Την Δευτέρα 9/1 είδα ένα ενδιαφέρον ρεπορτάζ του αξιόλογου δημοσιογράφου Κούλογλου για τις πιστωτικές κάρτες.Θα ήθελα να το σχολιάσω,διότι το θέμα είναι σημαντικό και οι ανακρίβειες πολλές. Στην αρχή παρακολουθήσαμε την μαρτυρία μιας νέας γυναίκας η οποία πήρε μια πιστωτική κάρτα και στην συνέχεια,αδυνατώντας να την πληρώσει,αναγκάστηκε να παίρνει δάνεια κτλ,έτσι που τελικά “πνίγηκε στα χρέη”. Μια σημειολογική λεπτομέρεια είναι νομίζω αποκαλυπτική για το πώς αντιμετώπισε το θέμα η εκπομπή και για το μήνυμα που ήθελε να περάσει:
Το πρόσωπο της γυναίκας δεν φωτιζόταν, για να μην το δούμε – όπως γίνεται συνήθως στην τηλεόραση στα θύματα πχ στην νεαρή που βιάστηκε, στην γυναίκα που ήρθε στην ελλάδα για να καθαρίζει σπίτια και κατέληξε πόρνη, αφού της πήραν το διαβατήριο, στον νεαρό που τον ξυλοκόπησαν οι χούλιγκανς κτλ.
Η γυναίκα αυτή είναι λοιπόν ένα θύμα.
Μου έκανε εντύπωση ότι στην αρχή αναφέρθηκε ότι το “θύμα” είναι δικηγόρος στο επάγγελμα. Είναι το ίδιο ένας μορφωμένος άνθρωπος (και μάλιστα δικηγόρος) ο οποίος πήρε μια πιστωτιική κάρτα για να πάρει και εγώ δεν ξέρω τι και τελικά δεν μπορεί να ανταπεξέλθει με έναν νεαρό που τον έδειραν οι χούλιγκανς; Σημειολογικά είναι το ίδιο (παρουσιάζονται σαν θύματα),στην πραγματικότητα όμως η διαφορά είναι μεγάλη. Άλλο να σε στριμώξουν σε μια γωνία και να σε πλακώσουν(γίνεται παρά την θέληση σου),άλλο να υπογράφεις μια σύμβαση και μετά να μην μπορείς να ανταπεξέλθεις (αν δεν το αντέχεις οικονομικά, μην υπογράφεις). Και μάλιστα δικηγόρος! – που υποτίθεται ξέρει να διαβάζει μια σύμβαση, αυτό εμπίπτει στο γνωστικό του αντικείμενο.
Στην συνέχεια ειπώθηκε το εξής απίστευτο: η γυναίκα, λέει, μετά από όλα αυτά πήγε σε ψυχίατρο, ενώ σε άλλο σημείο της εκπομπής αναφέρθηκε ότι κάποιοι δανειολήπτες κατέληξαν στο Δαφνί!!!! Λίγο-πολύ, ο καπιταλισμός στέλνει τον κόσμο στο Δαφνι!!!
