- e-rooster.gr - http://e-rooster.gr -

Μερικές αριστερές σκέψεις για τον ΟΣΕ

Δε χρειαζόταν ιδιαίτερη προσοχή στο διάβασμα του διαλόγου μεταξύ του υπουργού Μεταφορών Κ. Χατζηδάκη [1] και του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Π. Λαφαζάνη [2]. Είναι αναμάσημα όλων των διαλόγων που αφορούν ιδιωτικοποιήσεις, εθελούσια έξοδο κλπ. του δημόσιου τομέα (ΔΕΗ, ΟΤΕ, λιμάνια, μετρό, νερό). Τούτη τη φορά (Αυγή, 29/2), ο διάλογος αφορούσε τον ΟΣΕ.

Λέει σε μια στιγμή ο Π. Λαφαζάνης: «[Την εθελούσια έξοδο] την κάνετε, γιατί έχετε στόχο να παραδώσετε την ΤΡΑΙΝΟΣΕ βορά στα ιδιωτικά συμφέροντα». Με αυτή τη δήλωση, αυτομάτως ομολογεί δυο πράγματα:

α) Ότι οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ πλεονάζουν. Το πλεονάζον προσωπικό είναι σε αριθμούς τεράστιο. Για παράδειγμα, η ΤΡΑΙΝΟΣΕ, με 1.900 υπαλλήλους έχει -σύμφωνα με τον υπουργό- γύρω στους 500 διοικητικούς, ενώ όλος ο υπόλοιπος όμιλος, με 5.500 υπαλλήλους, έχει μόνο 200 διοικητικούς υπαλλήλους.

Ποια είναι η άλλη αιτία; Μα, οι πελατειακές σχέσεις. Να «βολέψουμε» κάνα δικό μας παιδί.

β) Ότι λόγω αυτού, οι εταιρείες κινούνται με παθητικό. Το 1997, υπολογίστηκε ότι ο ΟΣΕ όχι μόνο δεν πληρώνεται, αλλά «πληρώνει» κάθε επιβάτη με 33 ευρώ για να τον μεταφέρει. Αν τον μετέφερε με ταξί από Αθήνα σε Θεσσαλονίκη θα ζημίωνε λιγότερο. Σήμερα τα πράγματα είναι χειρότερα. Κανένας ιδιώτης, ούτε ο Π. Λαφαζάνης, δεν θα χρηματοδοτούσε μια τόσο ζημιογόνα εταιρεία με τόσους αραχτούς υπαλλήλους. Αλλά και στο δημόσιο κανένας αρμόδιος, όσο ανεπαρκής και αν είναι, δεν θα έπαιρνε τέτοιες παράλογες και καταστροφικές αποφάσεις -κι ας μην πλήρωνε από την τσέπη του- αν δεν υπήρχε άλλη αιτία.

Ποια είναι η άλλη αιτία; Μα, οι πελατειακές σχέσεις. Να «βολέψουμε» κάνα δικό μας παιδί. Με αυτό το «βόλεμα» όμως, πετυχαίνουμε τρία πράγματα:

1. Επειδή πρόκειται να «βολέψουμε», δεν υπάρχει κανένα κριτήριο αξιοκρατίας. Όχι ότι η αξιοκρατία έχει σημασία για την εταιρεία. Για βόλεμα και όχι για παραγωγική εργασία πρόκειται. Έχει όμως σημασία από τη σκοπιά των διακρίσεων. Στην ανασφαλή Ελλάδα, όπου το 61% των διπλωματούχων ΑΕΙ ονειρεύεται μια θέση στο δημόσιο, ο διορισμός κάθε «πελάτη» αδικεί χιλιάδες ικανότερους που μένουν απέξω, πράγμα αντίθετο στην κοινωνική δικαιοσύνη της αριστεράς.

2. Τον «βολεμένο» αραχτό, τον πληρώνουν οι αδικημένοι και όλοι εμείς οι υπόλοιποι, πράγμα που επιβαρύνει ιδιαίτερα την εργατική τάξη.

