Παρουσίαση του βιβλίου «Προκλήσεις διακυβέρνησης για την ευρωπαϊκή κεντροδεξιά»

Απρ 27th, 2006 | | Κατηγορία: Βιβλιοκριτικές, Πολιτική, Φιλελευθερισμός | Email This Post Email This Post | Print This Post Print This Post |

Όταν ο Francis Fukuyama δημοσίευσε το άρθρο του για το τέλος της ιστορίας στο περιοδικό National Interest το καλοκαίρι του 1989 και αργότερα το ανέπτυξε στο ομώνυμο βιβλίο του, πολλοί από αυτούς που του άσκησαν σκληρή κριτική μίλησαν απαξιωτικά για την υπεραισιόδοξη «φιλελεύθερη θριαμβολογία» του (liberal triumphalism). Δεν χρειάστηκε να φτάσουμε δέκα χρόνια μετά στην 11η Σεπτεμβρίου για να ακούσουμε να επαναλαμβάνεται πως η ιστορία όχι μόνο δεν μας οδηγεί στον φιλελευθερισμό αλλά ότι αυτός πνέει τα λοίσθια. Στον ελληνικό αλλά και στον ξένο τύπο δεν θα δυσκολευτεί κανείς να βρει περισπούδαστες αναλύσεις για τον ύστερο καπιταλισμό, το τέλος της παγκοσμιοποίησης και την παρακμή του φιλελεύθερου μοντέλου. Όλοι συμφωνούν πάντως πως ο Fukuyama έκανε λάθος και πως ο Samuel Huntington υπήρξε περισσότερο διορατικός.

Προκλήσεις Διακυβέρνησης για την Ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά, Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος (επ.) (Αθήνα: Ι. Σιδέρης / Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής, 2005

Καταρχήν καλό θα ήταν να θυμηθούμε τι είπε πραγματικά ο Fukuyama, ο οποίος ποτέ δεν ισχυρίστηκε πως τελείωσε η Ιστορία με την έννοια πως έληξαν οι πολιτιστικές, οι πολιτικές ή οι κοινωνικές συγκρούσεις. Αυτό που υποστήριξε στην πραγματικότητα είναι πως τελείωσε η (σοβαρή) συζήτηση. Αυτό το πρωτοφανές consensus που νομιμοποιεί τη φιλελεύθερη δημοκρατία μπορεί ίσως να αποτελεί το «τέλος της ανθρώπινης ιδεολογικής εξέλιξης» (liberal democracy may constitute the “end point of mankind’s ideological evolution”), την τελική μορφή της ανθρώπινης διακυβέρνησης (the “final form of human government”). Τα μεγάλα ερωτήματα έχουν απαντηθεί: η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν πρόκειται να απορριφθεί ξανά από την ανθρωπότητα.

Ο Fukuyama μας δίνει δύο λόγους για τους οποίους η ανθρωπότητα οδηγείται αναπόδραστα στη φιλελεύθερη δημοκρατία. Ο ένας είναι η χεγκελιανή ιδέα της ανάγκης για αναγνώριση της αξίας του ανθρώπου από τους συνανθρώπους του. Ο δεύτερος (και πιο πειστικός) είναι οικονομικός: οι παγκοσμιοποιημένες οικονομικές σχέσεις θα οδηγήσουν σε τέτοιου είδους ομογενοποίηση των κοινωνιών που βασικό τους χαρακτηριστικό θα είναι η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου. Τα αυταρχικά καθεστώτα δεν θα μπορούν ποτέ να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που δεν μπορεί να περιοριστεί η πληροφόρηση και η αγορά.

Δεν νομίζω να υπάρχει σήμερα, 17 χρόνια μετά τη δημοσίευση του άρθρου του Fukuyama και 35 χρόνια από την έκδοση της Θεωρίας Δικαιοσύνης του John Rawls κάποιος που να ισχυρίζεται σοβαρά πως η φιλελεύθερη πολιτική θεωρία τίθεται υπό αμφισβήτηση. Υπάρχουν βέβαια ανταγωνιστικές πολιτικές θεωρίες, η επιτυχία τους όμως εξαρτάται από τον βαθμό συμβατότητάς τους μ’ ένα φιλελεύθερο μοντέλο – ειδάλλως περιθωριοποιούνται.