Κατ’αρχήν για να νοσηλευτεί κάποιος σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα (ή έστω για να παρακολουθείται από ψυχίατρο) πρέπει να έχει κάποια νόσο (ή, έστω, να υποψιαζόμαστε ότι έχει κάτι).Κανένας σοβαρός επιστήμονας δεν υποστηρίζει ότι η κατάθλιψη, η μανία, η σχιζοφρένεια κτλ οφείλονται στις πιστωτικές κάρτες. Η αιτία αυτών των νοσημάτων είναι κατά βάση άγνωστη. Διάφορα σημαντικά γεγονότα (stressful life events – ψυχοπιεστικά γεγονότα στην ελληνική βιβλιογραφία) ενδεχομένως επηρεάζουν την πορεία και εκδήλωση μιας ψυχοπάθειας ,δεν είναι όμως η αιτία της. Είναι γνωστό πχ ότι πολλοί νέοι εκδηλώνουν για πρώτη φορά ψυχοπάθεια στον στρατό. Αυτό δεν σημαίνει ότι αν δεν πήγαιναν στρατό δεν θα αρρώσταιναν ποτέ, αλλά ότι θα εκδήλωσουν πρώτη φορά την νόσο με κάποια άλλη αφορμή (πχ θάνατος φίλου, μετακόμιση σε άλλη πόλη κτλ). Εξάλλου, υπάρχουν ψυχιατρικές καταστάσεις που έχουν σαν σύμπτωμα ασυνήθιστη και ριψοκίνδυνη συμπεριφόρα. Στα διαγνωστικά κριτήρια του μανιακού επεισοδίου πχ περιλαμβάνονται “ανεξέλεγκτες μαζικές αγορές” και “ανοήτες επιχειρησιακές επενδύσεις”. Τα χρέη πράγματι μπορεί να συμβάλλουν σε εκδήλωση μιας νόσου (όχι μόνο ψυχιατρικής), όπως και ένα σωρό άλλα στρεσσογόνα γεγονότα, αλλά η σύνδεση που προσπαθεί να επιτευχθεί εδώ είναι αυθαίρετη. Πολλοί έχουν οικονομικά προβλήματα,κ αι μάλιστα σοβαρά, δεν νομίζω ότι όλοι αυτοί καταλήγουν στο δαφνί. Εξάλλου πολλοί άνθρωποι με καλά οικονομικά πάσχουν από ψυχικές νόσους.
Ξεκινώντας από μια ορθή παρατήρηση (ότι σε πολλές περιπτώσεις τα οικονομικά προβλήματα συνδέονται με διάφορα νοσήματα) καταλήγει σε ένα αυθαίρετο συμπέρασμα για τις πιστωτικές κάρτες, την στιγμή που το ζήτημα είναι σαφώς πιο πολύπλοκο. Μετά, το ρεπορτάζ ανέπτυξε την θέση ότι οι διαφημίσεις προκαλούν πλασματικές ανάγκες τις οποίες καλύπτουμε με τις κάρτες. Είπε μάλιστα κάτι που δεν κατάλαβα καλά, ότι οι διαφημιστές επιδιώκουν να ανακαλύψουν έναν “κώδικα στον εγκέφαλο μας” (sic) που θα μας κάνει να καταναλώνουμε περισσότερο τα προϊόντα τους – το όλο σκεπτικό πασπαλίστηκε κλασικά με λίγο από Φρόυντ, χωρίς κάποια προσπάθεια σοβαρής ανάλυσης και τεκμηρίωσης (προφανώς έτσι θα είναι, αφού το είπε ο Φρόυντ). Αντί να βάλουν έναν νευροεπιστήμονα να πει κάτι σοβαρό γύρω από το θέμα, εμφανίζεται ξαφνικά ένας καθηγητής της παντείου (δεν θυμάμαι πού ακριβώς) με ένα ύφος σαν την στιγμή που μιλάει να ακουμπάει την Αλήθεια με τα δάκτυλα και να προσπαθεί, σαν άλλος προμηθέας, να μεταφέρει την γνώση σε εμάς τους κοινούς θνητούς να λέει: “Ζούμε σε μια εποχή που λατρεύει την εικόνα, είμαστε εικονολάτρεις και τολμώ να πω (ή κάπως έτσι) εικονολάγνεις”.
Δεν θέλω να απογοητεύσω τον καθηγητή για την συγκλονιστική παρατήρηση του, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε την σημερινή κοινωνία, πρέπει όμως να αναφέρω ότι ο άνθρωπος είναι έτσι φτιαγμένος ώστε η όραση να είναι η πιο σημαντική αίσθηση, οπως σε άλλους οργανισμούς ενδεχομένως να είναι η αφή ή η όσφρηση. Ενδεικτικά σημειώνω ότι το οπτικό νεύρο περιέχει πάνω από 1.000.000 ίνες, την στιγμή που το ακουστικό νεύρο έχει 50.000.Το πόσο σημαντική είναι η όραση (εικόνα) για τον άνθρωπο έχει παρατηρηθεί από αρχαιοτάτων χρόνων – ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος μάλιστα έλεγε “οφθαλμοί γαρ των ώτων ακριβέστεροι μάρτυρες” και “όσων όψις ακοή μάθησις, ταύτα εγώ προτιμέω” (εγώ προτιμώ αυτά που μαθαίνω με την όραση και την ακοή). Συνεπώς δεν πρόκειται για καμιά συγκλονιστική ανακάλυψη ή καμιά σπουδαία παρατήρηση που μας βοηθάει να καταλάβουμε καλύτερα τον κόσμο σήμερα, ούτε για καμιά μυστήρια καινοτομία της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας. Είπε κάτι αυτονόητο που ίσχυε πάντα και το ξέρουν και οι πέτρες.
