του Γιάννη Σφήκα
Ο φετινός Ιούνιος υπήρξε χωρίς αμφιβολία από τις πιο ταραγμένες περιόδους για το ελληνικό πανεπιστήμιο. Πάνω από 400 σχολές τέλεσαν υπό κατάληψη, αρκετοί ξεχύθηκαν στους δρόμους ενώ κάποιοι μίλησαν ακόμη και για ομοιότητες με τα γεγονότα της περασμένης άνοιξης στη Γαλλία. Έτσι για ακόμα μια φορά καταφέραμε στην Ελλάδα το ακατόρθωτο: από τη μια να συμφωνούμε όλοι πως η ανώτατη εκπαίδευση δε ζει και τις καλύτερες μέρες της και από την άλλη να είμαστε εκ των προτέρων αντίθετοι με οποιαδήποτε επιχειρούμενη διόρθωση.
Και βέβαια δε μπορούν να χαρακτηρίζονται μεταρρυθμιστικές οι κυβερνητικές προτάσεις [1], όταν αγνοούν εντελώς τις δυο πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Αν καταφέρει κανείς να χτίσει το σπίτι του ξεκινώντας από τη σκεπή τότε ίσως κι εμείς μπορέσουμε ν’ αλλάξουμε το σύστημα αρχίζοντας από το πανεπιστήμιο.
Η δογματική και απόλυτη γνώση της «αλήθειας» αποτελεί κληροδότημα της χρεοκοπημένης, δυστυχώς για μερικούς, αριστερής ιδεολογίας. Στην Ελλάδα μία «αστυνομία του πνεύματος» που εμφορείται από καθαρά παρωχημένα αξιώματα, καταδικάζει κάθε προσπάθεια που φέρνει τη χώρα πιο κοντά στο τρένο των παγκόσμιων εξελίξεων. Έτσι και στα πρόσφατα γεγονότα κυριάρχησαν οι κορώνες της παραπληροφόρησης. Χωρίς να έχει δει κανείς το προσχέδιο νόμου μιλούσαν εκ των προτέρων για κατάργηση των δωρεάν συγγραμμάτων και του ασύλου. Η δημοσίευσή του όμως μάλλον τους έφερε σε αμηχανία.
Το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι τι έχουν να προτείνουν. Η συνταγή του περισσότερου κράτους έχει αποτύχει σε παγκόσμια κλίμακα ενώ οι προφάσεις για στημένο διάλογο είναι τουλάχιστο προκλητικές. Είτε διαφωνεί κανείς με την κυβέρνηση είτε όχι, θα πρέπει να δεχτεί ότι το πρόγραμμά της ψηφίστηκε στις τελευταίες εκλογές. Εξάλλου η άρνηση συμμετοχής στο διάλογο με το ΕΣΥΠ [2] το μόνο που καταφέρνει είναι να στερεί τη δύναμη της φοιτητικής άποψης.
Θα μπορούσαμε, χοντρικά, να συνοψίσουμε τις άμεσες απαιτήσεις του σημερινού πανεπιστημίου σε πέντε κατηγορίες που όμως συμπλέκονται άμεσα μεταξύ τους: την αξιολόγηση, το αυτοδιοίκητο των ιδρυμάτων, το άσυλο, τη χρηματοδότηση και την ίδρυση των μη κρατικών και μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων. Ας δούμε λοιπόν καθεμία ξεχωριστά.
Η αξιολόγηση εφαρμόζεται στα πλαίσια της εκπαιδευτικής διαδικασίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Παρόλα αυτά οι εγχώριοι «προοδευτικοί» επιμένουν στη διατήρηση της σημερινής κατάστασης. Τίποτα δεν είναι και ούτε πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Τη στιγμή που όλοι, εκκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες, καταλήγουμε στο κοινό συμπέρασμα ότι απαιτούμε περισσότερα από το πανεπιστήμιο δεν έχουμε λόγο να αντιδρούμε σε οτιδήποτε προωθεί την αξιοκρατία. Ιδρύματα και διδάσκοντες είναι καιρός πια να κριθούν και να ανταμειφθούν ανάλογα. Οι υπέρμαχοι της σημερινής κατάστασης υπερασπίζονται ένα υπερπροστατευτικό και άδικο κράτος που απαιτεί από τους πολίτες του διαρκώς εισφορές αλλά παρέχει δυσανάλογα μικρότερα ανταλλάγματα σ’ αυτούς.
Το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων αποτελεί επίσης κρίσιμο ζήτημα. Είναι καιρός πια τα πανεπιστήμια να αναλάβουν πλήρως τις ευθύνες τους τόσο σε διοικητικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Η αξιοποίηση της περιουσίας τους, η απευθείας διαχείριση των κονδυλίων που τους αναλογούν από τον κρατικό προϋπολογισμό καθώς και η άμεση σύνδεση τους με την αγορά εργασίας είναι τα θεμέλια της πλήρους αυτονομίας τους υπό την ελάχιστη κρατική εποπτεία. Το στοίχημα του μέλλοντος δεν είναι η άρνηση και η εσωστρέφεια αλλά η ποιοτική διδασκαλία που ταυτόχρονα εγγυάται επαγγελματική αποκατάσταση.
