του Δημήτρη Σκάλκου
Ο Μίλαν Κούντερα [1] (Milan Kundera), στο βιβλίο του «το βιβλίο του γέλιου και της λήθης [2]», διηγείται με μοναδικό τρόπο την ιστορία του Τσεχοσλοβάκου αξιωματούχου του καθεστώτος Βλαντιμίρ Κλεμέντις [3] (Vladimír Clementis), ο οποίος «διαγράφηκε» από την ιστορία με συνοπτικές διαδικασίες από τους μηχανισμούς προπαγάνδας του καθεστώτος.
Συγκεκριμένα, τον Φεβρουάριο του 1948, ο κομμουνιστής ηγέτης Κλέμεντ Γκότβαλντ [4] (Klement Gottwald), από ένα μπαλκόνι στη Πράγα, απευθύνεται σε εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου που τον επευφημούν.
Το κρύο ήταν τσουχτερό και ο Κλεμέντις, που στεκόταν στο πλευρό του, ευγενικά τού πρόσφερε το γούνινο καπέλο του.
Πρόκειται για μία σημαντική ιστορική στιγμή που σηματοδοτεί τη γέννηση της ενιαίας Τσεχοσλοβακίας, και που τα μετέπειτα χρόνια θα αποτυπωθεί, μεταξύ άλλων σε αφίσες και σχολικά βιβλία.
Το 1952, ο Κλεμέντις θα κατηγορηθεί ως προδότης του καθεστώτος και θα απαγχονιστεί.
Οι κρατικές υπηρεσίες θα αναλάβουν να τον εξαφανίσουν από όλα τα ιστορικά ντοκουμέντα και σύντομα τη θέση του πλάι στον Γκότβαλντ καταλαμβάνει ένας άδειος τοίχος.
Ωστόσο, η παρουσία του Κλεμέντις, σε ένα από τα γνωστά καπρίτσια της ιστορίας, θα αφήσει το ίχνος της. Συγκεκριμένα, το γούνινο καπέλο που φορούσε εκείνη την ημέρα, το οποίο, σε πείσμα της παρέμβασης του καθεστώτος, παρέμεινε στο κεφάλι του Γκότβαλντ!
Το παραπάνω περιστατικό δείχνει, με τον πλέον παραστατικό τρόπο, κάποιες από τις μορφές που μπορεί να προσλάβει η ιδεολογική χρήση της ιστορίας από τα διάφορα κέντρα εξουσίας.
Και φυσικά, στα κλειστά πολιτικά, ιδεολογικά και θρησκευτικά δόγματα, η λογοκρισία και ο έλεγχος της σκέψης δεν είναι απλά ένας πειρασμός της εξουσίας, αλλά αναγκαία συνθήκη για την επίτευξη των σχεδίων της κοινωνικής μηχανικής τους (ή της «αρχιτεκτονικής των ψυχών», κατά την ανατριχιαστική πλην όμως εύστοχη φράση του Στάλιν).
Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να ειδωθεί και το περίφημο ιδεολόγημα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, μία επίμονη (και σε μεγάλο βαθμό επιτυχημένη, οφείλουμε να επισημάνουμε) προσπάθεια συνάρθρωσης- συνταύτισης της αρχαιοελληνικής παράδοσης με την ελλαδική ορθοδοξία.
Μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες περιπτώσεις κατασκευής «εθνικών» (αλλά και «θρησκευτικών») μύθων και της εργαλειακής χρήσης τους, αποτελεί η καθιέρωση της εορτής των τριών ιεραρχών [5], των οποίων τη μνήμη εόρτασε η ελλαδική Εκκλησία [6] και η εκπαίδευση στις 30 Ιανουαρίου.
Μακριά από τους πανηγυρικούς που εκφωνούνταν στα σχολεία όταν ήμουν μαθητής (και πιθανολογώ ότι συνεχίζουν να εκφωνούνται καθώς ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει στη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση) είναι το βιβλίο της Έφης Γαζή [7], «ο δεύτερος βίος των τριών ιεραρχών- μία γενεαλογία του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού [8]».
Πρόκειται για μία καλογραμμένη και εμπεριστατωμένη μελέτη, στην οποία η καθηγήτρια [9] στο πανεπιστήμιο Θεσσαλίας [10] ακολουθεί τη διαδρομή της κατασκευής της σημερινής εικόνας («του δεύτερου βίου») των τριών ιεραρχών, από τον 11ο στον 19ο αιώνα -εποχή συγκρότησης της εθνικής συνείδησης- και ως τις μέρες μας.