Ο λόγος του καθηγητή της παντείου έκλεισε με την τρίτη πιο γραφική ατάκα στην ιστορία των νεοελλήνων: να μπει μάθημα στα σχολεία. (η πρώτη με διαφορά βέβαια είναι το “τι κάνει το κράτος;” και η δεύτερη “ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;”).Δεν κατάλαβα ποιο ακριβώς θα είναι το θέμα και ο σκοπός του μαθήματος, μου έφερε στο μυαλό όμως τις ηρωικές εποχές των πανελληνίων, όπου όταν μας ρώταγε το θέμα “τι λύσεις προτείνετε”, εμείς στάνταρ γράφαμε να μπει μάθημα στα σχολεία (πχ περιβάλλον, σεξ, ναρκωτικά, βια, τουρισμός, τέχνη κτλ).
Η εκπομπή υπονοούσε ουσιαστικά ότι η διαφήμιση και ο καπιταλισμός με διάφορα ύπουλα και μυστικά μέσα διεισδύουν στον ανυποψίαστο και αθώο εγκέφαλο μας και μας περνάνε ύποπτα μηνύματα με σκοπό να γίνουμε πειθήνια όργανα τους. Μέσα από επιφανειακές, επιστημονικά ατεκμηρίωτες ψυχολογικές ερμηνείες δίνει την εντύπωση ότι όλοι αυτοί μπορεί να κάνουν αυτά τα σχέδια, η εκπομπή όμως θα τα αποκαλύψει στους τηλεθεατές, αφού κατάφερε και αποκρυπτογράφησε τα σκοτεινά σχέδια των καπιταλιστών.
Εγώ αυτό που κατάλαβα είναι ότι οι διαφημιστές κάνουν με πιο εκλεπτυσμένο και σοφιστικέ τρόπο αυτό που κάνουμε όλοι όταν θέλουμε να πουλήσουμε κάτι. Αν θέλω να πουλήσω ένα σπίτι στον Διόνυσο, γράφω στην αγγελία:”Πωλείται σπίτι σε πολυτελή, καταπράσινη περιοχή” – δεν γράφω “Πωλείται σπίτι σε περιοχή που το κοντινότερο περίπτερο απέχει μισή ώρα με το αμάξι και κάθε καλοκαίρι πιάνει φωτιά”. Αντίστοιχα, ένα σπίτι στο κέντρο είναι “ένα σπίτι στην καρδία της πόλης” ,όχι “ένα σπίτι στην καρδιά του νέφους και του θορύβου”. Το ίδιο κάνουμε και στις προσωπικές μας σχέσεις. Η μαμά που θέλει να πάρει μαζί της το απρόθυμο παιδάκι της στην θεία του λέει “πάμε στην θεία που έχει μεγάλο κήπο να κάνεις ποδήλατο”, όχι “πάμε στην θεία που θα σε γεμίσει σάλια και θα βαρεθείς την ζωή σου”. Από εκεί και πέρα είναι ευθύνη του καθενός να κρίνει τους παραπάνω ισχυρισμούς.
Οι θεωρίες του στυλ “μας βάζουν πληροφορίες στον εγκέφαλο παρά την θέληση μας” και η εύκολη και αβασάνιστη παραδοχή δίκην δόγματος επιφανειακών ψυχολογικών ερμηνιών χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση στερούνται, νομίζω, σοβαρότητας.