Βέβαια η φιλελεύθερη πολιτική θεωρία δεν είναι μονοσήμαντη όπως μας δείχνει γλαφυρά στο κεφάλαιο που συνέγραψε ο Günther Burkert-Dottolo. Τα παρακλάδια της είναι πολλά: ο φιλελεύθερος συντηρητισμός, ο δογματικός (ακραίος για ορισμένους) φιλελευθερισμός (libertarianism), ο εξισωτικός φιλελευθερισμός είναι τα κυριότερα. Οι διαφορές ανάμεσά τους είναι πολλές, όμως οι ομοιότητες περισσότερες και μάλιστα οι δύο σημαντικότερες από αυτές αποτελούν και το διακριτικό γνώρισμα μίας φιλελεύθερης θεωρίας:

(α) Η έμφαση στην φιλελεύθερη αρχή που προηγείται της δημοκρατικής, δηλαδή η αρχή της πλειοψηφίας υποχωρεί απέναντι στα δικαιώματα.

(β) Η αποδοχή της ελεύθερης αγοράς ως του πλέον συμβατού με την φιλελεύθερη πολιτική θεωρία τρόπου οργάνωσης της αγοράς.

Βέβαια θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς πως η συζήτηση σε θεωρητικό, ακαδημαϊκό επίπεδο μπορεί να έκλεισε, η ιστορία όμως σίγουρα δεν έχει τελειώσει. Ποιο είναι το πολιτικό αντίκρισμα αυτού του θεωρητικού consensus;

Νομίζω ότι είναι κάτι περισσότερο από ορατό: η φιλελεύθερη συνταγματική δημοκρατία όχι μόνο θεωρείται σήμερα η μοναδική αποδεκτή μορφή πολιτεύματος παγκοσμίως, αλλά κάθε χρόνο μια σειρά διεθνών οργανισμών και μη κυβερνητικών οργανώσεων βαθμολογούν με διάφορους τρόπους τη συμβατότητα των κρατών με βάση το μοντέλο αυτό.

Τα μεγάλα ερωτήματα έχουν απαντηθεί: η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν πρόκειται να απορριφθεί ξανά από την ανθρωπότητα

Επιπλέον sήμερα, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας υπάρχει ένα γενικώς αποδεκτό corpus διεθνών συνθηκών, συμβάσεων και θεσμών που έχουν σαν στόχο την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Από την Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του 1948 μέχρι το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εντάχθηκε στο Σύνταγμα της Ευρώπης, δημιουργείται ένα πλέγμα προστασίας τους που θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει το «νέο φυσικό δίκαιο», ένα δίκαιο που δεν πηγάζει από τη θεϊκή σοφία, τη φύση του ανθρώπου ή τον ορθό λόγο, αλλά εκ των πραγμάτων: διότι δεν υπάρχει σήμερα κανείς που να το αμφισβητεί σοβαρά, κανείς που να το απορρίπτει ρητά (ακόμα κι αν το παραβιάζει κατάφωρα), κανείς που να μπορεί να προσφέρει κάτι εναλλακτικό.

Νομίζω, λοιπόν, πώς όλοι θα συμφωνήσουμε πως η επικράτηση του πολιτικού φιλελευθερισμού είναι δεδομένη. Το πρόβλημα είναι τι γίνεται με τον οικονομικό φιλελευθερισμό.

Εδώ, επιτρέψτε μου να πω, πως η υπεροχή του τελευταίου είναι ακόμα πιο ολοκληρωτική αν και ιδιαίτερα προβληματική. Αυτό οφείλεται στο ότι η επικράτηση της ελεύθερης αγοράς εν μέρει μόνο επετεύχθη έπειτα από πολιτικούς αγώνες και σε λίγες περιπτώσεις αποτέλεσε αίτημα κοινωνικών ομάδων. Η σημερινή απόλυτη και πρωτοφανής κυριαρχία της επεβλήθη παγκοσμίως και σε πολλές περιπτώσεις βιαίως. Η διάχυση της ελευθερίας από το 1989 και μετά, αλλά και πολιτικές επιλογές οδήγησαν στο φαινόμενο που ονομάζεται παγκοσμιοποίηση, δηλαδή στην απόλυτη επικράτηση της ελευθερίας στις οικονομικές συναλλαγές.

