- e-rooster.gr - http://e-rooster.gr -

Η Προσοδοθηρία και οι Μεταρρυθμίσεις

του Γιώργου Παγουλάτου

Είναι συχνά δύσκολο να σκεφτεί κανείς, διαβάζοντας μεγάλο μέρος της σύγχρονης ακαδημαϊκής παραγωγής στην οικονομική, πως υπήρχε μια εποχή που πολιτική και οικονομική επιστήμη ήταν αλληλένδετες. Οι κλασικοί Smith [1] και Mill [2] χρησιμοποιούσαν τον όρο πολιτική οικονομία (political economy [3]) αντί της οικονομικής (economics), για να δηλώσουν ακριβώς την αναπόσπαστη σχέση οικονομίας και πολιτικής.

Για τους κλασικούς δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ως προς την καθοριστική επίδραση της πολιτικής στην οικονομία. Στη νεώτερη ακαδημαϊκή παραγωγή όμως, μεγάλο μέρος αυτού που σήμερα προσδιορίζουμε ως νεοκλασική οικονομική αφοσιώθηκε σε περίπλοκα υποδείγματα βελτιστοποίησης από πλευράς επιχειρήσεων και καταναλωτών, χάνοντας το ενδιαφέρον αλλά και τη δυνατότητα κατανόησης του πολιτικού φαινομένου.

Για τους κλασικούς δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ως προς την καθοριστική επίδραση της πολιτικής στην οικονομία

Υπάρχει όμως ένα σημαντικό τμήμα της οικονομικής επιστήμης που εξακολουθεί να διαλέγεται με την πολιτική –όπως άλλωστε και το αντίστροφο. Και τα δύο αυτά ρεύματα επιστημονικής ανάλυσης είναι γενικά γνωστά στον κλάδο τους ως «πολιτική οικονομία» –αν και αυτό που οι πολιτικοί επιστήμονες εννοούν με τον όρο αυτό δεν είναι ταυτόσημο με την «πολιτική οικονομία» των οικονομολόγων. Και οι δύο κλάδοι ωστόσο μοιράζονται μια σειρά κοινών πεποιθήσεων, μεταξύ των οποίων ότι η αγορά (και κατ’ επέκταση ο ρόλος του κράτους στην οικονομία) δεν συνιστά κάποιο είδος «φυσικού φαινομένου». Αποτελεί έναν θεσμικό σχηματισμό, που προϋποθέτει συγκεκριμένες ιστορικές επιλογές, ένα σύνολο κανόνων εμπεδωμένων σε μια συγκεκριμένη κοινωνικοπολιτική διάρθρωση. Και αυτό ισχύει είτε το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο γίνεται αντιληπτό με όρους κυρίως δομικούς (εστιάζοντας στο μακρο-επίπεδο) είτε, στις νεώτερες ιδίως προσεγγίσεις, ανάγεται σε (ατομικιστικά αναγώγιμες) ομάδες. Από τον Μαρξ [4], τον R. Hilferding [5] και τον K. Polanyi [6] έως τις «ορθόδοξες» προσεγγίσεις των G. Tullock [7], J. Buchanan [8] και M. Olson [9], έως την συγκριτική πολιτική οικονομία των (πολιτικών επιστημόνων) Peter Hall [10], David Coates [11] και τις πρόσφατες δουλειές των Carles Boix [12] και Robert Franzese [13], τα εννοιολογικά εργαλεία της οικονομικής επιστήμης διευρύνουν την κατανόηση της πολιτικής, και οι θεωρήσεις της πολιτικής επιστήμης εμπλουτίζουν την κατανόηση της οικονομίας.

Το βιβλίο των Πελαγίδη-Μητσόπουλου εντάσσεται σαφώς στην πρώτη υποκατηγορία πολιτικής οικονομίας. Χρησιμοποιεί γόνιμα τις έννοιες, τη μεθοδολογία και τις αξιωματικές υποθέσεις (ατομική ορθολογικότητα, μεγιστοποίηση, ωφελιμισμός) της νεοκλασικής οικονομικής για να αναλύσει φαινόμενα της πολιτικής διαδικασίας (politics) και να εξηγήσει πειστικότερα τους τρόπους με τους οποίους η πολιτική διαδικασία επιδρά στην οικονομία, στις κυβερνητικές αποφάσεις και στις δημόσιες πολιτικές (public policies). Ως πολιτικοί οικονομολόγοι, οι δύο συγγραφείς αντλούν από δύο κυρίως δεξαμενές: τη σχολή της δημόσιας επιλογής (public choice [14]) και αυτήν της θεσμικής οικονομικής (institutional economics [15]).