Στην συνέχεια παρακολουθήσαμε μια τάξη με παιδία δημοτικού τα οποία διδάσκονταν “καταναλωτική αγωγή”. Από το λίγο που έδειξε, κατάλαβα ότι γινόταν το εξής: έδινε η δασκάλα ένα εικονικό ποσό στα παιδιά και αυτά έπρεπε να αγοράσουν διάφορα προϊόντα, στην συνέχεια γινόταν συζήτηση για το τι αγόρασε ο καθένας, για ποιους λόγους. Τα προϊόντα είχαν χωριστεί σε δύο κατηγορίες: “επιθυμίες” και “ανάγκες”. Σε γενικές γραμμές τα παιδιά αγόραζαν συνέχεια προϊόντα που εμπίπτουν στις “επιθυμίες” και η δασκάλα τα διόρθωνε ή εν πάσει περιπτώσει τα έκανε να νιώθουν κάπως άβολα γι’ αυτό, θεωρώντας τα προϊόντα αυτά περιττά.
Νομίζω ότι κάτι τέτοιο είναι λάθος, διότι ο διαχωρισμός “επιθυμίες” και “ανάγκες’ είναι τέχνητος. Είναι γνωστό ότι για να επιβιώσει κάποιος χρειάζεται οξυγόνο, νερό και φαΐ. Δεν νομίζω όμως ότι εκεί τελειώνουν οι ανάγκες του. Δεν έχει ανάγκη να κάνει σεξ, να ερωτευτεί, να αγαπήσει και να αγαπηθεί; Με βάση τον διαχωρισμό “επιθυμίες”-“ανάγκες” όμως ακόμα και αυτά είναι “επιθυμίες” (=υποδεέστερα),αφού κανείς άνθρωπος δεν πέθανε επειδή δεν έχει ερωτευτεί ή επειδή δεν κάνει σεξ. Το ίδιο ισχύει και για τις τέχνες. Είναι περιττό ας πούμε να έχει κανείς μια τεράστια δισκοθήκη ή βιβλιοθήκη σπίτι του; Μήπως επειδή δεν θα πεθάνουμε χωρίς τέχνη, είναι και αυτή περιττή;
Ο φαινομενικά αθώος αυτός διαχωρισμός “επιθυμίας”-“ανάγκης” στον οποίο μυεί η δασκάλα τα παιδιά κρύβει έναν βαθύτατο πουριτανισμό. Η επιθυμία είναι κατακριτέα, είναι κάτι που εντάξει, υπάρχει, αλλά και να μην υπήρχε καλύτερα θα ήταν. Ο μαθητής νιώθει άβολα απέναντι στην επιθυμία, από την μια του αρέσει, από την άλλη η δασκάλα του λέει “δηλαδή ψώνισες “επιθυμία” σε ύφος ευγενικής επίπληξης. Το δίδαγμα είναι λοιπόν ότι όσο λιγότερες επιθυμίες, τόσο καλύτερα. Η επιθυμία προκαλεί τύψεις, λοιπόν.
Από το νεανικό κίνημα στην Αμερική των 60ς και από τον Μάη του ’68 η ελληνική κοινωνία αφομοίωσε δυστυχώς τα χειρότερα σημεία, τις αρπακολλατζίδικες και πομπώδεις πολιτικο-οικονομικές θεωρίες, ενώ προσπέρασε την ουσία του κινήματος, την πραγματική προσφορά του, την απενοχοποίηση δηλαδή της επιθυμίας και το αίτημα για ζώη, όχι επιβίωση.
Η διαστροφή αυτού του διαχωρισμού “επιθυμίας”-“ανάγκης” φαίνεται ξεκάθαρα σε ένα πλάνο από το παραπάνω μάθημα: ένα παιδάκι αγόρασε ένα παιχνίδι. Η δασκάλα ρωτάει “και με αυτό τι κάλυψες, επιθυμία ή ανάγκη;” – “επιθυμία” λέει το παιδάκι(από μικρός στην παπαγαλία δηλαδή) – “Μπράβο” τον συγχαίρει η δασκάλα. Για την δασκάλα λοιπόν το παιχνίδι δεν θεωρείται ανάγκη. Δεν έχουν τα παιδιά ανάγκη το παιχνίδι.
Μπράβο και από εμένα.
Το ρεπορτάζ βέβαια δεν ήταν όλο στο παραπάνω στυλ, θίχτηκαν και ορισμένα σοβαρά θέματα.