3. Κάποια στιγμή η εταιρεία δεν αντέχει άλλο τις συσσωρευμένες ζημιές και πρέπει να απαλλαγεί από τις αργομισθίες. Τότε, τους «βολεμένους» τους χρυσοπληρώνουμε με δελεαστικές προτάσεις εθελουσίας εξόδου. Τόσο δελεαστικές, ώστε να αντισταθμίζουν την παχυλή αργομισθία και την επίσης παχυλή προσδοκώμενη σύνταξη από ένα «ευγενές» ταμείο, για το οποίο σήμερα δίνουν σκληρή μάχη.

Θα έπρεπε η πλειοψηφική φωνή των αδικούμενων να κυριαρχήσει. Όμως όχι. Επιβάλλεται και εισακούεται η φωνή της μειοψηφίας των «βολεμένων». Επειδή οι «βολεμένοι» έχουν στο μεταξύ οργανωθεί. Ως οργανωμένοι, εισακούονται από τους κυβερνώντες για δυο λόγους: να αποφεύγουν τις φασαρίες ή τις διαδηλώσεις και να αγρεύουν ψήφους από αυτούς, χωρίς να χάνουν ψήφους από τους άλλους, τους πολλούς αδικημένους. Δεν χάνουν ψήφους, διότι εκείνοι δεν έχουν μήτε οργάνωση μήτε καν συνείδηση της συνολικής διάστασης της αδικίας που τους έγινε. Συνεπώς, δεν έχουν φωνή, ούτε ειδικό ενδιαφέρον. Λείπει η καθοδήγηση της αριστεράς.

Η απεργία έχει διαλεκτικά μετασχηματιστεί στο αντίθετό της: από όπλο των πολλών ενάντια στους λίγους εργοδότες, έγινε όπλο των λίγων ενάντια στους πολλούς εργοδότες που είμαστε όλοι εμείς

Όταν τα πράγματα φθάνουν στο μη περαιτέρω και χρειάζονται κάποια μέτρα κατά των «βολεμένων» για μείωση της σπατάλης, τότε επιστρατεύονται από αυτούς άλλα όπλα. Πρώτο είναι το όπλο της κατάληψης. Οι «εργαζόμενοι» (εργατοπατέρες) καταλαμβάνουν τα γραφεία της δημόσιας εταιρείας και εμποδίζουν τις συνεδριάσεις του Δ.Σ. Βεβαίως, οι εργαζόμενοι εκπροσωπούνται νόμιμα στο Δ.Σ. της εταιρείας. Μπορούν να καταψηφίσουν τις αποφάσεις με τις οποίες δεν συμφωνούν. Αλλά αυτό δεν τους αρκεί. Πρέπει και να επιβάλουν τη γνώμη τους στην πλειοψηφία, με μεθόδους πραξικοπηματικές, δικτατορικές.

Ύστερα, έρχεται η μέθοδος του εκβιασμού δια της απεργίας, δηλαδή της ομηρείας. Επειδή το αντικείμενο της εργασίας τους αφορά το δημόσιο, δηλαδή όλους εμάς, η απεργία δεν στρέφεται ενάντια σε κάποια αφεντικά, αλλά ενάντια στην κοινωνία, που τη χρησιμοποιούν ως όμηρο για να εκβιάζουν την κυβέρνηση. Η απεργία έχει διαλεκτικά μετασχηματιστεί στο αντίθετό της: από όπλο των πολλών ενάντια στους λίγους εργοδότες, έγινε όπλο των λίγων ενάντια στους πολλούς εργοδότες που είμαστε όλοι εμείς. Η απεργία στον ιδιωτικό τομέα πρακτικά εξέλιπε.

Και το ερώτημα: γιατί η αριστερά προωθεί και επιβάλλει αυτή τη μη αριστερή πρακτική; Εντάξει, προτιμάμε τις δημόσιες επιχειρήσεις. Όμως, μπορούμε να τις υποστηρίζουμε φετιχιστικά όταν επιβαρύνουν, αντί να ανακουφίζουν, την εργατική τάξη και τους συμμάχους της; Μπορούν να διορθωθούν; Πώς; Κρίσιμα ερωτήματα, που γίνονται κρισιμότερα τώρα που οι μάζες του 18% ετοιμάζονται να καταλάβουν τα χειμερινά ανάκτορα του Μαξίμου. Αλέξη χρειαζόμαστε επειγόντως φρέσκες αριστερές ιδέες.