα μιλήσουν για την προστασία του πολίτη από την τέταρτη εξουσία, τα κηρύγματα μίσους, το λίβελο, τη διακίνηση ψευδών ειδήσεων. Θα υπάρξουν σίγουρα κι εκείνοι που θα θυμίσουν το γνωστό παράδειγμα εκείνου που φωνάζει ‘Φωτιά!’ μέσα στην αίθουσα του θεάτρου προκαλώντας τον τραυματισμό των θεατών που μέσα στον πανικό τους ποδοπατούνται στην προσπάθειά τους να δραπετεύσουν απ’ την ανύπαρκτη πυρκαγιά.
Χωρίς να το καταλάβουμε, επιτρέψαμε την πλήρη σχεδόν στρέβλωση, οπότε κι ουσιαστική ακύρωση, της απαγόρευσης της λογοκρισίας. Τι απέγινε άραγε το ‘διαφωνώ με την άποψή σου, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να την εκφράζεις’;
Θα πρέπει όμως να κατανοήσουμε ότι αν εξοστρακίσουμε από τον πολιτικό διάλογο το λόγο εκείνο που θα μπορούσε να προσβάλει κάποιους συμπολίτες μας ή να θεωρηθεί συκοφαντικός από άλλους, δεν χρειάζεται να απαγορεύουμε τη λογοκρισία. Δεν θα υπάρχει πια τίποτε να λογοκρίνουμε παρά μόνο η σιωπή, τα κυβερνητικά ανακοινωθέντα και η ηχώ των χειροκροτητών.
Κλείνω επιστρέφοντας στην υπόθεση Βγενόπουλου/Τσίπρα. Ο κ. Βγενόπουλος έχει προφανώς ένα και μόνο στόχο: την προστασία των συμφερόντων της εταιρίας του και, κατ’ επέκταση, των μετόχων της. Κι όσο οι δραστηριότητές του παραμένουν μέσα στα πλαίσια που καθορίζουν οι νόμοι, δεν μπαίνω καν στον κόπο να κατακρίνω – ή να επικροτήσω – τις πράξεις του. Αυτή είναι η δουλειά των μετόχων που πληρώνουν το μισθό του. Αυτοί είναι που θα κρίνουν και αν ο κ. Βγενόπουλος χειρίστηκε καλά – προς όφελός τους δηλαδή – την υπόθεση του ΟΤΕ και των μηνύσεων κατά του κ. Τσίπρα και του Star Channel.
Ο κ. Βγενόπουλος όμως, δεν εφαρμόζει τους προσωπικούς του νόμους. Δεν είναι αυτός που ποινικοποιεί την πολιτική ζωή, όπως θέλει να πιστέψουμε ο κ. Τσίπρας, αλλά ο ίδιος ο νομοθέτης που του επιτρέπει με το πρόσχημα των συκοφαντικών επιθέσεων να απειλεί πολιτικούς και δημοσιογράφους. Κι αν «τέτοια ζητήματα δεν αντιμετωπίζονται με τέτοιες πρακτικές», όπως μας λέει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ορίστε κι ευκαιρία να καταργήσουμε τους νόμους που φιλοξενούν και στηρίζουν αυτές τις πρακτικές.