Για παράδειγμα αναφέρθηκα κυκλώματα που λυμαίνονται τις δημοπρασίες, κρατώντας παράνομα και τεχνητά χαμηλές τις τιμές, τέθηκε το ερώτημα γιατί οι τράπεζες δανείζουν σε άτομα που αποδεδειγμένα δεν μπορούν να ανταποκριθούν, επίσης αναφέρθηκε ότι πολλές τράπεζες χρησιμοποιούν παράτυπες και αδιαφανείς διαδικασίες για να “φουσκώσουν” τους τόκους κτλ. Επειδή δε έκανα αρνητική κριτική, οφείλω να πω ότι στην εκπομπή ακούστηκαν και σοβαρές απόψεις, αν και ο χρόνος που αφιερώθηκε σε αυτές ήταν, κατά την γνώμη μου, περιορισμένος.
Συνοψίζοντας, η βασική διαφωνία μου με το ρεπορτάζ είναι ότι δίνεται συνολικά η εντύπωση ότι κάποιοι πίσω από κλεισμένες πόρτες συνωμοτούν και σχεδιάζουν ένα σκοτεινό μέλλον, στο οποίο όλοι εμείς θα είμαστε ανήμπορα θύματα χωρίς ελευθερία. Ο Κούλογλου παραβλέπει εντελώς την ουσία του θέματος, που είναι η ατομική ευθύνη, προς όφελος βαρύγδουπων και εντυπωσιακών θεωριών που τελικά εκμηδενίζουν το άτομο, αφού το θεωρούν ένα άβουλο ον.
Ένας (υψηλόβαθμο στέλεχος μιας τράπεζας νομίζω) το είπε αυτό στον κούλογλου, ότι δηλαδή “εμείς απευθυνόμαστε σε σκεπτόμενους και σοβαρούς πολίτες που μπορούν να κρίνουν τι θέλουν και τι όχι, δεν απευθυνόμαστε στην μαϊμού του τσίρκου που κάνει ό,τι βλέπει” (αποδίδω το νόημα όσων είπε, δεν είναι κατά λέξη μεταφορά). Ο Κούλογλου απάντησε “ναι αλλά αν βομβαρδίζεται συνέχεια με διαφημίσεις, είναι ελεύθερος να επιλέξει;”. Ναι κύριε Κούλογλου, ακόμα και έτσι, είναι και παραείναι ελεύθερος να επιλέξει. Το “βαρύγδουπος” πιο πάνω το ανέφερα για λέξεις όπως “βομβαρδίζεται”. Βομβαρδισμός είναι νομίζω κάτι που γίνεται παρά την θέληση σου. Όταν βλέπει κανείς 10 ώρες την μέρα τηλεόραση, ναι, βομβαρδίζεται, αλλά το θέλει. Θα μπορούσε να αγοράσει ένα “περιττό” βιβλίο, θα μπορούσε να κάνει μια δωρεάν βόλτα στο πάρκο, θα μπορούσε ακόμα να βάλει συνδρομητικά κανάλια χωρίς ή με ελάχιστες διαφημίσεις. Έχει την ευθύνη της επιλογής του.
Οι διαφημίσεις τώρα που βλέπουμε παρά την θέληση μας (πχ στον δρόμο) δεν νομίζω ότι επηρεάζουν την ικανότητά μας να κρίνουμε αν θα πάρουμε μια κάρτα ή όχι.
Εξάλλου η διαφήμιση είναι το πιο ειλικρινές ψέμα. Όλοι ξέρουν ότι η διαφήμιση παρουσιάζει μόνο αυτό που συμφέρει τον διαφημιζόμενο, δεν είναι κανένα μυστικό αυτό.
Είναι λοιπόν ευθύνη του πολίτη να κρίνει τι τον συμφέρει και τι όχι, να αποφασίσει αν μια διαφήμιση είναι παραπλανητική ή όχι και τελικά να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει. Κανείς δεν είπε ποτέ ότι οι πιστωτικές είναι χρήμα που κρέμεται στα δέντρα, και αν ποτέ κάποιος το είπε,αυτό δεν μειώνει σε καμία περίπτωση την ευθύνη του πολίτη να κρίνει την αλήθεια ενός τόσο εξωπραγματικού ισχυρισμού.