Αυτή η αναπάντεχη ολοκληρωτική επικράτηση της ελεύθερης αγοράς βρήκε τους φιλελεύθερους το ίδιο απροετοίμαστους με τους αντιπάλους τους. Αυτή η αμηχανία που προκαλεί σε όλους η παγκοσμιοποίηση είναι έκδηλη και στον τόμο που παρουσιάζουμε σήμερα. Η αμηχανία αυτή πιστεύω ότι οφείλεται στο γεγονός πως η ελεύθερη αγορά δεν μπορεί πλέον να αποτελέσει πολιτικό όραμα καθώς επιβάλλεται από δυνάμεις που υπερβαίνουν την πολιτική. Η παγκόσμια οικονομία έχει φτάσει σ’ έναν τέτοιο βαθμό αυτονόμησης, τα οικονομικά φαινόμενα είναι τόσο ανεξέλεγκτα και οι δυνάμεις της αγοράς τόσο πανίσχυρες και επικίνδυνες για όσους τις αψηφούν που οποιαδήποτε – έστω διορθωτική, έστω βοηθητική της αγοράς, έστω «φιλελεύθερη» – οικονομική πολιτική, μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφές ανυπολόγιστες για μια οικονομία. Η αγορά, όπως άλλωστε είχε προβλεφθεί πριν από 200 χρόνια από τους κλασσικούς οικονομολόγους, ξεπέρασε το νηπιακό στάδιο του ανθρώπινου θεσμού και εξελίχθηκε αργά και σταθερά σ’ ένα φυσικό φαινόμενο. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να μελετηθεί, μπορεί να τιθασευτεί (προσωρινά, περιορισμένα και κάτω από προϋποθέσεις), μπορεί ακόμη να προβλεφθεί, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ελεγχθεί – εφόσον βεβαίως τα κεκτημένα του σύγχρονου πολιτισμού των δυτικών καπιταλιστικών δημοκρατιών (από το βιοτικό επίπεδο έως και το κράτος δικαίου) δεν αμφισβητηθούν θεμελιωδώς.

Οι πολιτικές συνέπειες είναι ευδιάκριτες και σ’ αυτές οφείλεται η αμηχανία που προκαλεί σε όλους όσους χαράσσουν ή επηρεάζουν την πολιτική σήμερα. Ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής διαδικασίας και της οικονομικής πολιτικής από-ιδεολογικοποιείται. Οι δυνατότητες παρέμβασης στην οικονομία είναι πολύ λιγότερες από αυτές που είχαν οι κυβερνήσεις πριν από 20 χρόνια. Αυτό και μόνο θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάθλιψη πολλούς πολιτικούς.

Όμως η δυναμική της παγκοσμιοποίησης είναι πολύ ευρύτερη:
-έχει μία ισχυρή εξισωτική δυναμική (οι χώρες του τρίτου κόσμου έχουν τη δυνατότητα να ανταγωνισθούν με πολύ καλύτερες συνθήκες τις ανεπτυγμένες),
-έχει μία προοδευτική καταστροφική δύναμη (όποια κοινωνική δομή δεν είναι αποτελεσματική δεν μπορεί να επιβιώσει)
-επιβάλλει τέλος (κι αυτό είναι το σπουδαιότερο) την κουλτούρα της ελεύθερης επιλογής.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν πως ο Michael Pendleton ήδη από το 1999 μιλάει για το δικαίωμα στην παγκοσμιοποίηση. Διότι τελικώς η παγκοσμιοποίηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απόλυτη επικράτηση της ελευθερίας σε όλες τις εκφάνσεις της: οικονομική, πολιτική, πολιτισμική. Αυτό το απειλητικό τέρας που βλέπουμε πολλοί από εμάς δεν είναι τίποτε άλλο από το άθροισμα των δικών μας επιλογών.

