Τα μικρά παιδιά το ξέρουν καλά: αν οι γονείς υπαναχωρούν από τις δεσμεύσεις τους απέναντί τους (π.χ. δεν εφαρμόζουν τους κανόνες που οι ίδιοι θέτουν – «θα παίξεις μόνο αφού διαβάσεις»), τότε χάνουν την αξιοπιστία τους. Τα παιδιά συνειδητοποιούν ότι οι γονείς δεν εννοούν αυτά που λένε, άρα οι κανόνες είναι διαπραγματεύσιμοι. Ακόμη χειρότερα, όταν οι κανόνες δεν εφαρμόζονται ή οι τυχόν ανεπίτρεπτες πράξεις δεν επισύρουν κυρώσεις, δημιουργείται η αντίληψη στα παιδιά ότι οι γονείς είναι υποχωρητικοί, γεγονός που ενθαρρύνει περαιτέρω ανεπίτρεπτες συμπεριφορές.
Αυτή την απλή αλήθεια που διαισθητικά γνωρίζουν τα μικρά παιδιά, παραβλέπουν οι «ώριμοι» διαχειριστές των δημοσίων πραγμάτων στη χώρα μας. Αν αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί οι φυγόστρατοι πολλαπλασιάζονται, γιατί τα φορολογικά έσοδα μακροπρόθεσμα δεν αυξάνονται, και γιατί τα πανεπιστήμιά μας καταστρέφονται από ορδές νεοβανδάλων, υπάρχει μια απλή, απλούστατη, εξήγηση: διότι το ελλαδικό κράτος είναι στρατηγικά αναξιόπιστο.
Κατηγορίες φυγόστρατων απαλλάσσονται συστηματικά από τις ποινικές κυρώσεις που επισύρει η ανυποταξία και εξαγοράζουν τη στρατιωτική τους θητεία. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι ο βουλευτής του ΛΑΟΣ κ.Αϊβαλιώτης. Με προβλέψιμη, πλέον, συχνότητα, οι κυβερνήσεις παρέχουν φορολογική αμνηστία σε κατηγορίες παραβατών. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι οι περυσινές κυβερνητικές ρυθμίσεις για ληξιπρόθεσμα χρέη και την αυτόματη φορολογική περαίωση επιχειρήσεων. Κάθε χρόνο τα πανεπιστήμια καταλαμβάνονται από φοιτητές και μη, με συνέπεια να προκαλούνται ανατριχιαστικές καταστροφές. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι οι καταλήψεις του περασμένου Δεκέμβρη, οι οποίες επέφεραν ζημιές ύψους 1 εκ. ευρώ!
Τι συνέχει όλα αυτά τα περιστατικά; Η αναξιοπιστία του κράτους. Το κράτος νομοθετεί, άρα ορίζει τα όρια του επιτρεπτού, αλλά παρακάμπτει ή διαπραγματεύεται τις συνοδευτικές κυρώσεις όταν οι νόμοι δεν τηρούνται, οπότε οι ανεπίτρεπτες συμπεριφορές ενθαρρύνονται στο διηνεκές. Γιατί να υπηρετήσω τη θητεία μου, αν μπορώ, μελλοντικά, να την εξαγοράσω; Γιατί να μη φοροδιαφύγω, αφού μπορώ βάσιμα να ελπίζω σε μια ευνοϊκή ρύθμιση στο μέλλον; Γιατί να μη χρησιμοποιήσω το πανεπιστήμιο σαν εργαστήριο κατασκευής μολότοφ ή σαν ορμητήριο επιθέσεων κατά της Αστυνομίας, όταν ξέρω ότι ο νόμος περί πανεπιστημιακού ασύλου δεν θα εφαρμοστεί;
Ολες αυτές οι περιπτώσεις είναι επαναλαμβανόμενα παίγνια μεταξύ παραβατών και κράτους (νοουμένου με την ευρεία έννοια των δημόσιων θεσμών). Όταν οι νόμοι δεν εφαρμόζονται και κυρώσεις δεν επιβάλλονται, η αξιοπιστία του κράτους καταρρακώνεται. Ο υποψήφιος παραβάτης γνωρίζει ότι το κράτος είναι αναξιόπιστο (δηλαδή ότι δεν θα καταστήσει ενεργή τη δυνητική απειλή επιβολής κυρώσεων) και ενεργεί αναλόγως. Ο παραβάτης θα αλλάξει συμπεριφορά αν μεταβληθούν οι προσδοκίες του σχετικά με την απόκριση του κράτους στις πράξεις του. Πως θα συμβεί αυτό; Αν το κράτος εμπεδώσει τη φήμη ότι δεν υπαναχωρεί στην εφαρμογή του νόμου. Η αξιοπιστία εδραιώνεται όταν αποφεύγονται οι υπαναχωρήσεις – όταν, δηλαδή, η φήμη ενός στρατηγικού παίκτη είναι τέτοια που είναι προβλέψιμη η συμπεριφορά του στο μέλλον. Κοιτάξτε πως αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση του πανεπιστημιακού ασύλου.