Κύριο ενοποιητικό «θέμα» του βιβλίου και ενίοτε αρμόδια επεξηγηματική μεταβλητή, είναι η έννοια της προσοδοθηρίας (rent-seeking [16]), την οποία εισήγαγε η Anne Krueger [17] (1974) και επεξεργάστηκε μεταξύ άλλων ιδίως ο Gordon Tullock [7]. Πρόκειται για την –μη παραγωγική οικονομικά—δραστηριότητα άσκησης πολιτικής πίεσης από ομάδες συμφερόντων, προκειμένου να επηρεαστεί η διαδικασία λήψης κρατικών αποφάσεων προς όφελος των ομάδων αυτών.

οι δύο συγγραφείς αντλούν από δύο κυρίως δεξαμενές: τη σχολή της δημόσιας επιλογής (public choice) και αυτήν της θεσμικής οικονομικής (institutional economics)

Η προσοδοθηρία αποτελεί μια από τις περιπτώσεις στις οποίες ο πλουραλιστικός ανταγωνισμός συμφερόντων (κυρίαρχο υπόδειγμα στις αγγλοσαξωνικές αναλύσεις και στα «αγγλοσαξωνικά» συστήματα κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης) παράγει απώλειες γενικής συλλογικής ευημερίας, δυσμενή αναδιανεμητικά αποτελέσματα, και ακινησία υπέρ του status quo. Πρόκειται (στο μέτρο που αντικείμενο διεκδίκησης είναι οι κρατικές πολιτικές) για μια περίπτωση αποτυχίας του κράτους (state failure). Υπό τη σωρευμένη εμπειρία επέκτασης του δημόσιου τομέα στις δυτικές κοινωνίες κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες, και ιδίως μετά τη δεκαετία του ’70, η «προσοδοθηρία», όπως και το αναλυτικό οπλοστάσιο της «δημόσιας επιλογής» στο σύνολό του, κατέστη αναπόσπαστο μέρος της «ορθόδοξης» πολιτικής οικονομίας. Η άνθηση της δημόσιας επιλογής συνιστούσε ταυτόχρονα αποδυνάμωση των παλαιότερων προσεγγίσεων, που είχαν αναπτυχθεί κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, συνδεόμενες με το κύμα οικονομικού παρεμβατισμού και αναπτυξιακής οικονομικής. Οι αναλύσεις αυτές στηρίζονταν στην αξιωματική υπόθεση των αποσκοπούντων στο δημόσιο συμφέρον δημόσιων λειτουργών. Η δημόσια επιλογή (public choice) αντικατέστησε τις προσεγγίσεις που προϋπέθεταν την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος (public interest), και οι αποτυχίες του κράτους (state failures) αντικατέστησαν τις αποτυχίες της αγοράς (market failures) που είχαν αποτελέσει την πάγια νομιμοποιητική βάση του κρατικού παρεμβατισμού. Έτσι η αλλαγή «παραδείγματος» στις οικονομικές ιδέες εξελίχθηκε παράλληλα (ή, για την ακρίβεια, προηγήθηκε) της αντίστοιχης αλλαγής «παραδείγματος» στην οικονομική πολιτική κατά τις δεκαετίες ’70 και κυρίως ‘80. (1)

Τα παραπάνω θεωρητικά υποδείγματα είναι μεταξύ τους ανταγωνιστικά αλλά όχι αλληλοαποκλειόμενα. Το ότι το θεωρητικό οπλοστάσιο της δημόσιας επιλογής επιστρατεύτηκε συχνά, στο πεδίο της πολιτικής, για να δικαιολογήσει πολιτικές αποκρατικοποίησης και αποκανονιστικοποίησης της οικονομίας δεν σημαίνει ότι δεν διατηρεί την αναλυτική του αυτοτέλεια. Κάτι που αποδεικνύεται από τις ενδιαφέρουσες συζεύξεις ορθολογικής και δημόσιας επιλογής με ριζοσπαστικές προσεγγίσεις ή συμβολές της σχολής του «αναλυτικού μαρξισμού [18]» (βλ. Elster [19], Dunleavy [20], κλπ). Κατά τον ίδιο τρόπο, η αναγνώριση των αποτυχιών του κράτους δεν σημαίνει ότι παραβλέπει κανείς αντίστοιχες αποτυχίες της αγοράς, που άλλωστε αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του corpus της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας.

Η συμβολή του βιβλίου των Πελαγίδη-Μητσόπουλου έγκειται κυρίως στην εφαρμογή και εμπειρική «επικαιροποίηση» των θεωρήσεων της δημόσιας επιλογής, στην ελκυστική εισαγωγή τους στην ελληνική βιβλιογραφία (2) και στην χρησιμοποίησή τους για να κατανοηθούν μια σειρά ζητήματα και προβλήματα της εφαρμοσμένης πολιτικής (και η «πολιτική» εδώ νοείται και στις δύο εκδοχές της: ως policy και ως politics).