Αυτή η αναπάντεχη ολοκληρωτική επικράτηση της ελεύθερης αγοράς βρήκε τους φιλελεύθερους το ίδιο απροετοίμαστους με τους αντιπάλους τους

Θα προσπαθήσω εν συντομία να δω μέσα από αυτό το πρίσμα τα κείμενα του παρόντος τόμου. Ήδη στον πρόλογο η Κωνσταντίνα Μπότσιου επισημαίνει την ιδεολογική αμηχανία που προκάλεσε στα κεντροδεξιά κόμματα η καθολική αποδοχή της οικονομίας της αγοράς και η επιτυχία των πολιτικών, όπως ο Tony Blair, που φάνηκαν να υιοθετούν τη νέα οικονομία χωρίς πολλούς δισταγμούς. Βέβαια πολύ πριν από τον Tony Blair το είχαν διαπιστώσει συντηρητικοί πολιτικοί, όπως η Margaret Thatcher και ο Ronald Reagan, αλλά και σοσιαλιστές όπως ο Francois Mitterrand. Τα επιτυχημένα παραδείγματα της Ιρλανδίας από τη μία και της Δανίας και της Φινλανδίας από την άλλη είναι χαρακτηριστικά.

Στα επιμέρους κείμενα μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει τρεις τουλάχιστον προσεγγίσεις:

(α) Η πρώτη ομάδα αποτελείται από συγγραφείς που αντιμετωπίζουν θετικά και με αισιοδοξία το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης και την επέκταση των αγορών και φαίνεται να συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό με την εικόνα που παρουσίασα πιο πάνω.

Ο Δημήτρης Δημητράκος σημειώνει ότι «στη σημερινή εποχή […] είναι ζήτημα επιβίωσης ενός κοινωνικού συνόλου να ενσωματωθεί στην παγκόσμια οικονομία και να δεχθεί τους κανόνες του παιχνιδιού που συνεπάγεται αυτή η ενσωμάτωση. Κανένας δεν θέλησε, επομένως, να μείνει απέξω εκτός από εκείνους οι οποίοι έχουν να χάσουν προνόμια και εξουσίες που έχουν αποκτήσει εις βάρος των ελευθεριών και της ευημερίας των άλλων» (σελ. 80). Συμφωνεί με τον Peter Martin ότι η παγκοσμιοποίηση είναι το όλο των φτωχών και φτάνει να υποστηρίξει πως «[η] παγκοσμιοποίηση αποτελεί ηθική επιταγή της εποχής μας» (σελ. 81), καθώς συνδέει την οικονομία της αγοράς και τις ελεύθερες συναλλαγές με τα ατομικά δικαιώματα και την ανοιχτή κοινωνία (σελ. 82).

Ο Χαράλαμπος Παπασωτηρίου ξεκινά θεωρώντας δεδομένη την κυριαρχία του φιλελευθερισμού (σελ. 71). Γι’ αυτόν το μέτρο της επιτυχίας των κεντροδεξιών κυβερνήσεων είναι η αξιοποίηση των αναπτυξιακών ευκαιριών που προσφέρει η συμμετοχή στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία χωρίς να υποτιμά το κοινωνικό κόστος που προκαλεί η διαδικασία της (κατά Schumpeter) δημιουργικής καταστροφής (σελ. 73). Θεωρεί όμως πως για τις χώρες του Τρίτου Κόσμου το ελεύθερο εμπόριο είναι εκείνο που θα οδηγήσει στην μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και στη μείωση της φτώχειας.