Το θέμα του ασύλου δεν είναι δυνατό να είναι απόν. Η δημοκρατία στη χώρα είναι γερά θεμελιωμένη ώστε οι τυχόν ανησυχίες για έξωθεν παρεμβάσεις να απηχούν τις πλέον συντηρητικές απόψεις. Ίσως η πλήρης κατάργηση του να αποτελούσε την ρεαλιστικότερη λύση. Εντούτοις επειδή η χώρα διακρίνεται για το βαθύ της συναισθηματισμό ίσως να ήταν φρονιμότερο να αναθεωρηθεί η λειτουργία του, καθιστώντας ευκολότερη την εφαρμογή του νόμου. Το σημερινό νομοθετικό καθεστώς απλά δε λειτούργησε επαρκώς. Μέσα από συζήτηση όλων των πλευρών μπορεί να αποφασισθεί ο τρόπος με τον οποίο θα προστατεύεται το ίδρυμα ως αποκλειστικός χώρος παραγωγής πολιτισμού και παιδείας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε εξάλλου ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια ουδέποτε εμποδίστηκε η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και μάλιστα από δημοσία δύναμη, ενώ πρέπει να υπενθυμίσουμε στις ‘δημοκρατικές’ δυνάμεις πως στη δημοκρατία το μόνο άσυλο που υπάρχει είναι ο ίδιος ο νόμος.
Η χρηματοδότηση των πανεπιστημίων αποτελεί τη μεγαλύτερη πληγή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Οι σημερινές δαπάνες είναι τραγικά μικρότερες σε σύγκριση με τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη. Η ανάπτυξη της έρευνας και της τεχνολογίας πρέπει να αποτελέσει την πρώτη προτεραιότητα για τη χώρα. Η αύξηση του ΑΕΠ στο 5% για την Παιδεία δεν είναι σταθμός. Είναι και πρέπει να είναι η αφετηρία ουσιαστικότερης επένδυσης στον πολύπαθο αυτό χώρο, τόσο από το δημόσιο όσο και από τον ιδιωτικό τομέα. Όμως είναι αδύνατο να επενδυθούν λεφτά σ’ ένα «τρύπιο κουβά» τη στιγμή που ο έλεγχος στο συγκεκριμένο τομέα είναι προκλητικά απών.
Τέλος, το θέμα της αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος [3] έχει προκαλέσει και τις μεγαλύτερες αντιδράσεις. Γίνεται λόγος για ξεπούλημα και για κατάργηση της δημόσιας παιδείας. Μόνο που το παραμύθι έχει πια ξεφτίσει. Όπως έγραψε πρόσφατα ο Π. Μανδραβέλης [4] στην «Καθημερινή»:
«Ακόμη και στην καπιταλμανη Αμερική τα κερδοσκοπικά ΑΕΙ είναι ελάχιστα. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι έχοντες σκοπό το κέρδος ψάχνουν καλύτερες αγορές για να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους. Δεν επενδύουν στην Ανώτατη Παιδεία. Δεν μπορεί, η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (ΠΟΣΔΕΠ) να μη γνωρίζει τη διεθνή εμπειρία στον χώρο της. Ίσως η αντίθεσή τους να οφείλεται σε ιδεολογικές αγκυλώσεις. Από την άλλη όμως είναι και βολική: Μεταθέτοντας τη συζήτηση στον μπαμπούλα των ανύπαρκτων ιδιωτικών ΑΕΙ ξεχνιούνται τα προβλήματα των δημόσιων. Τα «ιδιωτικά πανεπιστήμια» λειτουργούν όπως ο κομμουνιστικός κίνδυνος στις δικτατορίες της Δύσης. Ένα πρόσχημα για να διατηρηθεί η εξουσία και τα προνόμια κάποιων σε μια κατάσταση που σαπίζει».
Αυτά τα προνόμια και οι εξουσίες , λοιπόν, δεν είναι τίποτε άλλο παρά το τελευταίο ανάχωμα της ιδεολογικής νομιμοποίησης της ελληνικής αριστερής ιντελιγκέντσιας. Η ίδρυση των μη κρατικών πανεπιστημίων που θα είναι μη κερδοσκοπικά (και τα δυο μεγάλα κόμματα συγκλίνουν σ’ αυτή την ορολογία γιατί στην Ελλάδα έχουμε ποινικοποίησει τον όρο κέρδος.) θα βοηθήσει μέσω του ανταγωνισμού στην απελευθέρωση πραγματικά δημιουργικών δυνάμεων με αποκλειστικό στόχο την ανάπτυξη και την πρόοδο και όχι το βόλεμα και την οπισθοδρόμηση.
Η πρόκληση της ελευθερίας είναι παρούσα και απαιτεί τολμηρά βήματα από όλους. Το τρένο της παγκοσμιοποίησης δε θα έχει καθυστέρηση όπως η κρατικοδίαιτη και υπερχρεωμένη «Ολυμπιακή». Το καινούριο στέκει απέναντί μας και το σήμερα είναι γύρω μας. Αρκεί να κοιτάξουμε και να αποφασίσουμε: θα καταδικάσουμε κι άλλους στα σημερινά αδιέξοδα;
———————————————–
http://liberalpages.blogspot.com [5]