- e-rooster.gr - http://e-rooster.gr -

ΈΤΟΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟ 2006

Το 2005 αποτέλεσε ένα καλό έτος για την παγκόσμια οικονομία, ανάλογο του 2004. Οι ρυθμοί ανάπτυξης στην παγκόσμια και τις αναδυόμενες οικονομίες από 5,1% και 7,3% που ήταν αντίστοιχα το 2004, υποχώρησαν ελαφρώς σε 4,3% και 6,4% το 2005. Οι προβλέψεις της πλειονότητας των αναλυτών για την οικονομική ανάπτυξη και την άνοδο των χρηματιστηριακών αγορών επιβεβαιώθηκαν στα βασικά τους σημεία, παρά την άνοδο της τιμής του πετρελαίου και των επιτοκίων από το Fed [1]. Αυτό είχε σαν συνέπεια να κλείσει ο χρόνος με ιδιαίτερα αισιόδοξη αντίληψη για την οικονομική ανάπτυξη, καθώς και αισθήματα ευφορίας για τις προοπτικές των αγορών.

Πράγματι, η οικονομική επέκταση συνεχίστηκε δυναμικά στις ΗΠΑ, τη Κίνα, την Ινδία, τη ΝΑ Ασία και άλλες αναπτυσσόμενες οικονομίες, ενώ αξιοσημείωτες ενδείξεις εξαγωγικής ανάκαμψης επέδειξαν οι οικονομίες της Ευρώπης και Ιαπωνίας. Παρομοίως, με την εξαίρεση των αμερικανικών, οι περισσότερες ξένες χρηματιστηριακές αγορές σημείωσαν σημαντικά κέρδη το 2005 διαμορφώνοντας ανάλογες προσδοκίες για το 2006.

το πιθανότερο σενάριο είναι να συνεχισθεί μεν η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας αλλά με βραδύτερους ρυθμούς και με σημαντικές διακυμάνσεις στη συμπεριφορά των αγορών κεφαλαίου

Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αρκετά άλυτα προβλήματα και δομικές ανισορροπίες παραμένουν ή και διογκώνονται στην αμερικανική και παγκόσμια οικονομία, με συνέπεια την αβεβαιότητα για τη δυναμική της ανάπτυξης το 2006.

Συγκεκριμένα:
1. Το μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ και οι μεγάλες απαιτήσεις χρηματοδότησής του.

2. Το συνεχώς αυξανόμενο δημόσιο έλλειμμα των ΗΠΑ, ιδιαίτερα μετά τους τυφώνες Κατρίνα-Ρίτα και το ανοιχτό μέτωπο στο Ιράκ.

3. Την βασισμένη στον δανεισμό (συχνά με υποθήκευση ακινήτων) και πέραν της αύξησης των εισοδημάτων ισχυρή κατανάλωση στις ΗΠΑ που έχει ως συνέπεια αρνητικά ποσοστά αποταμίευσης, υπέρογκα ιδιωτικά χρέη και μεγάλα βάρη εξυπηρέτησής τους.

4. Η υπερτίμηση αγοράς ακινήτων στις ΗΠΑ και τις αγγλοσαξονικές κυρίως χώρες και ο κίνδυνος εκτόνωσης αυτής με αρνητικές επιδράσεις στην ιδιωτική κατανάλωση.

5. Ο κίνδυνος ενδυνάμωσης της τάσης επιβράδυνσης της αμερικανικής και παγκόσμιας οικονομίας καθώς οι αυξήσεις των επιτοκίων του 2005 θα αρχίζουν να επιδρούν φέτος στην οικονομία και το πετρέλαιο παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα.

6. Η τάση ανόδου του πληθωρισμού διεθνώς με περαιτέρω αυξητικές πιέσεις στα επιτόκια.

7. Οι προστατευτικοί κίνδυνοι σε περίπτωση νέας διεύρυνσης των διεθνών εμπορικών δυσαναλογιών, απροθυμίας περαιτέρω ανατίμησης του κινεζικού γιουάν και ενδεχόμενης αποτυχίας του Γύρου της Ντόχα [2].

8. Η Αυξανόμενη ανησυχίαςκαι αβεβαιότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές ενόψει της ανάληψης των ηνίων στο Fed από τον Μπερνάκε [3].

9. Ο κίνδυνος νέας γεωπολιτικής αναταραχής στη Μ. Ανατολή λόγω Ιράν.

10. Ο κίνδυνος πανδημίας από τη νόσο των πτηνών με οδυνηρές συνέπειες για το διεθνές εμπόριο.

