- e-rooster.gr - http://e-rooster.gr -

Έλληνας, ο τελευταίος πασάς

της Ασπασίας Τσαούση-Χατζή*

Είμαι βέβαιη πως κάθε γυναίκα που έχει συμβιώσει με Έλληνα χαμογέλασε πικρά διαβάζοντας τα αποτελέσματα του τελευταίου Ευρωβαρόμετρου [1], σύμφωνα με το οποίο οι Έλληνες άνδρες έρχονται τελευταίοι όλων των υπολοίπων Ευρωπαίων σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή τους στις οικιακές εργασίες.

Κάθε Ελληνίδα που έχει ζήσει κάτω από την ίδια στέγη με Έλληνα μπορεί να σχολιάσει το στατιστικό αυτό δεδομένο και να περιγράψει την εμπειρία της, δίνοντας πάμπολλα και χαρακτηριστικά παραδείγματα από την καθημερινότητά της. Ωστόσο, έχει σημασία να προσεγγίσουμε τα αποτελέσματα της έρευνας από τη σκοπιά διαφορετικών επιστημών—να αναζητήσουμε και να εντοπίσουμε περισσότερες διαστάσεις τους, με σκοπό να ερμηνεύσουμε τη συμπεριφορά του Έλληνα άνδρα, αλλά και τη στάση της Ελληνίδας.

Ας δούμε πρώτα τη νομική διάσταση: στις εφημερίδες παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα με όρους όπως «οι άνδρες στη χώρα μας δεν δίνουν ένα χέρι στις γυναίκες τους για την καθαριότητα του σπιτιού», «μόνο το 3% των Ελλήνων βοηθούν το έτερον ήμισυ στην καθαριότητα του σπιτιού», κτλ.

Ο άνδρας εδώ παρουσιάζεται ως πρόσωπο που βοηθά τη γυναίκα στα οικιακά της καθήκοντα, ως άτομο που εθελοντικά προσφέρει τον χρόνο του για να βοηθήσει το άτομο που είναι κυρίως επιφορτισμένο με αυτόν τον ρόλο, τη σύζυγό του. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Είναι η Ελληνίδα υποχρεωμένη να ασχολείται αυτή κυρίως, αυτή σχεδόν αποκλειστικά (όπως επιβεβαιώνει το Ευρωβαρόμετρο) με τις οικιακές εργασίες;

οι χώρες που σημειώνουν σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο μεγαλύτερη συμμετοχή των ανδρών στις οικιακές εργασίες έχουν μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα και καλύτερους θεσμούς

Ακόμη κι ένας φοιτητής της Νομικής που έχει απλά παρακολουθήσει το μάθημα του Οικογενειακού Δικαίου γνωρίζει ότι μετά την αναθεώρηση που επέφερε ο Νόμος 1329/1983, η ισότητα των δύο φύλων είναι η βασική αρχή που διαπνέει τις σχέσεις των συζύγων στο γάμο. Το άρθρο 1387 του Αστικού μας Κώδικα προβλέπει ότι οι σύζυγοι «αποφασίζουν από κοινού για κάθε θέμα του συζυγικού βίου» και ρυθμίζουν τον κοινό βίο κατά τρόπο που να μην εμποδίζει «την επαγγελματική και την υπόλοιπη δραστηριότητα του καθενός από αυτούς και να μην παραβιάζει τη σφαίρα της προσωπικότητάς του». Τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ κάνουν λόγο για «κοινή συμβολή των συζύγων στις οικογενειακές ανάγκες», που εξειδικεύεται σε μια σειρά αμοιβαίων υποχρεώσεων: για διατροφή δική τους και των τέκνων τους και για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου. Το άρθρο καταλήγει ότι η εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών γίνεται «με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση» και «ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής».

Άρα ο νομοθέτης είχε την πρόθεση οι συζυγικές σχέσεις να είναι ισότιμες. Αυτό το μοντέλο γάμου είχε σκοπό να θεσμοθετήσει διότι πίστευε ότι η ελληνική κοινωνία είναι ώριμη να το δεχτεί. Οι εμπειρικές έρευνες των τελευταίων είκοσι ετών έχουν δείξει το αντίθετο: ότι η αλλαγή νοοτροπίας που αποτελεί τη βάση για την αυτόβουλη αλλαγή συμπεριφοράς των δύο φύλων στο γάμο τους επέρχεται με ρυθμούς βραδύτατους και κυρίως στα αστικά κέντρα.

Επομένως οι κοινωνικές μας αντιλήψεις είναι που μας διαφοροποιούν από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους –και ο τρόπος που αυτές αντικατοπτρίζονται στη ρύθμιση της οικογενειακής ζωής είναι χαρακτηριστικός. Οι συμπεριφορές μας ως σύζυγοι είναι εμπειρικά μετρήσιμες και μ’ αυτήν την έννοια καταγράφονται και αξιολογούνται από τους κοινωνικούς επιστήμονες.