Τη πολυδιάστατη φύση της παγκοσμιοποίησης επισημαίνει από την πρώτη στιγμή ο Χρήστος Χατζηεμμανουήλ: παρατηρεί «[α]πό νομικοπολιτικής πλευράς […] μία πρωτοφανή πύκνωση των θεσμών και των διαδικασιών του διεθνούς συστήματος» καθώς και την υιοθέτηση καινούριων κανόνων διεθνούς δικαίου και κριτηρίων αποδεκτής συμπεριφοράς (σελ. 55). Από την άλλη, «ο τεράστιος βαθμός ενοποίησης της παγκόσμιας οικονομίας» (σελ. 56) που «δημιουργεί αδήριτους πρακτικούς περιορισμούς στη χάραξη και υλοποίηση οικονομικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο» (σελ. 57). Στο νέο αυτό περιβάλλον «η αγορά επιβάλλει την πειθαρχία της, ακόμα και στις κυβερνήσεις […] Μια πολιτική που στερείται πειθαρχίας, όχι απλώς υπονομεύει την ανάπτυξη μακροπρόθεσμα, αλλά οδηγεί άμεσα σε δημοσιονομική και οικονομική κρίση» (σελ. 58). Ο ίδιος τονίζει τη σχέση οικονομικής ελευθερίας και οικονομικής ανάπτυξης (σελ. 62-63), την ανάγκη για θεσμικό πλαίσιο κατάλληλο για οικονομική ανάπτυξη (σελ. 64) και καλύτερης ποιότητας ρυθμιστικής παρέμβασης από το κράτος (σελ. 64-67).

Ο Τρύφων Κολλίντζας στη δική του συμβολή κινείται στο ίδιο κλίμα: «Πέρα, λοιπόν, από ιδεολογικές προκαταλήψεις, το συμπέρασμα είναι ότι η μόνη οικονομική πολιτική που οδηγεί στη μεγιστοποίηση της συνολικής κοινωνικής ευημερίας είναι αυτή που οδηγεί στη βελτίωση της παραγωγικότητας […] και προσαρμοστικότητας […] του οικονομικού συστήματος» (σελ. 87). Η Νέα Οικονομία και η Παγκοσμιοποίηση διαμορφώνουν τους κανόνες του παιχνιδιού και θέτουν τις προτεραιότητες: περισσότερο ευέλικτη αγορά εργασίας (σελ. 91), μείωση δημόσιου χρέους (σελ. 91), μείωση των φορολογικών συντελεστών (σελ. 92), πλήρης απελευθέρωση των αγορών και θέσπιση ευέλικτων ρυθμιστικών πλαισίων (σελ. 92-93), αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης και μεγαλύτερη προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων (σελ. 93), καταπολέμηση της γραφειοκρατίας (σελ. 94) και ενίσχυση της επιχειρηματικότητας (σελ. 95-96).

Αυτό το απειλητικό τέρας που βλέπουμε πολλοί από εμάς δεν είναι τίποτε άλλο από το άθροισμα των δικών μας επιλογών

Τέλος, ο Hans-Dietrich Genscher αντιμετωπίζει την παγκοσμιοποίηση σαν πρόκληση (σελ. 33), την οποία όχι μόνο δεν δαιμονοποιεί αλλά θεωρεί πως στόχος της Ευρώπης είναι να ανταποκριθεί σ’ αυτήν (σελ. 34) καθώς απαιτεί νέες δυνατότητες σκέψης, θάρρος, τόλμη (σελ. 36) και ευελιξία (σελ. 37). Υποστηρίζει όμως ότι μόνο η συνεργασία, η διαφάνεια, το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο και η καλύτερη διακυβέρνηση μπορούν να μετατρέψουν την παγκοσμιοποίηση «σε επιτυχημένο παράδειγμα για όσο το δυνατό περισσότερα κράτη και περισσότερους ανθρώπους» (σελ. 44).

(β) Στη δεύτερη ομάδα ανήκουν αυτοί που δεν θεωρούν την παγκοσμιοποίηση κομβικό ζήτημα αλλά την βλέπουν θετικά. Στο σημείο αυτό ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η υπεράσπιση ενός μοντέλου φιλελεύθερου συντηρητισμού αγγλοσαξονικού τύπου από τον Günther Burkert Dottolo. Όπως γράφει, «[ό]ποιος επιθυμεί μεγαλύτερη ευημερία, δεν μπορεί να είναι κατά της παγκοσμιοποίησης» (σελ. 192). Τονίζει βέβαια ότι «η οικονομία δεν αποτελεί αυτοσκοπό» (σελ. 193), αλλά η αισιοδοξία με την οποία αντιμετωπίζει τις προκλήσεις των ανοικτών αγορών είναι εντυπωσιακή – ιδιαίτερα για έναν κεντροευρωπαίο συντηρητικό.