Και είναι πραγματικά εντυπωσιακή η περιγραφή της διαμόρφωσης της «επίσημης» ιστορίας των τριών ιεραρχών, οι οποίοι δεν ήταν πάντοτε τρεις και δεν ήταν πάντα οι ίδιοι.
Ανάμεσά τους βρέθηκαν, ο Γρηγόριος Νύσσης [11] και μία γυναίκα -η Μακρίνα η Νεότερη [12].
Διόλου τυχαία οι τρεις ιεράρχες, και ειδικότερα ο Μέγας Βασίλειος [13], κατέχουν κεντρική θέση στην εκπαίδευση των νέων.
‘Άλλωστε όπως μας υπενθυμίζει ο καθηγητής Σάββας Αγουρίδης [14] σε παλαιότερο άρθρο του («οι τρεις ιεράρχες και ο ελληνισμός [15]»), o σπουδαίος γνώστης της αρχαιοελληνικής γραμματείας και συγγραφέας του «όπως αν εκ των ελληνικών ωφελοίντο λόγων [16]», υποστήριζε ότι «τα εθνικά γράμματα δεν έχουσι καθ’ εαυτά αξίαν, αλλά μόνον σχετικήν και προπαιδευτικήν, εφόσον συντελούσιν εις πληρεστέραν κατανόησιν της Γραφής…».
Δεν πρέπει, λοιπόν, να αναρωτιόμαστε για τη σκοπιμότητα της ίδρυσης εκκλησιαστικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων από την ελλαδική Εκκλησία.
Καθώς μάλιστα πλησιάζει η 25η Μαρτίου, θα βρεθούμε μπροστά σε πλήθος αντίστοιχων παραδειγμάτων που αφορούν το «κρυφό σχολειό [17]», τον Γρηγόριο Ε’ [18], και τη συμβολή του οικουμενικού πατριαρχείου [19] στην επανάσταση του 1821 [20].
Στη φορτισμένη [21] συζήτηση [22] που διεξάγεται αυτές τις μέρες αναφορικά με το νέο βιβλίο διδασκαλίας του μαθήματος της ιστορίας στους μαθητές της ΣΤ’ δημοτικού [23] και στη διλληματική επιλογή ανάμεσα στη κατηχητική-φρονηματική και τη «πολιτικά ορθή» προσέγγιση του μαθήματος, το ζητούμενο δεν (πρέπει να) είναι τόσο η ερμηνεία αλλά η παράθεση των πραγματικών γεγονότων.
Τούτο διότι, για δεκαετίες η εκπαιδευτική διδασκαλία του μαθήματος της ιστορίας στη χώρα μας χαρακτηρίστηκε από ένα έλλειμμα ιστορικής αλήθειας, με δεκάδες σελίδες της διδασκόμενης ύλης να κινούνται στα όρια της παιδικής αφέλειας και της φανερής προπαγάνδας, κατά τρόπο συχνά προσβλητικό για τη νοημοσύνη μαθητών και δασκάλων.
Εξίσου όμως λανθασμένη είναι και η ιδεολογική επιλογή της περιθωριοποίησης-αποσιώπησης- εξωραϊσμού ιστορικών περιόδων προκειμένου να αντικαταστήσουν τα (επιβλαβή) εθνικά στερεότυπα με την (αναπόφευκτη) σύγχυση και άγνοια των μαθητών.
Τούτο διότι, η κοινωνία πολιτών, βάση κάθε ανοικτής και δημοκρατικής κοινωνίας, προϋποθέτει την ανάπτυξη κοινωνικής συνείδησης, η οποία καλλιεργείται με τη σφυρηλάτηση κοινωνικών δεσμών και την αίσθηση μιας κοινής ιστορικής πορείας μεταξύ των μελών της.
Με άλλα λόγια, η αφήγηση οφείλει να προηγείται της αμφισβήτησής της.
Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, προτεραιότητα μας πρέπει να είναι η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, χωρίς τις επικολυρικές υπερβολές του παρελθόντος, στις κατώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Ας αφήσουμε την -ούτως ή άλλως πολυσήμαντη- ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων για αργότερα.
Και ας ξεκινήσουμε από τα προφανή: όπως ότι, στη προκειμένη περίπτωση, οι τρεις ιεράρχες ήταν… πέντε!
———————————————————————————
Δημοσιεύτηκε στη Προοδευτική Πολιτική (31.1.2007)