Θοδωρής Πελαγίδης, Μιχάλης Μητσόπουλος «Ανάλυση της ελληνικής οικονομίας. Η προσοδοθηρία και οι μεταρρυθμίσεις» εκδόσεις Παπαζήση, 2006, 409 σελ. [21]

Το βιβλίο διακρίνεται από αξιόλογο εννοιολογικό πλούτο και θεματολογική ευρύτητα. Οι συγγραφείς καταπιάνονται με εμπειρικά ζητήματα κεντρικά στην ατζέντα των μεταρρυθμίσεων, θέτοντας και διερευνώντας φιλόδοξα ερωτήματα: Υπάρχει μια αποτελεσματική «τεχνολογία μεταρρύθμισης» –ένα «εγχειρίδιο μεταρρυθμιστών», στο οποίο θα κατέληγε κανείς λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της πολιτικής αγοράς; Πώς σχετίζονται στην Ελλάδα οι «διανεμητικές ομάδες» με το «κούφιο κράτος»; Ποιες είναι οι συνέπειες της προσοδοθηρίας στην οικονομική αποδοτικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη του συστήματος; Πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει αποδοτικότερα η πολιτική σφαίρα και να εισαχθεί αποτελεσματικά το στοιχείο της «επιλογής» στον ευρύτερο δημόσιο τομέα; Πώς λειτουργούν οι διαρθρωτικές ακαμψίες στις αγορές προϊόντων και εργασίας στην Ελλάδα και ποιες οι επιπτώσεις τους; Επίσης, –ζήτημα εξαιρετικά επίκαιρο—πώς εντάσσεται η ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση στο διεθνή συγκριτικό χάρτη; Ποιες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις χρειάζονται προκειμένου να συνδεθεί η ελληνική ανώτατη εκπαίδευση με τα σύγχρονα δεδομένα της αξιολόγησης, του ακαδημαϊκού ανταγωνισμού, και των ραγδαίων μεταβολών στο ευρύτερο γνωσιακό περιβάλλον; Ακόμα, γιατί καθυστερεί η απονομή δικαιοσύνης στην Ελλάδα, και πώς συνδέονται οι διαθέσιμοι πόροι του συστήματος απονομής δικαιοσύνης με τα αποτελέσματα και την ελλιπή αποδοτικότητα λειτουργίας του; Πώς και προς ποια κατεύθυνση μπορούν να μεταρρυθμιστούν οι ανθρώπινες και οργανωτικές υποδομές του δημόσιου τομέα; Ποιες οι επιδράσεις του φθόνου στην οικονομική δραστηριότητα, στην περίπτωση της Ελλάδας; Αυτά είναι ορισμένα από τα κύρια ερευνητικά ερωτήματα που δομούν το βιβλίο. Οι συγγραφείς κατευθύνονται σε αξιολογικές προτάσεις θεσμικής μεταρρύθμισης, που επιδιώκουν να εξυπηρετήσουν ταυτόχρονα την οικονομική αποδοτικότητα με την κοινωνική συνοχή.

ο ισχυρός εμπειρικός προσανατολισμός των συγγραφέων τους διασώζει από τον συγγενή πειρασμό του θεωρητικού αναγωγισμού.

Τα ερωτήματα είναι ίσως υπέρμετρα φιλόδοξα για να απαντηθούν με πληρότητα στο εννοιολογικό και εμπειρικό τους βάθος. Επίσης, το πλεονέκτημα της λιτότητας και οικονομικής «κομψότητας» (parsimony) των προσεγγίσεων της δημόσιας επιλογής, είναι ταυτόχρονα και η μεγάλη αδυναμία τους: δεν ανάγονται όλες οι κοινωνικές διαδράσεις σε συναρτήσεις ατομικής μεγιστοποίησης. Όμως ο ισχυρός εμπειρικός προσανατολισμός των συγγραφέων τους διασώζει από τον συγγενή πειρασμό του θεωρητικού αναγωγισμού. Επιπλέον, το βιβλίο είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό στο να διατυπώνει τους όρους που «αναπλαισιώνουν» τη συζήτηση περί μεταρρυθμίσεων, συμβάλλοντας γόνιμα και προκλητικά σε ένα δημόσιο διάλογο που είναι βέβαιο πως θα έχει συνέχεια.

Σημειώσεις:
1. Το «παράδειγμα» εντός εισαγωγικών: είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμη η χρήση της επιστημολογικής αυτής έννοιας στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών. Η υιοθέτησή της εδώ είναι κυρίως μεταφορική, δηλώνοντας την ιδεολογική επικράτηση ή ηγεμονία.
2. Να σημειωθεί εδώ η σημαντική συμβολή της Βιβλιοθήκης Πολιτικής Οικονομίας (επιμ. Ηλίας Κατσούλης) και της Σειράς «Θεσμοί και Μεταρρυθμίσεις [22]» (επιμ. Θεοδ. Πελαγίδης) των εκδόσεων Παπαζήση, που έχουν εισαγάγει στην ελληνική βιβλιογραφία κλασικά έργα από το πεδίο της «νέας πολιτικής οικονομίας».

————————————————————————————

Δημοσιεύθηκε στην Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης [23], τ. 28, Νοέμβριος 2006.