Υπό το πρίσμα, λοιπόν, των παραπάνω τάσεων και κινδύνων, το πιθανότερο σενάριο είναι να συνεχισθεί μεν η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας αλλά με βραδύτερους ρυθμούς και με σημαντικές διακυμάνσεις στη συμπεριφορά των αγορών κεφαλαίου.

Στις συνθήκες αυτές, η ευρωπαϊκή οικονομική ανάκαμψη θα συναντήσει αρκετές αντιξοότητες (αυξημένα επιτόκια και πετρέλαιο, ακριβότερο ευρώ, χαμηλότερη εξωτερική ζήτηση) και εφόσον δεν βασισθεί στην μέσω μεταρρυθμίσεων ενδυνάμωση της εσωτερικής – επενδυτικής κυρίως – ζήτησης, είναι πιθανόν να παραμείνει εγκλωβισμένη σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία, η οποία σήμερα διατηρεί υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης παρά την αξιοσημείωτη δημοσιονομική προσαρμογή που επιχειρεί και την αναμενόμενη μετα-ολυμπιακή κόπωση, είναι πιθανόν να στερηθεί μερικώς την ώθηση από την ισχυρή μέχρι πρόσφατα ζήτηση των διεθνοποιημένων τομέων της (τουρισμός, ναυτιλία). Το βασικό και χρόνιο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η χαμηλή παραγωγικότητα και διεθνής ανταγωνιστικότητα, η οποία σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην μεγάλη εξάρτηση του ιδιωτικού τομέα από το δημόσιο και στην κρατική γραφειοκρατία που αμφότερες αποτελούν την άλλη όψη της χαμηλής επιχειρηματικότητας στη χώρα.

Αυτός είναι ο λόγος που η παρούσα κυβέρνηση προωθεί ένα πρόγραμμα φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων για το άνοιγμα της εγχώριας αγοράς σε περισσότερο ανταγωνισμό, τη μείωση της κρατικής γραφειοκρατίας και σπατάλης και τη μεγαλύτερη εξωστρέφεια της οικονομίας. Βασικές προτεραιότητες αυτού του προγράμματος είναι η προσέλκυση ξένων και εγχώριων επενδύσεων, η αναδιάρθρωση των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, καθώς επίσης η εξοικονόμηση ενέργειας και η ταχεία ενεργειακή αναδιοργάνωση της χώρας (βλ κατασκευή αγωγών) με την ανάδειξη αυτής σε περιφερειακό ενεργειακό κέντρο της ΝΑ Ευρώπης.

Χάρις στο πρόγραμμα αυτό των μεταρρυθμίσεων η φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων μειώθηκε και συνεχίζει να μειώνεται, μία σειρά αντικίνητρα στην επενδυτική δραστηριότητα εξαλείφθηκαν, νέα επενδυτικά κίνητρα θεσπίστηκαν με έμφαση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και την Περιφέρεια, οι αποκρατικοποιήσεις επιταχύνθηκαν, η απορρόφηση των κοινοτικών προγραμμάτων ανασχεδιάσθηκε, ενεργοποιούνται πλέον οι Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), ενώ δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων με άξονα την ποιότητα, την καινοτομία, την εκπαίδευση και την έρευνα. Όχι τυχαία, λοιπόν, τελευταία σημειώθηκε βελτίωση των δεικτών ανταγωνιστικότητας και σημαντική άνοδος των εξαγωγών.

Βεβαίως, ο πληθωρισμός παραμένει στο 3,6%, η ανεργία πάνω από 8% και το δημόσιο έλλειμμα και χρέος πάνω από όσα επιτρέπει μία συνετή δημοσιονομική πρακτική. Πολλά, δε, μένουν να γίνουν τόσο από πλευράς υποδομών όσο και μικροοικονομικής διαχείρισης για τη μονιμότερη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και των αναπτυξιακών επιδόσεων της οικονομίας.

Ευελπιστούμε, ωστόσο, ότι με την συνέχιση των μεταρρυθμίσεων (έχει ανοίξει ο διάλογος για το ασφαλιστικό και τις εργασιακές σχέσεις), το επιχειρηματικό άνοιγμα στα Βαλκάνια και την νέα κοινοτική βοήθεια που διασφαλίστηκε για την περίοδο 2007-2013 (20 δις) θα μπορέσουμε να αποτινάξουμε τα βάρη του παρελθόντος και να αναδείξουμε τον λανθάνοντα δυναμισμό της ελληνικής οικονομίας.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Καθημερινή/The Economist [4]