Ο Αντώνης Μακρυδημήτρης στο δικό του κείμενο δεν ασχολείται μεν με την παγκοσμιοποίηση, αλλά πραγματεύεται το όλο θέμα για την επανίδρυση του κράτους υπό την σκιά της, όπως φαίνεται ιδιαίτερα στις προτάσεις του (σελ. 215, σελ. 219-221) που έχουν στόχο ένα κράτος σε «ρόλο ρυθμιστικό (θέσπισης κανόνων και κριτηρίων), εγγυητικό και ελεγκτικό» (σελ. 223).

(γ) Στην τρίτη ομάδα, που βλέπει την παγκοσμιοποίηση λιγότερο αισιόδοξα, θα τοποθετούσαμε το πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Παύλου Τζερμιά, στο οποίο ο συγγραφέας ασκεί κριτική σ’ αυτό που ονομάζει «φονταμενταλιστικό φιλελευθερισμό» (σελ. 114). Χαρακτηρίζει μάλιστα απόψεις σαν κι αυτές που παρουσιάζονται εδώ «ξένο προς την ανθρωπιά κεφαλαιοκρατικό οικονομισμό» (σελ. 117). Κατανοώ τις αντιρρήσεις του κ. Τζερμιά οι οποίες προέρχονται από μία φιλελεύθερη ουμανιστική παράδοση, αλλά κατά την ταπεινή μου γνώμη η προσέγγιση αυτή έχει κάποιες αδυναμίες που δυστυχώς δεν έχω το χρόνο να τις συζητήσω εδώ.

Στην ομάδα αυτή θα τοποθετούσα τέλος και το κείμενο του Ξενοφώντα Παπαρρηγόπουλου που φαίνεται να αντιμετωπίζει με κάποια καχυποψία την αισιοδοξία της πρώτης ομάδας, ιδιαίτερα τον ισχυρισμό για το μονόδρομο της πολιτικής που οδηγεί στην οικονομική ανάπτυξη και ευημερία και την παρεπόμενη προσαρμογή των θεσμών (σελ. 226, 230).

Στον τόμο περιλαμβάνονται έξι ακόμα ενδιαφέροντα κείμενα (Αρβανιτόπουλος, Collins, Nassauer, Σκόρδας, Hurd, Διαμαντόπουλος) τα οποία θίγουν άλλα εξίσου ενδιαφέροντα θέμα-τα—ωστόσο ο περιορισμένος χρόνος δεν μου επιτρέπει να αναφερθώ και σ’ αυτά.

Το δικό μου συμπέρασμα από την ανάγνωση της συλλογής που μας προσφέρει το Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής είναι ιδιαίτερα αισιόδοξο για την Ευρωπαϊκή και την Ελληνική κεντροδεξιά στο βαθμό που την αντιπροσωπεύει ο ανά χείρας τόμος. Όχι μόνο δεν φαίνεται να τρομοκρατείται απέναντι στην Παγκοσμιοποίηση, αλλά φαίνεται έτοιμη να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις συνειδητοποιώντας ότι η απόλυτη επικράτηση της φιλελεύθερης συνταγματικής δημοκρατίας και της ελεύθερης αγοράς αποτελεί δική της νίκη.

——————————————————————-
-H παρουσίαση πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 11 Απριλίου 2006 στη Στοά του Βιβλίου

Αριστείδης Ν. Χατζής είναι Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας & Θεωρίας της Επιστήμης του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Ένα σχόλιο
Leave a comment »

  1. Χμμ πολυ ενδιαφερον αρθρο!

    Εγω παντως τεινω να συμφωνω με τον Φουκουγιαμα. Η φιλελευθερη δυτικη δημοκρατια εχει κερδισει, δεν υπαρχει εναλλακτικη.
    Τωρα το ποσο καιρο θα παρει στον κοσμο να καταλαβει οτι ο οικονομικος φιλελευθερισμος ειναι αναποσπαστο κομματι του φιλελευθερισμου και της προοδου στις ανθρωπινες κοινωνιες, δεν το ξερω. Αλλα καποια στιγμη θα ερθει…

Σχολιαστε