Έτσι, ένας κοινωνιολόγος θα έδινε μια διαφορετική απάντηση στο ερώτημα «είναι υποχρεωμένη η Ελληνίδα να επιφορτίζεται με την ευθύνη των οικιακών εργασιών»; Θα απαντούσε «δυστυχώς είναι, βάσει των κοινωνικών προτύπων που κυριαρχούν για τα δύο φύλα». Παρόμοια μηνύματα λαμβάνουμε και από άλλες χώρες. Tο 1989 η Arlie Hochschild [2] (κοινωνιο-λόγος και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια Berkeley) δημοσίευσε το βιβλίο της The Second Shift [3] στο οποίο καταδείκνυε ότι οι Αμερικανίδες που εργάζονται εξω-οικιακά δουλεύουν «μια δεύτερη βάρδια» όταν επιστρέφουν στο σπίτι τους, διότι επιβαρύνονται σχεδόν αποκλειστικά με τις οικιακές εργασίες αλλά και με την φροντίδα των παιδιών [1]. Το συμπέρασμα είναι ότι οι νόμοι αναθεωρούνται, αλλά οι κοινωνικές προσδοκίες για τους ρόλους των δύο φύλων αντιστέκονται στις νομικές αλλαγές.

Ένας κοινωνιολόγος του δικαίου θα έδινε μια ακόμη πιο απαισιόδοξη απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. Θα επισήμαινε ότι η ανισότητα που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την ελληνική οικογένεια συνιστά πηγή αδικίας σε πολλά επίπεδα κι έτσι συμβάλλει στο έλλειμμα θεσμών της κοινωνίας μας. Πρώτος ο Αριστοτέλης [4] συνέλαβε και κατέγραψε τον συσχετισμό της δικαιοσύνης στον οίκο με τη δικαιοσύνη και την αρετή της πολιτείας στα Πολιτικά [5] του (Ι, 1260b12):

«[O]ικία μεν πάσα μέρος πόλεως, ταύτα δ’ οικίας, την δε του μέρους προς την του όλου δει βλέπειν αρετήν, αναγκαίον προς την πολιτείαν βλέποντας παιδεύειν και τους παίδας και τας γυναίκας, είπερ τι διαφέρει προς το την πόλιν είναι σπουδαίαν και τους παίδας είναι σπουδαίους και τας γυναίκας σπουδαίας. Αναγκαίον δε διαφέρειν. αι μεν γαρ γυναίκες ήμισυ μέρος των ελευθέρων, εκ δε των παίδων οι κοινωνοί γίνονται της πολιτείας».

Η ανισότητα των δύο φύλων αποτελεί την κύρια τροχοπέδη για την ανύψωση της ποιότητας της συζυγικής σχέσης που εξασφαλίζει τη σταθερότητα της οικογενειακής ζωής. Ταυτόχρονα είναι εμπόδιο για την οικονομική πρόοδο και την κοινωνική ευημερία. Δεν είναι καθόλου τυχαίος ο συσχετισμός: οι χώρες που σημειώνουν σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο μεγαλύτερη συμμετοχή των ανδρών στις οικιακές εργασίες (βλ. Φινλανδία) έχουν μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα και καλύτερους θεσμούς. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η Φινλανδία είναι γνωστή για την έλλειψη διαφθοράς, το εξαιρετικό εκπαιδευτικό της σύστημα, το μεγάλο ποσοστό εισφοράς του ΑΕΠ στην Έρευνα και στην Τεχνολογία –και βέβαια τον υψηλότατο Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης (Human Development Index [6]) και Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης Κατά Φύλο (Gender-related Development Index [7]).

Η οικογένεια είναι ο βασικός φορέας κοινωνικοποίησης—εκεί αγόρια και κορίτσια μαθαίνουν τα πρότυπα συμπεριφοράς που θα τους συνοδεύουν στην ενήλικη ζωή τους. Το πώς θα τα ενστερνιστούν και πώς θα αντιδράσουν σ’ αυτά θα καθορίσει με τρόπο αποφασιστικό τις μετέπειτα αποφάσεις ζωής τους: πότε θα παντρευτούν και πόση διάρκεια θα έχει ο γάμος τους. Και πάλι τα δημογραφικά δεδομένα επιβεβαιώνουν αυτό που όλοι και όλες παρατηρούμε γύρω μας:

  • οι Ελληνίδες παντρεύονται πιο αργά από ποτέ άλλοτε (ο μέσος όρος ηλικίας τους στον πρώτο γάμου έκανε άλμα μέσα σε μία μόλις δεκαετία – βασική αιτία είναι ο φόβος τους να επενδύσουν σε μία σχέση που σε περίπτωση διαζυγίου θα πάει χαμένη καθώς δεν θα έχει αντίκρισμα στην αγορά εργασίας)
  • παντρεύονται ολοένα και περισσότερο άνδρες διαφορετικής εθνικότητας ή και φυλής (αυξήθηκαν τα ποσοστά μικτών γάμων και στη χώρα μας)
  • χωρίζουν περισσότερο συχνά από ποτέ άλλοτε (τα ποσοστά διαζυγίου στην χώρα μας έχουν σημειώσει ιλιγγιώδη άνοδο κατά την τελευταία εικοσαετία)
  • χωρίζουν γιατί δεν ανέχονται την αναχρονιστική καταπιεστική συμπεριφορά των συζύγων τους [2]