Κτίρια του Πανεπιστημίου Αθηνών καταστράφηκαν από καταληψίες και ταραχοποιούς στα επεισόδια του περασμένου Δεκέμβρη, αλλά το πρυτανικό συμβούλιο δεν θεώρησε σκόπιμο να καλέσει την Αστυνομία. Η Νομική Σχολή του ΑΠΘ λεηλατήθηκε από κακοποιά στοιχεία, αλλά ο πρύτανης κ.Μάνθος απέκρουσε τις εκκλήσεις αυτοπτών καθηγητών να επέμβουν οι διωκτικές αρχές. Μπορεί η κατάληψη του Οικονομικού Πανεπιστημίου να δημιούργησε, κατά την ομολογία του πρύτανη κ.Πραστάκου, μια «πολύ άσχημη κατάσταση», αλλά ο πρύτανης τάχθηκε κατά της άρσης του ασύλου: «δεν μπορούμε να πιέσουμε την κατάσταση με μεγαλύτερη δόση βίας […]», δήλωσε. Με αφορμή την πρόσφατη κατάληψη του ιστορικού κτιρίου του Πολυτεχνείου από εξωπανεπιστημιακά άτομα, ο πρύτανης κ.Μουτζούρης παραδέχθηκε ότι καταπατήθηκε το άσυλο, αλλά επαίνεσε την «υπευθυνότητα» τόσο του πρυτανικού συμβουλίου όσο και του πολιτικού κόσμου, που δεν ζήτησαν την επέμβαση της Αστυνομίας! («Βήμα», 28/12/2008).
Προσέξτε τη συμπεριφορά των περιδεών πρυτάνεών μας. Δεν είναι μόνο ότι δεν διεκπεραιώνουν με επάρκεια το ρόλο τους, ο οποίος, κατ’ ελάχιστον, αφορά στην προστασία των ιδρυμάτων τους, αλλά, ακόμη χειρότερα, με την ενδοτικότητά τους, ενθαρρύνουν τις καταστροφές και στο μέλλον. Όταν οι ίδιοι ομολογούν ότι καταπατείται το άσυλο αλλά αρνούνται να εφαρμόσουν το νόμο περί ασύλου, μειώνουν δραματικά την αξιοπιστία τους ως πανεπιστημιακοί φύλακες, οπότε ενθαρρύνουν τους παραβάτες να επαναλάβουν τη δράση τους. Αυτό ακριβώς συμβαίνει εδώ και τριάντα χρόνια, το παίγνιο είναι επαναλαμβανόμενο: η πολιτική του κατευνασμού όχι μόνο δεν αποτρέπει τις καταστροφές όπως νομίζουν οι πρυτάνεις, αλλά, διαχρονικά, τις ενθαρρύνει. Οι πρυτάνεις επιλέγουν την κατευναστική στρατηγική, ενδίδοντας βραχυπρόθεσμα στη βία των τραμπούκων, προκειμένου να αποφύγουν τα χειρότερα. Μακροπρόθεσμα, όμως, δεν τα αποφεύγουν, αφού οι τραμπούκοι ενθαρρύνονται και η βία διαιωνίζεται. Η διαφορά είναι ότι, μακροπρόθεσμα, οι (εφήμεροι) πρυτάνεις θα έχουν αποχωρήσει, αλλά το πανεπιστήμιο θα είναι εκεί, υφιστάμενο τις συνέπειες της υποχωρητικότητάς τους.
Εξίσου εντυπωσιακή με την ενδοτικότητα των πρυτάνεων είναι η δειλία των διωκτικών αρχών και των πολιτικών. Η Αστυνομία έχει νομικά τη δυνατότητα να επέμβει αυτεπαγγέλτως στα Πανεπιστήμια όταν διαπράττονται αυτόφωρα εγκλήματα, αλλά δεν το κάνει διότι φοβάται ότι δεν θα έχει πολιτική κάλυψη. Οι αρμόδιοι υπουργοί, δεν διανοούνται να ζητήσουν από την Αστυνομία να επέμβει, διότι φοβούνται τα λαϊκιστικά ΜΜΕ, τη δημαγωγική εκάστοτε αντιπολίτευση, και τη χρόνια αμφιθυμία της κοινής γνώμης έναντι της αστυνόμευσης. Το αποτέλεσμα; Περάστε από τη Νομικές Σχολές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, το ΕΜΠ, και το Οικονομικό Πανεπιστήμιο για να το δείτε… Και δυστυχώς, θα το ξαναδείτε!
Χαρίδημος Τσούκας