Τι είναι όλες αυτές οι τάσεις παρά το αθροιστικό αποτέλεσμα της προσπάθειας μεμονωμένων γυναικών να αντιδράσουν στην αδικία που φέρνει η ανισότητα –ή απλά η ορθολογική αντίδρασή τους στις δομές κινήτρων που δημιούργησαν ο νόμος και οι κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς;

Πώς λοιπόν θα αλλάξουν τα πρότυπα; Στην Ισπανία προσπάθησαν να το επιτύχουν δυναμικά, ψηφίζοντας το 2005 ειδικό νόμο [8] που “υποχρέωνε” τους άνδρες να συμμετέχουν περισσότερο όχι μόνο στις οικιακές εργασίες, αλλά και στην φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων μελών της οικογένειάς τους. Προς το παρόν, οι αντιδράσεις των Ισπανών φαίνεται να έχουν κατισχύσει, δεδομένου ότι στοιχίζονται με τους Έλληνες άνδρες στην τελευταία θέση στο Ευρωβαρόμετρο. Στις χώρες του Ευρωπαϊκού νότου, οι κοινωνιολογικές μελέτες δίνουν μια απογοητευτική εικόνα, διότι δείχνουν ότι ο μέσος χρόνος που αφιερώνει ένας πατέρας στο παιδί του είναι περίπου 30 λεπτά. Στις ΗΠΑ, όπου σύμφωνα με έρευνες [9] οι σύζυγοι ξοδεύουν περισσότερο χρόνο με τα παιδιά τους (τέσσερις περισσότερες ώρες σε σχέση με το 1985), συμμετέχουν ελάχιστα στις οικιακές εργασίες, πέφτοντας σε επίπεδα χαμηλότερα και του 1970.

Πιστεύω ότι δεν έχει γίνει βαθύτερα κατανοητή η σημασία της ανισότητας διότι δεν έχουν γίνει αντιληπτές οι συνέπειές της. Αν συνέβαινε αυτό, θα υπήρχε και η ευρύτερη κοινωνική συναίνεση που απαιτείται για μια συστηματική καμπάνια ενημέρωσης των Ελλήνων και των Ελληνίδων. Διαφορετικοί φορείς θα κινητοποιούνταν προς τον ίδιο στόχο ορμώμενοι από διαφορετικά κίνητρα: προοδευτικές μη κυβερνητικές οργανώσεις πολιτών για την εμπέδωση της ουσιαστικής ισότητας και πιο συντηρητικοί φορείς όπως η Εκκλησία της Ελλάδος για τη διατήρηση της συνοχής της ελληνικής οικογένειας σ’ έναν κόσμο που αλλάζει. Το πολύ σημαντικό έργο κρατικών θεσμικών οργάνων όπως είναι η Γενική Γραμματεία Ισότητας δεν μπορεί να καρποφορήσει χωρίς την αρωγή άλλων κοινωνικών δυνάμεων.

Προς το παρόν, ο Έλληνας πασάς είναι περιχαρακωμένος σε ρόλους που ταιριάζουν σε μιαν άλλη εποχή, με διαφορετικά κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα. Πρέπει να προσαρμοστεί: πρέπει να αλλάξει στάση και να αναθεωρήσει το ρόλο του. Στον ρόλο του βοηθού της συζύγου απέτυχε. Ας διεκδικήσει για τον εαυτό του έναν καλύτερο ρόλο: αυτόν του συνεργάτη και συντρόφου — αυτού που ακόμη κι αν δεν μπορεί να συνεισφέρει στο ποσοστό που ορίζει ο νόμος, μπορεί ωστόσο να αξιολογήσει τους πολλαπλούς ρόλους της συζύγου του και να αναγνωρίσει την πολύτιμη συνεισφορά της στην οικογένεια. Μόνο έτσι θα γεννηθούν καινούρια πρότυπα συντροφικότητας που θα θέσουν τα θεμέλια για τους υγιείς γάμους του μέλλοντος. Οι πασάδες ούτως ή άλλως ανήκουν στο παρελθόν.

———————————————————————-
Πηγές:

[1] Hochschild, Arlie Russell (1989). The Second Shift. New York: Penguin.
[2] Tsaoussis-Hatzis, Aspasia (2003). The Greek Divorce Law Reform of 1983 and Its Impact on Homemakers: A Social and Economic Analysis. Athens-Komotini: Ant. N. Sakkoulas Pub-lishers.

Ασπασία Τσαούση-Χατζή [10] είναι Κοινωνιολόγος του Δικαίου (LL.M., Ph.D. University of Chicago) και Επίκουρη Καθηγήτρια (ALBA Graduate Business School [11])

Μία παραλλαγή αυτού του άρθρου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία [12]» στις 17/3/2007